Βοσκός μα και τυροκόμος συνάμα..!!

0

Ελόγιασεντο για τα καλά ο Μανούσακας, να αρχινήξει να φχιάνει αμοναχός του οφέτος, το γάλα των προβάτων ντου, μιας και το περυσινό γάλα πού κουβαλούσενε του χωργιανού ντου τυροκόμο, δεν το πλερώθηκε ακόμη


Μπορεί κι’ ο τυροκόμος να ‘χενε κάπχοιο δίκιο, απού δεν είχενε πουλημένα τα τυργιά τση περσινής χρονιάς, με αποτέλεσμα να του πομείνουνε απλέρωτα τα γάλατα των ανθρώπω.

Μα είντα τονέ νοιάζει το Μανούσακα!! Τα λεφτά ντου λέει θέλει να πάρει και πράμα άλλο!!

Ήδωκε ντου σα δε μπιτίζει τελικά ο τυροκόμος μιαν επιταγή, για τσι οχτωμβριάδες, αλλά δυστυχώς δεν επλερώθηκε μηδέ ‘κεινά στα ξέτελα!!

Το ντελόγο του τηνέ γιάγυρε όμως ο Μανούσακας.

Αλλά ο τυροκόμος εσκέφτηκε ακόμη άλλη μια κατσουκανιά να του τη κάνει!!

Του βρήκενε μια ν-άλλη εναλαχτική λύση, όσον αφορά τη πλερωμή.

Τού ‘πενε να του δώσει λέει το ανάλογο τυρί, για να το πουλήσει ο ίδιος, από παέ και από ‘κέ, για να ξεχρώσουνε!!

– Μα είντα λογάται, τονε εγροίκας ολημερνίς τση μέρας και κοπανιζότανε, ο Μανούσακας!!

Εγώ θα βοσκεύγω στ’ αόρι ολοχρονίς του χρόνου και θα με τρώνε οι μπόρες και οι κρυγιώτες, να αρμέγω αργά ταχιά, να κουβαλώ ζεστό ζεστό το γάλα, και αυτός αντί να με πλερώνει, να μου λέει, έλα ανέ θες να πάρεις μια ολιά τυρί και να πχιάσεις αράδα τα χωργιά, να το πουλήσεις, μπας και ξεχρώσουμε.

Μα ειντά ‘ναι τούτανα τα πράματα!!

Εγώ θα φχιάνω οφέτος ολομόναχος μου το γάλα και τσα δεν θα ν’ έχω και κιανενούς την ανάγκη!!

Άντε όμως ο κακομοίτσης απού δεν είχενε και τα απαιτούμενα τσιμπράγαλα, για να ξεκινήσει το τυροκομιό!!

Ένα ακόμα παραπάνω απού δεν είχενε, ένα και το κυριότερο. Το καζάνι!!

Ενώ για να αγοράσει καζάνι, δεν υπήρχενε περίπτωση, αφού πανί με πανί ήτονε η τσέπη ντου!! Δεν είχενε φράγκο στην άκρα!!

Μια τζιμνιάς όμως εβγήκενε από το αδιέξοδο, απ’ ότι φάνηκε!!

Εσκέφτηκε να πάει να ζητήξει το καζάνι του γειτόνου ντου, μιας και τα φχιασίματα αυτός τα ‘χενε μπαντονιαρισμένα, από ντα νο πέρυσι.

Τα ‘χενε μπαντονιαρισμένα, από το καιρό που του κλέψανε τα οζά και πόδε.

Δεν εξανά νέμιασε να ‘γοράσει άλλα οζά, και φυσικά εσταμάτησε και τα φχιασήματα!!

Εσκώθηκε λοιπόν, κατσά κατσά και πήγε και τον ήβρικε και τού ‘σκασε το »παραμύθι».

– Νόμου γείτονα το καζάνι σου, μιας και του λόγου σου, δεν το χρειάζεσαι οφέτος.

Εσκέφτηκα ν’ αρχινήξω να τυροκομώ, και μος και ποκάμει η χρονιά θα σου το ξαναγιαγύρω πάλι.

Ο γείτονας του, καλοκάγαθος που ήτανε, δεν του ‘φερε κια
μιάν αντίρρηση.

Επήρενε το λοιπόν ο γείτονας βοσκός το καζάνι, ενώ στη συνέχεια ανεμάζωξε από πέρα κι’ από πόδε και τα υπόλοιπα τσιμπράγαλα απού του χρειαζούντανε, για τη τυροκομική.

Επέρασε όμως ούλη η τυροκομική χρονιά, καθώς επέρασε και κάμποσος καιρός ακόμα, και ο γείτονας βοσκός δεν ενέμνιαζε να ξαναγιαγύρει το καζάνι, του γειτόνου ντου.

Μια ν-ημέρα όμως ο γείτονας του αποφάσισε, να κάμει το σπολάιτι του γειτόνου βοσκού, επειδή δεν του γιάγερνε το καζάνι.

Αυτός όμως, πονηρός απού ήτονε, σφίγγει το ντελόγο και πάει από ένα παλιατζίδικο κι’ αγοράζει ένα πολύ μικιό μικιό καζανάκι και πάει και το βάνει μέσα στο μεγάλο καζάνι!!

Παίρνει μετά το μεγάλο καζάνι, απού μέσα είχενε το μικιό, και τα πάει και τα δυο, του γειτόνου ντου.

– Πάρε γείτονα μου το καζάνι σου οπίσω και σε φχαριστώ πολύ, μα πάρα πολύ για την εξυπηρέτηση!!

Παίρνει ο γείτονας το καζάνι οπίσω, μα μόλις είδενε το μικιό καζανάκι, μέσα στο μεγάλο καζάνι, εξιπάστηκε!!

– Μα ειντά ‘ναι γείτονα ετούτονε το καζανάκι, απού θορώ επαδά μέσα στο μεγάλο καζάνι;;

– Ετόσονα καιρό απού ‘τανε στο σπίτι μου γείτονα το καζάνι σου, εγέννησε και ήκαμε ετούτονα το καζανάκι απού θορείς!!

Είναι δικό σου, γείτονα μου και αυτό!! Αφού το καζάνι σου το γέννησε. Πάρε το λοιπόν!!

– Α ωραία γείτονα!! Να ‘σαι καλά!! Να ‘σαι καλά!! Σ’ ευχαριστώ πολύ!!

Αυτός γεμάτος χαρά, απού το καζάνι ντου εγέννησε και ήκαμε το καζανάκι, τα παίρνει και τα δυο μαζί και πάει στην αποθήκη ντου και τα στερεύγει.

Το γύρισμαμα του χρόνου, ο γείτονας βοσκός, μιας και τα τυργιά ντου τα είχενε ξεπουλημένα ούλα στη Χώρα, εσκέφτηκε να ξανατυροκομήσει ο ίδιος κι’ οφέτος το γάλα των προβάτων ντου.

Για το λόγο ετουτονά επήγενε και ξαναζήτιξε του γειτόνου ντου και πάλι το καζάνι.

– Νόμου γείτονα μου και οφέτος το καζάνι σου να ξανατυροκομήσω και ο θεός να κόβει εμένα μέρες και να γράφει εσένα χρόνους!!

Ο Θεός να σ’ έχει καλά!! Η Παναγιά κι’ ο Χριστός να βλέπουνε τα κοπέλια σου!!

Ο γείτονας πασίχαρος του τό ‘δωκε, αφού ήτονε ευχαριστημένος από ντα νο πέρυσι, μιας και μαζί με το καζάνι και τα γεννητούργια που είχενε καουμένα, του ‘χενε φερμένα!!

– Πάρε το γείτονα μου, πάρε το!! Μα εγώ μηδέ οφέτος δεν πρόκεται να τυροκομήσω!!

Το παίρνει ο γείτονας βοσκός και ξεκίνησε πάλι να φχιάνει το γάλα των προβάτων ντου.

Στο τέλος όμως τση χρονιάς, δεν το εξαναγιάγυρε πάλι το καζάνι οπίσω του γειτόνου ντου, όπως ακριβώς το είχενε καουμένο και τη παρά πρότερη χρονιά!!

Ο γείτονας του όμως του το ξαναζήτηξε, για άλλη μια ακόμα φορά.

– Μα πότες μπρε γείτονα θα μου φέρεις οπίσω το καζάνι, απού σου ‘χω δοσμένο;;.

– Πχιο καζάνι;; Του αποκρίνεται αυτός.

– Να το καζάνι απού σου ‘δωκα, για να φχιάνεις το γάλα τω προβάτων σου!!

– Α…. εκείνονα….. α…. αυτό……αυτό εψόφησε γείτονα μου,……. εψόφησε!!!

– Μα είντα λογάται μρε γείτονα απού ψόφησε το καζάνι!!

Μα ειντά ναι ετούτανα τα πράματα απού μου λες σήμερο!!

Μα εξανακούστηκε μρε γείτονα να ψοφά ένα καζάνι;;….. Εξανακούστηκε;;

Με τόση να ευκολία μπορεί ένα καζάνι να ψοφήσει;;

Μα δε το πιστεύγω!! Δε το πιστεύγω!!

– Ναι μπρε γείτονα, εψόφησε!!

Θυμάσαι πέρσι, με είντα ευκολία επίστεψες πως εγέννησε το καζάνι σου;;

Θυμάσαι το;; Καλά το θυμάσαι!!

Θυμάσαι πως επήρες οπίσω και το μεγάλο καζάνι και το μικιό καζανάκι;;

Εδά δε μπορείς να πιστέψεις πως με την ίδια ευκολία μπορεί να ψόφησε κιόλας;;

Μα γιάντα μπρε γείτονα!! Μα γιάντα!!

Το καζάνι σου γείτονα εψόφησε!! Κατάλαβες εψόφησε!!!!

Εδώ η παροιμία επαληθεύεται, σ’ όλο της το μεγαλείο:

» Όποιος γέρος έχει πράμα και το δώσει, θέλει μια με τη κοπάνα. Άστο γέρο ‘κειά το πράμα!!!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης