Ακολουθώντας τα βήματα των παλιών ζευγάδων, θα μας πάνε σταθερά στις καλές εποχές, τότε που η Κρητική ύπαιθρος έσφυζε από ζωή, από ζωντάνια, μέσα σε πολλές αγωνίες, αλλά και πολλές χαρές


Ο ζευγάς, πού για τους περισσότερους ήταν ο πατέρας μας, ή ο παππούς μας, ήξερε πολύ καλά τη δουλειά του, και ακούραστος γινόταν ένα με τη γή.

Από την εκκλησία, και από τα λόγια του Ευαγγελίου, έμαθαν πώς:
» Ο μην εργαζόμενος ουκ εσθιέτω»
Δηλαδή, όποιος δεν εργάζεται, δεν πρέπει και να τρώει!

Από δε τους παλαιότερους διδάχτηκαν:

»Όποιος δεν κουράσει γόνατα,
κοιλιά δεν θεραπεύει»

Ετσι, ο ζευγάς αγαπάει τη δουλειά του, και την κάνει με μεράκι και όπως πρέπει, γιατί από εκεί περιμένει να ζήσει τη φαμελιά του.

Μαζί με το ζευγάρι του, και ο ίδιος, ήταν απαραίτητο »εργαλείο» της μάνας γης, για να δώσει απλόχερα τα αγαθά της!

Πρωί πρωί, άφηνε το ζεστό σπίτι με τις δαντελένιες κουρτίνες, και έπινε βιαστικά ένα τσάι με ένα ντάγκο ξερόψωμο θρουλισμένο μέσα, άντε και δυο τρεις ελιές, ή ένα γάλα, και πήγαινε να φορτώσει στους γαϊδάρους όλα τα σιντερικά με το αλέτρι τα λεγόμενα ζ υ γ ά λ ε τ ρ α.

Έκανε το σταυρό του και πήγαινε για δουλειά.

Εγνώριζε πολύ καλά ο ζευγάς, τί χρειάζεται το χώμα για να αφρατέψει και να καρποφορήσει αποτελεσματικά.

Πάνω στο χωράφι έζεφνε το ζευγάρι,συνήθως δύο γαϊδούρια ή μουλάρια, και παλαιότερα δύο αγελάδες.

Ξέστρωνε τα ζώα από τα σαμάρια τους, και τους φόραγε τους κ ά σ ο υ ς στο λαιμό.

Οι κάσοι είναι τα α π α λ ε τ ι κ ά, να μην πληγώνεται ο λαιμός τους. από το σίδερο, που περιέβαλε τους ώμους του κάθε ζώου.

Σειρά έχει ο ζ υ γ ό ς.

Αυτός ζευγαρώνει τα ζώα, να έχουν μια σταθερή απόσταση μεταξύ τους.

Παλιά στα βόδια, ο ζυγός ήταν ξύλινος, και ακουμπούσαν οι άκρες του στο σβέρκο τους, και τα κρατούσε σε σταθερή απόσταση.

Αργότερα στα γαϊδούρια ή μουλάρια, καταργήθηκε ο ζυγός, και είχαμε τους σιδερένιους ζυγούς ή γ ά ν τ ζ ο υ ς, που αυτοί πια κρατάνε τα ζώα σε σταθερή απόσταση,

Απο το μπροστινό σίδερο του κάσου, δεξιά αριστερά που έχει δύο κρίκους, ξεκίναγαν οι αλυσίδες που θα σύρουν το αλέτρι, δύο στο κάθε ζώο.

Οι γερές αυτές αλυσίδες, πέρναγαν από ένα στρογγυλό μικρό κρίκο εξωτερικά στα μικρά σ ω μ α ρ ά κ ι α στα καπούλια, και κατέληγαν μία αλυσίδα σ’ ένα άγκιστρο στον πίσω μικρό γάντζο , και μία στο άλλο άλλο άκρο του.

Το ίδιο και στο άλλο ζώο.

Οι δύο αυτοί μικρότεροι μεταλλικοί ζυγοί, ή γάντζοι, στο κέντρο τους είχαν μια τρύπα, και εκεί πια γάντζωνε δεξιά αριστερά, ο μεγάλος και κεντρικός ζυγός.

Ο κεντρικός και μεγαλύτερος ζυγός, στο κέντρο του είχε μια τρύπα όπου έμπαινε ο μεγάλος γάντζος του αλετριού, και όλο αυτό το σύστημα, θα σύρει τελικά το αλέτρι.

Απαραίτητο και το πέρασμα του σχοινιού που λεγόταν ζ ε υ τ η ς, από το χ ε ρ ο ύ λ ι του αλετριού, μέχρι την απέξω μεριά του χαλιναριού, ή ήταν δεμένο στο εξωτερικό κέρατο του κάθε βοδιού.

Το σχοινί αυτό ο ζέυτης, έδινε την καθοδήγηση και σωστή πορεία κατά το όργωμα.

zeugas1

Διπλή η δουλειά του ζευγά.

Και να κρατά σταθερά το αλέτρι, να το πιέζει να μπήγεται το υνί βαθιά στο χώμα, παράλληλα, να κρατά σωστή και σταθερή πορεία.

Τώρα το ζευγάρι και ο ζευγάς, είναι έτοιμοι για δράση!

Ήθελε όμως ο ζευγάς, και δύο καλά εκπαιδευμένα ζώα, και αυτό ήταν δικιά του δουλειά πώς να τα εκπαιδεύσει.

Ασφαλώς η εκπαίδευση των ζώων, είναι υπόθεση ετών!

Αν το ένα ζώο είναι εκπαιδευμένο, και το άλλο όχι, τότε το ανεκπαίδευτο ζώο παρασύρει και το άλλο, και γίνονται στραβές οι αυλακιές.

Το καλά εκπαιδευμένο ζευγάρι, πηγαίνει ίσια, σε σταθερή πορεία, και δεν ξεστρατίζει.

Επίσης βαδίζει κοντά στην προηγούμενη αυλακιά,, και παρακολουθεί τις οδηγίες του ζευγά, και από τη φωνή, αλλά και από το τράβηγμα του σχοινιού ζεύτη, που είναι δεμένο στα κεφάλια τους.

Συνήθεις φράσεις που μάθαιναν τα ζώα από τον Ζευγά, ήταν »έσω», »παραβολή» »έξω να» » άινε άινε» »ισα»

Στο δε τελείωμα της αυλακιάς, γυρίζουν επιτόπου πίσω, και δεν κάνουν μεγάλη διαδρομή να επιστρέψουν.

Ήξερε ο ζευγάς, πως για να έχει καλή σοδειά, στο σιτάρι ήθελε δύο τρεις φορές να κάμει το χωράφι.

Αυτό ταν το λεγόμενο δ ι σ κ ά φ ι σ μ α.

Ήξερε πως πρέπει να σπάσει καλά το χώμα, νά ‘ρθει τούμπα, και να το κάψει ο καλοκαιρινός ήλιος.

Την τελευταία βροχή της Άνοιξης, έβαζε το μ ο ν ό φ τ ε ρ ο αλέτρι να γυρίσει βαθιά το χώμα.

Το ίδιο έκανε και το Καλοκαίρι,

Πάλι με το μονόφτερο το ξανάκανε, και το χώμα γινόταν αφράτο, χωρίς βόλους, καιγόταν καλά από την ήλιο, και συγχρόνως κρατούσε καλή ανάδοση.

Το μονόφτερο έμπαινε πιό βαθιά στη γή, έκανε βαθιά άροση, σε σχέση με το Δ ι φ τ ε ρ ο αλέτρι, που ήταν πιό ελαφρύ και ξεκούραστο στο όργωμα, αλλά όχι πολύ βαθύ όργωμα.

Μετά στη σπορά το Φθινόπωρο, σειρά είχε πια το δίφτερο αλέτρι.

Μέσα στη ειδική μ ο υ ζ ο υ ρ ο π ο δ ι ά, λουριδάτη, έβαζε τον καρπό, ανάλογα τί ήθελε να σπείρει.

Έσπερνε σχεδόν απ’ όλα!

Έσπερνε σιτάρι, κριθάρι, ταγή, λαθούρι, ρόβι, βίκο, αρακά άγριο, αλλά και ήμερο.

Ασφαλώς έσπερνε και απ ‘όλα σχεδόν τα όσπρια, ακόμα και άλλα όπως λινάρι και σουσάμι.

Κατα τη σπορά, ξεχωρίζοντας ένα ό ρ γ ο, ή μιά σποριά, και έσπερνε τον καρπό

Με το δίφτερο αλέτρι έκανε το χωράφι της σποράς, καί πάλι παντα σε σταθερές γραμμες και κοντά η μιά αυλακιά απο την άλλη.

Πανάρχαιο εργαλειο το αλέτρι, απο την εποχή του Ισίοδου,

Το κατασκεύασε λέει η ιστορία ο Ισίοδος, υπο την καθοδήγηση της θεάς Δήμητρας.

Πρίν ήταν ξύλινο, αλλα πρίν μια εκατονταετία περίπου, έγινε πια απο σίδερο

Ιερό εργαλείο το αλέτρι του ζευγά, και προ πάντων, πήγαινε παντου!

Πήγαινε και στα ίσια και παχιά χωράφια, αλλά και στις στενές δύσβατες πεζούλες, κατηφορικές πλαγιές με τα πολλά χαλίκια, που σήμερα τραχτέρ δέν πάει.

Κάθε πέτρα στο χωράφι έχει τη δική της ιστορία στο χωράφι και τη δική της χρησιμότητα.

Κάθε πέτρα στο χωράφι έχει να δώσει αναμνήσεις για χιλιάδες χρόνια πίσω!

Τό μεσημεράκ θα καθόταν μια ωρίτσα να φάει κατι και να πεί και ένα κρασί, να πάρει μιά ανάσα, κι αυτός και τα ζωντανά.

Το χωράφι το έσπερναν οι παλιοί με »μ ο υ ζ ο υ ρ ι έ ς»

-Ηντα έσπερνες σήμερο σύντεκνε?

-Ηβαλα εκειά δυό – τρείς μουζουργιές ρόβι, για τα μοσχάρια…

Το μ ο υ ζ ο ύ ρ ι ή ταν δοχείο κυλινδρικό, με το οποίο μετρούσαν, τον όγκο και το βάρος ξηρών καρπών, κυρίως δημητριακών.

Υποδιαιρείται σε 2 πινάκια, 4 πρατικά και 8 αξάγια (από εκεί και η λέξη αξαγιάτικα). Το βάρος, που χωρούσε, διέφερε κάπως από τόπο σε τόπο. Συνήθως ήταν περίπου 16 οκάδες.

Πολύ καλα γνωρίζανε τότε τη δύναμη κάποιων ειδικών τροφών, πέρα απο τ’ αχυρα,

Τέτοιες τροφές ήταν το λαθούρι, ο βύκος και το ρόβι.

Τίς τροφές αυτές, δέν τις αγόραζαν, τις έσπερναν οι ίδιοι.

Δέν μπορούσε το ζευγάρι, να βγάλει τη μέρα στο χωράφι, μονάχα με άχυρο.

Για αυτό απο βραδύς, άν είχε γαιδάρους, έβαζε στο δ ρ ο υ β ά δυο τρείς φουχτες λαθούρι, και τους το κρέμαγε στο λαιμο να το τρώνε λίγο λίγο..

Αν είχε δε γελάδια, τους έβαζε ρόβι, ακόμα πιό δυνατή τροφή!

Ισως κάποια μέρα και οι νεότεροι μάθουν την αληθινή αξία του λαθουριού, και γίνει η αξιοποίηση και στον άνθρωπο!

Πρίν καλά καλά έρθει το βράδυ, και με τον ήλιο ακόμα ένα κονταρι απάνω πρίν δύσει, ξεζεύλωνε το ζευγάρι και φόρτωνε για το σπίτι.

Τό αλέτρι συνήθως το άφηνε στο χωράφι γιά την επόμενη μέρα πάλι.

Κι αυτό, το να σχολάει νωρίς, το είχε μάθει από τον δικό του πατέρα, που του έμαθε τη παροιμία:

«Πρωί πρωί στον αύλακα
κι από νωρίς στο στάβλο»

Νωρίς να σηκωθεί για να πάει στο χωράφι, να κάνει χωράφι, αλλά νωρίς να τα μαζέψει πάει σπίτι, να ξεκουραστεί και αυτός και τα ζώα, για να είναι σε θέση να του δουλέψουν καλά και την επ’ αύριο.

Ο καλός ζευγάς, σεβόταν το ζευγάρι του, του μιλούσε, σαν να είχε να κάνει με δικούς του ανθρώπους.

 

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης