Connect with us

Life

Δια να κάμης Κόλλαν με πολλούς τρόπους

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Αγαπίου Μοναχού του Κρητός – 1620

Έπαρε αχελίου ξηρού δερμάτι, νά μή τό έχουσιν αλατισμένον, κοπάνισον αυτό μέ κομμάτι ξύλον, καί βράσε το μέ ολίγον νερόν, όσον νά τό σκεπάζη, καί δίδε του ολίγην φωτίαν, έως νά λύση, καί τότε στράγγισέ το μέ πανί είς μίαν λεκάνην σιδηράν ή χαλκίνην, ή άλλο μέταλον, καί άφες νά ξηρανθή ολίγον είς τόν αέρα. Τότε κόψε την κομμάτια, ξήρανέ τα καλά, καί φύλαξέ τα, ότι αυτή είναι κόλλα θαυμαστή, όπου δέν φοβάται φωτίαν, ουδέ νερόν.

Έπαρε τρείς ουγγίας ασβέστην άσβυστον, μίαν ουγγίαν σκουρίαν τού σιδήρου, μισήν ουγγίαν άλας, καί μίαν ουγγίαν λάσπην κρασιού, τρίψε τα όλα καθένα ξεχωριστά. ύστερα ανακάτωσέ τα μέ λινόλαδον, καί κοπάνισέ τα όλα αντάμα, καί έγειναν κόλλα καλή, αμή μή τήν κάμης πολλά σφικτήν.
Οπόταν δέ θέλης νά κολλήσης ξύλα, καί πέτραις αντάμα, έπαρε τρείς ουγγίας ασβέστην άσβυστον, και μίαν ουγγίαν λάσπην κρασιού, κάμε τα σκόνιν, ένωσον αυτήν μέ βερνίκην αχαμνόν ήγουν νά μήν ήναι πολλά σφικτόν, και έγεινεν.

Βάλε είς τό νερόν ταίς άκραις τού μεμβραϊνού χαρτίου, ήγουν εκείνα όπου ρίπτουν οί σταχοτάδες τών βίβλων, και άς κάμουν τρείς ημέρας ή 4, έπειτα χύσε τό νερόν εκείνο, καί πλύνέ τα μέ άλλο παστρικόν δύο τρείς φοραίς έως νά έβγη όλος ό ασβέστης. Τότε βράσε τα έξη ώραις, καί βάνε νερόν όταν δέν έχουσιν, καί ανακάτωνέ την μέ κομμάτι ξύλον νά μή κολλήση. Όταν γένη την στραγγίζης είς αγγεία απλωτά νά γένη δύο ή τρία δάκτυλα είς τό πάχος, καί όταν πήξη ωσάν τσιλαδία, κόψε την φέταις φτεναίς, κρέμασέ ταις είς τόν αέρα νά μή τούς δώση ο Ήλιος. Όταν την χρειασθής να κολλήσης χρυσίον, ή ασήμι, εισέ χαρτί, ή εισέ ξύλον, ή άλλο τι, βάνε κομμάτι από ταύτην είς τό νερόν νά μοσκέψη καμμίαν ημέραν, και τότε ανάλυσέ την είς τήν φωτίαν να κάμης τήν χρείαν σου. Ούτω βράζουσι καί τό λαφοκέρατο, και τό κόπτουσι πρώτα λεπτά κομμάτια, έπειτα τό βράζουν έως νά κολλά είς τά δάκτυλα αμή αυτή ή κόλλα γίνεται λεπτότερη από τήν πετσόκολλα, διά νά τήν βάνουν είς ελαφρά κολλήματα.

Εί δέ καί θέλης να κάμης δυνατήν, καί βασαγερώτερην, έπαρε από τούς ταμπάκιδες, όπού γνάφουσι τά πετσά καί δερμάτια τών βοδίων καί τράγων, καί άλλων ζώων, τά άκρα όπου ρίπτουσιν ώς άχρηστα, διατί τά βράζεις ολιγώτερην ώραν. εί δέ καί είναι ξηρά τά βάνεις είς τό νερόν δύο τρείς ημέρας προτήτερα, καί τότε τά βράζεις, καθώς είπομεν άνωθεν, ανακατώνωντάς τα συχνάκις, καί βάνωντας νερόν, νά τά σκεπάζη πάντα, νά μή χαλάση τό χάλκωμα. Όταν τήν δοκιμάσης καί κολλά είς τά δάκτυλα, κατέβασε, καί στράγγιζέ την εισέ βατσέλια, και άλλα αγγγεία απλωτά, καί βάλε την νά πήξη τήν νύκτα, ότι μέ τό πάγος τής νυκτός ξηραίνεται. αμή φυλάγου όταν τήν κάμνης νά είναι ψυχρός ο καιρός, ήγουν χειμώνας, διά νά πήξη. εί δέ καί είναι καιρός τού θέρους, ή καί άλλον καιρόν νά φυσά ό νότος, χάνεις την. διατί δέν πήσει καί δέν έχει πώς νά φυλάξης, καθώς τό έπαθα καί εγώ μίαν φοράν είς τό άγιον Όρος, οπού τήν έκαμα τόν Οκτώβριον. ότι ό καιρός έδειχνε ψυχρός, καί έως νά τήν βράσω έκαμε νότον ζεστόν, καί εβάσταξεν ημέας πολλάς, καί έχασα τήν περισσότερην, όση μάς απόμεινεν από τά σανίδια όπού εκολλάρισα, διά νά τά ζωγραφήσωμεν. Όλα τά δερμάτια τών ζώων, καί τά μικρά τών αρνών, καί ερίφων, γίνονται κόλλα ώς άνωθεν, καί αφ’ ού πήξη, τήν κόπτεις λεπτά κομμάτια, και τήν κρεμνάς έως νά ξηρανθούσι καλά καί τότε τά βάνεις εισέ καλάθια.

Έπαρε βερντεράμε, καί βερνίκη, καί μήνιο, τρίψε τα, καί ανακάτωσέ τα καί κόλλησε είτι θέλεις, καί ποτέ δέν ξεκολλά, καί είτι καί άν ήναι, γυαλί, ξύλον, ή μέταλλον.

Κοπάνισε τού λούτσου, ή καί άλλου οψαρίου αρσενικού τά κόκκαλα, καί τρίψε τα καλά νά γένουν άλευρον, καί τότε βάλε τήν σκόνιν αυτήν είς τσουκάλι αφόριον. Βράσε την μέ νερόν έως νά λύση καί όταν τήν δοκιμάσης καί κολούσι τά δάκτυλα, κατέβασε καί στράγγιξέ την μέ πανί λινόν είς άλλο αγγείον, καί κυβέρνησέ την ώς άνωθεν.

Έρευνα: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *