Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η εποχή των βρακοφόρων στη Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Μπορεί οι νεώτεροι να μην πρόλαβαν τους παλιούς γέροντες βρακοφόρους, αραχτούς στα καφενεία στα χωριά ή στις πόλεις της Κρήτης, όπως εμείς οι παλαιότεροι, όμως αξίζει τον κόπο να πούμε δυο λόγια για αυτούς, μια και όλοι τους είχαν μια ιδιαιτερότητα και πολλά κοινά γνωρίσματα μεταξύ τους


Οι παλιοί μας Κρήτες βρακοφόροι που πέρασαν με τα χρόνια γενιές και γενιές, ήταν μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, όπου δεν αισθανόταν ποτέ ντροπή για τη φορεσιά τους.
Αντίθετα, περπατούσαν καμαρωτά, και πάντα ένοιωθες ότι ήταν σκεπτικοί, σοβαροί, και σπάνια γελούσαν. Γενικά ήταν αγέρωχο, εντυπωσιακοί, και ο κόσμος τους καμάρωνε. Πολύ δε περισσότερο όταν ο βρακοφόρος ήταν νέος καβαλάρης επάνω στο νεαρό άλογό του, όμορφος και ψηλός ντελικανής. «Κοπελιάρη» έλεγαν κάποτε στην Κρήτη τον όμορφο νέο! Ακόμα περισσότερο όταν ο νέος αυτός τύχαινε να χορεύει πεντοζάλη και να σέρνει πρώτος στο χορό!
Οι παλιοί πάντως βρακοφόροι της Κρήτης, ήταν κατά πλειοψηφία τους έντιμοι άνθρωποι με ευθύνη, ανθρωπιά τιμιότητα και σοφία, είδος που σχεδόν σπανίζει σήμερα.
Η ψυχολογία βέβαια των βρακοφόρων και σε πολλά άλλα πράγματα ήταν κοινή. Τους διέκρινε όλους μια σοβαρότητα, ένας σκεπτικισμός, και η βασική τους τακτική ήταν μια διαρκής ευθύνη, στο να τιμούν τα ρούχα που φορούσαν. Μπορούσαν να διασκεδάζουν κανονικά, να πίνουν να χορεύουν, αλλά ποτέ δεν έκαναν άσχημες και άσεμνες χειρονομίες, ποτέ δεν λέγανε βρομόλογα, και γενικά ποτέ δεν σκεπτόταν και δεν ενεργούσαν χυδαία. Έναν βρακοφόρο τον διέκρινε μέχρι τέλους η παλικαριά και η αντρειοσύνη.
Εθεωρείτο αρχοντιλίκι για κάποιον που φορούσε σαλβάρια, δηλαδή μια ακριβή κρητική φορεσιά, και πολλές φορές τον προσφωνούσαν και «καπετάνιο» ή «άρχοντα»!
Οι περισσότεροι κάποτε βρακοφόροι, είχαν ένα όνομα στην κοινωνία, που πολλές φορές η φήμη τους ξεπερνούσε την περιοχή τους, διότι ήταν άνθρωποι με σπουδαία προσωπικότητα στον τόπο τους, με σπουδαία αναγνωσιμότητα.
Η εικόνα του βρακοφόρου που κάθεται σε μια καρέκλα στο καφενείο και πίνει τον καϊβέ του «βαρύ γλυκό στο χονδρό» σκέτο ή μέτριο, ή ακόμα να κρατά τον ναργιλέ του να ρουφάει πότε – πότε, και σε κάθε ρουφηξιά να ιστορεί μνήμες από το παρελθόν του, ήταν εικόνες πολύ συχνές μέχρι τα τελευταία χρόνια της περασμένης εκατονταετίας! 
Ο γεροντόπρινος βρακοφόρος Κρητίκαρος που περπατά στον δρόμο καμαρωτός, είτε ακόμα και πολύ γερασμένος με τη κατσούνα του σκυφτός με αργό βήμα, είναι εικόνες χαραγμένες στην μνήμη μας! 
Οι βρακοφόροι φορούσαν είτε τα καθημερινά τους είτε στις επίσημες στιγμές τα γιορτινά τους, και η βράκα σε άλλους ήταν κοντή, και σε άλλους τόσο μακριά που σχεδόν σερνόταν μέχρι το πάτωμα!
Οι περισσότεροι βρακοφόροι από τους τελευταίους που εξέπνευσαν με το τέλος του περασμένου αιώνα, υπήρξαν και οι ίδιοι πολεμιστές, και γνώριζαν πως οι πατεράδες τους και οι παππούδες τους, και εκείνοι τίμησαν την κρητική φορεσιά σε διαφόρους πολέμους κατά καιρούς. Οι Τούρκοι της Κρήτης φορούσαν και εκείνοι αντίστοιχη στολή, και επειδή πηγαινοέρχονταν στην Τουρκία, έμαθαν και στα νησιά μας, πολλοί γέροντες να φοράνε νησιώτικες στολές, παρόμοιες με τις κρητικές, αλλά με απλό μαύρο ύφασμα. Οι τούρκοι τον ράφτη της βράκας τον έλεγαν «Τερζή», και έτσι ήταν γνωστός και στην Κρήτη.
Η κρητική βράκα ήταν άλλη τον χειμώνα και άλλη το καλοκαίρι, όπως και άλλη για τις επίσημες στιγμές ή σκόλες, και άλλη για τις καθημερινές ή τις εργασίες τους.
Όλοι οι βρακοφόροι ήταν φανατικοί υποστηριχτές της κρητικής ενδυμασίας, και σε όλη τους τη ζωή μέχρι την τελευταία στιγμή την φορούσαν επάνω τους. Όλοι σχεδόν οι βρακοφόροι ήθελαν να τους θάψουν μαζί με τη στολή τους στον τάφο, δεν ήθελαν ούτε στον θάνατο να την αποχωριστούν, αν και δεν έλειωνε εύκολα η βράκα, λόγω της καλής ποιότητας υφάσματος, που είχε τεράστια αντοχής στο χρόνο.

Τα παιδιά βέβαια πάντα είχαν μια κλασική απορία, τι είχε μέσα η βράκα τους και φούσκωνε τόσο από τη πίσω πλευρά, και δεν ήταν λίγες οι φορές, που αν κάποιος γέρος βρακοφόρος ήταν καλόβολος και πράος, τον ακολουθούσαν από πίσω τα παιδιά, και προσπαθούσαν να του πιάσουν τη βράκα! Μιαν απορία πάντως την είχε και πολύς κόσμος, στο τι φορούσαν από μέσα από τη βράκα, αν φορούσαν σώβρακο ή όχι, και πως τα κατάφερναν να την λύνουν κάθε φορά που πήγαιναν για την ανάγκη τους!

Η στολή του βρακοφόρου στη Μεσαρά

Τη κρητική ανδρική φορεσιά στη Μεσαρά, αλλά γενικά στη Κρήτη, αποτελούνταν κυρίως από πέντε έξη βασικά κομμάτια, αρχίζοντας από κάτω προς τα επάνω, που ήταν τα στιβάνια, οι κάλτσες ή τσαρούχια, η απέξω βράκα, η από μέσα βράκα , οι δυο βρακοζώνες, το πουκάμισο, το μεϊντάνι με τα μανίκια απέξω από το γιλέκο. Επίσης ήταν το καποτάκι και στο κεφάλι φορούσαν το κρητικό μαντίλι φέσι ή σαρίκι.

Η Βράκα και το μεσοβράκι

Η βράκα ήταν συνήθως διπλή, η απέξω βράκα με 10 πήχες τσόχινο ύφασμα, και η από μέσα βράκα ή μεσοβράκι ή απομεσσοβράκι με 10 με 12 πήχες άσπρο λινό ύφασμα. Το απομεσσοβράκι είχε και αυτό πολλές δίπλες για να φαίνεται φουσκωμένο, και στο περπάτημα πήγαινε δεξιά αριστερά
Στην περίπτωση που κάποιος δεν φορούσε απομεσσοβράκι από μέσα από τη βράκα, τότε ή έπρεπε να φοράει κάποια σκελέα, ή έπρεπε να έχει μέσα ένα μαξιλαράκι για να φουσκώνει προς τα πίσω, το οποίο βέβαια βοηθούσε και στο να κάθεται κάπου ο βρακοφόρος. Η βράκα στένευε κάτω και έφτανε συνήθως δυο δάχτυλα κάτω από το γόνατο. Επάνω το απομεσσοβράκι δίπλωνε και πέρναγε ένα πλακέ βαστάι, δηλαδή κορδόνι, όπως περίπου το φυτίλι μιας λάμπας πετρελαίου . Το κορδόνι αυτό της βράκας ήταν δυο μέτρα, και αφού περνούσε μια στροφή από τη θηλιά, δενόταν μπροστά με κόμπο, και μετά ότι περίσσευε έδενε και πίσω αφού στερέωνε ξανά και το ύφασμα που περίσσευε και κρεμόταν έξω από το βαστάι. Οι παλιοί με τη λέξη «σ(χ)αλβάρι» ή σαλβάρι, λέξη τούρκικη, εννοούσαν συνήθως την επίσημη σκολινή ή γαμπριάτικη βράκα που ήταν τσόχινη, και είχαν συνήθως μία ο κάθε βρακοφόρος, ενώ η απλή βράκα που ήταν η καθημερινή τους από μαύρο απλό πανί, κάθε βρακοφόρος είχε δυο τρείς παρόμοιες. 
Όταν ο βρακοφόρος ήθελε να κάτσει κάπου, άρχιζε να τη μαζώνει, και έκανε ένα ολόκληρο μαξιλαράκι από κάτω!
Δεν ήταν εύκολο να πλυθούν όμως οι κρητικές βράκες, και για αυτό οι νοικοκυρές της εποχής σπάνια τις έπλεναν στην μπουγάδα με τον γνωστό τρόπο που έπλεναν και τα υπόλοιπα ρούχα! Όμως για να καθαρίσουν οι βράκες με τις πολλές πτυχές τους, έκαναν το εξής:
Έβραζαν νερό στο καζάνι ή στο μπουγαδοτσίκαλο, και έριχναν μέσα ρίζες τσουένι, που ήταν ρίζες ενός φυτού που ερχόταν από το εξωτερικό. Όλοι οι μπακάληδες πουλούσαν τότε τέτοιες ρίζες τσουένι, που είχαν καφέ χρώμα, και ο νοικοκυρές τις έβαζαν στο νερό που βράζει. Εκεί λοιπόν στο βραστό νερό, βουτούσαν τις βράκες μερικές φορές, και στο τέλος τις ξέπλεναν. Οι ρίζες αυτές είχαν καθαρτικές ιδιότητες, και καθάριζαν πράγματι το τσόχινο ύφασμα.

Η βρακοζώνη

Απέξω πάλι από την εξωτερική βράκα, υπήρχε άλλη βρακοζώνη κόκκινη ή βυσσινί, με μεταξωτή κλωστή περίπου έξη με οχτώ μέτρα μάκρος και είκοσι με πενήντα εκατοστά πλάτος, με μακριά κρόσσια στα άκρα. Σαν τύλιγε η βρακοζώνη στη μέση γύρω – γύρω, κρέμονταν μπροστά δεξιά και αριστερά τα κρόσσια, και προσέδιδαν γοητεία και ομορφιά στη στολή. 
Μέσα στη ζώνη αυτή μπήγεται το μαχαίρι και κρύβεται το παραδοσάκουλο και το καπνοσάκουλο.
Η ζώνη ήταν υφαντή στον αργαλειό με στημόνι βαμβακερό και υφάδι από μετάξι. Για να λυθούν βέβαια και οι ζώνες αυτές ή να δεθούν ξανά, ήθελε δέκα λεπτά χασομέρι!
Υπήρχε κάποτε μια λαϊκή φράση: «Αυτός βολοσέρνει τη βρακοζώνη του», που σήμαινε πως κάποιος είναι έτοιμος για καυγά. Έλυνε δηλαδή επίτηδες τη ζώνη της βράκας του και την τραβολογούσε, με αποτέλεσμα να την πατήσει από πίσω του ο άλλος, με αποτέλεσμα να αρπαχτούν!

Το πουκάμισο

Άλλο ένδυμα ήταν και το πουκάμισο, που ήταν κι αυτό ήταν υφαντό και ειδικό ύφασμα πλισές βαμβακερός ή μεταξωτός, και το ύφασμα που το λέγανε «μπόλια». Με το ίδιο ύφασμα έφτιαχνα οι γυναίκες μεσοφόρια αλλά και μαντίλια για το κεφάλι που τα λέγανε και αυτά μπόλιες. Το πουκάμισο στο γιακά είχε άσπρο γυαλιστερό ύφασμα από χασέ, το ίδιο και στα μανίκια. Τα μεταξωτά πουκάμισα τα έφτιαχναν στον αργαλειό, με βαμβακερό υφάδι και στημόνι μετάξι. Συνήθως στις γιορτές και στις χαρούμενες μέρες φορούσαν άσπρο πουκάμισο, και στο πένθος μαύρο.

Το γιλέκο

Απέξω από το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκο ή γιλέκι ένας επενδύτης χωρίς μανίκια, κι αυτό φτιαγμένο από τσόχα καλής ποιότητας Το γιλέκο ήταν είτε ανοιχτό που άφηνε να φαίνεται το πουκάμισο, είτε κλειστό σταυρωτό, που σταύρωνε με τα δυο πέτα του στο στήθος, και κουμπώνει στα πλάγια με θηλιές και κουμπιά σε πολλές σειρές από μεταξωτά μαύρα σιρίτια, τα λεγόμενα και χάρτζα. Δεξιά αριστερά έχει τσεπάκια που μπαίνει το ρολόι ή τα κέρματα.

Το μεϊντάνι

Απέξω από το γιλέκο φορούσαν το μεϊντάνι με μανίκια. Ρούχο μεσάτο και τελείως ανοιχτό από μπροστά, με ύφασμα ίδιας ποιότητας με την υπόλοιπη στολή. Στα πέτα του βάζανε δυο λουρίδες από υφαντό κατάλευκο ύφασμα από χασέ και εντυπωσίαζε η στολή. 
μεσάτο και τελείως ανοιχτό μπροστά. Το μεϊντάνι κοσμείται κι αυτό με χάρτζα μαύρου χρώματος σε διάφορα σημεία του

Τα στιβάνια 

Τα στιβάνια τα υποδήματα δηλαδή που ήταν σαν μπότες, ήταν από γνήσιο λεπτό και γυαλιστερό δέρμα αδιάβροχο, με ειδική επεξεργασία, σε χρώμα μαύρο καφέ ή άσπρο. Καμιά φορά κάρφωναν και ξυλάκια από κάτω για να τρίζουν στο περπάτημα, και αυτά ήταν τα τριζάτα στιβάνια. Υπήρχαν εξαιρετικοί μάστορες παλιά της κρητικής μπότας, όπου ήθελε ψηλή τέχνη, που πολλοί λαοί έκτοτε, και παρά την σύγχρονη τεχνολογία, ποτέ δεν κατάφεραν να αντιγράψουν!

Το κρητικό μαντίλι

Απαραίτητο της στολής ήταν και το κρητικό μαντίλι ή σαρίκι στα τούρκικα , που ήταν ένα μαύρο πανί ένα μέτρο μάκρος, χωρίς κρόσσια, που οι γέροι το διπλώνανε και αφού το κάνανε σαν τρίγωνο, το έδεναν στο κεφάλι τους, και το τρίγωνο κρεμόταν λίγο μπροστά και κάλυπτε το μέτωπο τα αυτιά και το σβέρκο, ενώ άφηνε ακάλυπτο το πάνω μέρος τη κεφαλής. Με αυτό το διπλωμένο μαντίλι στο κεφάλι, έμοιαζαν κάποιες πίτες που τις έλεγαν σαρικόπιτες. Ορισμένοι γέροι ή κάποιοι παπάδες, στις καθημερινές φόραγαν ένα σκούφο το λεγόμενο καλπάκι. Ήταν πάνινος με μαύρο απλό πανί, και έμοιαζε σαν κατσαρολάκι το σχήμα του. Για να στέκεται όρθιο του έβαζαν μέσα ένα χαρτόνι.
Τα κρόσσια στα κρητικά μαντίλια, καθιερώθηκαν αργότερα σε κάποια ορεινά χωριάτης Κρήτης περισσότερο σαν ομορφιά αλλά υπάρχει και μια δοξασία, που λέει πως τα κρόσσια αυτά ήταν σύμβολα από την εποχή της τουρκοκρατίας. 
Λένε πως κάποτε οι γυναίκες πρόσθεταν από ένα κρόσσι στο μαντίλι του άνδρα τους, κάθε φορά που σκότωναν κι από ένα Τούρκο!

Το καπότο

Το καπότο ή καποτάκι ήταν ένδυμα για τις κρύες μέρες του χειμώνα, και το φόραγαν συνήθως ριχτό στη πλάτη, όχι από τα μανίκια. Ήταν σαν κοντό παλτό με κουκούλα φτιαγμένη από το ίδιο τσόχινο ύφασμα όπως και τα υπόλοιπα ρούχα. Το καπότο ήταν κόκκινο ή μπλε συνήθως, και είχε και αυτό πλούσια κεντήματα στους ώμους, στους αγκώνες στην πλάτη και στα δυο πέτα. Εσωτερικά το καπότο είναι επενδυμένο με κόκκινη φόδρα όπου φαίνονται και εδώ εντυπωσιακά κεντήματα.

Οι κάλτσες

Όσοι φορούσαν την βράκα που ήταν δυο δάχτυλα κάτω από το γόνατο, έπρεπε να φορέσουν και κάλτσα μαύρη παρόμοια με τις γυναικείες, και επάνω να πιάσει η κάλτσα και το τελείωμα της βράκας με ένα λάστιχο. Μετά φορούσαν τα στιβάνια. Οι νέοι συνήθως δεν φορούσαν ίδιες κάλτσες, αλλά κοντές κεντητές, όπου ήταν ραμμένες επάνω στην ίδια τη βράκα, αλλά δεν έφταναν μέχρι τον αστράγαλο, αλλά λίγο πιο επάνω.

Τα κρητικό μαυρομάνικο μαχαίρι 

Στη μέση ανάμεσα στη ζώνη μπαίνει ένα κρητικό μαχαίρι με ασημένιο θηκάρι. Πολλές φορές είναι το δώρο της νύφης προς τον γαμπρό πριν το γάμο

Η καδένα

Σε όλη τη Κρήτη οι ευκατάστατοι βρακοφόροι φορούσαν και μια ασημένια καδένα που κρεμόταν στο λαιμό σαν στολίδι.

Το ρολόι

Άλλο ένα στολίδι της ανδρικής φορεσιάς ήταν και το ρολόι, το οποίο είχε καπάκι και στο καντράν είχε λατινικά γράμματα. Βρισκόταν με αλυσιδάκι μέσα σε ένα από τα δυο τσεπάκια του γιλέκου. Καμιά φορά στους νέους το ρολόι κρεμόταν στο τέλος της ασημένιας αλυσίδας του λαιμού, αλλά πάλι έμπαινε σε ένα από τα δύο τσεπάκια.

Πολλές φορές ο πεθερός έκανε δώρο μια κρητική στολή στον μέλλοντα γαμπρό του, και ο έτερος πεθερός μια κρητική γυναικεία φορεσιά στη νύφη. Τα Σάββατα ή σε θρησκευτικέ εορτές και πανηγύρια, το ζευγάρι κατέβαινε κι αυτό και τους καμάρωνε ο κόσμος. 
Με αυτές τις επίσημες φορεσιές πήγαιναν αργότερα και στην εκκλησία για το γάμο. 
Μια κρητική φορεσιά βέβαια είτε γυναικεία είτε ανδρική, κόστιζε μια περιουσία και έπρεπε να αποκτηθεί με κάποια οικονομία. Φτάνει να αναλογιστούμε πως μια τέτοια γνήσια κρητική φορεσιά, σήμερα θα κόστιζε πάνω από 20 χιλιάδες ευρώ! Τότε βέβαια ήθελε δυο μήνες μονάχα εργασία στο κέντημα της μέχρι να φτιαχτεί!

(Ευχαριστούμε τον Κ Μαραγκάκη Μύρωνα για τις πληροφορίες)
Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αγαπημένα παιχνίδια των παλιών καιρών – Μαρκαρίσματα-Βεζίρης

Δημοσιεύτηκε

στις

Τρόποι μαρκαρίσματος στα παλιά παιδικά παιγνίδια


Στα κρητικά παιδόπουλα υπήρχαν διάφοροι τρόποι. στο ποιος ή ποια ομάδα θα άρχιζε πρώτη το παιγνίδι. Πολλοί ήταν οι τρόποι για να «νικάρουν» όπως έλεγαν, δηλαδή να δοκιμάσουν με διάφορους τρόπους, ποιος θα ξεκινήσει πρώτος, ή ποιος θα διαλέξει παίχτη πρώτος.

Με γραμμή στο έδαφος και τις πλακωτές πέτρες

Τραβούσαν μια γραμμή στο έδαφος με ένα ξύλο, σίδερο ή πέτρα, και μετά οι παίχτες σε μια απόσταση έπαιρναν από μια πλακωτή πέτρα, και την πετούσαν με σκοπό ποιος θα φτάσει κοντύτερα στη γραμμή, όπου και θα άρχιζε πρώτος.

Το χλωρό και το ξερό

Για το ποιος θα αρχίσει πρώτος, θα μας το πει «το χλωρό και το ξερό»! Έπαιρνε κάποιος από τη παρέα ένα πλακάκι πέτρινο, βίσαλο, ή οτιδήποτε πλακωτό, και το έφτυνε από τη μια του πλευρά, και αυτή ήταν το «χλωρό»!
Στη συνέχεια έλεγε στον άλλο, ή τον αρχηγό της άλλης ομάδας, τι προτιμά «το χλωρό ή το ξερό», που το ξερό ήταν η πίσω πλευρά η στεγνή. Στη συνέχεια πετούσε τη πέτρα πάνω, και αναλόγως από ποια μεριά έπεφτε, θα έβγαζε και τον κερδισμένο!

Κορώνα ή γράμματα

Παρόμοιος τρόπος με το χλωρό και το ξερό ήταν και ένα οποιοδήποτε κέρμα, που είχε από τη μια πλευρά τη «κορόνα», και από την άλλη τα «γράμματα». Πάλι διάλεγε ο άλλος ένα από τα δύο, το πετούσαν πάνω και αναλόγως τι έδειχνε πέφτοντας φαινόταν ποιος είναι ο κερδισμένος που θα κάνει πρώτος επιλογή.

Τα ξυλάκια το κοντό και το μακρύ

Άλλος τρόπος ήταν τα ξυλάκια, που μπορεί να ήταν και σπιρτόξυλα! Εκείνος που θα έκανε το τέστ έκοβε ξυλάκια όσα και τα άτομα σε διάφορα μεγέθη, και έλεγε στον κάθε ένα να τραβήξει κι από ένα. Εκείνος που θα τραβούσε το μεγαλύτερο ήταν ο κερδισμένος, ή αντίθετα το μικρότερο ο χαμένος!

Ο τοίχος και τα μολύβια

Ένας τρόπος για το ποιος θα βγει πρώτος, ήταν να πετούν σον τοίχο κάθε ένας το μολύβι του, και όποιου το μολύβι πήγαινε πιο κοντά στον τοίχο, εκείνος νίκαγε.

Με συλλαβές από στιχάκια

Ένα παιδί από τη παρέα έλεγε ένα μικρό συγκεκριμένο ποιηματάκι, και σε κάθε συλλαβή ή λέξη τονίζοντας έντονα το φωνήεν, και ακουμπούσε το χέρι του και σε ένα άτομο της παρέας. Σε εκείνον που θα τέλειωνε πάνω του η τελευταία τονισμένη λέξη ή συλλαβή, ήταν ο χαμένος που θα άρχιζε πρώτος. Συνήθως στο παιγνίδι «χωστό» (κρυφτό) γινόταν αυτό, και ο χαμένος φύλαγε πρώτος. Ειδικό στιχάκι για την περίσταση ήταν τα εξής:

‘Τό /σπυρί / σπυρί /κουκάκι,/ τό /μανά/ μανά/θουλάκι
ποιό/ να πέψω/ ποιό/ να αφήσω/, άμε /σύ /κουτσό/ριφάκι!»

Σε ποιο απ’ τα δυο χέρια?

Άλλος εύκολος και πραχτικός τρόπος, ήταν να κρύψει κάποιος στο ένα του χέρι κάτι, πετραδάκι χαρτάκι κλπ, και να ρωτήσει τον άλλο «σε ποιο απ’ τα δύο»? Εννοώντας, πως αν βρει ο ‘άλλος σε ποιο χέρι το κρύβει κέρδισε! Αν πάλι δεν εύρισκε τότε έχανε.

Με βηματισμό

Για τα αγόρια που έπρεπε να παίξουν παιγνίδια σε δυο ομάδες, όριζαν και από ένα αρχηγό. Οι αρχηγοί διάλεγαν παίχτες συνήθως «από το σωρό», αλλά αν ένας παίχτης ήταν πολύ ικανός, τότε έπεφταν στη διαδικασία να τον «μαρκάρουν», και αυτό γινόταν με τα πόδια! Έπρεπε όμως και να ξέρουν ποια ομάδα θα αρχίσει πρώτη, ποιος θα πάρει το τάδε τέρμα κλπ. Αυτό κυρίως το κανόνιζαν εύκολα με το «χλωρό και ξερό», πετώντας μια πέτρα ψηλά, ή ακόμα και κέρμα. Όμως το ποιος από τους δυο αρχηγούς θα διάλεγε τον καλό παίχτη, το κανόνιζαν οι δυο αρχηγοί. Πήγαιναν σε μια απόσταση από τρία έως πέντε μέτρα περίπου, και βημάτιζαν με το πέλμα φορώντας, χωρίς να είναι απαραίτητο, τα παπούτσια. Έκανε ένα βήμα ο ένας από δω, και άλλο ένα ο άλλος από την άλλη. Το κάθε βήμα ήταν όσο το μήκος του παπουτσιού, δηλαδή έφερνε το δεξιό παπούτσι, να ακουμπάει στο αριστερό, και ούτω καθ’ εξής και προχώραγε ο κάθε ένας! Ένα προς ένα βήμα ο κάθε ένας, πλησιάζοντας ο ένας τον άλλο. Όποιος στο τέλος τύχαινε και «πατούσε το πόδι του άλλου», αυτός ήταν ο κερδισμένος και διάλεγε παίχτη! Φυσικά έπαιρνε τον καλύτερο! Το σύστημα με τον βηματισμό τον θεωρούσα δίκαιη επιλογή και τον εφάρμοζαν συχνά στην αρχή στα παιγνίδια για διάφορους λόγους όπως προαναφέραμε.

Το παιγνίδι του Βεζίρη ( Μεσαρίτικη εκδοχή)

Στα χωριά της Κρήτης, πάρα πολλά παιγνίδια ήταν παλιά σε άνθιση, και είχαν επικρατήσει και πριν από την εποχή της τουρκοκρατίας, συνεχίστηκαν και μέχρι τη δεκαετία του ’70 όπου ήρθε η τηλεόραση, και φυσικά χάθηκαν όλα! Παιγνίδι διασκεδαστικό, που άφησε όμως εποχή στα παιδιά, ήταν και ο λεγόμενος «Βεζίρης»! Ο «Βεζίρης» είναι παιγνίδι πανελλαδικό με διάφορες εκδοχές.
Παιδιά σε μικρές ομάδες τεσσάρων και πέντε ατόμων, κυρίως του δημοτικού αλλά και μεγαλύτερα, έπαιζαν το παιγνίδι αυτό, και μάλιστα με μεγάλο φανατισμό! Για ένα τέτοιο θέμα βέβαια όπως ο «Βεζίρης», θα χρειαστεί να φρεσκάρουμε καλά τη μνήμη μας, γιατί έχουν περάσει κάμποσα χρονάκια, και σχεδόν έχουν ξεχαστεί τα περισσότερα από αυτά τα απλά παιγνίδια. Ελάχιστοι πλέον τα θυμούνται ή κάνουν μνεία για αυτά, αλλά και πάλι χωρίς πολλές λεπτομέρειες! Ο λόγος που όλοι μας τα ξεχάσαμε, είναι που μεγαλώνοντας, μπήκαν στη ζωή μας πιο σημαντικά θέματα να ασχοληθούμε, οπότε αμέσως κιόλας ξεχάσαμε ότι μας συνέδεε με την παιδική μας ηλικία! Ελάχιστοι θυμούνται να μας πουν κάποια πράγματα, και έτσι θα πρέπει να ρωτηθούν πολλοί, για να βγει κάποια άκρη!
Δεν μπορούμε να πούμε πως είναι άγνωστο το πως πήρε το όνομα του το παιγνίδι αυτό, «Βεζίρης», γιατί στη πραγματικότητα αναπαριστά την τούρκικη διοικητική κλίμακα κατά κάποιον τρόπο, οπότε και την σατιρίζει! Πάντως σαν παιγνίδι ο «Βεζίρης» για τα παιδιά, ήταν εξαιρετικά διασκεδαστικό και πολύ ζωντανό! Ήταν παιγνίδι για αγόρια κυρίως, αλλά το έπαιζαν και με κορίτσια!
Το παιγνίδι είχε σαν βάση το ξύλο, και παιζόταν με τρία πράγματα, το κόκκαλο που είχε και την ονομασία του παιγνιδιού, και ήταν από το μπροστινό πόδι του κατσικιού, μήκος 3,5 έως 5 εκατοστά, και δυο ξύλα, το ένα του «Βασιλιά», και το άλλο του «Βεζίρη»!
Παρ’ όλο που το παιγνίδι περιείχε ξύλο, ωστόσο τα αγόρια τότε δεν ήταν ιδιαίτερα μαμμόθρεφτα όπως θα τα λέγαμε σήμερα, και σε πολλά παιγνίδια τον βασικό λόγο τον είχε το ξύλο, όπως το «μπιζ» με τη παλάμη του χεριού, και ο Βεζίρης με δυο ξύλα – βέργες! Στα αγόρια πολλές φορές, έπεφτε και ξύλο που έμοιαζε με αληθινό!
Είχε το κόκκαλο αυτό ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σχήμα με τέσσερις έδρες , αλλά όμως στην πράξη είχε πέντε θέσεις που μπορούσε να στηθεί. Οι τέσσερις έδρες αυτές με το χαρακτηριστικό τους σχήμα, είχαν διαφορετικό συμβολισμό. Όπου το έβρισκαν το κόκκαλο του βεζίρη τα παιδιά, το φύλαγαν για να το έχουν στα παιγνίδια τους! Καμιά φορά και οι ίδιοι οι γονείς σαν έσφαζαν κανένα αρνάκι, φύλαγαν και εκείνοι το κοκαλάκι αυτό για τα παιδιά τους, για να έχουν να παίζουν, μιας και δεν τους αγόραζαν ποτέ παιγνίδια!
Τις πιο πολλές φορές όμως, τα παιδιά παράγγελναν το κόκκαλο να τους το φυλάξουν οι γονείς τους!
Το κόκκαλο το έριχναν όπως το ζάρι, ο πετούσαν στον αέρα δηλαδή αλλά χαμηλά, και ανάλογα ποια έδρα ερχόταν επάνω, ήταν και η ανάλογη θέση για εξουσία ή τιμωρία! Συνήθως όλα τα παιδιά είχαν στα «παιγνίδια» τους και από ένα κοκαλένιο βεζίρη, και όταν μαζευόταν κάπου – κάπου σε μικρές παρέες, έβγαζε κάποιος το κόκκαλο αυτό, για να παίξουν, και πραγματικά να διασκέδαζαν πολύ με αυτό!
Για να καταλάβουμε όμως καλύτερα το παιγνίδι, θα κάνουμε πρώτα μια περιγραφή των τεσσάρων αυτών θέσεων του Βεζίρη. Βασικά είχε δυο πλατιές θέσεις μπρος πίσω, και άλλες δυο στενές. Από τις πλατιές, η μια είχε κοίλωμα, και η άλλη ήταν πιο ίσια με ελαφρώς εξόγκωμα. Το ίδιο ήταν και οι άλλες δυο στενές πλευρές. Το παιγνίδι του Βεζίρη βέβαια είναι πανελλαδικό, και εμείς εδώ θα αναφέρουμε τη Κρητική εκδοχή, και ειδικά εδώ της Μεσαράς.
Το παιγνίδι που περιείχε και ξύλο, είχε τριών ειδών ξυλιές! Τις «μελάτες» που ήταν απαλές σαν χάδι, τις «βραστές» που ήταν λιγάκι πιο δυνατές και πονάγανε ελάχιστα, και τις «ξιδατες», που ήταν πιο δυνατές από όλες!

Πλατιά πλευρά με εξόγκωμα – Γάϊδαρος

Η φαρδιά πλευρά με το εξογκωματάκι, όποιανου τύχαινε, αυτός γινόταν «ΓάΪδαρος», και φυσικά εισέπραττε τις ξυλιές!

Πλατιά πλευρά με λακουβίτσα -Ψωμάς

Η απέναντι πλατιά πλευρά της θέσης «γάϊδαρος», υπάρχει μικρή λακουβίτσα , και η θέση λέγεται «Ψωμάς»! Η θέση του «Ψωμά» είναι ουδέτερη και το παιγνίδι συνεχίζεται κανονικά για τον επόμενο!

Στενή πλευρά με εξογκωματάκι – Βεζίρης

Στη μια από τις δυο στενές πλευρές, εκείνη με το εξόγκωμα, ήταν ο «Βεζύρης»! Σε όποιον παίχτη τύχαινε η θέση αυτή, μπορούσε να ρίξει Τις ξυλιές που θα διατάξει ο «Βασιλιάς» στη πορεία του παιγνιδιού!

Στενή πλευρά λακκάκι – Βασιλιάς

Απέναντι από τη Θέση του Βεζίρη που είχε λακκάκι, ήταν η θέση του «Βασιλιά», που σήμαινε πως είχε όλες τις εξουσίες! Διέτασσε το Βεζίρη να δείρει όποιον του τύχαινε «γάϊδαρος»! Ο «Βασιλιάς» κρατούσε τη μία βέργα και την άλλη ο Βεζίρης. Αν όμως παίζοντας το παιγνίδι στη συνέχεια και του τύχαινε και η θέση «Βεζίρης», τότε έπαιρνε και τη βέργα του «Βεζίρη» και είχε πλέον δυο βέργες!

Όρθιο ή καντιλιέργια ή σκαρβέλια – Σουλτάνος

Η πέμπτη θέση όμως που αναφέραμε παραπάνω , εξαιρετικά σπάνια να συμβεί, ήταν όταν ο βεζίρης στηνόταν όρθιος! Ονομαζόταν «σκαρβέλια» ή «καντιλιέργια»! Τα σκαρβέλια είχαν τεράστια ισχύ, και ο τυχερός γινόταν «Σουλτάνος» και έβαζε όρους και διέταζε τους πάντες κατώτερους και αξιωματούχους του, και φυσικά και τον ίδιο τον «Βασιλιά!
Στη Μεσαρίτικη εκδοχή πολλές φορές τα παιδιά αξιοποιούσαν και τη πέμπτη θέση!
Οποιαδήποτε όμως στιγμή, τα δεδομένα μπορούσαν να αλλάξουν!

Το παιγνίδι παιζόταν ως εξής:

Αν ας πούμε ότι ήταν τέσσερα ή πέντε άτομα στη παρέα,και καθόταν όλοι κατάχαμα και κυκλικά.
Ο βεζίρης δηλαδή το κόκκαλο, το έχει κάποιος στα χέρια του, συνήθως αυτός που το έφερε από το σπίτι του. Τώρα το ποιος θα αρχίσει πρώτος να το πετάξει, αυτό δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα, και έτσι άρχιζε ο πρώτος του κύκλου. Όπως είπαμε ο «Βασιλιάς» διέτασσε το «Βεζίρη» να ρίξει ξύλο. Ο «Βεζίρης» δηλαδή, ήταν το εκτελεστικό όργανο του «Βασιλιά»!
Αντίθετα ο «Γάϊδαρος» πάντα τις έτρωγε, και ο «Ψωμάς» ήταν ουδέτερος, ούτε έτρωγε ούτε διέτασσε, απλά το παιγνίδι συνεχιζόταν στη θέση αυτή!
Αρχίζοντας το παιγνίδι τα παιδιά, μπορούσε να τύχουν διάφορες θέσεις, όπως «Γάϊδαρος», «Ψωμάς» κλπ, όμως το παιγνίδι πάλι συνεχιζόταν μέχρι να ορίσει τον «Βασιλιά», και κάποιος παίχτης να αποχτήσει δύναμη! Αν στη συνέχεια τύχαινε σε κάποιον «Γάϊδαρος», τότε ο «Βασιλιάς» του έριχνε ξυλιές κατά βούληση! Αν στη συνέχεια το παιγνίδι όριζε κάποιον να είναι «ΒεζΊρης», ήταν έτοιμος να δεχτεί εντολές του «Βασιλιά» του! ‘Εάν τώρα στη συνέχεια κάποιος του τύχαινε «Γάϊδαρος», τότε ο Βασιλιάς διέτασσε τον Βεζίρη του να δώσει ότι ξυλιές ήθελε! Μπορούσε να πει του Βεζίρη του :
-«Δόστου πέντε ξιδάτες»! ή μπορούσε να του πεί: «Δόστου δυο βραστές, δυο μελάτες και μια ξιδάτη»! Ότι ήθελε παρήγγειλε του Βεζίρη του να δώσει στο «Γάϊδαρο»!
Αν ο Βασιλιάς διέτασσε τον Βεζίρη του να δείρει τον γάιδαρο, έπρεπε να εκτελεστούν σωστά οι εντολές, γιατί στην αντίθετη περίπτωση, ο Βασιλιάς έχει δικαίωμα να διατάξει ξανά νέες ξυλιές! Μάλιστα όταν διέτασσε « ξιδάτες», δηλαδή δυνατές ξυλιές, έπρεπε να είναι «ξιδάτες», και όχι «μελάτες»! Εάν ο Βεζίρης δεν εκτελούσε σωστά τις εντολές, να δώσει για παράδειγμα «πέντε ξιδάτες» στον «γάιδαρο», τότε ο Βασιλιάς κοπάναγε ο ίδιος τον ίδιο τον Βεζίρη του, μέχρι να εκτελέσει σωστά την εντολή! Οι «ξιδάτες» ας πούμε που ήταν οι πιο δυνατές, έπρεπε να είναι αληθινές «ξιδάτες’ και όχι «βραστές»! Αν δεν ήταν σε θέση να συμμορφωθεί ο Βεζίρης, τότε τις έτρωγε από το «Βασιλιά», μέχρι να μάθει καλά τη δουλειά του!
Καταλαβαίνει τώρα κανείς, τι έχει να γίνει, στη πορεία του παιγνιδιού, τι τραβούσε ο «Γάϊδαρος» από τις διαταγές του «Βασιλιά»! Πόσο δε μάλλον να καταλάβουμε τη θέση ενός «Βασιλιά», που θα χρειαστεί να παραδώσει το σκήπτρο – ξύλο στον έρμο το «ΓάΪδαρο» που τις έτρωγε μέχρι τώρα με τη σέσουλα! Γιατί απλά στην πορεία ο «Βασιλιάς» έγινε κι ο ίδιος «Γάϊδαρος», κι ο ίδιος ο «Γάϊδαρος» «Βασιλιάς»! Το γλέντι το δυνατό βέβαια θα άρχιζε, σαν ένας πρώην «Γάιδαρος» που έφαγε «το ξύλο της χρονιάς του» από το Βεζίρη με διαταγές Βασιλιά, είχε πάρει πλέον ένα αξίωμα, που θα κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, εκείνο του «Σουλτάνου»!
Για αυτό το παιγνίδι αυτό απαιτεί, οι παίχτες να είναι συγκρατημένοι, και να μην κάνουν «κατάχρηση εξουσίας», γιατί αργά ή γρήγορα «ο τροχός γυρίζει»!

Κείμενο – Φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Πως χτίζανε παλιά τους φούρνους στα χωριά

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάρουμε και πάλι σαν βάση στο τι γινόταν με τo χτίσιμο των φούρνων, μαθαίνοντας πως τους έχτιζαν στο χωριό μας τη Γαλιά, γιατί κάτι ανάλογο γινόταν και στα υπόλοιπα χωριά της Κρήτης


Κυρίως θα περιγράψουμε τον πιο παλιό παραδοσιακό τρόπο, που υπήρχε εδώ και χιλιάδες χρόνια, πριν καν εμφανιστεί το τσιμέντο.

Ήταν δύσκολο τα παλαιότερα χρόνια να φτιαχτεί ένας φούρνος, γιατί ήταν κυρίως δυσεύρετα τα υλικά. Ήθελε τουλάχιστον έξη μήνες να περάσουν, ώστε να καταφέρει να συγκεντρώσει κάποιος, κυρίως τα κεραμικά υλικά για το θόλο του φούρνου, αλλά και τα υπόλοιπα, όπως τις πέτρες με τα πελέκια, τα ειδικά χώματα κλπ.
Ένα φούρνο θα μπορούσαμε να τον χωρίσουμε σε πέντε στάδια κατασκευής:
1)Το χτίσιμο από τα θεμέλια μέχρι το πρώτο επίπεδο. 2)Τη βάση εσωτερικά του φούρνου. 3) Τον θόλο του φούρνου. 4) Το χτίσιμο εξωτερικά στο δεύτερο επίπεδο, και 5) Τη σκεπή.

Α) Το χτίσιμο στο πρώτο επίπεδο
Το χτίσιμο του φούρνου γινόταν από χτίστες ειδικούς στην κατασκευή φούρνου, όπου αναλάμβαναν όλη την κατασκευή του, πλην της βάσης του φούρνου.

Αρχικά η κατασκευή ξεκίναγε σκάβοντας τα θεμέλια, όπως θα γινόταν και σε ένα μικρό τετράγωνο σπιτάκι 2,5 Χ2,5 μ για ένα συνηθισμένο φούρνο. Μπορούσε όμως να αλλάξει η διάσταση, και να γίνει μικρότερο, ή και μεγαλύτερο, ακόμα και μέχρι 3Χ3 μ απ άκρη σ άκρη, για ένα μεγάλο φούρνο. Οι χτίστες φούρνου ήταν ειδικοί, αλλά ειδικευόταν και σε άλλες δύσκολες κατασκευές, όπως πέτρινες κρήνες, γέφυρες κλπ. Στο χωριό μας στη Γαλιά, μαστόροι τέτοιοι είχαν έρθει από την Κάρπαθο, αλλά ωστόσο οι Σκαρπαθιώτες αυτοί (Καρπαθιώτες), οι οποίοι έμαθαν σιγά – σιγά την τέχνη των φούρνων και σε ντόπιους τεχνίτες. Αν το έδαφος ήταν αμμουδερό, έκαναν κανονικά θεμέλιο βαθύτερο, και αν υπήρχε πετρώδες υπέδαφος, το θεμέλιο ήταν λιγότερο βαθύ. Το πάχος του χτιριού ξεκίναγε στα πενήντα εκατοστά στο πρώτο επίπεδο.
Όταν είχε χτιστεί η βάση του φούρνου και σε ύψος 80 εκατοστά μέχρι ένα μέτρο, τότε γινόταν η σκεπή του, που γινόταν με ξύλινα δοκάρια, από πάνω μια σειρά καλάμια. Επάνω στην καλαμωτή έβαζαν κλαριά από σφάκες (πικροδάφνες), και επάνω έστρωναν κοσκινισμένο ομοιογενές κοκκινόχωμα, και από επάνω έμπαινε λάσπη από το ίδιο χώμα πάχους 5 με 10εκατοστών. Όταν ήθελαν να φτιάξουν δυνατή λάσπη, τότε πήγαιναν σε μια τοποθεσία στο Μονόχωρο, το λεγόμενο Καβούσι, και από εκεί έβγαζαν ένα ειδικό αμμουδερό χώμα από πέτρωμα το οποίο κοπάνιζαν, ή ακόμα και κοκκινόχωμα, και το ανακάτευαν με λεπίδα. Το μείγμα αυτό γινόταν σκληρό σαν ξεραινόταν.
Στο κτίσιμο αυτό του πρώτου επιπέδου, άφηναν μπροστά ένα μικρό πορτάκι. Ο χώρος αυτός του κάτω επιέδου, ήταν κατάλληλος για να κοιτάσουν (κοουρνιάζουν) οι όρνιθες (κότες) του σπιτιού, και λεγόταν κούμος (κοτέτσι). Για να είναι πιο πρακτικός ο κούμος, κατά το χτίσιμο της βάσης, στους 15 πόντους από το έδαφος έβαζαν μερικά ξύλινα δοκαράκι ή ίσιους κορμούς δένδρων οριζόντια, από τη μια μεριά έως την άλλη, και εκεί επάνω ανέβαιναν οι κότες τον χειμώνα για να κουρνιάσουν . Κ
αμιά φορά έμπαινε και ο σκύλος εκεί μέσα και την άραζε όταν έβρεχε ή τα καλοκαίρια στη δυνατή ζέστη.

Β) Η βάση στο εσωτερικό του φούρνου – Τι ήταν η πυροκότα

Η Κρήτη βέβαια κράτησε πολλές λέξεις από την αρχαιότητα, που αφορούσαν τις πήλινες κατασκευές, όπως το κουνενίδι (κύπελο), το βρασκί (πήλινο δοχείο ανοιχτό από επάνω) το κάψι (θυμιατό) κουρούπι (μικρό πιθάρι) κλπ, έτσι έχει επικρατήσει και η λέξη «πυροκότα».
Η πυροκότα είναι αντίστοιχη της λέξης «τερακότα»,που είναι λέξη λατινική από το terra – cotia, που σημαίνει «ψημένη γη», το ίδιο και η πυροκότα.
Για να συνεχίσει λοιπόν ο φούρνος επάνω στη ξερή λάσπη που ήταν επάνω από το χώμα, στο πρώτο επίπεδο, δηλαδή τον κούμο, έπρεπε ο πάτος να είναι ανθεκτικός, και τη δουλειά αυτή να την αναλάβανε ο αγγειοπλάστης. Έπρεπε να πάει στον φούρνο και να πάρει τις διαστάσεις, και να φτιάξει τη βάση αυτή στο σπίτι του. Η βάση αυτή έως σήμερα λέγεται πυοκότα. Στο σπίτι του επάνω σε ξύλινες παλιές πόρτες , χάραζε τον αντίστοιχο κύκλο της πυροκότας, χρησιμοποιώντας σπάγκο, που ήταν δεμένος σε καρφί στο κέντρο και είχε μολύβι στην άκρη. Γύρω – γύρω κάρφωνε στο πλάι ξύλινες τάβλες ακολουθώντας τον κύκλο, που ήταν όσο η βάση του φούρνου. Στην συνέχεια αυτό το καλούπι το γέμιζε με λάσπη δυο ειδών. Η μία ήταν η γλυνιά από καθαρή σταχτί λεπίδα για, που ήταν για μόνωση που μάλιστα δεν καίγεται. Η άλλη ήταν από καθαρό κοκκινόχωμα γνωστό και σαν σαντορινιό, ειδικό για να δώσει το σαντορινιό κεραμιδί χρώμα. Την λάσπη την δούλευε με τα χέρια του, φρόντιζε να απλώνει ομοιόμορφα τη λάσπη, και είχε πάχος περίπου 8 εκατοστά. Η λάσπη στη βάση έμενε στον ήλιο μέχρι να στεγνώσει, και πριν πήξει καλά, την χάραζε σε κομμάτια, πρώτα ο αγγειοπλάστης έκανε ένα κύκλο στο κέντρο και στη συνέχεια χάραζε ακτίνες. Έκανε μετά κι άλλους κύκλους προς τα έξω ανάλογα το μέγεθος της βάσης του φούρνου. Τα κομμάτια αυτά της πυροκότας τα αρίθμιζε από το κέντρο προς τα δεξιά, και τα έβαζε στο καμίνι να ψηθούν καλά. Όταν είχαν πλέον ψηθεί και είχαν γίνει κεραμικά τα κομμάτια, τότε τα πήγαινε αριθμημένα και τα τοποθετούσε με την ίδια σειρά επάνω στη βάση του φούρνου, δηλαδή επάνω στην ξερή λάσπη. Τα κομμάτια όλα της πυροκότας που μπορεί να ήταν από 10 μέχρι 30 ανάλογα τη βάση, δεν έπρεπε να είναι μεγάλα, γιατί τότε κινδύνευαν να σπάσουν.

Γ)Το χτίσιμο του θόλου
Αφού τοποθετήθηκε και η πυροκότα, δηλαδή η βάση του εσωτερικού φούρνου, έπρεπε να χτιστεί ένα δύσκολο κομμάτι του φούρνου, που ήταν φυσικά ο θόλος. Τα κεραμικά υλικά που χρειαζόταν για μόνωση στο εσωτερικό του φούρνου, εκείνα τα χρόνια στην Κρήτη, και ειδικά στη Μεσαρά, ήταν δύσκολο να βρεθούν. Ο θόλος του φούρνου επειδή ήθελε πυρότουβλα, αλλά δεν υπήρχαν ή ήταν ακριβά για να αγοραστούν, μάζευαν για μήνες ότι κομμάτια έβρισκαν από σπασμένα σταμνιά, πιθάρια, πήλινα γαστριά (γλάστρες) , σπασμένα βρασκιά πήλινες κυψέλες μελισσών, σπασμένα τούβλα, γενικά ότι κεραμικό έβρισκαν! Πυρότουβλα άρχισε να κατασκευάζει ο Πετρακογιώργης στις Μοίρες, στο εργοστάσιο του από το 1946 –’47 και μετά. Τα σπασμένα κομμάτια αυτά όλα, τα λέγανε βίσαλα. Πολλοί μάλιστα στην Μεσαρά για να βρουν βίσαλα, πήγαιναν σε μέρη που υπήρχαν αρχαιότητες όπως στην Γόρτυνα, στο Ψιλό καστέλι, στου Βελούδη που υπήρχαν πιθάρια που έβαζαν μέσα τους νεκρούς και τους έθαβαν, στην Περβόλα όπου παλιά υπήρχαν εργαστήρια αγγειοπλαστικής, και όπου αλλού έβρισκαν σπασμένα πιθάρια ή πιατέλες σε κομμάτια τα μάζευαν. Κάποτε όμως είχαν τελειώσει και αυτά, και έτσι είχαν αρκεστεί σε σπασμένα σταμνιά και άλλα πήλινα είδη καθημερινής χρήσης . Ο χτίστης λοιπόν χάραζε με ένα καρφί και σπάγκο ένα κύκλο επάνω στην τοποθετημένη πυροκότα, με διάμετρος του κύκλου θα ήταν από 1,50μ με 1,60 μ για μεσαίο φούρνο, και περί τα 2 μέτρα εσωτερικό άνοιγμα για μεγάλο φούρνο. Στη συνέχεια έβρισκε τρία με τέσσερα λεπτά σανίδια, τα γύριζε σε καμπύλη όσο το άνοιγμα και έφτιαχνε τον θόλο σε ύψος από 1,5 μ μέχρι και 1,80 μέτρα. «Όσο ψηλότερος ήταν ο θόλος, τόσο καλύτερα» έλεγαν, γιατί στο επάνω μέρος αποθήκευε μεγάλη ποσότητα θερμοκρασίας, που ήταν χρήσιμη για να ψηθεί το ψωμί ή το φαγητό. Τα σανίδια αυτά τα κάρφωνε στο επάνω μέρος του θόλου, και κάτω τα στερέωνε με άλλα ξύλα, για να είναι συμπαγής η όλη κατασκευή του θόλου. Λέμε έβρισκε απλά σανίδια, γιατί τα κόντρα πλακέ ήταν ακριβά τότε και δυσεύρετα. Άρχιζε από χαμηλά να χτίζει ο τεχνίτης τα βίσαλα με λάσπη από άργιλο και ανέβαινε προς τα πάνω. Όταν έπεφτε σε κενό έστριβε λίγο – λίγο τον θόλο για να ακουμπάνε και πάλι, και συνέχιζε να χτίζει, ώσπου τον έχτιζε ολόκληρο. Μονάχα στο επάνω μέρος στο τελείωμα άφηνε μια τρύπα, περίπου δέκα πόντους διάμετρο, για να φεύγει ο καπνός στο άναμμα του φούρνου. Συνήθως εκεί έχτιζαν τον λαιμό ενός σπασμένου σταμνιού. Η τρύπα αυτή είχε ειδική ονομασία, και λεγόταν «του φούρνου η κατσούλα»!Μάλιστα υπήρχε και το εξής σχετικό τετράστιχο:
«Ο κάτης μας (ο γάτος) εψόφισε στου φούρνου τη κατσούλα
να περιμένει το ψωμί να πάρει μια κουλούρα»!

Μπροστά από την είσοδο του θόλου, χτιζόταν άλλη σειρά πέτρες με στενόμακρη τρύπα 0.60 επί 30 εκατοστά, και έκαναν μια δεύτερη καμινάδα που στένευε προς τα πάνω και άφηνε μια τρύπα 15 Χ15 εκατοστά στο επάνω μέρος. Η τρύπα αυτή βοηθούσε στο να βγαίνει ο πολύς καπνός κατά το άναμμα του φούρνου.

Δ) Το χτίσιμο εξωτερικά στο δεύτερο επίπεδο
Αφού χτιζόταν και ο θόλος, τότε άρχιζε και το χτίσιμο με πέτρα εξωτερικά, αλλά το χτίσιμο από εδώ και πάνω δεν ήταν συνήθως μισό μέτρο αλλά 30 εκ. πάχος. Όταν χτιζόταν μέχρι επάνω το τοιχίο με πέτρα, το κενό μέσα γέμιζε με κοσκινισμένο αργιλόχωμα, το οποίο λειτουργούσε σαν μονωτικό κι αυτό, να μην φεύγει η ζέστη, και δεν έπρεπε να έχει πέτρες γιατί μπορούσε να ασβεστοποιηθούν.

Ε) Η σκεπή του φούρνου
Στο πάνω – πάνω μέρος αντί σκεπής επάνω στο χώμα, έβαζαν πάλι λάσπη πέντε με εφτά πόντους πάχος, από το ειδικό μείγμα λεπίδας και αργιλόχωμα, και άμα ξεραινόταν έμπαινε και ένα άλλο ειδικό μαύρο χώμα για στεγανοποίηση του φούρνου, τη λεγόμενη μαύρη λεπίδα.Η λεπίδα ήταν πολύ ομοιογενές χώμα και δεν άφηνε το νερό να περάσει στο εσωτερικό του φούρνου. Η καλή μαύρη λεπίδα βρισκόταν μέσα σε στοές βαθιά μέσα στη γη, όπως ήταν στον γνωστό Λεπιδόλακκοστα Σκούρβουλα. Μάλιστα τα παλιά χρόνια ακουγόταν συχνά η φράση:
«Το μαύρο λεπιδάκι, το βγάνει το κολάκι»,που σήμαινε τότε, πως για να αποχτήσεις αυτό το καλό μαύρο χώμα, μπορούσε να κινδυνεύσεις να γίνει κατολίσθηση και να σε καταπλακώσει το χώμα, δηλαδή να σε βγάλει από τη ζωή.

Το πρώτο άναμμα του φούρνου

Όταν είχαν τελειώσει οι εργασίες όλες του χτισίματος του φούρνου, τότε έπρεπε να του βάλουν φωτιά, να τον ζεστάνουν λίγο – λίγο ώστε να στεγνώσει ομαλά, αλλά με τις δυο τρύπες του φούρνου ανοιχτές για να μπαίνει οξυγόνο, παράλληλα να βγαίνουν έξω και οι καπνοί. Πρώτα άναβαν λεπτά ξύλα όπως θυμάρια, θρούμπες αστοιβίδες κλπ, για να καούν και τα σανίδια στο εσωτερικό του θόλου, αλλά και για να στεγνώσει και όλος ο φούρνος. Σιγά – σιγά ανέβαζαν τη θερμοκρασία βάζοντας και πιο χονδρά κλαριά όπως κατσοπρίνια, αλλά όχι πολύ δυνατά για να μην σκάσει κάπου ο φούρνος. Ο φούρνος αν άναβε το πρωί μέχρι το βράδυ, ήταν έτοιμος για χρήση.
Όταν ήθελαν να φτιάξουν ψωμί ή να ψήσουν φαγητά, άναβαν κανονικά τον φούρνο με ξύλα, στη συνέχεια τραβούσαν με ένα σίδερο τα αναμμένα κάρβουνα σε μια γωνιά, και τον υπόλοιπο πάτο τον σκούπιζαν καλά με τον λεγόμενο «πανιστή» που ήταν δεμένα σε ένα μακρύ ξύλο (ή αργότερα σωλήνα), πανιά ή ένα παλιό τσουβάλι, το οποίο έβρεχαν πρώτα στο νερό. Όταν έβαζαν για να ψήσουν κάτι, έκλειναν την κεντρική τρύπα της οροφής την κατσούλα με ένα πέτρινο πλακάκι ή άλλο πυρίμαχο υλικό, αλλά και την εξωτερική είσοδο του φούρνου με ένα ανεξάρτητο σιδερένιο πορτάκι, που ήταν μια λαμαρίνα βαρέως τύπου, τετράγωνη, και από επάνω είχε σχήμα οβάλ. Το πορτάκι αυτό ήταν ανάλογο με την είσοδο, για να την καλύπτει πλήρως. Ανάλογα το μέγεθος του είχε ένα ή δυο χερούλια, που όταν έκαιγε τα πιάνανανε με πανιά.

Υπήρχαν δυο ειδών φούρνοι

Υπήρχαν δυο ειδών φούρνοι, ο ένας ήταν αυτός που περιγράψαμε παραπάνω, και ο άλλος είχε τρύπα στο κέντρο της βάσης, η οποία κατά το άναμμα ήταν σκεπασμένη με πυρίμαχο πλακάκι. Όταν είχαν καεί τα ξύλα και γινόταν όλα αναμμένα κάρβουνα, τότε έβγαζαν το πλακάκι, και αντί να σωριάζουν τα κάρβουνα σε μια γωνιά, τα έριχναν κάτω από την τρύπα, και την σκέπαζαν και πάλι με το πλακάκι. Πέρναγαν μετά τον πάτο με τον πανιστή, και στη συνέχεια έβαζαν το ψωμί ή τα ταψιά με τα φαγητά. Η ζέστη πλέον θα ερχόταν από κάτω και όχι μέσα στο φούρνο. Αυτό όμως το σύστημα δεν επεκράτησε και πολύ, διότι δεν αξιοποιούνταν σωστά το κάτω επίπεδο, και δεν μπορούσε να γίνει κοτέτσι είτε χώρος για το σκύλο, είτε ακόμα χώρος για να βάζουν μέσα κούτσουρα, ταψιά κλπ. Δεν βοηθούσε λοιπόν ιδιαίτερα με το να ρίχνουν κάτω εκεί τα αναμμένα κάρβουνα, αν και πρακτικά η όλη κατασκευή μόνο για χρήση φούρνου, θα ήταν μια καλή και πρακτική λύση, να έρχεται η ζέστη από κάτω.

Οι παλαιότεροι φούρνοι της Γαλιάς

Οι φούρνοι στα χωριά έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στα έθιμα του κάθε χωριού, γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές, που σε γάμους ή βαφτίσεις άναβαν 4 με 5 φούρνοι για τα ψητά, για να υποδεχτούν τους καλεσμένους! Κατά μαρτυρία του κου Μύρωνα Μαραγκάκη, ο παλαιότερος φούρνος του χωριού μας ήταν εκείνος της Μπλαδοφωτεινιάς (πριν το 1920) δίπλα από την εκκλησία, που γκρεμίστηκε για να μεγαλώσει το προαύλιο. Ο φούρνος του Σγουράφου (1920.) Ο φούρνος του Μαραγκού (1925). Ο φούρνος του Παπαδογιαννάκο (πριν το 1930). Ο φούρνος του Φανουροζαχάρη (1935) Ο φούρνος του Δράκο (1938), Ο φούρνος ου Δαμιανοβασίλη (πριν το 1940). Ο φούρνος του Ζουρίδη (1940). Επίσης οι φούρνοι του Βολικού, του Ρετζεπομανώλη, του Χρονογιώργη στο Μονόχωρο και άλλοι.

(Ευαρεστούμε τον κο Μύρωνα Μαραγκάκη, τον κο Γιάννη Κυριακάκη, και τον κο Μανώλη Νιοτάκη, για τις πληροφορίες επάνω στο θέμα)

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη