Connect with us

Life

Διάφοροι τρόποι που έβγαζαν το χαρτζιλίκι τους κάποτε τα φτωχά παιδιά

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα φτωχά παιδιά ή τα ορφανά, το μυαλό τους ήταν πώς να βγάλουν λεφτά, και πάντα έβρισκαν τρόπους να το πετυχαίνουν!

Τις περισσότερες φορές τα μεγαλύτερα παιδιά, σε περιπτώσεις που δεν είχαν πατέρα, είτε είχαν και ήταν ανεπρόκοπος ή μέθυσος, ότι χρήματα ή άλλα είδη ανάγκης αποκτούσαν, τα έδιναν στην μητέρα τους, να τη βοηθήσουν να μεγαλώσει και τα υπόλοιπα μικρότερα παιδιά!

Εκείνα πάλι τα μικρότερα σαν μεγάλωναν, θα βοηθούσαν με τη σειρά τους, να μεγαλώσουν και εκείνα τα άλλα μικρότερα παιδιά, που θα ερχόταν ξωπίσω!

Τα παιδιά από μικρά, ανάλογα την ηλικία τους έκαναν διάφορες δουλειές, τα μεγαλύτερα πάντως έκαναν τις πιο δύσκολες.

Οι δουλειές αυτές μπορεί να ήταν εποχιακές, άλλες μπορεί και όλο το χρόνο.

Τα χρήματα που εξοικονομούσαν την κάθε φορά που θα έκαναν μια δουλειά, ήταν ελάχιστα. Συνήθως μια δραχμή , δυο δραχμές, και σπάνια πέντε με δέκα. Βέβαια αναφερόμαστε στην επαρχία, και μάλιστα για παιδιά που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές της Κρήτης. Στις μεγαλουπόλεις πάντως σαν την Αθήνα, τι να πουλήσουν τα παιδιά, πέραν από εφημερίδες σπίρτα, τσιγάρα ή λουλούδια!

Ευνοϊκή βέβαια περίοδος ήταν οι μέρες των εορτών, αλλά και τα Καλοκαίρια που δεν είχαν μαθήματα.

Αναφέρουμε λοιπόν εδώ περιπτώσεις διάφορες, που λάμβαναν χώρα σε επαρχίες της Κρήτης, μάλιστα τους πιο συνήθεις κατά σειρά, που αποσκοπούσαν στα χρήματα αυτά, που ήταν απλώς ένα μικρό χαρτζιλίκι.

1- Χοχλοί

Οι χοχλοί ήταν πάντα άφθονοι στη φύση χειμώνα καλοκαίρι, και βοηθούσαν πολύ στο να ξελασπώνουν από την πείνα πολλές οικογένειες.
Τα παιδιά που ήθελαν χαρτζιλίκι το γνώριζαν αυτό, και μπορούσαν να πάρουν το καλαθάκι τους, και να πάνε στην εξοχή μετά από βροχή. Στο τέλος ότι χοχλιούς έβρισκαν, τους πήγαιναν όπως είναι «με τα σάλια» στον μπακάλη. Χοχλιούς έπαιρνε πάντα ο μπακάλης, αλλά όμως όχι σε μεγάλες ποσότητες. Το ίδιο έκαναν τα παιδιά και το καλοκαίρι. Πήγαιναν στα πετροκοπιά όπου υπήρχαν μεγάλες πέτρες, τις αναποδογύριζαν και βρίσκανε από κάτω μεγάλες «κολληταριές»! Χοχλοί δηλαδή κολλημένοι ο ένας επάνω στον άλλο, από δέκα ίσαμε μέχρι τριάντα! Τους πουλάγανε συνήθως σε ζευγάρια, και μόνο χονδρούς χοχλιούς.
-Σήμερα επήγα 100 ζευγάρια χοχλιούς στο μπακάλη, και επήρα τρείς δραχμές!
Έπαιρναν έτσι δυο με τρείς δραχμές και έφευγαν. Αν έβρισκαν όμως πολλούς, τους πήγαιναν το Σαββάτο στο παζάρι.

2- Ελιές από τα κοκολόγια.

Μετά το τέλος του μαζέματος της ελιάς, μετά και το τελευταίο μαζωχτό που λέμε, ότι ελιές πλέον έμεναν επάνω στα κλαδιά και κάτω από τα δένδρα που ήταν πεσμένες, ήταν ελεύθερες για όλους! Τα παιδιά μετά το σχολείο, έπαιρναν μαζί τους ένα μικρό σακί ή καλάθι, και έκαναν μια γύρα στα ξένα χωράφια. Οι πιο πολλές ελιές όμως που ήταν απομεινάρικες, ήταν συνήθως επάνω στα πολύ ψηλά κλαριά, και δεν τις έφταναν. Έτσι, άλλοτε ανέβαιναν σαν αίλουροι επάνω και τίναζαν τους κλάδους ώστε να πέσουν, άλλοτε πετούσαν πέτρες από κάτω, μέχρι να πέσουν όλες!
Τις πήγαιναν στον μπακάλη, και έπαιρναν ανάλογα τηννποσότητα,από δυο μέχρι δέκα δραχμές!

3- Στα ξύλα

Τα ξύλα αν και δεν είχαν ιδιαίτερη συμφέρουσα τιμή, εν τούτοις πολλά παιδιά από δέκα χρονών και πάνω, έπαιρναν το μουλάρι ή το γαϊδούρι του πατέρα τους, και πήγαιναν στα ορεινά μέρη για ξύλα. Έκοβαν με το τσεκούρι ή το πριόνι δυο δεμαθιές (δεμάτια) πουρνάρια ή σκίνους, και τα πήγαιναν απευθείας στον αγοραστή. Αγοραστές ήταν συνήθως οι σταμνάδες που είχαν τα καμίνια, και οι φουρνάρηδες. Στην περιοχή Μεσαράς, στις Μοίρες ξύλα όσα κι αν ήταν, τα έπαιρναν οι φουρναραίοι, ο Αλεξανδράκης και ο Χριστοφής. Συνήθως έδιναν δυο δραχμές, και σπάνια μέχρι πέντε για ένα φορτίο ξύλα. Αν τα ξύλα τώρα ήταν λίγα, μπορεί να έδιναν απλά ένα δυο ψωμιά στο παιδί να τα πάει στη μάνα του!

4-Κάλαντα και «Καλή Χέρα»

Σχεδόν όλα τα παιδιά πήγαιναν στα κάλαντα, φτωχά και μη! Στο χέρι κρατούσαν ένα άδειο κουτί του κίτρινου τυριού από τα συσσίτια, και έπιαναν τις ρούγες. Το είχαν τρυπήσει στα πλάγια με μια πρόκα και του είχαν περάσει ένα τέλι για χερούλι. Στα κάλαντα οι νοικοκυρές τους έβαζαν λάδι, μισή οκά ή λιγότερο, μπορεί και να τους άδειαζαν στον τενεκέ τους, όλο το λαδικό! Το πιο πολύ όμως λάδι τους το έβαζε ο Σάντολος, (νονός)! Για αυτό τα παιδιά φρόντιζαν να το αδειάσουν τελείως στο σπίτι πριν πάνε στον Σαντόλο τους, γιατί ήταν σχεδόν σίγουρα, ή είχαν την ελπίδα πως θα τους το γεμίσει λάδι! Ο Σάντολος μάλιστα ο Φολιότσος του (βαφτηστήρι), του έκανε και τη Καλή Χέρα, του έδινε πάλι χρήματα, συνήθως από ένα πενηνταράκι μέχρι μια δραχμή το πολύ! Τα παιδιά έπαιρναν μια σφυρίχτρα, και την σφύριζαν όλη μέρα!

5- Τα κασελάκια και η κούτα με τα λουκούμια

Μια μέθοδος για να βγάζουν χρήματα τα έξυπνα φτωχά παιδιά, ήταν και τα κασελάκα. Τις πιο πολλές φορές ήταν χαρτονένια, από κούτα γάλακτος νουνού. Εκεί μέσα έβαζαν διάφορα ζαχαρωτά, τσίχλες σε στυλ τσιγάρου ή κερμάτων, ελιές σοκολατένιες με αμύγδαλο μέσα, στραγάλια πασατέμπους, ζαχαρωτά μούρα, σοκολάτες παστέλια, μαντολάτα, σφυρίχτρες φούσκες, και άλλα τέτοια. Συνήθως ήταν ομάδα από χωριανάκια, και γύρναγαν τις ημέρες των Χριστουγέννων και του Πάσχα στο χωριό, αλλά ενίοτε πήγαιναν με τα πόδια και σε άλλα κοντινά χωριά.
Κάποια άλλα παιδιά, αγόραζαν ή έπαιρναν μια δανική κούτα λουκούμια από τον μπακάλη και την πλήρωναν μετά την πώληση των λουκουμιών. Κρέμαγαν τη κούτα στον λαιμό τους, και γυρνούσαν και εκείνα τις γειτονιές πουλώντας ένα πενηνταράκι το λουκούμι.
Πολλές φορές ο ίδιος ο δάσκαλος προέτρεπε κάποια φτωχά παιδιά, να πουλήσουν λουκούμια τις 15 μέρες της αργίας των εορτών, διότι ήταν ο μόνος τρόπος να εξοικονομήσουν έξτρα χρήματα, για να πληρώσουν «τα σπασμένα»! Δηλαδή τα τζάμια του σχολείου που είχαν σπάσει τα ίδια με την μπάλα! Μάλιστα τους μάθαινε και τον τρόπο του εμπορίου, πώς να βγουν κερδισμένα από τα λουκούμια! Έλεγε για παράδειγμα στα δυο παιδιά που σπάσανε τα τζάμια, και δεν είχαν οι γονείς τους χρήματα να πληρώσουν:
-Δανειστείτε από μια κούτα λουκούμια ο κάθε ένας από τον μπακάλη. Κάνει δέκα δραχμές. Θα πουλάτε με ένα πενηνταράκι το λουκούμι, και αφού έχει τριάντα μέσα, θα πάρετε στο τέλος δεκαπέντε δραχμές σύνολο! Θα επιστρέψετε τις δέκα στον μπακάλη, και θα έχετε κέρδος τις πέντε δραχμές! Άμα θέτε όμως, βγάζετε ολόκληρη τη κούτα άνοιχτη και στη λοταρία, μια δραχμή ο λότος. Αν βγάλετε 20 λοτούς, άσχετα σε ποιον θα τύχει στο τέλος, εσείς έχετε βγάλει ήδη είκοσι δραχμές! Θα δώσετε τις δέκα στον μπακάλη, και θα έχετε κέρδος τις άλλες δέκα!
Όταν όμως τέλειωναν στην κούτα τα λουκούμια, δεν ξεχνούσαν στο τέλος τα παιδιά να γλύψουν με τη γλώσσα τους την λουκουμόσκονη στον πάτο του κουτιού!

6- Στράγγισμα τις κανίστρες

Σαν μέθοδος εξοικονόμησης μικρού ποσού χρημάτων, τα φτωχά παιδιά είχαν και μια συνήθεια, να αδειάζουν τις σιδερένιες κανίστρες του εργοστασίου ή της φάμπρικας όπου τις πετύχαιναν αφύλακτες, σε ένα ντενεκέ. Μετά ότι λάδι βγάζανε στο στράγγισμα, το πήγαιναν στο σπίτι, και με τη πύργια (μεταλλικό χωνάκι) το βάζανε σε ένα μισοκαδιάρικο γυάλινο μπουκάλι, και κατευθείαν στον μπακάλη! Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όσο καλά κι αν τις είχαν στραγγίσει οι φαμπρικάρηδες στα πιθάρια όλες τις κανίστρες τους, εν τούτοις η κάθε κανίστρα έβγαζε τουλάχιστον από εκατό μέχρι διακόσια δράμια καθαρό λάδι! Με τέσσερις μόνο κανίστρες, μπορούσαν να γεμίσουν όλο το μπουκάλι το μισής οκάς, και αν ήταν περισσότερες, θα μπορούσαν να βγάλουν λάδι καθαρό, μέχρι και μια οκά! Με τη μισή αυτή οκά που πήγαιναν στον μπακάλη, εκείνος αφού το ζύγιαζε τα πλήρωνε ανάλογα το λάδι, και συνήθως τους έδινε 2 με 2,5, δραχμές! Τώρα αν τα παιδιά πετυχαίνανε κάπου σιδεροβάρελα λαδιού αδειασμένα, ε τότε θα είχαν κάνει πολύ γερή μπάζα! Μπορούσαν να βγάλουν με την μέθοδο της στράγγισης, μέχρι πέντε οκάδες λάδι!

7- Παραγγελιές

Πολλά φτωχά παιδιά στο χωριό, έδειχναν ιδιαίτερη προθυμία στο να εκτελούν παραγγελίες επί πληρωμή, είτε σε μεγαλύτερους, είτε σε ανάπηρους που δεν μπορούσαν να βγουν από το σπίτι, είτε ακόμα και σε επαγγελματίες που δεν είχαν το χρόνο λόγω της δουλειάς τους, να πάνε οι ίδιοι. Κάποιοι πάλι έστελναν τα παιδιά στην κοντινή πόλη στο φαρμακείο για φάρμακα, και φυσικά κι αυτοί επί πληρωμή!
Για παράδειγμα στο χωριό μας στη Γαλιά, λέει κάποιος καφετζής, που ήταν ο Δρουγκοστελιανός στο δωδεκάχρονο Μανωλιό:
-Γιάε Μανωλιό, στο γάιδαρο έχω φορτωμένα δυο αδειανά ξύλινα τελάρα γαζόζες.
Πάρε μωρέ το γάιδαρο όπως είναι, καβαλίκεψε τονε, και άμε στσι Μοιρες στου Σταματάκη. Θα του αφήσεις τα αδειανά τελάρα, και θα φορτώσεις δυο γεμάτα! Θα τον πληρώσεις με τα λεφτά που θα σου δώσω, μετά θα ξανακαβαλικέψεις το γάιδαρο και θα ν- έρθεις!
Ε γιάε, και άμα μου τα φέρεις, και εγώ θα σου δώσω ντελόγο δυο δραχμές!
Θα ν- έχεις όμως το νου σου νε μην ατζιρητάς ( τρέχεις) το γάιδαρο, και σπάσουνε τα μπουκάλια…
Πασίχαρο το Μανωλιό, καβαλικεύει το γάιδαρο, κατηφορίζει στον κεντρικό χωματόδρομο προς τα κάτω, και μέχρι να πεις «κύμινο» είχε εξαφανιστεί!
Άσχετο τώρα πως το Μανωλιό, σα βγήκε έξω από το χωριό, έκανε μια μικρήστάση! Σταμάτησε το γάιδαρο σε ένα απόμερο μέρος, ξεπέζεψε και τον έδεσε από το χαλινάρι σε μια ελιά για πέντε λεπτά. Τράβηξε ένα μπουκάλι με το αριστερό του χέρι, και με το δεξί μετά, έπιανε ένα ένα τα αδειανά μπουκάλια, και τα μετάδειαζε στο ίδιο μπουκάλι. Το έκανε αυτό, για να συγκεντρώσει σε ένα όλα τα απομεινάρια γκαζόζας που είχαν το κάθε ένα τους στο πάτο! Στο τέλος από όλο το τελάρο με τα 25 μπουκάλια, είχε μαζέψει μισό μπουκάλι γκαζόζα! Πήγε μετά και στο άλλο τελάρο, όπου τελικά επογέμισε το μπουκάλι! Έπιασε μετά και ήπιε τη γκαζόζα του «σαν κύριος», κυριολεκτικά την απόλαυσε, εις υγεία του Στελιανού!
Εμ το είχε καιρό απωθημένο, να βλέπει τα αλλά κοπέλια να πίνουν γκαζόζες, και εκείνο να λαχταρεί και να ζηλεύγει…
Πήγε και γύρισε, έκανε την παραγγελιά, πήρε όμως και το δίφραγκο!

9- Αυγά στον μπακάλη

Όσο κι αν απαγόρευαν αυστηρά οι γονείς τη κλοπή στα παιδιά τους, κάποια τα πιο άταχτα, τους ήταν δύσκολο να κρατήσουν χαραχτήρα! Έτσι μια πρόχειρη λύση να έχουν ένα δίφραγκο στη τσέπη, ήταν να πάρουν κρυφά ένα δυο αυγά από τον κούμο (φωλιά) που είχαν τις όρνιθες τους (κότες),και να τα πάνε στον μπακάλη! Φυσικά με τις δυο δραχμές, μπορούσαν να πάρουν στραγάλια ή καραμέλες, που τις είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη! Πιο συχνά βέβαια έκλεβαν το κοτέτσι τους, παρά από ότι του γείτονα!
Τσάμπα το παραμύθι της μάνας τους για το κλέφτη που έκλεψε ένα αυγό, απ τ’ αυγό πήγε στη κότα, απ την κότα στο πρόβατο, κι απ το πρόβατο στο βόδι, και πάει λέγοντας!

10- Μανουσάκια

Την περίοδο που έβγαιναν τα μανούσα, πολλά παιδιά πήγαιναν και έκοβαν, τα έκαναν ματσάκια για πούλημα.
Τα πήγαιναν στην αγορά στις πόλεις και τα πούλαγαν, ή σταματούσαν κοντά στην πόρτα σε γάμους με τα μανούσα σε ένα πανιεράκι, και όσοι ήθελαν αγόραζαν. Δεν ήταν λίγες οι φορές, κυρίως επί τουρκοκρατίας, που πολλά φτωχά αδερφάκια μάζεψαν χρήματα, και αγόρασαν χωράφι πουλώντας μανουσάκια, επειδή τότε υπήρχαν ευκαιρίες! Γνωρίζω μια τέτοια περίπτωση στη Φανερωμένη, που αγόρασαν κι εκείνα τα φτωχά παιδιά ένα κομμάτι γης από τους Τούρκους, την εποχή που έφευγαν από την Κρήτη.
Λέει το πιο μεγάλο παιδί από τα δέκα ορφανά που είχε μια μάνα:
-Μάνα φεύγουν οι Τούρκοι και ούλοι αγοράζουνε χωράφια, εμείς δεν θα πάρουμε κανένα;
-Μα δεν έχουμε παιδιά μου λεφτά….
-Εμείς μάνα θα πουλούμε όλα τα αδέρφια μανούσα, και θα βρούμε λεφτά να στα δώσουμε…
Αυτό το είπαν και το έκαναν! Το χωράφι αυτό αν και μικρό το αγόρασε η μάνα τους από τους Τούρκους που έφευγαν, με τα λεφτά που βγάλανε τα παιδιά πουλώντας στους γάμους μανούσα!
Μετά από τόσα χρόνια, που το χωραφάκι αυτό άλλαξε χέρια, έτυχε να καταλήξει σε εμένα προσωπικά!

12- Ασκορδουλάκους

Την εποχή που οι αγρότες καλλιεργούσαν τα χωράφια ή τα αμπέλια τους το αλέτρι έφερνε στην επιφάνεια πολλούς ασκορδουλάκους (βολβούς). Τα παιδιά γέμιζαν τις τσέπες τους και τις άδειαζαν μετά σε ένα καλάθι. Μπορούσαν να βρουν από τρείς μέχρι και δέκα οκάδες ασκορδολάκους! Φυσικά έτρωγαν στο σπίτι αργά με τα κουκιά, αλλά πήγαιναν και στον μπακάλη, ο ποίος πάλι μόνο μια μικρή ποσότητα δυο τρείς οκάδες μπορούσε να αγοράσει.
Αν ήταν όμως να πουληθούν περισσότεροι ασκορδουλάκοι, τότε τα παιδιά τους πήγαιναν το Σαββάτο στο παζάρι.

13- Αβρονιές (βρύα) σπαράγγια κι αμπελόφυλλα

Πολλές φορές όταν τα παιδιά έβρισκαν πολλά σπαράγγια ή βρύα, τα έκαναν μάτσα μάτσα, και τα πήγαιναν στην αγορά, και τα πούλαγαν με το ματσάκι. Πολύ σπάνια πούλαγαν πάντως τα αμπελόφυλλα, διότι αν τα έπιανε μέσα ο αγροφύλακας θα τα έσπαγε στ ξύλο! Ο λόγος γιατί τα βλαστάρια του αμπελιού εκείνη την περίοδο ήταν εύθραυστα, και σίγουρα θα έκαναν μεγάλες καταστροφές στο αμπέλι

14- Κουλούρια

Πολλά παιδιά πούλαγαν κουλούρια, που τα αγόραζαν από φούρνο στη κοντινή πόλη, και έτσι έβγαζαν χρήματα! Στα Μεσαρίτικα χωριά, πολλά παιδιά κατέβαιναν κάθε Παρασκευή πρωί πρωί στις Μοίρες, και έπαιρναν τα κουλούρια από του Αλεξανδράκη τον φούρνο, ή από του Χριστοφή. Οι φουρναραίοι σαν καλοί άνθρωποι, τους τα έδιναν δανεικά, και το Σάββατο το βράδυ που τα είχαν ήδη πουλήσει, τους πήγαιναν τα λεφτά.
Ο Χριστοφής τα είχε σε πανέρια, 300 κουλούρια κάθε πανέρι! Πήγαινε ας πούμε πρωί πρωί το Μανωλιό από τη Γαλιά με το τσινιάρικο μουλάρι του πατέρα του στον Χριστοφή. Αν πήγαινε πολύ πρωί, δηλαδή να είναι εκεί στις 7, τότε προλάβαινε να πάρει το γυάλινο τετράγωνο βιτρινάκι που διέθετε ο φούρνος, που κρατούσε ζεστά όλη μέρα και τα 300 κουλούρια! Αν αργούσε όμως, το έπαιρνε άλλο παιδί από εκείνα που πήγαιναν γα τον ίδιο λόγο. Αν τυχόν κι αργούσε το Μανωλιό, έπαιρνε πάλι τα 300 κουλούρια, αλλά του έδινε πλέον δυο λαμαρίνες να τα βάλει μέσα. Τις φόρτωνε δεξιά αριστερά στο μουλάρι με τα κουλούρια, και πήγαινε καβάλα στα διάφορα χωριά! Πήγαινε στο χωριό του στη Γαλιά και μετά και σε άλλα γειτονικά χωριά, κυρίως Λαλουμά, Σκούρβουλα, Φανερωμένη Απόλυχνο Βρέλη κλπ.
Λαλουμά και Σκούρβουλα πουλούσε τα περισσότερα κουλούρια, γιατί είχε μεγάλο σοι με συγγενείς!
Φώναζε στο δρόμο στου Λαλουμά:
Φρέσκα ζεστά κουλούργια πουλώ, μια δραχμή το κουλούρι!
Ε θειά! Έλα να πάρεις κουλούργια να δώσεις στα κοπέλια σου!
-Να πάρω ήθελα εγώ παιδί μου Μανωλιό, μα δεν έχω λεφτά!

Βλέπεις αν και είχαν από μια δεκαριά κοπέλια ο κάθε ένας τους, χρήματα όμως δεν είχαν! Έτσι γύριζε το Μανώλιό πίσω, με τα μισά κουλούρια απούλητα, λίγα χρήματα, αλλά με μισό καλαθάκι αυγά, που τα εξαργύρωνε στον μπακάλη!
Έκατσε όμως το βράδυ στο σπίτι, και σκέφτηκε καλά το θέμα! Λέει με το νου του:

«Μρέ κοπέλια έχουνε ούλοι ντως μπόλικα! Από την άλλη πάλι, κουλούργια θένε ούλοι να πάρουνε, μα δεν έχουνε λέει λεφτά! Κάτι πρέπει να κάνω…»
Σκέφτηκε πράγματι, όπως λέει η παροιμία «το αγώι ξυπνά τον αγωγιάτη», και το πρωί παίρνει ένα κατσαρολάκι από τη μάνας του, και πάει στου Διαμνιανογιώργη το μπακάλικο, και λέει του Γιώργη του μπακάλη:

-Μπάρμπα, γέμισέ μου εκειονέ το κατσαρολάκι στάρι, και πε μου πόσο κάνει!

Παίρνει απόβαρο ο άνθρωπος αφού το ζυγίζει στη ζυγαριά, μετά το γεμίζει κάργα σιτάρι, το ξαναζυγίζει, και του λέει:
-Τέσσερις δραχμές κάνει το στάρι Μανωλιό!
-Γέμισε μου το δα και κριθάρι!
-Τρείς δραχμές κάνει το κριθάρι! Του είπε αφού το ζύγισε.
Χαρούμενο το Μανωλιό, ξαναπάει την από πάνω Παρασκή στου Λαλουμά, αλλά στο μουλάρι έχει επιπλέον και δυο άδειους φάρδους (σακιά).
Φτάνει στην ίδια γειτονιά, και διαλαλούσε πάλι τα κουλούρια του:
-Φρεσκα και ζεστά κουλούργια πουλώ! Μια δραχμή το κουλούρι!
Έλα θειά! Έλα να πάρεις πεντέξε κουλούργια για τα κοπάλια σου!
-Μωρε να πάρω ήθελα ‘γω Μανωλιό, μα έλα που δεν έχω λεφτά!
-Ντα παίρνω εγώ θειά και καρπό! (στάρι και κριθαρι)! Κατέχω το πως ούλοι σας στάργια και κριθάργια βάνετε μπόλικα!
-Ε άμα είναι ετσά, φέρε μου μια χροιγιά να πάω να στή γεμίσω!

Πράγματι, ούλοι εκείνο το καιρό έβγαζαν τόνους στάρια και κριθάρια!

Έφερε η θειά το κατσαρόλι γεμάτο στάρι, και της έδωσε τέσσερα κουλούρια! Εκαλόρθε τση θειάς που καταχάρηκε, και πάει ξανά και του γεμίζει άλλα δυο τρία κατσαρόλια στάρι να φάνε τα κοπάλια τζη κουλούρια, να κουζουλαθούνε από τη χαρά τους!
Με το κριθάρι βέβαια έδινε τρία κουλούρια!
Μέχρι αργά, μονάχα από Λαλουμά και Σκούρβουλα, είχαν φύγει όλα τα κουλούρια!
Το μουλάρι πλέον ήταν φορτωμένο με δυο σακιά γεμάτα καρπό! Το ένα είχε κριθάρι και το άλλο σιτάρι, αλλά με λιγότερα πλέον αυγά, έτσι καβάλα και εκείνος στο σωμάρι, όδευε προς τη Γαλιά! Πήγε ένα μέρος στη μάνα του να το πάει στο μύλο να ζυμώσει, και τα άλλα όλα στον μπακάλη για να τα ανταλλάξει με χρήματα, να πληρώσει το Σαββάτο τον Χριστοφή!

Κάναμε μια μικρή προσπάθεια να καταγράψουμε κάποιες μεθόδους που έβρισκαν τα παιδιά να αποχτούν χαρτζιλίκι, και μπορεί και κάποιοι άλλοι τρόποι να μας διέφυγαν, όπως για παράδειγμα μεταγενέστερα πήγαιναν και βοηθούσαν στις καλλιέργειες να φορτώνουν χέρι με χέρι καρπούζια ή πεπόνια, επί πληρωμή.
Τα παιδιά αυτά, τα παρακινούσε το ίδιο τους το μεράκι, και η μεγάλη αγάπη τους στην οικογένεια.
Όμως παρά τη πείνα και τις στερήσεις, σε καμία περίπτωση δεν ζητιάνευαν! Ποτέ κανένα παιδί ακόμα και ορφανό δεν άπλωσε χέρι ζητιανιάς! Ότι κατάφερνε κάθε παιδί, ήταν από δικού του και από τις πλάτες του!
Βέβαια και οι γονείς των φτωχών παιδιών, απαγόρευαν αυστηρά να απλώνουν χέρι, είτε να ζητιανέψουν είτε να κλέψουν!

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *