Αν πάμε 50 χρόνια πίσω, θα έρθουμε στην εποχή που η αμπελουργία στην Κρήτη ήταν σε άνθιση!


Η έγνοια του αμπελουργού

Σε όλες τις περιοχές της Κρήτης, όπου υπήρχαν αμπέλια, όλες οι εργασίες του αμπελιού, άρχιζαν το Φθινόπωρο, τότε που τα χώματα ακόμα σκαβόταν, και γινόταν το  ξελακίσματα, ένας μεγάλος λάκκος δηλαδή σε κάθε κουρμούλα.

Και αυτό, για να πιούν άφθονο νερό της βροχής.

Αργότερα, το Γενάρη, είχαμε τα κλαδέματα.

Tο Γενάρη κλαδεύανε τα σουλτανιά και το Φλεβάρη τα λιάτικα. Το Μάρτη τέρμα τα κλαδέματα!

«Αλλοίμονο  του Μαρτοκλαδευτή, και τ’ Απριλοσκαμένου»

Έλεγε ο λαός.

Τα  σκαψίματα  ή δυσκαφίσματα και θειαφίσματα, άρχιζαν τις πρώτες μέρες  της Άνοιξης.

Το σκάψιμο γινόταν Μάρτιο μήνα, γιατί είναι ακόμα μικρά τα χόρτα, και  δε τρώνε τις θρεπτικές ουσίες του εδάφους.

Οι αμπελουργοί  έπαιρναν εργάτες, για να σκάψουν τα κρασάμπελα, η λιάτικα για κρασί, και τα σουλτανιά, που  είχαν για τη σταφίδα.

Αργότερα, μετά το 1970  βγήκαν τα μηχανοκίνητα εργαλεία, τα σκαπτικά, και μετά τα τρακτέρ, και η εργασία του σκαφτιά καταργήθηκε.

Ήταν τότε που στα αμπέλια είχαμε και πολλές ποικιλίες σταφυλιών.

Είχαμε για επιτραπέζια, τους ταχτάδες,  τα σειρίκια τα ραζακιά, τα φτακήλια, και τα λέγανε έτσι, γιατί πέταγαν σταφύλια και καμπανούς, εφτά διαφορετικές περιόδους τον ίδιο χρόνο!

Για  κρασί, κόκκινο, εκτός το λιάτικο, είχαμε το κοτσιφάλι, και για λευκό το βιλάνα, το βιδιανό, το πλυτό και για άρωμα το μοσχάτο.

Φυσικά τα σουλτανιά για σταφίδα, αλλά παράλληλα και για λευκό κρασί.

Το λευκό κρασί από σουλτανιά σταφύλια, είχε πολλούς φανατικούς φίλους τότε αλλά και σήμερα!

Από την Ανοιξιάτικη περίοδο, και πριν τα φύλλα από τα αμπέλια σκάσουν καλά -καλά,  σαν ήταν στεγνό το χώμα, έπρεπε εγκαίρως ο αμπελουργός να έχει ήδη βρει τους σκαφτιάδες με τη φαρδιά τσάπα, το λεγόμενο σκαπέτι, και να σκάψουν τα αμπέλια του.

Ήταν μεγάλη η αγωνία του, να πετύχει τον σωστό καιρό, χωρίς υγρασία, και το έδαφος, να σκάβεται εύκολα.

Παράλληλα, από την άλλη μεριά,  να έχει βρει και καλούς εργάτες, έτοιμους την κατάλληλη περίοδο!

Το βαθύ σκάψιμο, «ένα γόνατο βάθος», λεγόταν κοίλισμα.

Μεγάλη η αγωνία του να βρει  «καλά καλούς» εργάτες!

Τον πιο καλό σκαφτιά τον έβαζε  ο αμπελουργός μπροστά – μπροστά,  στη πρώτη σειρά, το λεγόμενο  «καρίκι», και ακολουθούσαν οι άλλοι στα διπλανά καρίκια.

Αλίμονο, αν οι πίσω σκαφτιάδες, δεν συναγωνιζόταν τον πρώτο σκαφτά, και έμεναν πίσω!

Επειδή όμως ο πρώτος σκαφτιάς ήταν φιλότιμος, ικανός και εξειδικευμένος, επηρέαζε και τους άλλους, που θα έπρεπε θέλοντας και μη, να τον συναγωνίζονται, και να τον ακολουθούν αναγκαστικά!

Αν οι άλλοι σκαφτιάδες έμεναν αρκετά πίσω, το αφεντικό στο τέλος θα σκεφτόταν αν θα τους κράταγε ξανά στη δουλειά  και την επ’ αύριο!

Επειδή δε οι πονηροί, πάντα έσκαβαν με δόλιο τρόπο, χρησιμοποιούσαν δηλαδή   τις λεγόμενες  «σκεπασταριές», δηλ σκάβανε πέρα πόδε μια σκαπεθιά, και τραβούσαν χώμα στο άσκαφτο να  φαίνεται σαν σκαμμένο, το αφεντικό πάντα  έκανε τον απαραίτητο έλεγχο!

Με ένα σίδερο που κρατούσε, το κάρφωνε στο χώμα, και καταλάβαινε εύκολα την πονηριά, αν ήταν σκαμμένο η όχι!

Φυσικά ο πονηρός της παρέας την επ’ αύριο δεν είχε δουλειά!

Εκείνοι οι εργάτες που πήγαιναν στα σκαψίματα σε μακρινές περιοχές, όπως το Μαλεβύζι  κλπ, έμεναν σε κάποιους καταυλισμούς, η σε αποθήκες, και καμιά φορά έμεναν εκεί, έως και στο  λεγόμενο «δυσκάφισμα», σκάψιμο δηλαδή και  πάλι κατά τα τέλη της Άνοιξης, με αρχές Καλοκαιριού.

Και αυτό, γιατί με τα Ανοιξιάτικα νερά, είχαν ξαναβγεί νέα χόρτα, όπως το αμπελοκλάδι η περιπλοκάρι, αγριόβλητα κλπ..

Ένα αμπέλι με σκαμμένα όλα τα καρίκια, ήταν όμορφο στη θέα, ειδικά όταν ήταν και καλά βολοκοπημένο!

Ακόμα περισσότερο, όταν είχαν σκάσει και τα φύλλα!

Υπήρχαν αμπέλια ποτιστικά, για διπλάσια παραγωγή, αλλά τα περισσότερα ήταν άνυδρα.

 

Το αμπέλι, όλο το χρόνο φροντίδα

Το αμπέλι ήθελε τον αμπελουργό, όλο το χρόνο κοντά του.

Από τον Νοέμβρη άρχιζε το λεγόμενο «ξελάκισμα»,  δηλαδή γινόταν ένας μεγάλος λάκκος γύρω από κάθε κουρμούλα, όπου έμπαινε η κοπριά, έπινε νερό η κουρμούλα όλο το Χειμώνα.

Τον Γενάρη τα κλαδέματα, και τα πρώτα σκαψίματα.

Την Άνοιξη γινόταν το κανονικό σκάψιμο, και το αμπέλι δεχόταν τις ανοιξιάτικες βροχούλες, και σαν οι βλαστοί είχαν πια μεγαλώσει, γινόταν και το δυσκάφιμα μαζί με το κουτσουτρούλισμα., για να ξεραθούν όσα χόρτα είχαν φυτρώσει.

Έτσι είχαμε μια οικολογική καλλιέργεια, χωρίς λιπάσματα, χωρίς  ραντίσματα με φάρμακα, παρά μονάχα κοπριά, και ένα η δύο απυργιάσματα, (θειαφίσματα) το χρόνο, που γινόταν με ένα ειδικό εργαλείο την «απυργιάστρα», (θειαφιστηρι), η με ένα μακρύ ξύλο η καλάμι, δεμένο στην άκρη ένα πανί η πάνινο σακούλι γεμάτο θειάφι, και το τίναζαν πάνω στα φύλλα και στα σταφύλια.

Το θειάφισμα ήταν για τον περονόσπορο και τη πανούκλα και τη χολέρα.

Ατή είναι η δουλειά του αμπελουργού!

“Ψεκάζει το, απυργιάζει το, μικρόβια μην πιάσει, γιατί  αλλιώς ο δύστυχος  τον κόπο του θα χάσει!”

Τα δε σταφύλια ήταν εύρωστα και …πεντανόστιμα, για αυτό και το κρασί αντικατάστατο!

«Νόστιμο και υγιεινό  πολύ ’ναι το σταφύλι,  γι’ αυτό  θα  κάμει το κρασί, να πιούν εχθροί και φίλοι.!»

Όπως λέει ο ποιητής!

Και έτσι, όταν τα φύλλα τρυφερά ακόμα, γινόταν οι ντολμάδες, και  έμπαινα και στην κατσαρόλα, μάλιστα , με μια στρώση χοχλιούς στη μέση!

Τα χρήματα που έβγαζε ο σκαφτιάς, μπορούσαν να ζήσουν την οικογένεια του για κάποιους μήνες, ξαναπήγαινε όμως και σαν εργάτης και στα σταφύλια.

Έμενε και πάλι εκεί, καμιά φορά μέχρι να μαζευτεί η σταφίδα, η μέχρι να βγει και το κρασί.

Το ίδιο εξαίρετο ήταν τότε και το κρασί, που έβγαινε από τα λιάτικα αμπέλια.

Εκείνα τα χρόνια, για το μέτρημα είχαν τις δικές τους μεθόδους!

Έτσι, όπως για τη σπορά είχαν για μέτρημα τη λεγόμενη «μουζουριά», και λέγανε ας πούμε, πως ο τάδε έσπειρε τρείς μουζουριές κριθάρι, εννοούσαν πως έσπερναν έκταση, όσο να τελειώσουν τα τρία δοχεία (μουζούρια), που το κάθε μουζούρι χώραγε 12 οκάδες κριθάρι.

Τα αμπέλια πάλι, παλιά δεν τα μέτραγαν  ούτε με στρέμματα, ούτε και με καρίκια, αλλά ούτε και με τις κουρμούλες!

Τα μέτραγαν με τους «εργάτες»!

Έλεγε  για παράδειγμα ο αμπελουργός, «έχω 20 εργατών αμπέλι», εννοούσε, πως αν ένας εργάτης έσκαβε δύο καρίκια (σειρές), είχε 40 σειρές αμπέλι!

Πάλι οι έμπειροι εκτημητές, γνώριζαν και το «20 εργατών αμπέλι» και πόσο κρασί θα βγάλει !

 

Τα προσόντα του σκαφτιά

Μπορεί ο σκαφτιάς που αναλάμβανε να σκάψει το αμπέλι να ήταν αγράμματος, αλλά αυτό που απαιτούσε το επάγγελμά του, ήταν σωματική ευρωστία, τεχνική και προ πάντων φιλότιμο!

Τα αφεντικά δεν ήταν όλα ίδια, έτσι πολλές φορές και η απόδοση των εργατών ήταν… ανάλογη!

Κάποια αφεντικά περιποιούνταν ιδιαίτερα τους εργάτες, για να μπορούν  και εκείνοι να αποδίδουν, και το βράδυ είχαν καλό φαγητό, και καλό κρασάκι.

Την ικανοποίησή του ο εργάτης, την έδειχνε κι αυτός την επ’ αύριο στο σκάψιμο.

Από το τραπέζι, δεν έλειπαν  και οι χοχλοί οι μπουμπουριστοί,  τα καβρούλια στα κάρβουνα, σαν ειδικός μεζές, ακόμα και χέλια, που τα ποτάμια τότε ήταν γεμάτα από αυτά!

Όπου  υπήρχε κακοπέραση  από τα αφεντικά, οι εργάτες δεν ξαναπήγαιναν!

Σχετικά με τα αμπελοσκάματα, κυκλοφορεί ακόμα και μέχρι τις μέρες μας, και ένα ανέκδοτο!

Ένα αφεντικό λέει,  μάζεψε από βραδύς όλους τους εργάτες  του, για να κανονίσουν την επ’ αύριο, να του σκάψουν το αμπέλι.

Το πρωί όμως, έδινε κρυφά από  ένα αυγό στον κάθε ένα, έτσι για να του κεντρίσει το φιλότιμο, χωρίς να πάρουν οι άλλοι χαμπάρι!

Σκάβανε έτσι όλοι φιλότιμα!

Κατά το μεσημέρι που άρχιζαν να κουράζονται, τότε φώναζε δυνατά το αφεντικό να τον ακούνε όλοι…

– Έλα εσύ  απού ‘ φαες τ’αυγο!! Σκάβε εσύ απού ‘φαες τα’ αυγό!

Τότε πράγματι όλοι, σκάβανε πιο δυνατά, αφού  όλοι είχαν φάει από ένα αυγό!!

Και ο γράφων έχει κάποιες εμπειρίες από τα αμπελοσκάματα.

Θυμάμαι  δηλαδή, ακόμα τον μακαρίτη  τον  πατέρα μου,  που έκανε κι αυτός μεροκάματα στα αμπελοσκάματα στα αμπέλια του κάμπου της Μεσαράς, και εγώ  τότε ήμουν  μαθητής γυμνασίου, και μου έλεγε:

-Κοίτα κακομοίρη μου να διαβάζεις, γιατί αλλιώς θα καταντήσεις σκαφτιάς σαν και μένα!

Εγώ φυσικά με όσα ζόρια έβλεπα να τραβά ένας σκαφτιάς, και άμα ακόμα δεν τα «έπαιρνα τα γράμματα», σκαφτιάς δεν επρόκειτο να γίνω, γιατί δεν το κατείχα το «άθλημα»!

Άθλημα τόσο σκληρό, που δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του στις  ημέρες μας!

Κείμενο:  Γεώργιος Χουστουλάκης