Οι ευκές, όσο και οι κατάρες, στο πέρασμα του χρόνου στη Κρήτη, είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, ως προς τη διατύπωση, το ύφος, τη διάρκεια χρόνου, το γρήγορο της απαγγελίας και τη βαθιά επιθυμία να συμβεί σε αυτό που απευθυνόταν, είτε για καλό είτε για κακό


Οι ευκές απευθυνόταν από πρόσωπα συνήθως του στενού οικογενειακού ή φιλικού περιβάλλοντος, όπως πρόσωπα αγαπητά, φιλικά, όπως ο Παππούς με τα παιδιά και τα εγγόνια όταν τους προσέφεραν δώρα ή τους έκαναν κάποια εκδούλευση.

Τις πλέον μακροσκελείς ευκές τις απήφθηναν οι ζητιάνοι και προπαντώς οι ζητιάνες του περασμένου αιώνα που γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι με ένα μικρό κάνιστρο και τους έβαζε λάδι η εκάστοτε φιλέσπλαχνη νοικοκυρά.

Ο κόσμος πολλές φορές ήθελε να »παίξει» μαζί τους, γνωρίζοντας ότι οι ευκές κάθε ζητιάνας δεν είχαν τελειωμό και έτσι έριχναν παρατεταμένα από το λαδικό λίγο λίγο το λάδι με μικρές διακοπές μέχρι να δουν που μπορεί να τραβήξει η ευκή. Οι ζητιάνες όμως, σαν »καλές επαγγελματίες» τα ήξεραν όλα.

Για τους περίεργους που ήθελαν να ακούνε μισή ώρα ευκές, οι ζητιάνες μπορούσαν να ανταποκριθούν χωρίς να επαναλάβουν τα ίδια λόγια. Αυτά βέβαια οι παλαιότεροι τα θυμούνται, ωστόσο και εγώ έχω περισώσει κάποια αποσπάσματα για του λόγου το αληθές.

Μία απ’ αυτές τις ευκές που είχε απευθύνει κάποια ζητιάνα την ώρα της διακονιάς, είναι η παρακάτω: » Χαιράμενη κι απίκρατη, και γλυκοσαλισμένη, να χαρείς το στεφάνι σου και τα κοπέλια σου.

Στερεωμένη και πολύχρονη σαν τ’ άγιο μοναστήρι. Ο θεός να σ’ έχει καλά και να σου δίνει του Αβραάμ και του Ισαάκ τ’ αγαθά. Υγεία και χαρά πάντα στο σπιτικό σου και ο θεός και η Παναγιά να ‘ναι μπροστά από σένα. Μακριά απ’ αδικιά κι’ απ’ το κακό το μάτι.

Χώμα να πιάνεις και μάλαμα να γίνεται………». Ακούγοντας όλα αυτά ο κόσμος εντυποσιαζόταν και πολλές φορές κάποιος από τη παρέα θέλοντας να κάνει πλάκα, έλεγε στα γρήγορα μια παρατεταμένη ευκή για να καταλήξει στο τέλος να πει τη φράση: »κάνω και για διακονιάρης!!!!!!».

Από την άλλη πλευρά οι κατάρες έκρυβαν μίσος, θυμό, αγανάκτηση και κακουδιά πολλές φορές. Ήταν ελάχιστοι αυτοί που ήτανε σε θέση να πούνε μακροσκελής κατάρες και ο κόσμος τους έβλεπε με κακό μάτι και μάλλον για ορισμένους έλεγαν πως είχαν δαιμονικές δυνάμεις και ότι με το μάτι τους και μόνο σε συνδυασμό με τις κατάρες θα μπορούσαν να ρίξουν και κόρακα. Επίσης λέγανε ότι αυτά τα άτομα είχαν κακό μάτι και ο κόσμος όταν τα έβλεπε πίστευε ότι θα τους συμβεί κάτι κακό και για να το αποτρέψουν τα »πούλιαζαν» κρυφά, δηλαδή του έδιναν ένα πούλο (μούτζα).

Η κατάρα ήτανε μεγαλύτερη ανάλογα με τη ζημιά ή το πείραγμα που πάθαιναν από κάποιο. Μια κατάρα που περιέσωσα, θα την διαβάσετε ενσωματωμένη σε μια αληθινή ιστορία που είχε διεδραματιστεί πριν πενήντα χρόνια στο χωριό μου τη Γαλιά, και είναι η παρακάτω: Από τα Κάτω περβόλια από τις καρυδιές της, φόρτωσε η »Α/Μ» ένα γομάρι καρύδια, που λίγο πριν είχε ραβδίσει με προορισμό το σπίτι της, στη Γαλιά.

Μια τσούρμα Γαλιανάκια τη συναντήσανε την ώρα που έφθανε όξω από το σπίτι της στη Γαλιά, μεταξύ των άλλων και το »Γιαννιό». Ξανθό, με γαλάζια σπινθηροβόλα μάτια, ένα υπερκινητικό παιδί που να σκεφτείτε ότι έμπαινε μέσα στη ρόδα του φορτηγού αυτοκινήτου και τσούρλαγε σε κατηφόρα και πήγαινε από το σπίτι του στη κουτσουνάρα (τοποθεσία στο χωριό του) χωρίς να αισθανθεί ζαλάδα ή ενόχληση. Επειδή όμως είμαι εχέμυθος, δεν θέλω να αποκαλύψω την ακριβή ταυτότητα του, και να σημειώσουμε ότι τη στιγμή αυτή βρίσκεται σε υψηλή περίοπτη θέση.

Ως προείπαμε, το »Γιαννιό» μαζί με τα άλλα συγχωριανάκια του συνάντησαν την »Α/Μ» έξω από το σπίτι της. Πεινασμένα, ξυπόλητα, κακομοιριασμένα, με μπαλωμένα κοντά πανταλόνια και επειδή η πείνα τους ήτανε ανυπόφορη, λόγο της μεγάλης φτώχειας ανέχειας και μιζέριας που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια, το »Γιαννιό» πήρε το θάρρος να ζητήσει από την »Α/Μ» μερικά καρύδια να τα φάνε, να τους περάσει λίγο η πείνα.

Της είπε δε τα εξής χαρακτηριστικά λόγια: – Δος μας θειά »Α/Μ» μερικά καρύδια να τα φάμενε και μεις, γιατί δεν αντέχουμε τη πείνα που μας κρατά.

Αυτή όμως, με γουρλωμένα μάτια, σκληρή επιθετικότητα και κακουδιά απάντησε στο »Γιαννιό» και στη παρέα του, τα παρακάτω σκληρά λόγια:

– »Οι γιανθρώποι τάχουνε……δεν τα ‘χει όποιος όποιος…….δεν θα φάτε……. μα βγαίνει σας!!!!!, ενώ συνέχισε να ξεφορτώνει το μαξούλι της και να το ανεβάζει με μια ανεμόσκαλα στο δώμα του σπιτιού της.

Μόλις τελείωσε το άπλωμα των καρυδιών η »Α/Μ», κατέβηκε από το δώμα και πήρε το γαϊδουράκι της να πάει να το δέσει στα Λιδιανά στον αχεργιώνα της. Δεν είχε προλάβει όμως να απομακρυνθεί από το σπίτι της και το »Γιαννιό», χωρίς να χάσει χρόνο έβγαλε το σχέδιο και το μετέφερε στ’ άλλα κοπέλια, λέγοντας τους:

– Μρε κοπέλια, θέτε να τση φάμε ούλα τα καρύδια, να μη τσ’ αφήσουμε ούτε για τον όρκο ένα;;;.

– Κιαμέ – κιαμέ!!!!! φωνάζουνε ούλα με μια φωνή. – Μα πως να βγούμε που πήρε τη σκάλα και την έχωσε, επαναλαμβάνουνε αυτά.

– Ξά μου εμένα μρε κοπέλια, τους απαντά και συνεχίζει να τους λέει:

– Κάμετε μου μόνο κατήνα»(υποβαστάξετε με). Του κάνουνε κατήνα, γαντσώνεται πάνω στο τοίχο και σαν αγριόγατος σε κλάσματα του δευτερολέπτου είχε ανεβεί στο δώμα της »Α/Μ». Για κακή της τύχη όμως η »Α/Μ», είχε ξεχάσει τα άδεια τσουβάλια δίπλα στα καρύδια, με συνέπεια η αντίστροφη μέτρηση να αρχίσει να ξετυλίγεται…. Αστραπιαία το »Γιαννιό» τσουβαλιάζει τα καρύδια, τα δένει με ένα μπαλότελο και τα γκρεμίζει στα άλλα κοπέλια φωνάζοντας τους: – Φάτε μρέ κοπέλια, μα ποιος κοντό θα τση τα φάει, που κοπέλια δεν έχει!! Μπας και τα φάει αυτή, η άκλερη, η φαφούτα, η διακονιαριά, η ατζιγκάνα. η σπαγκοραμένη!!!!.

Αλλά ως τόσο γκρέμισε και μια λαμαρίνα κεφτέρια που παράλληλα είχε απλώσει στο δώμα της η »Α/Μ» , και συνέχιζε να τους φωνάζει (των κοπελιών).

– Φάτε μρε κοπέλια και κεφτέρια μα τζάμπα είναι, Δεν θα τα ξαναβρείτε σε ούλη σας τη ζωή!!!!. Τα πεινασμένα κοπέλια χύθηκαν σαν αρπαχτικά πτηνά που αρπάζουν τη λεία τους και καταβρόχθιζαν δύο – δύο τα κεφτέρια, τρώγοντας συγχρόνως και καρύδια.

Την όλη σκηνή την είδε μια γειτόνισσα, »όνομα και μη χωριό» και μόλις αντίκρισε την »Α/Μ», και συγκεκριμένα τη στιγμή που γυρνούσε από τον αχεργιώνα της στα Λιδιανά, φωνάζοντας της, της λέει:

– Γλάκα θεία »Α/Μ» και το »Γιαννιό» δε σου ‘φηκε πράμα απάνω στο δώμα. Ανεβαίνει η »Α/Μ» στο δώμα και καθώς αντίκρισε »κρανίου τόπο», αρχινά να εκτοξεύει πρωτόγνωρες και βαριές, με μεγάλο μίσος κατάρες, λέγοντας:

– Ο Θειός κι’ Γης να μου τ’ αξιώσει κι γι’ επτά ουρανοί να μου πακούσουνε και να κυλιστεί στο αίμα του και να το δω κουτσό και κουτσοπόδι, στραβό και στραβελιάρι, και να μπούνε οι χίλιοι διαόλοι μέσα ντου, να γαυγήσουνε, να μουγκρήσουνε, να κράξουνε και να το φέρουνε σα το Παππού του στη σκάλα. Συγχρόνως σφίγγει και κατεβαίνει στου Φίκο τη σωχώρα, βρίχνει το πατέρα του »Γιαννιού» και του κάνει το »μουζντέ». Κατά τους αυτόπτες μάρτυρες, το τι επακολούθησε, δεν περιγράφεται.

Το »Γιαννιό’,’ το κρέμασε ανάποδα κάτω από μια μουρνιά και άρχισε να το χτυπά με ένα χρυμπάτσι ανελέητα. Όλη η γειτονιά μαζεύτηκε και είδανε και πάθανε πως να ξεμπερδέσουνε το »Γιαννιό» από τα μανιασμένα χέρια του πατέρα του. Όμως , κατά τα Χριστιανικά δεδομένα η θρησκεία μας προτρέπει: »ευλογείτε και μη καταράστε».

Για το λόγο αυτό δύο τουλάχιστον Ιερωμένοι, αυτόπτοι μάρτυρες της αφήγησης του »Γιαννιού», αυθόρμητα υποσχέθηκαν να συμπεριλάβουν την αείμνηστη »Α/Μ» στο κώδικα της εκκλησίας που μνημονεύονται όλοι οι πεθαμένοι για να την συγχωρέσει ο Θεός. Ως τόσο βέβαια και ο γράφων, εύχεται, να ‘ναι ελαφρύ το χώμα που τη σκέπασε, εξάλλου »ουδείς αναμάρτυτος σ’ αυτόν εδώ το κόσμο!!!!!».

Στη συνέχεια θα αναφέρω άλλη μια κατάρα που περιέσωσα, και η οποία χρονολογείται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Τη κατάρα αυτή τη κατέγραψα, ακούγοντάς τηνε από τη θεία μου την Αγγελική του Στρατοστελιανού από το χωριό Γαλιά.

Η κατάρα έχει ως βάση μια αληθινή ιστορία, και αποδίδει με πολύ γλαφυρό και αυθεντικό τρόπο, το μίσος και την οργή μιας κοπελιάς, για κείνους που άδικα τήνε χώρισαν από τον αγαπητικό της. »Απού μας εξεχώριζε κιτρομανταρινιά μου νεκρό να τον περάσουνε από τη γειτονιά μου, κι όι νεκρό ματάκια μου κι ο κόσμος αποθαίνει μόνο μεσκίνης στο στενό κι’ άνθρωπος να μη μπαίνει, κι’ όι μεσκίνης στο στενό κι’ ο κόσμος μεσκινιάζει μόνο να τον κρεμάσουνε γιατί η καρδιά μου βράζει, κι’ όι να τον κρεμάσουνε γιατί πολλούς κρεμούνε μόνο στη μαύρη θάλασσα να τόνε τυραννούνε, κι’ όι στη μαύρη θάλασσα, μόνο στο μαύρο κύμα να καταλάβει και να ‘δεί ειντά τζ’ αγάπης κρίμα!!!»

 

Υ.Γ.:Μεσκίνης = λεπρός

Σύνταξη κειμένου: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ