Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αναμνήσεις από την επιστράτευση του ´74 στη Γαλιά

Δημοσιεύτηκε

στις

Στις 20 Ιουλίου το 1974, όπως ξέρουμε με την εισβολή του Τούρκου στην Κύπρο ανάγκασε το καθεστώς του Ιωαννίδη, που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο, να εγκαταλείψει την εξουσία


Είχε τότε κηρυχτεί γενική επιστράτευση, και η συγκέντρωση επιστράτων σε διάφορα κέντρα ανά την Ελλάδα. Tο θέμα ακόμα θεωρείτε επίκαιρο αφού τέτοιες μέρες ήταν σε πλήρη εξέλιξη!

Κοντινά σημεία αντίστοιχων στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Μεσαρά τότε ήταν, στο Στρατόπεδο Μοιρών Ταγ/χη Νικολούδη Εμμ. στο Καστέλι στην Μητρόπολή, και στην Γαλιά.

Οι εφημερίδες όλες της εποχής, ανέφεραν τότε για την υπέρτατη φιλοξενία των Γαλιανών στους ανθρώπους της επιστράτευσης, οι οποίοι θεωρήθηκαν όλοι φιλοξενούμενοι του χωριού!

Αυτό φυσικά έγινε γιατί το χωριό είχε παράδοση του την φιλοξενία, την οποία οι κάτοικοι όλοι θεωρούσαν ιερό τους καθήκον. Εξ ‘άλλου σε κρίσιμες καταστάσεις, έβρισκε το χωριό όλο πάντα μονοιασμένο σε με κοινή γραμμή πλεύσης.

Εκείνο το καλοκαίρι, οι αγρότες είχαν προλάβει να κουβαλήσουν τα στάχια τους στις θημωνιές, πέρασε η αλωνιστική και τα αλώνεψε, μπήκε ο καρπός μέσα, αλλά τα άχυρα δεν πρόλαβαν να τα κάνουν όλα μπάλες με τα μπαλιαστικά μηχανήματα. Ξαφνικά το κρατικό ραδιόφωνο ανακοίνωνε την ξαφνική εισβολή του Τούρκου στην Κύπρο, και κήρυξη γενικής επιστράτευσης σε όλη τη χώρα!

Η Γαλιά δέχτηκε χιλιάδες επισκέπτες στρατευμένων ανδρών μέχρι 50 περίπου ετών, και από το χωριό φύγανε όλοι οι άνδρες σε διάφορα κέντρα επιστράτευσης, και έμειναν μονάχα οι γυναίκες τα παιδιά και οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι.

Ο χώρος που στρατοπέδευσαν στην Γαλιά, ήταν στο Πλατάνι, δηλαδή από το Εργοστάσιο και κάτω, το νέο Δημοτικό και δυτικά τον Άγιο Νεκτάριο έως το εργοστάσιο του Καργάκη. Το μέρος είχε τεράστιες φράγκικες ψηλές ελιές, και έμειναν αρχικά κάτω από τον ίσκιο τους. Χωρίστηκαν αμέσως σε λόχους όπου τους είχαν αναλάβει δημοκρατικοί αξιωματικοί, και κάθε αξιωματικός είχε αναλάβει από ένα λόχο. Οπλισμό παρελάμβανε άμεσα ο κάθε στρατευμένος, αμέσως με την άφιξη του. Το όπλο του ο κάθε ένας το κρεμούσε στην ελιά, και ήταν υπεύθυνος για την φύλαξη και την ασφάλεια του. Οι οπλοφόροι του χωριού, ΤΕΑΜ αγροφύλακες κλπ, είχαν αναλάβει την περιφρούρηση των στρατοπεδευσάντων με βάρδιες την νύχτα.

Ο ρόλος των Γαλιανών στην επιστράτευση

Στην Γαλιά υπήρχε ασύρματος που επέτρεπε την επικοινωνία με τα υπόλοιπα στρατόπεδα. Την ημέρα ο ασύρματος ήταν σε σπίτι δίπλα από του Ροδουσόσαββα, πίσω από ένα σπιτάκι (φώτο) , ιδιοκτησίας κάποιου Βοριζανού. Ήταν τοποθετημένος κατάχαμα στη γωνία πίσω ακριβώς από το σπιτάκι, με υπεύθυνους φαντάρους και αξιωματικούς για τον χειρισμό του σε βάρδιες. Την νύχτα ο ασύρματος μεταφερόταν στο οίκημα του Συλλόγου, σε ένα δωμάτιο.

Οι Γαλιανοί βοήθησαν άμεσα σε όλα τα προβλήματα των ερχομένων στο χωριό, από ρουχισμό, κουβέρτες, τρόφιμα ύπνο κλπ.

Πολλές γυναίκες είχαν συγκροτήσει οι ίδιες μικρές ομάδες, για συγκέντρωση κυρίως τροφίμων και ρουχισμού.

Η ομάδα της Ερήνης του Γιωργομανώλη

Μάζευε κουβέρτες και τρόφιμα και τα πήγαινε η Ερήνη με τον γάιδαρο τα σκολιό και τα μοίραζε.

Η ομάδα της Ρηνιώς του Ψαρογιώργη

Την βοηθούσαν οι άλλες γυναίκες και κάθε τόσο ζύμωναν από μια φουρνιά παξιμάδι και αφού γέμιζαν ένα σακί, το πήγαιναν στο σκολειό.

Η ομάδα της Φροσύνης Νικολακάκη

Εκείνη με την ομάδα της αλλά και τον άνδρα της, υποσχεθήκαν πως δεν θα άφηναν κανέναν να πεινάσει ποτέ

Έτσι συγκέντρωναν αυγά τυριά, ελιές, φρούτα και ότι άλλο μπορούσαν και τους τα πήγαιναν! Εξάλλου η Φροσύνη και ο άνδρας της Γιάννης Νικολακάκης, κοινώς Νικολακογιάννης, είχαμ και οι δυο εμπειρία και με την κατοχή, όπου μαζί με τον άνδρα της βοηθούσαν σε μόνιμη βάση τους αντάρτες.

Η ομάδα της Χήρας Αφροδίτης

Η Χηραφροδίτη μαζί με τον γιό της τον Γιάννη έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στην οργάνωση ομάδας και συγκέντρωσης τροφίμων. Κατάφερναν και γέμισαν σακιά με τρόφιμα, σε άλλα ψωμί παξιμαδένιο, σε άλλα τρόφιμα, και ο Γιάννης που είχε και αυτοκίνητο από τους ελάχιστους στο χωριό, τα φόρτωνε και τους τα πήγαινε.

Η ομάδα της οικογένειας Ελένης Ροδουσάκη

Η Ελένη Ροδουσάκη, ο πατέρας της και κάποια από τα παιδιά της, έκαναν ότι μπορούσαν! Μια και ήταν δίπλα της η ομάδα του ασυρμάτου, κάπου δέκα άτομα, ανελάμβανε να τους πηγαίνει κάθε πρωί το γάλα και τον καφέ τους, και το μεσημέρι τους έκανε φυσικά και φαγητό. Δεν φτάνει αυτό, ο πατέρας της άρμεγε τα πρόβατα και γέμιζε ένα τσιποκούρουπο γάλα, και εκείνη έκανε επίσης και καφέ σε άλλο κουρούπι για να τους τα πηγαίνει στο εργοστάσιο σε άλλους φαντάρους.

Εδώ σε αυτό το σημείο ο γιος της Ελένης Ροδουσάκη, ο Σάββας Ροδουσάκης θυμάται:

«Ήμουνα μικρός ετοτεσάς, τεσσάρων χρονώ, αλλά το θυμούμαι ακόμα σα και δα! Είχαμε ένα ψαρό γάιδαρο, και η μάνα μου για να μην είμαι μοναχός στο σπίτι, με έδενε με ένα σκοινί στη καπούλα του γαιδάρου για να μην πέσω στον δρόμο, και πηγαίναμε το γάλα και τον καφέ στα κουρούπια πότε ή στο Εργοστάσιο ή στο σκολειό, ή στο Μονόχωρο που είχε και εκεί φαντάρους και τα μοίραζε η μάνα μου. Αυτό γινόταν κάθε μέρα».

Στο σπίτι της Ελένης Ροδουσάκη επίσης είχαν φιλοξενηθεί πολλοί συγγενείς των ανθρώπων της επιστράτευσης. Η ταράτσα της οικίας Ροδουσάκη Σάββα, αλλά και σε πολλές άλλες ταράτσες στη Γαλιά είχαν φιλοξενηθεί άνθρωποι της επιστράτευσης ή συγγενείς αυτών είτε τα παιδιά τους, και φυσικά και τους έκαναν και τραπέζι.

Δεν μπορούμε να πάρουμε ένα – ένα τα σπίτια που πρόσφεραν φιλοξενία στον κόσμο που ήρθε, γιατί ξέρω ότι αυτό το έκανε σύσσωμο το χωριό! Τα ξέρω και από πρώτο χέρι και από το σπίτι του πατέρα μου Μιχάλη, που έκανε τρεις φορές μεγάλα τραπέζια, και την μια φορά έσφαξε ένα χοίρο για να κάνει τραπέζι σε τουλάχιστον 15 με 20 άτομα. Θυμάμαι την αυλή μας γεμάτη κόσμο και τις χαρούμενες φωνές και εκφράσεις των καλεσμένων, που το έριχναν μετά στο τραγούδι! Τόσος ήταν ο ενθουσιασμός τους , που αφού είχαν ευχαριστηθεί, που κάποιος νέος της παρέας είπε στον πατέρα μου:

Μιχάλη, εδώ στο χωριό σας μου αρέσει εμένα! Έχετε μερακλήδες και φιλόξενους ανθρώπους! Αν είχες καμιά κόρη της παντρειάς θα έμενα στο χωριό σας για πάντα!

Γέλια και χαρές υπήρχαν σε όλα τα σπίτια που πήγαιναν, γιατί αυτό γινόταν, πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι. Άλλες δυο φορές θυμάμαι ήταν λιγότεροι και τους έβρασε τη μια κοτόπουλα και την άλλη τους τηγάνισε δυο κουνελάκια. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε και αργότερα που οργανώθηκαν μαγειρεία με συσσίτια , και τους δόθηκαν και σκηνές.

Η φιλοξενία δεν έχει φυλή

Αξίζει να σημειώσουμε μια λεπτομέρεια. Κάποιος από τους άνδρες της επιστράτευσης ένα βράδυ γκρεμίστηκε και χτύπησε σοβαρά. Πήγε νύχτα να ζητήσει βοήθεια στο σπίτι αγροφύλακα στη Γαλιά. Ο άνθρωπος του άνοιξε, και τον ρώτησε τι θέλει:

Χτύπησα πολύ, πονάω και χρειάζομαι βοήθεια. Του απαντά.
-Εσύ από την προφορά σου θα πρέπει να είσαι Τούρκος?
-Ναι του απαντάει ο χτυπημένος.
-Πέρνα μέσα, του λέει ο αγροφύλακας.

Του έβαλε ιώδιο του έδεσε τις πληγές και του έδωσε και κάποιο παυσίπονο και ηρέμησε ο άνθρωπος.

Του έβαλε να φάει και του έστρωσε στην ταράτσα να κοιμηθεί. Το πρωί ο Τούρκος που υπηρετούσε στον ελληνικό στρατό, τον ευχαρίστησε και έφυγε. Μετά του δόθηκε και άδεια και πήγε στο σπίτι του.

Προσωπική μου ανάμνηση

Προσωπική μου ανάμνηση ήταν που η επιστράτευση με βρήκε και είχα «πιαστεί» (δούλευα) στο μπαλιαστικό. Αγροτικό μηχάνημα που έκανε τα άχυρα μπάλες, για πιο εύκολη μεταφορά και διαχείριση τους γενικά. Ήμουν 19 χρόνων τότε, και εγώ όπως όλοι οι νέοι του χωριού, είχαμε διακαή πόθο να δουλέψουμε τους τρεις μήνες του καλοκαιριού στις αλωνιστικές, στο μπαλιαστικό ή στο τρύγος. Δεν μας έβαζαν με το ζόρι, εμείς επιμέναμε να δουλέψουμε σαν εργασιομανείς όπως και οι γονείς μας!

Εν ώρα εργασίας λοιπόν μας ήρθε το κακό μαντάτο και αναγκαστικά διακόψαμε την εργασία και γυρίσαμε στα σπίτια μας.

Κάθε μέρα και νύχτα από τότε περνούσαν αεροπλάνα τύπου στούκας από τον Μεσαρίτικο ουρανό, και πετούσαν τόσο χαμηλά που όλος ο κόσμος τρόμαζε από τον εκκωφαντικό ήχο τους και ιδιαίτερα τα παιδιά.

Ρωτούσαμε γιατί πετούν κάθε μέρα τα αεροπλάνα τόσο χαμηλά, και μας απαντούσαν:

«Αυτά πετούν χαμηλά, για να συνηθίζει ο κόσμος τον θόρυβο και να μπαίνει στο πολεμικό κλίμα, σε περίπτωση πραγματικού πολέμου να μην δειλιάζει»!

Όμως τα παιδιά πάντα φοβόντουσαν μην τυχόν και κάποια ήταν εχθρικά και ρίξουν μπόμπες!

Δεν έτυχαν δυστυχώς όμως όλοι της επιστράτευσης σε καλά χέρια. Άλλα μέρη έδειξαν αδιαφορία, και άλλα εκμεταλλεύτηκαν ακόμα και τους στρατευμένους!

Στην Γαλιά όμως είχαν συστρατευτεί οικειοθελώς και όλα τα καφενεία του χωριού, και όποιος ξένος πήγαινε, έπινε και έτρωγε ότι ήθελε κερασμένα είτε από τους θαμώνες, είτε από τον ίδιο τον καφετζή!

Αν κατά βάθος ρωτούσαμε ένα Γαλιανό τότε γιατί τέτοια περιποίηση στον κόσμο που το επισκέφτηκε τότε το χωριό, προσωπικά πιστεύω πως ήθελε να κρατήσει ψηλά το φρόνημα των στρατευμένων, να είναι καλά ταϊσμένοι, ποτισμένοι και κοιμισμένοι, που με κέφι και πατριωτισμό να εκτελέσουν το καθήκον τους αν χρειαστεί ανά πάσα στιγμή.

Δεν χρειάστηκε όμως να πάνε στην μάχη οι στρατευμένοι, διότι αρχές του Σεπτέμβρη του ίδιου έτους έληξε η επιστράτευση, και ο κόσμος επέστρεψε στα σπίτια τους, από την μια με την πικρία του αποχωρισμού από τους δικούς τους και την απειλή ενός πολέμου, αλλά και από την άλλη όμως με ένα σωρό ευχάριστες αναμνήσεις όσοι υπηρέτησαν τους δυο μήνες στη Γαλιά! Βέβαια σε τόσο υψηλό βαθμό αίσθημα φιλοξενίας δεν το συναντούσαμε παλιά μονάχα στην Γαλιά. Προσωπικά την ίδια φιλοξενία την γνώρισα και στο χωριό Γαλατάς Χανίων κάποτε που πήγα σαν φαντάρος, και το ίδιο και στον Αρχάγγελο Ρόδου στην Λίντο και άλλα χωριά της Ρόδου.

Ίσως δεν καταφέραμε να βρούμε όλες τις ομάδες γυναικών που έδρασαν εκείνο το καλοκαίρι, αλλά αν με τον καιρό βρούμε περισσότερα στοιχεία, ίσως επανέλθουμε στο θέμα αυτό της επιστράτευσης, που για όλον τον μισό Ιούλιο και Αύγουστο κράτησε σε αγωνία όλη την Ελλάδα.

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη