Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Από το θέρος στην αλωνιστική

Δημοσιεύτηκε

στις

«Απρίλης Μάης κοντά το θέρος» έλεγαν οι παλιοί. Και πράγματι, δεν περίμεναν οι αγρότες τα στάχυα τους να ξεραθούν τελείως και να τα θερίσουν


Κατά τον Ιούνιο ήταν σε ετοιμότητα ποιό χωράφι από τα σπαρτά τους θα είχε αρχίσει να κιτρινίζει για να το θερίσουν πρώτο. Για να θεριστεί το σπαρμένο τους, λέγανε «πρέπει να είναι μελίχλωρο», δηλαδή χρυσοκίτρινο!

Ακόμα έλεγαν «οι κόμποι στις ράπες πρέπει να κρατούν ακόμα», να μη σπούνε δηλαδή αν τις τσακίσεις, αλλά να λυγίζουν, ειδάλλως αν ξεραινόταν τελείως τα σιτηρά, τότε έλεγαν πως «ξεμέστωναν», δηλαδή τράβαγε τη δύναμη του καρπού το ίδιο το φυτό και ο καρπός αδυνάτιζε και ξεμέστωνε! Από βραδύς ακόνιζαν τα δραπάνια τους με ακόνι ή λίμα.

Αν την ώρα του θέρους στόμωνε πάλι κάποιο δεραπάνι λόγω έντονης χρήσης, τότε το ακόνιζαν και με μια σκληρή πέτρα! Στη «πρώτη δραπανιά» κάνανε το σταυρό τους, λέγοντας «στο όνομά σου Θεέ μου», και συνήθως έμπαινε κάποιος μπροστά και θέριζε σχηματίζοντας ένα μεγάλο τετράγωνο, το λεγόμενο «όργο», όπου έπρεπε να θεριστεί.

Ακολουθούσαν δίπλα -δίπλα ο ένας στον άλλο οι υπόλοιποι θεριστάδες. Αυτός που «έκοβε το όργο», σαν τέλειωνε το πρώτο «έκοβε» και το δεύτερο κοκ ως το τέλος. Η ποσότητα που μπορούσε να κρατήσει στα χέρια του ο θεριστής λεγόταν «μάτσος». Πολλά μάτσα μαζί στο έδαφος σχημάτιζαν τη λεγόμενη «αγκαλιά». Οι άνδρες συνήθως ανά δύο άτομα έδεναν τα «χειρόβολα», τα δεμάτια δηλαδή. Ένας έφτιαχνε τα «δεματικά», δηλαδή τα δεσίματα, από δροσερό σπαρτό ή άγριους αγγελάμους. Ο αγγέλαμος είναι ένα μεγαλόσωμο όρθιο ζιζάνιο, που εύκολα έπαιρνε μπόι, παρόμοιο με τη ταγή ( βρώμη) μόνο που εκείνη έμενε κοντή.

Ποτέ τα δεματικά δεν γινόταν από τέλι η από σπάγκους, γιατί θα υπήρχε πρόβλημα στην αλωνιστική μηχανή αν έπεφταν μέσα. Αν όμως το σπαρτό ήταν ταγή και μάλιστα ήταν πολύ κοντή, και δεν υπήρχαν ούτε αγγελάμοι, τότε μπορούσε να κάνουν δεματικά και από βλαστούς άλλων θαμνώδη φυτών όπως από σφάκες ή αγιογύρους. Άπλωνε ο ένας το δεματικό χάμω στο έδαφος, και ο άλλος του έφερνε τις αγκαλιές σε αντίθετη φορά η μία με την άλλη, και έτσι τις τοποθετούσε πάνω στο δεματικό.

Πολλές αγκαλιές έκαναν το χειρόβολο, και τοποθετούνταν στη σειρά ανά έξη που ήταν και το κάθε φορτίο. Τελικά έβλεπες θερισμένο το σπαρτό και τα δεμάτια ανά εξάδες απλωμένα στο χωράφι! Πολλές φορές αν είχε καύσωνες, για να μην τους φάει η κάψα, πήγαινε από βραδύς όλη η οικογένεια και ξώμενε στο χωράφι. Τα δε παιδιά τα έβαζαν για ύπνο στη κουρελού, ενώ οι μεγάλοι με το φώς του φεγγαριού θέριζαν όλη τη νύχτα κυριολεκτικά «έπαιρναν φωτιά» τα δρεπάνια, και μέχρι το πρωί το σπαρτό τους ήταν όλο θερισμένο! Το πρωί που ξύπναγαν τα παιδιά άρμεγαν τη κατσίκα και έβραζαν το γάλα και έδιναν στα παιδιά μαζί με βούτημα ένα ντάγκο ξερό παξιμάδι που τον έσπαγαν σε θρουλιά και τον έβαζαν μέσα στο γάλα.

Στις περιπτώσεις που δούλευαν μέρα, πήγαιναν στο θέρος πολύ πρωί αξημέρωτα! Σταμάταγαν κανονικά για κολατσιό αλλά και για μεσημέρι. «Ο Μάης θέλει το νερό, κι ο θεριστής το ξύδι!» έλεγαν εκείνα τα χρόνια. Σήμαινε η παροιμία, πως το ξύδι το πολύ το κατανάλωναν οι θεριστάδες το μήνα του θεριστή, στις καθημερινές σαλάτες τους! Ήταν τόση πολλή η πίεση των ημερών που πολλές φορές η γυναίκα που είχε το σπαρτό της, μετά από δέκα λεπτά που τελείωνε το φαγητό, έπαιρνε κιόλας στον ώμο το δραπάνι της, και πήγαινε να θερίσει, δεν μπορούσε να ξαργεί. Οι υπόλοιποι ξεκουραζόταν τουλάχιστον μια ωρίτσα. Απαραίτητο στο θέρος το «κρυγιοστάμνι» που δεν προλάβαινε το αφεντικό η κάποιο παιδί να κουβαλεί με το γάιδαρο από το κοντινό καβούσι (πηγή)! Απαραίτητο οπωσδήποτε το σταμναγκάθι στο σταμνί, να μην μπει μέσα φίδι ή άλλο μιαρό! Απαραίτητο όμως και το πανί το βρεγμένο που τύλιγαν ο σταμνί με νερό για να το κρατά δροσερό!

Το αφεντικό αν ήταν τσιφούτης έδινε ρητή εντολή «Τσι κεφαλές θέλω να μου μαζώνετε από χάμαι!». Αν ήταν πολύ ξερά τα γεννήματα, συνήθως έσπαγαν εύκολα οι κεφαλές και έπεφταν καταγής. Οι γυναίκες φορούσαν πάντα ένα μαντίλι στο κεφάλι για τον ήλιο και τη ποδιά τους, και εκεί έβαζαν τις κεφαλές. Σαν γέμιζε η ποδιά, τις έριχναν σε ένα τσουβάλι, Σαν τέλειωνε το θέρος, άρχιζε το κουβάλημα, ανδρική πλέον υπόθεση! Όσα ζώα είχαν στη διάθεσή τους, τα έπαιρναν στη μεταφορά, κι αν δεν είχαν δανειζόταν κιόλας από άλλον τα δικά του. Φόρτωναν πάλι ανά δύο άτομα, και ο ένας ανεβάστα το ένα φορτωμένο δεμάτι να μη γείρει το σωμάρι, ή «έβαζαν μποντέλο» τη χαχαλόβεργα να το στηρίζει, ώστε να φορτωθεί και το δεύτερο να σοζυγιάζει. Συνήθως οι άνδρες φόρτωναν έξη δεμάτια στο κτήμα, και τα παιδιά οδηγούσαν τα ζώα στον τόπο της θημωνιάς.

Στη πρώτη στραθιά πήγαινε και ο πατέρας, και ξαναπήγαινε πότε -πότε να κάνει κουμάντο, να κανονίσει δηλαδή που θα στηθεί το κάθε είδος σιτηρών. Έτσι γινόταν μικρές ή μεγάλες θημωνιές ανάλογα το αφεντικό. Τέλειωνε και το κουβάλημα των δεματιών, φόρτωναν και τις κεφαλές και τις πήγαιναν και αυτές και ακουμπούσαν τα σακιά δίπλα στη θημωνιά. Τώρα πλέον έτοιμοι θα ξεκουραστούν όλοι και να πάρουν ανάσα μέχρι να έρθει η αλωνιστική! Δεν θα αναφερθούμε για τα όσπρια ρόβι λαθούρι κλπ, που αυτά όλα τα αλώνιζαν στο αλώνι, διότι για αυτά είχαμε αναφερθεί σε παλαιότερο θέμα.

Με μεγάλη λαχτάρα ο ερχομός της αλωνιστικής!

Την αλωνιστική περίμεναν με ιδιαίτερη λαχτάρα μικροί και μεγάλοι. Η μυρωδιά της σκόνης του άχυρου ήταν που έβαζε τον κόσμο όλο στο κλίμα των ημερών! Τα στάχυα είχαν κουβαληθεί, και είχαν πλέον στηθεί στη θημωνιά χωριστά κάθε κατηγορία. Η αγωνία πια των γονιών, να πάει ο καρπός στο σπίτι για να πάει στη συνέχεια στο μύλο για να εξασφαλιστεί το ψωμί της χρονιάς, αλλά και το χρήμα από τη πώληση του καρπού. Περίμεναν να βάλουν μέσα το άχυρο για να βγάλουν και τα ζώα τους το χειμώνα. Πριν καλά – καλά ξεκινήσει να πάει η μηχανή στο κάθε χωριό το ξέρανε από πριν, γιατί πήγαινε πιο γρήγορα το νέο από στόμα σε στόμα, παρά με τον αργό ρυθμό που την έσυρε το τεράστιο τρακτέρ, η ίδια η μηχανή! Τα παιδιά το φώναζαν δυνατά: «Έρχεται η αλωνιστική μηχανή!» και χοροπηδούσαν από τη χαρά τους!» Ήρθε όμως και το τέλος των εποχών εκείνων , οι μηχανές αποσύρθηκαν, διότι οι αγρότες μας έπαψαν να βάζουν σπαρτά.

Ποιοι ήταν οι δύο κύριοι τύποι αλωνιστικών μηχανών που είχαμε στη Μεσαρά;

Το πρώτο πράγμα που έπεφτε στην αντίληψή μας ήταν η μάρκα της μηχανής, που το έγραφε με μεγάλα γράμματα μπροστά και ψηλά. Διαβάζαμε κυρίως ή τη λέξη «ΤΙΤΑΝ», ή «ΛΥΜΠΕΡ» . Κανείς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πως η Κρήτη θα είχε στη διάθεσή της αλωνιστικές μηχανές, μάλιστα ελληνικής κατασκευής! Δεν γνώριζε κανείς τότε, πως κάποιος έλληνας ονόματι Λυμπερόπουλος, καθώς και ο Παντελεμίδης, πήραν ένα γερμανικό μοντέλο και το τελειοποίησαν! Στο παλιό και μη λειτουργικό μοντέλο, εκείνοι πρόσθεσαν τον αχεροδιώχτη, τα συστήματα μετάδοσης κίνησης με τα πολλά λουριά. Πρόσθεσαν επίσης τα κόσκινα πίσω, πρόσθεσαν αναβατόριο. όπου φυσικά όλα αυτά δεν υπήρχαν στα γερμανικά πρότυπα, και εκείνοι οι δύο έλληνες τις έφεραν στη μορφή που οι παλαιότεροι γνωρίσαμε.

Λίγα λόγια για τον Ιωάννη Παντελεμίδη

Ο Ιωάννης Παντελεμίδης ίδρυσε την εταιρία «ΤΙΤΑΝ» στη Θεσσαλονίκη, αρχικά για κατασκευές αγροτικών μηχανημάτων, και φυσικά και αλωνιστικές μηχανές. Αργότερα ο Ιωάννης Παντελεμίδης έκανε και μια σειρά από εφευρέσεις, όπως το σασί για 4 τόνους φορτηγά και λεωφορεία. Η προσπάθειά του όμως να πείσει το κράτος για έκκριση δοκιμών για να πάρει την άδεια έπεφτε στο κενό! Η άρνηση ήταν η κίνηση της πολιτείας, με την αιτιολογία πως δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο, αλλά συνετέλεσε και η γραφειοκρατία!
Αν και τελικά το κράτος έδωσε την άδεια στον Παντελεμίδη, όμως οι δυσκολίες τον έκαναν να εγκαταλείψει την προσπάθεια, και να κλείσει την εταιρία «ΤΙΤΑΝ» το 1988. Μπορεί ακόμα και σήμερα να είναι γνωστή η εφεύρεση του με το σασί 4 τόνων, ωστόσο το δικό του εργοστάσιο παραγωγής αμαξωμάτων λεωφορείων για τον ΟΑΣΘ συνέχισε να λειτουργεί. (πηγή: L. S. Skartsis)

Οι μηχανές μετά την επέμβαση του Παντελεμίδη και του Λυμπερόπουλου

Η διαδικασία μετά την επέμβαση των δύο Ελλήνων κατασκευαστών, η αλωνιστική έγινε πιο εύκολη και πιο λειτουργική! Ο μεν Λυμπερόπουλος έφτιαξε την «ΛΥΜΠΕΡ», και ο Παντελεμίδης την «ΤΙΤΑΝ», δύο σχεδόν όμοιες μηχανές, και τροφοδότησαν όλη την Ελλάδα με τα νησιά, αλλά και η Τουρκία αγόραζε μηχανές απ’ αυτούς. Αργότερα δε, όταν πια αποσύρθηκαν τα παλιά μοντέλα, η Τουρκία τα αγόρασε όλα! Η αλωνιστική μηχανή, που ήταν μια σπουδαία λύση για τον αγρότη, αφού μέχρι τότε το αλώνισμα γινόταν στο αλώνι με τα ζώα, εκείνη έλυνε τα χέρια τους. Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που μετά την αποχώρηση της μηχανής, και μέχρι να έλθει και το μπαλιαστικό να δέσει τις αχυρόμπαλες, αν εν τω μεταξύ φυσούσε δυνατός αέρας, έπαιρνε και σκόρπιζε γύρω τα άχυρα, και έτσι ο αγρότης δεν είχε να ταίσει τα ζωντανά του. Τα μοντέλα όμως αυτά τα αντικατέστησαν αργότερα άλλες μηχανές, που ήταν βασικά θεριστικές μηχανές, αλλά όμως έδεναν απ ευθείας και τις μπάλες με τα άχυρα. Αν δεν ήταν όμως οι αλωνιστικές μηχανές, ο αγρότης θα παιδευόταν δύο μήνες στο αλώνι μέχρι να ‘πολωνέψει με το βολόσυρο που θα έσυραν τα ζώα!

Συνεχίζεται:

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι μάγειροι στα χωριά της Μεσαράς τα ελιά χρόνια

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι παραδοσιακοί μάγειροι της Κρήτης, ήταν άνθρωποι με φυσικό ταλέντο, με αυξημένη αντίληψη, και με γνώσεις που είχαν μεταδοθεί σε αυτούς από περασμένες γενιές


Οι μάγειροι βοηθούσαν σε γάμους, αρραβώνες βαφτίσεις, εκκλησιαστικές γιορτές σε πανηγύρια, σε ζεύκι, και γενικά σε μεγάλα γλέντια, που οι δουλειά τους ήταν οι ετοιμασίες που σχετίζονται με το μαγείρεμα. Πολλοί στην Κρήτη πίστευαν ότι το μαγείρεμα κανονικά είναι «αντρική υπόθεση», και αυτό το στήριζαν στην αυξημένη αντίληψη, αλλά και αγάπη που είχαν οι άνδρες κάποιο στον τομέα αυτόν. Βέβαια στη μαγειρική στους γάμους πολλές φορές υπήρχαν και γυναίκες, εξ ίσου άξιες και ικανές, που η φήμη τους φτάνει και μέχρι των ημερών μας. Όλοι οι μάγειροι χωρίζονταν σε δύο βασικές κατηγορίες, οι μάγειροι «στο κελαρικό», και οι μάγειροι «στον ξυλοφουρνο». Κοντά στους μάγειρες στα γλέντια είχαμε και τους παραδοσιακούς σερβιτόρους που βοήθαγαν και εκείνοι γενικά στις δουλειές όπως και οι γυναίκες, αλλά κύρια δουλειά τους ήταν το σερβίρισμα.

Στο κελαρικο

Ο άνθρωπος που είχε ειδικά καθήκοντα αλλά και τις γνώσεις να ξεχωρίζει τα κρέατα ανά κατηγορία, λεγόταν «Κελάρης» και η δουλειά του να αναλαμβάνει το λεγόμενο «κελαρικο». Ο Κελάρης ήταν απαραίτητος, και κυρίως στους γάμους, αλλά και σε κάθε εκδήλωση που περιελάμβανε συνεστίαση, γιατί ήταν εκείνος που παρελάμβανε όλα τα κρεατικά από τα κανίσκια, και ξεχώριζε ποια είναι κατάλληλα για την περίσταση. Ξεχώριζε δηλαδή Ο Κελάρης, ποια προορίζονται για ψητά, ποια κάνουν για βραστά και ποια για οφτά ή ψητά.
Τα βραστά θα μπουν σε καζάνια στη παρασθιά, τα ψητά θα μπουν στα ταψιά με πατάτες και στο φούρνο, ενώ τα οφτά σε ταψιά με κλιματόβεργες. Κάθε καλεσμένος στο γάμο, στο κανίκι του μπορεί να είχε εκτός των άλλων και κρέας, συνήθως ένα γουλίδι, μισό αρνί ή ολόκληρο, ανάλογα την συγγένεια, και αμέσως το παρελάμβανε ο Κελάρης. Αρχικά τα κρέατα της ημέρας τα κρεμούσε προσωρινά στα τσιγκέλια, τα οποία βρισκόταν είτε σε κάποιο δένδρο με δροσερό ίσκιο, είτε σε κάποιο ελεύθερο δροσερό δωμάτιο, αποθήκη κλπ. Εκεί ο κελάρης τα ξεχώριζε σε κατηγορίες, όπως αναφέραμε παραπάνω. Επειδή ακριβώς ήθελε η δουλειά αυτή άνθρωπο με μεγάλη εμπειρία να τα κάνει όλα αυτά, για αυτό δεν αναλάμβανε κανείς άλλος, πέραν του κελάρη.
Στο χωριό μας τη Γαλιά είχαμε την τύχη να έχουμε ικανούς κελάρηδες , και ο καλύτερος στο είδος του ήταν σίγουρα ο γνωστός σε όλους Μανώλης Ζαχαριουδάκης η «Κελάρης» όπως τον αποκαλούσαν, επίσης και ο Μανώλης Μαραγκάκης ή « Μαραγκομανωλης».
Ο Μανώλης ο Κελάρης της Γαλιάς που απεβίωσε μάλιστα πρόσφατα, είχε βοηθήσει με τις υπηρεσίες του σε πολλούς γάμους στο χωριό μας. Οι βοήθεια των μαγείρων, και των κελάρηδων γινόταν εθελοντικά και χωρίς πληρωμή. Ο Κελάρης της Γαλιάς ο Μανώλης, είχε βοηθήσει σε πολλά οικογενειακά τραπέζια γάμων και βαφτίσεων, που είναι βέβαιο ότι σε όλους εμάς θα μείνουν αξέχαστα!
Υπάρχει και μια παροιμία του λαού της Κρήτης, και μάλιστα πολύ γνωστή, που λέει:
«Α που ‘καμε ηγούμενος, ήκαμε και κελάρης»!
Η παροιμία ασφαλώς θέλει να πει, πως για να φθάσει κάποιος ψηλά, όπως ένας Ηγούμενος, πέρασε πρώτα και από τα χαμηλά στάδια, όπως το να βοηθάει στο μαγείρεμα, να σερβίρει κλπ. Από χαμηλά ξεκινά συνήθως κάποιος για να μπορέσει να φθάσει ψηλά, εννοεί ο λαός μας.

Στο ξυλοφουρνο

Ο μάγειρας που θα ανελάμβανε τις δουλειές του ξυλόφουρνου, ήθελε και αυτός να έχει αρκετή πείρα! Έπρεπε ανάλογα τα φαγητά στα ταψιά, ανάλογα τα κρέατα, να είναι σε θέση να γνωρίζει το πόσο δυνατό θα κάνει το φούρνο, βάζοντας τα κατάλληλα ξύλα, αλλά και πόση ώρα θα έχει μέσα τα ταψιά, και κάθε πόση ώρα θα τα γυρίζει να ψηθούν και από κάτω. Ένας έμπειρος στο είδος του στη Γαλιά ψήστης δηλαδή, ήταν ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης, η «Ντουιντομανώλης».
Σπουδαίος μάγειρας ήταν και ο Καργάκης Ζαχαρίας από το Μονόχωρο ή Καργοζαχάρης . Δεν είναι εύκολο να μπορεί κάποιος να γνωρίζει τι κρέας ακριβώς είναι στο κανίσκι, αν προέρχεται από γέρικο ζώο και το κρέας του είναι σκληρό, ή από νεαρό χρονιάρικο ή βυζαστάρι , οπότε εξαρτάται και τι χρόνο χρειάζονται κάθε ένα από αυτά στο ψήσιμο.
Ακόμα δύσκολο είναι να είναι σε θέση να μπορεί ένας μάγειρας να βγάλει τις σωστές μερίδες, ανάλογα τους καλεσμένους να ξέρει τι ποσότητα φαγητού να ετοιμάσει.
Οι μάγειροι που ειδικεύονται στον ξυλόφουρνο, είχαν την ικανότητα να φτιάχνουν κρεατικά με πατάτες, αλλά και ψητά σωστά αλατοπιπερωμένα πάλι σε ταψιά, αλλά στον πάτο του ταψιού είχαν τοποθετήσει κλιματόβεργες. Πάνω εκεί ακουμπούσαν τα γουλίδια, και αφότου ψηνόταν, είχαν το χαρακτηριστικό άρωμα του ψητού κρέατος, που στη Κρήτη πάντα είχε την τιμητική του.

 

Από την άλλη, οι μάγειροι στα χωριά, αναλάμβαναν και τα καζάνια για τα βραστά, τα γαμοπίλαφα, και πιο παλιά «τα ροβίθια με τη κοιλιά γιαχνί», που χρόνια τώρα έχει εγκαταλειφθεί. Υπήρχαν και γυναίκες μαγείρισσες για τα βραστά, που έκαναν απίστευτες νοστιμιές, ακόμα και πατάτες που τις τηγάνιζαν σε μπόλικο λάδι αλλά στο καζάνι που τοποθετούσαν στην παρασθιά. Οι πατάτες ψηνόταν στο καυτό λάδι, φούσκωναν, έκαναν δέρμα απ ‘έξω, και είχαν φανταστική γεύση!
Οι μάγειροι στα χωριά ακριβώς λόγω πείρας, πάντα κατάφερναν και έβγαζαν ασπροπρόσωπους τους ανθρώπους που έκαναν το γλέντι, ποτέ δεν συνέβη η παραμικρή στραβή σε κανένα φαγοπότι.
Οι άνθρωποι αυτοί που βοηθούσαν στο κελαρικό, στο ψήσιμο και γενικά στα μαγειρέματα και σερβιρίσματα, είναι ευλογημένοι από το Θεό, ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους συνανθρώπους τους, και για αυτό και πάντα ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς από όλους, διότι τους είχαν συνηθίσει σε ευχάριστα γεγονότα.
Σερβιτόροι στα χωριά υπήρχαν περισσότεροι από τους μάγειρες, καθ ότι δεν απαιτούσε η δουλειά αυτή ιδιαίτερες γνώσεις. Πολλοί ήταν εκείνοι που ήταν ταχτικοί στα σερβιρίσματα, και πήγαιναν σε όλους σχεδόν τους γάμους, πέραν εκείνων που βοηθούσαν έκτακτα.
Οι άνθρωποι βέβαια που καλούσαν μάγειρες κελάρηδες και σερβιτόρους, ποτέ δεν τους άφηναν έτσι χωρίς κάποια δώρα στο τέλος. Φεύγοντας τους έδιναν ότι είχαν, συνήθως περισσεύματα από το γάμο, μια μπουκάλα κρασί, κρέας, γαμοκούλουρα κλπ.
Όλα αυτά βέβαια σιγά – σιγά τείνουν να χαθούν, όπως και τα παραδοσιακά γλέντια, και όλα πλέον τα αναλαμβάνει το κέντρο ή η ταβέρνα.
Όμως για εκατοντάδες χρόνια στα χωριά υπήρχε αυτή η ομαδικότητα, και άνθρωποι βοηθούσαν αφιλοκερδώς, που με λίγα λόγια υπήρχε σωστή αλληλεξάρτηση, φιλαλληλία αλλά και αγάπη μεταξύ των συγχωριανών. Ο κόσμος από την καλή σχέση μεταξύ τους, είχε μονάχα να κερδίζει, γιατί πιο πολύ λειτουργούσε η αλληλοβοήθεια παρά η πληρωμή σε χρήμα.
Όσοι πάντως έτυχε να παρευρεθούν καλεσμένοι σε γάμους στα χωριά της Κρήτης, έχουν να το λένε για τις νοστιμιές, αλλά και τη ποικιλία των φαγητών, που μπροστά στη τεχνική των παλιών αυτών μαγείρων, δεν πιάνουν μια οι σημερινοί σεφ της εποχή μας!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η ζωή στο χωριό – Η κλώσσα με τα κλωσσόπουλα

Δημοσιεύτηκε

στις

Όσοι μεγαλώσατε σε χωριό, σίγουρα θα θυμάστε την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα


Όταν μια κότα κάνει το χαρακτηριστικό ήχο κλου- κλου φουντώνοντας τα φτερά της, κάθεται  όλη μέρα στη φωλιά όπου γεννάει τ’ αυγά, σημαίνει οτι θέλει να κλώσσει.

Μάζεψα φρέσκα γονιμοποιημένα αυγά (δηλ.το κοτέτσι πρέπει να έχει κόκκορα) από τις υπόλοιπες κότες.

Σε μια κότα βάζουμε 12 το πολύ 14 αυγά για να μπορεί να τα σκεπάζει, εγώ της έβαλα 10 αυγά γιατί είναι νάνα.

Έβαλα ένα πλαστικό καφάσι με άχυρα μέσα στο κλουβί και της έβαλα μέσα τα αυγά.

Την πρώτη μέρα δεν τα ήθελε γιατί δεν της άρεσε το κλουβί και την έβγαλα έξω μαζί με το καφάσι και αμέσως έκατσε μέσα.

Το βράδυ την έπιασα στον ύπνο κα8 την έβαλα ξανά μέσα στο κλουβί. (Η απομόνωση είναι απαραίτητη για να μπορέσει η κλωσσού να επιβιώσει κα8 στην συναίνεσα και τα μικρά)

Λένε πως οι παλιές νοικοκυρές καθώς πήγαιναν να βάλουν τ’ αυγά στην κλώσσα, φορούσαν μαντήλι για να κάνουν τα μικρά λοφίο (σαν τσαλαπετεινός).

Αν πριν βάλουν τ’αυγά  φορούσαν κάλτσες  τα πουλάκια γινόταν «τσουραπάτα» δηλ. στα πόδια ήταν ντυμένα με  φτερά ως τα δάχτυλα.

Σημείωσα την ημερομηνία και λογικά μετά από 21 μέρες, τ’ αυγά σπάνε με τη βοήθεια της κλώσσας και τα μικρά ξεπροβάλλουν.

Για το λόγο ότι είναι Χειμώνας και κάνει κρύο είχαμε καθυστέρηση και το πρώτο πουλάκι το είδα σε 23 μέρες και σήμερα 24η μερά είχαν ξεπουλιάσει σύνολο πέντε.

Μέσα στο κλουβί τους έχει βάλει ειδικό φύραμα για πουλάκια και αμέσως πηγαίνουν και τρώνε.

Πείτε μου υπάρχει ομορφότερο θέαμα από αυτό;

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Φτιάχνοντας αναψυκτικά στα Ανώγεια το 1962

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι του 1962 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου, στην επιχείριση παραγωγής αναψυκτικών του Γρηγόρη Σαλούστρου


Τα πάντα γίνονταν χειροκίνητα και η κόρη του Παρή ήταν εξπέρ στο κλείσιμο των μπουκαλιών. Οι νεαροί τότε βοηθούσαμε περιστρέφοντας κυρίως την χειροκίνητη αντλία νερού, και πίναμε τα αναψυκτικά που αποτύγχαναν στο κλείσιμο τους. Την διανομή στα καφενεία την έκανε με το γάιδαρο ο Γιώργης Ανδριαδάκης ή Σαουνάτσος.

Στη φωτογραφία από αριστερά είναι η Ανδρονίκη Νικηφόρου Σαλούστρου, ο γράφων μαθητής Γυμνασίου με το πηλήκιο, η Παρή Σαλούστρου στην εμφιάλωση και η Όλγα Κοντόκαλου στα κιβώτια με τα αναψυκτικά.

Μανώλης Δακανάλης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη