Με ένα ριζίτικο τραγούδι, οι λεβεντοκόρμοι μαχητές της Κρήτης, σκαρφαλωμένοι στις απάτητες βουνοκορφές, στα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς, τραγουδούσαν


“Ο Διγενής ψυχομαχεί, κι η γης το νε τρομάσει
κι’ η πλάκα τον ανατριχιά πως θα τον ε σκεπάσει,
γιατί από κειά που κοίτεται, λόγια αντριωμένου λέει,
Να ‘χε ν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια,
να πάτουν τα πατήματα να ‘πιανα τα κερκέλια,
ν’ ανέβαινα στον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω
να δώσω σείσμα τ ‘ουρανού και σείσμα του πελάγου…”

Αθάνατο έμεινε αυτό το τραγούδι, είναι ένας οίστρος των μαχητών που ηλέκτριζε τις ψυχές, και ατσάλωνε την περηφάνια τους, ώστε να μπορούν να πολεμούν αδίσταχτα τον εχθρό, και να αψηφούν τον θάνατο! Η Κρητική λαϊκή μούσα διάλεξε να πλέξει αυτούς τους στίχους στον ύμνο αυτό, και κάθε του λέξη να είναι και μια πύρινη φλόγα, λες και ξεπηδάει μέσα από ηφαίστειο! Με τους στίχους αυτούς του Δηγενή, οι Κρήτες κατάφεραν να σπάσουν τις αλυσίδες από τα δεσμά, και να σηκώσουν τροπαιοφόροι την ελληνική σημαία στο βωμό της μάχης! Ακόμα και όταν τέλειωσαν οι πόλεμοι, οι Κρήτες των ορεινών χωριών, συνέχιζαν να τραγουδούν στις παρέες, με υπερηφάνεια το τραγούδι αυτό, μόνο και μόνο σαν σύμβολο της Κρητικής παλικαριάς!

Η Κρητική αυτή παλικαριά, δημιούργησε θρύλους δια μέσου των αιώνων, έτσι δημιούργησε Σαραντάπηχους, και όσο σήκωνε τρόπαια, τόσο άναβε φλόγες ολοκαυτωμάτων, για να φωτίζουν τους λαούς στο δρόμο της ελευθερίας! O”Διγενής” λοιπόν ήταν ένας από τους θρύλους αυτούς, που συμβόλιζε δόξες, τιτανομαχίες, και τροπαιοφόρες νίκες, αδάμαστη αγωνιστική διάθεση για την ανθρώπινη ελευθερία.

Ο Διγενής, ονομάστηκε και “Ακρίτας” κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, γιατί ήταν ακοίμητος φρουρός των συνόρων. Φρουρούσε τα σύνορα του Βυζαντινού κράτους, και τα καθιστούσε απροσπέλαστα από τις βαρβαρικές ορδές.

Ο “Διγενής Ακρίτας” εν ολίγοις είναι η προσωποποίηση της Ελληνικής ψυχής, και της γενναιοψυχίας από τους βυζαντινούς χρόνους μέχρι σήμερα, και ενσωματώνει τους ημίθεους της Ελληνικής παλικαριάς, και τους ενθουσιώδης υπερασπιστές του ιδανικού της ελευθερίας. Είναι ένας δοξασμένος και τιμητικός τίτλος, που δικαίως ανήκε στους Τιτάνες της ελληνικής ευψυχίας που πάλεψαν μαζί με τη σκλαβιά και τον θάνατο για να περιφρουρήσουν την ελευθερία.

Έτσι λοιπόν, τα είδε η ελληνική ψυχή, και όλους τους ήρωες και μαχητές, τους ονόμασε “Ακρίτες”.

Του Διγενή η “σέλα”

Στην προσπάθεια του οι άνθρωποι της Κρήτης, να προσωποποιήσουν τον Διγενή, αλλά παράλληλα και να τον παραστήσουν σαν Τιτάνα, τον έπλασαν στη φαντασία τους, τεραστίων διαστάσεων!

Σε μια βουνοκορφή του Ψηλορείτη, που μοιάζει πράγματι με σέλα, της έδωσαν την ονομασία “Του Διγενή η σέλα”, γιατί πράγματι το βουνό, είχε την όψη σέλας αλόγου. Εκεί λοιπόν καθισμένος ο Διγενής λέει η παράδοση, έσκυβε και με τα γένια του έφραζε τον Γέρο ποταμό, που διασχίζει την πεδιάδα της Μεσαράς, και έπινε νερό!
“Σακί κουκιά κουκάλισε ώστο να ξημερώσει κι εννιά φουρνιές ψωμί φαε ώστο να δευτερώσει…¨” Ακούγαμε να λέει παλιά ο παππούς!

Υπάρχει ακόμα στο χωριό Βορίζα μια τεράστια μυλόπετρα, και υπάρχει και εκεί η δοξασία, ότι την έπιανε ο Διγενής, και την πέταγε από τη μια μεριά του Ψηλορείτη έως στην άλλη στα Αστερούσια όρη!

Με αυτές τις δοξασίες μεγαλώσαμε και εμείς, και για αυτό πάντα κάθε φορά που ατενίζουμε του Διγενή η σέλα, άθελα μας, και πες η δοξασία, αλλά και η ίδια η όψη της βουνοκορφής αυτής, γεμίζει η καρδιά μας πατριωτικά αισθήματα, αλλά και παράλληλα μια ικανοποίηση από μια οπτική καλλιτεχνική εικόνα, που για έναν ντόπιο Κρητικό δεν περνά απαρατήρητη.!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης