Μέρος Γ’ – Σε περασμένα κεφάλαια (μέρος Α’, μέρος Β’) είχαμε μιλήσει για το λινάρι και την τελική επεξεργασία του, μέχρι την λεύκανση, και ήμαστε πλέον έτοιμοι το λινάρι αυτό να το μετατρέψουμε αρχικά σε κλωστή, και έπειτα σε  ύφασμα αφού  μπει στον αργαλειό


Το θέμα μας ξεκίνησε  με αφορμή ένα παλιό παραμύθι , που έλεγε για «το πουκαμισάκι που φύτρωσε»,  και έτσι ξεκινήσαμε την όλη ιστορία του λιναριού, και είπαμε για τη σπορά, την επεξεργασία του, και μένει πλέον η επεξεργασία της κλωστής, μέχρι την ύφανση !

«Τα πάθη του λιναριού», θα συνεχιστούν και στο σημερινό κεφάλαιο, γιατί  και πάλι θα χρειαστεί να περάσει το κατεργασμένο πλέον λινάρι, από ένα σωρό διαδικασίες, και θα χρειαστούν, πλην της τεχνικής, και ειδικά εργαλεία!

Τα περισσότερα εργαλεία είναι λαϊκής έμπνευσης, και  κάποια, φαινομενικά, ενώ κάνουν την ίδια δουλειά, έχουν μικρές αποκλίσεις μεταξύ τους. Παρακάτω θα παραθέσουμε τις εργασίες  αυτές, αλλά και  τα  ειδικά εργαλεία  με τη σειρά που θα χρησιμοποιηθούν, μέχρι το λινάρι σκέτο ή ανάμεικτο με  μετάξι ή μαλλί, να πάρει τη μορφή κλωστής, και η κλωστή μετά να πάει στον αργαλειό για ύφανση!

Tο γνέσιμο

Κύριο στάδιο της υφαντικής προεργασίας, είναι το γνέσιμο.
Το γνέσιμο ήταν μια δουλειά που απαιτούσε υπομονή εμπειρία και φυσικά χρόνο διαθέσιμο, προκειμένου να παραχθεί λεπτό ή χονδρό νήμα, ανάλογα τη περίπτωση .
Επειδή οι νέες δεν είχαν την εμπειρία αυτή, πιο συνηθισμένο ήταν να βλέπει κάποιος ηλικιωμένες κυρίως γυναίκες  στη γειτονιά ή στο σπίτι τους, ακόμα και στα χωράφια να γνέθουν!
Έπαιρναν τις τούφες  το  λαναρισμένο μαλλί, ή κούκλες λιναριού,  που ήταν στη ρόκα  (ηλακάτη) στο επάνω μέρος της, με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού, και με ειδική τεχνική των δαχτύλων, ξεχώριζαν μια ποσότητα.
Άφηναν στη συνέχεια η ποσότητα αυτή να πάρει κάποιο μήκος, και στη συνέχεια την έστριβαν με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού για να γίνει κλωστή.
Οι  γνέστρες στερέωναν τη ρόκα στη ζώνη της φουστάνας τους, ή κάτω από τη μασχάλη τους.  Αν το νήμα το ήθελαν χονδρό, έπιαναν περισσότερο μαλλί, αν το ήθελαν λεπτό, έπιαναν λιγότερο.
Το αποτέλεσμα έδειχνε κατά πόσο είναι έμπειρη μια κλώστρια,  αν είχε τη δυνατότητα να παράγει λεπτοκαμωμένη, καλοστριμμένη και ομοιόμορφη κλωστή.

 

Η ρόκα

Η ρόκα ήταν το εργαλείο  ένα μέτρο περίπου ύψος,  που βοήθαγε να στερεώνουν πάνω της είτε το μαλλί είτε το κατεργασμένο λινάρι, σκέτο ή ανάμεικτο.
Η ρόκα ήταν  αρχικά ξύλινη,  και  τελευταία μονάχα είχε γίνει μεταλλική.  Είχε στην κορυφή  δύο ή τρία παρακλάδια όπου κράταγαν τη τούφα.
Oι ροκάδες της εποχής, ήταν εκείνοι που έφτιαχναν και τις  μαγκούρες  για γέρους, έφτιαχναν επίσης και ζεύλες.
Για τη ρόκα ο λαός έχει βγάλει και διάφορες φράσεις:
«Άσε κυρά τη ρόκα σου, και πχιάσε τη δική μου», ή «Κάνε τη ρόκα σου!», που είχε την έννοια:«Κοίτα και τη δική μου περίπτωση» ή «μην ανακατεύεσαι»!

Αδράχτι

Μόλις  κάποιο μήκος ήδη είχε γίνει κλωστή με το στρίψιμο, την γάντζωναν μετά, στο  μικρό γαντζάκι,  που έχει στο επάνω του μέρος, ένα ειδικό εργαλείο που λέγεται αδράχτι, ή αρδάχτι, το οποίο είναι μια λεπτή ξύλινη κατασκευή, περίπου 20  με 25 εκατοστά όμοιο με λαμπαδάκι..
Στο πάνω  και στο κάτω μέρος το αδράχτι είναι λεπτότερο, όσο περίπου ένα στυλό μπίκ.
Στο πάνω μέρος   το αδράχτι έχει ένα μεταλλικό  γάντζο που σκαλώνει η κλωστή, και στο κάτω – κάτω  μέρος έχει  σφηνωμένο το σφεντίλι, το οποίο βοηθάει στη ροπή, ώστε  να περιστρέφεται ευκολότερα το αδράχτι. Το αδράχτι μοιάζει με κερί που κρέμεται από τη κλωστή.
Όταν γέμιζε το αδράχτι, το άδειαζαν και το ξαναγέμιζαν.

 

Το σφεντίλι

Το σφεντίλι ήταν  συνήθως  ξύλινο, αλλά παλαιότερα ήταν και πήλινο η ακόμα και πέτρινο. Μπορούσε να είναι ειδικά σκαλιστό ξύλο, αλλά μπορούσε να είναι και το μισό του καρολιού (κουβαρίστρας), αφού είχε την επιθυμητή  μορφή. Είχε κωνικό σχήμα με διάμετρο  4 με 5 εκατοστά, το σφεντίλι με μια τρύπα στο κέντρο, και δημιουργούσε την κατάλληλη ροπή, για την περιστροφή του αδραχτιού, με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού.
Στη φύση υπάρχει και το φυτό «σφεντυλιά», που πρέπει να πούμε, πως οι ρίζες του όλες μοιάζουν σαν μικρά αδραχτάκια, που ο λαός χάριν απλότητας τα λέει «σφεντύλια»!

 

Τυλιγάδι

Από το αδράχτι, η κλωστή πέρναγε στο τυλιγάδι. Ήταν κι αυτό ξύλινη  χειροποίητη απλή κατασκευή σε σχήμα  πλάγιου «Π»,  περίπου ήταν ένα ξύλο μια πήχη περίπου μήκος, ή  80 εκατοστά  και 3,5 χιλιοστά  πάχος του ξύλου, τα δύο πλαϊνά ήταν 35 εκατοστά, και πελεκημένα σε πλακέ σχήμα, και ήταν κάπως μυτερά στην άκρη..
Εκεί  τύλιγαν τη κλωστή να είναι μονοκόμματη και σε μεγάλο μήκος. Αν δεν είχαν τηλιγάδι, τη δουλειά αυτή τη κάνανε με τα χέρια τους, χρησιμοποιώντας τη διχάλα που σχηματίζει ο αντίχειρας και ο δείκτης με τον αγκώνα. Έτσι η κλωστή γινόταν μια κουλούρα, λεγόμενη και «ντουράς» ή «τσιλές» .
Ενίοτε ρόλο τυλιγαδιού έπαιζε και το πάνω μέρος μιας καρέκλας, αλλά όταν γινόταν αυτό, έβαζαν και ένα παιδί α ξεμπερδεύει την κλωστή!
Το τυλιγάδι έπρεπε να είναι ελαφρύ, και για αυτό  γινόταν από καλάμι η ξύλο σφάκας (πικροδάφνης).
Με το αριστερό χέρι κρατούσαν το αδράχτι, και με το δεξί τύλιγαν την κλωστή πάνω στο τυλιγάδι, περιστρέφοντάς το.
Σπάνια έφτιαχναν τυλιγάδια από καλάμι, παρά μονάχα για πιο πρόχειρη λύση, γιατί δεν ήταν αντοχής στο χρόνο. Συνήθως τα έφτιαχναν από  ξερό  ξύλο σφάκας.
Τυλιγάδι χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες που δεν είχαν τη δυνατότητα να έχουν ανέμη

 

Ανέμη

Η  απλή ανέμη ήταν μια ξύλινη κατασκευή όρθια με τέσσερεις πλευρές, στερεωμένες σε κεντρικό άξονα, που περιστρεφόταν σαν μηχανή με το χέρι, και  η ίδια είχε την ιδιότητα να τυλίγει ή να ξετυλίγει την κλωστή, ανάλογα τη περίσταση.
Άλλοτε έπαιρνε τη κλωστή από το τυλιγάδι, άλλοτε απ’ ευθείας από το αδράχτι, ανάλογα  τη δυνατότητα της υφάντριας. Σκοπός είναι να δημιουργηθεί  και εδώ, ο λεγόμενος  ντουράς ή τσιλές .
Άλλοτε  πάλι, τοποθετούσαν τον  ντουρά στην ανέμη, και  από εκεί η κλώστρια  ξετύλιγε την κλωστή που προορίζεται για  σαίτα για υφάδι, ή για στιμόνι  για μπομπίνα ή για καλάμι κλπ.
Εκτός από την απλή μορφή ανέμης, υπήρχε και η  ανέμη τετράπλευρη ή εξάπλευρη κατασκευή ανέμης, που ήταν πιο ανοιχτή στο κάτω μέρος για να συγκρατιέται η κλωστή,
Η ανέμη αυτή  στηριζόταν από τον κεντρικό άξονα σε μια ξύλινη βάση, που στο κέντρο είχε τρύπα, και περιστρεφόταν με το χέρι.
Το ρόλο της ανέμης στη περίπτωση που δεν υπήρχε, έπαιζε παρόμοιο ρόλο και η καρέκλα ή τα χέρια κάποιου, όπως αναφέραμε και παραπάνω .
Για την ανέμη, ο λαός την έχει συνδυάσει με το ξεκίνημα του παραμυθιού, που πάντα ο εκάστοτε παραμυθάς άρχιζε με τη φράση:
«Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει, παραμύθι να αρχινίσει»

Ανεμίδι

Από το τυλιγάδι πήγαινε  η κλωστή  στο  ανεμίδι, για να μαζευτεί  κι εκεί μια μεγάλη ποσότητα μονοκόμματης κλωστής, και να γίνει η κούκλα ή το μποκάρι  (ντουράς).
Το ανεμίδι  είναι ένα εργαλείο της κλώστριας και κυρίως της υφάντρας, γιατί ενώ έκανε δηλαδή περίπου την απλή ανέμη, ωστόσο  ήταν για πιο επαγγελματική χρίση..
Εξελιγμένες μορφές ανέμης, ήταν και εκείνη με την ξύλινη ρόδα που τύλιγε τη κλωστή  από το μασούρι, και αργότερα  η ρόδα έγινε μεταλλική με μανιβέλα, από ρόδα ποδηλάτου. Στην ουσία όλα αυτά έκαναν πιο οργανωμένα  την ίδια δουλειά της ανέμης. Η εξελιγμένη  αυτή ανέμη τύλιγε  πλέον τη κλωστή  συγχρόνως και στα μασούρια.

 

Τα μασούρια

Τα μασούρια, είτε χρησιμοποιούνται στο νήμα είτε στο στιμόνι, έχουν αποκλειστικά  την χρησιμότητα για τη δημιουργία υφάσματος. Η κλωστή έπρεπε να τυλιχτεί για περεταίρω επεξεργασία, σε ξύλινα μασούρια η καλάμια. Τα μασούρια είχαν τρύπα που πέρναγαν σε κάποιον άξονα για την περιστροφή τους.

 

Ο άδραχτος

Ο άδραχτος ήταν μια  σιδερένια βέργα με ένα σίδερο σαν ανάποδο ποτήρι, σαν  στήριγμα στο πάνω μέρος να συγκρατεί τα μασούρια, να μη φεύγουν. Ο άδραχτος έπαιρνε πολλά μασούρια, που μπορούσε η υφάντρια να πιάσει όλες τις άκρες και να τις ξετυλίξει.
Στηριζόταν στο κάτω μέρος  σε μια ειδική ξύλινη κατασκευή που είχε μια σχετική τρύπα, για να περιστρέφεται ο άδραχτος.

 

Το θρομύλι

Η ξύλινη ειδική αυτή  κατασκευή που στηρίζεται ο άδραχτος,  λέγεται θρομύλι.
Το θρομύλι είναι σαν σκαμνάκι ξύλινο, παρόμοιο με καβαλέτο, με ένα οριζόντιο δοκάρι οριζόντιο,  που στο πλάι είχε μια τρύπα.  Υπήρχε θρομύλι σε απλύ μορφή που πατούσε στο έδαφος, αλλά δεν είχε σχετική ευστάθεια. Για να είναι σταθερό το θρομύλι, έπρεπε  να είναι μεγάλη κατασκευή, και  επάνω εκεί  στο κέντρο, να κάθεται η γυναίκα που εκτελεί την εργασία αυτή. Στην άκρη εκεί ήταν τοποθετημένο το θρομύλι.
Με το αριστερό κρατεί την κλωστεί και τη τραβά από την ανέμη, και με το δεξί γυρίζει τον άδραχτο για να την  τυλίξει στα μασούρια, μέχρι να γεμίσουν όλα!
Η  λέξη θρομύλι είναι αρχαία Ελληνική , πιθανώς από το «θρό» και «μύλιον», που σημαίνει περιστρέφω τον μύλο.

 

Η μασουρίστρα

Τελική  «μηχανή» για να τυλιχτή η κλωστή στα μασούρια, αλλά με πιο «επαγγελματική» χρίση,  ήταν η μασουρίστρα.
Αρχικά ήταν σαν σούβλα, και περιελάμβανε δύο ή τρία μασούρια.  Αργότερα έγινε και αυτή «μηχανή» με μανιβέλα, και μάλιστα η μηχανή αυτή ήταν σπουδαίο εργαλείο της υφάντριας! Η μασουρίστρα έχει τη δυνατότητα να παίρνει τη κλωστή από την ανέμη, και να τη τυλίγει στα μασούρια.  Η  κίνηση γινόταν με τη βοήθεια μιας μανιβέλας, έτσι  η κλωστή πέρναγε   αυτόματα στα μασούρια ή καλάμια ή καλαμίδες . Πρέπει να πούμε εδώ, ότι τα μεγάλα καλάμια ή  καλαμίδες θα χρησιμοποιηθούν  στη διάστρα, για να αποτελέσουν το στιμόνι του αργαλειού που τυλίγεται στο πίσω αντί, τα δε μικρά  μασούρια, θα μπουν στη σαίτα, και το νήμα τους γίνεται υφάδι. Τα μασούρια θα μπουν στη σαϊτα, για να  γίνει και το τελικό ύφασμα.

 

Το διάσιμο – Μια δύσκολη δουλειά

Μια πολύ σπουδαία εργασία της όλης διεργασίας,  ήταν και η διαδικασία  για το «διάσιμο της κλωστής».
Όταν πια την κλωστή έχει πάει στα μικρά μασούρια για την ύφανση του αργαλειού, θα πάει και στα μεγάλα μασούρια ή καλάμια ή καλαμίδες ,  και η κλωστή αυτή θα χρησιμοποιηθεί για τη βάση του υφάσματος, για αυτό θα πάει στο πίσω αντί.
Για να γίνει όμως αυτό,  θα περάσει στο επόμενο στάδιο που λέγεται «διάσιμο».
Το διάσημο ήταν μια ειδική  διεργασία, πού δεν μπορούσε να την κάνει η οποιαδήποτε νοικοκυρά!
Σε κάθε χωριό  ήταν μια δύο η το πολύ τρείς γυναίκες  που μπορούσαν «να διαστούν» σωστά τη κλωστή!
Η γυναίκα που επρόκειτο να διαστεί,  ή «διάστρα» όπως την έλεγαν, έπρεπε να βρει κατ’ αρχάς ένα μακρύ τοίχο για να δουλέψει, και αυτό γινόταν συνήθως στις  πίσω πλάτες των σπιτιών.
Επειδή η κλωστή θα χρησιμοποιηθεί στον αργαλειό, οι κλωστές  όλες του αντί θα έπρεπε να έχουν συγκεκριμένο μήκος, αλλά να είναι και μαζί  πολλές κλωστές .
Παράλληλα έβαζαν χωρίσματα σε συγκεκριμένες αποστάσεις ανάλογα τις απαιτήσεις στην ύφανση. Για να γίνει αυτή η διεργασία, συνήθως πήγαιναν στους πίσω τοίχους των σπιτιών, δύο η τρείς γυναίκες μαζί,  κάρφωναν  στηρίγματα στον τοίχο σε συγκεκριμένη απόσταση.
Ανάλογα  τώρα το πόσα μέτρα κλωστής  χρειαζόταν, αν ας πούμε ήθελαν 50 μέτρα, έβαζαν τα στηρίγματα σε απόσταση δέκα μέτρων, και το πέρναγαν  πέρα δώθε  πέντε φορές. Είχαμε  δύο ειδών διάσιμου. Το διάσιμο στον τοίχο, αλλά με τον καιρό βγήκε και το διάσιμο της μηχανής.

 

Η καραντάλα

Για την επεξεργασία  στο διάσιμο, απαραίτητη ήταν η «καραντάλα».
Η καραντάλα, ήταν ένα μακρύ καλάμι στερεωμένο με πέτρες σε κάποια θυρίδα του σπιτιού.  Από το καλάμι αυτό κρεμόταν  σπάγκοι με βαρίδια για να είναι σταθερά, και εκεί πέρναγαν τα μασούρια, τις καλαμίδες δηλαδή

 

Η αλιγαδούρα

Και η αλιγαδούρα ήταν  κι αυτή εργασία του διάσιμου. Αυτή είχε 20 έως 50 μασούρια όπου τράβαγαν μαζεμένες τις κλωστές για να πάρουν τα μέτρα του διαστήματος.

 

Η κλωστή έτοιμη για τον αργαλειό

Με τη βοήθεια λοιπόν και του αργαλειού, το λινάρι  (ή το μαλλί) θα μετατραπεί επιτέλους σε ύφασμα. Το ύφασμα πλέον θα  αναλάβει η νοικοκυρά ή η μοδίστρα για να φτιάξει το  ρούχο ή ένδυμα, που στη περίπτωσή μας ήταν ένα παραμυθένιο  πουκαμισάκι κάποιου  παιδιού, που η μάνα του δικαίως του είπε πως  θα «φυτρώσει» στη γη!

Το «πουκαμισάκι»  πάντως  του παιδιού  όπως είχαμε πει στο πρώτο θέμα μας, επιτέλους είναι έτοιμο!
Το «φτιάξαμε»   βήμα προς βήμα, είδαμε όλη τη διαδικασία  από τη σπορά μέχρι τη κατεργασία του λιναριού και συνέχεια τη διαδικασία της κλωστής, έως την ύφανση.
Θα μπορούσαμε να πούμε  και «μεγειά» στο παιδί αυτό, που  φόρεσε επιτέλους το λινό του πουκαμισάκι, και μια μέρα θα μάθει  και θα καταλάβει από πόσα στάδια πέρασε η κλωστή και όλα «τα πάθη του λιναριού»!

(Χρήσιμες πληροφορίες για το θέμα, μας έδωσε ο 95χρονος  κ. Μύρωνας Μαραγκάκης, συνταξιούχος  από Γαλιά, όπου και τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα, και ευχόμαστε να ζήσει πολλά – πολλά ακόμα χρόνια και να μας μεταδίδει τις πολύτιμες γνώσεις του

Eπίσης,  αρκετές πληροφορίες για την διαδικασία ύφανσης μας έδωσε η αδερφή Ονουφρία από τη μονή  Καλυβιανής , που  την ευχαριστούμε ιδιαίτερα για τη βοήθεια στο δύσκολο θέμα της επεξεργασίας της κλωστής, και της ευχόμαστε  υγεία και μακροζωία).

Κείμενο – επεξεργασία:  Γεώργιος Χουστουλάκης