Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κάποτε στ’ αλωνίσματα

Δημοσιεύτηκε

στις

Όσπρια και σιτηρά, όλα στο αλώνι!

Αλωνιστικές μηχανές δεν υπήρχαν πριν τη κατοχή, και τα αλωνίσματα γινόταν όλα στο αλώνι.

Έπρεπε πριν χρησιμοποιηθεί και την νέα χρονιά, να γίνει πρωτα μια γενική επισκευή, για τυχόν ζημιές από την προηγούμενη χρονιά. Συνήθως σε κάποια σημεία έφευγε το μείγμα, βουτσάς – χώματος, και άχυρου σε κάποια σημεία, και έπρεπε να φτιάξουν νεο μείγμα για την επισκευή του. Μπορεί επίσης να είχαν φύγει και τραλίκοι, οι ορθιες πέτρες στην άκρη.

Αλώνισμα -δουλειά δύσκολη και κοπιαστική

Όσοι δεν είχαν δικά τους αλώνια, τα αλωνίζανε σε αλώνια μπαρμπάδων ή άλλων συγγενών τους, ή σε οποιοδήποτε αλώνι έβρισκαν άδειο εκεί κάπου κοντά, έστω και ξένο!
Πάντως το αλώνι δεν λειτουργούσε σαν επιχείρηση, γιατί ποτέ το αλώνισμα σε ξένο αλώνι δεν γινόταν επί πληρωμή!
Ο λόγος που κάποιοι είχαν αλώνια, ήταν που οι ίδιοι έσπερναν πάρα πολλά σιτηρά, σιτάρι κριθάρι και ταγή (βρώμη). Έσπερναν παράλληλα και πολλά όσπρια, κουκιά φασόλια ρεβίθια αρακάδες, φακές, ρόβι κλπ.
Πρώτα οι παλιοί αλωνίζανε τα φαβόροβα (όσπρια) και στο τέλος τα σιτηρά. Από τα σιτηρά πρώτο άλεθαν το κριθάρι μετά το σιτάρι και τελευταία τη ταγή. Αυτό γινόταν, γιατί το σιτάρι προοριζόταν για ψωμί, και ο καρπός δεν έπρεπε να έχει υπολείμματα ταγής (βρώμης), αλλά ούτε και ο σπόρος που θα σπαρθεί του χρόνου!
Κάθε όσπριο είχε το δικό του τρόπο και συμπεριφορά στο αλώνι.
Στα κουκιά ας πούμε και στα ρεβίθια δεν βάζανε βολόσυρο, γιατί τα κατέστρεφε. Αν ήταν λίγα τα κοπανούσαν με το κόπανο, το ίδιο και τα φασόλια. Αν όμως ήταν πολλά, τότε έβαζαν τα ζώα πολλές ώρες να τα τσαλαπατούν μέσα στο αλώνι, μέχρι να ανοίξουν όλα τα λουβιά.
Το σουσάμι πάλι ποτέ δεν το αλώνιζαν. Το πήγαιναν μεν στο αλώνι, αλλά απλώς το τίναζαν πάνω σε ένα σεντόνι ή λινάτσα, να πέσει το σουσάμι.
Κατά το αλώνισμα άπλωναν τα στάχυα ή τα όσπρια ομοιόμορφα σε όλη τη βάση του αλωνιού, και στη συνέχεια τα αλώνιζαν με το βολόσυρο που τα έσουρναν ζώα γύρω – γύρω, και τα μεταλικά σαρακάκια ή μαχαίρια όπως λέγανε τις κοφτερές πέτρες του οψιδιανού, έσπαγαν σε μικρά κομμάτια τους κορμούς.
Πάνω στο βολόσυρο έπρεπε να υπάρχει σχετικό βάρος, έτσι ή καθόταν παιδιά ή είχαν μιά καρέκλα που καθόταν κάποιος από τους μεγάλους, και κρατούσε τα σχοινιά για να ορίζει και τη κατεύθυνση κάθε φορά.

Αν θα κάθιζε παιδί που ήταν πολύ ελαφρύ, έβαζαν επιπλέον και μια πετρα για βάρος.

Δουλειά έκανε μόνο ο δισκός!
Για να βλέπουν ποτε φυσα αεράκι, και επομένως να σηκωθούν από τον ασκιανο για λιχνισμα, είχαν ένα τρόπο. Βάζανε μια χαχαλοβεργα όρθια ανάμεσα σε δύο τραλίκους και στην πάνω μεριά δενανε ένα ξερό αγκελαμο με μια μικρή κλωστή, οπότε μόλις φυσούσε δυτικό αεράκι, ο αγκελαμος έδειχνε την κατεύθυνση και την δύναμη του αέρα, και τότε σηκωνόταν όλοι γρήγορα γρήγορα για λιχνισμα!

Τι ήταν οι “δούλες”;

Στο αλώνισμα έπαιρναν μέρος και τα παιδιά, για να κάνουνε τις λεγόμενες “δούλες”!
Ήταν μεγάλη χαρά τους να ανεβαίνουν στον βολόσυρο και “να κάνουν τσι δούλες”, δηλαδή να κάνουν βόλτες γύρω γύρω!
Έπεφταν λοιπόν στο συνορισό, ποιό παιδί θα κάνει περισσότερες “βόλτες”! Βέβαια η μια “δούλα” είχε περιστροφές τόσες, όσες να τελειώσει σε θριματισμό το υπάρχον προϊόν αλωνίσματος, ώστε να γίνει άχυρο.
Έφεραν μεγάλη ζαλάδα οι πολλές περιστροφές, και κυρίως στα παιδιά, για αυτό τα άτομα εναλλάσονταν σε κάθε αλωνισμό. Όμως αν και βοηθητική η βοήθεια των παιδιών, για τον αλωναρη έπαιζε σπουδαία σημασία!
Το βολόσυρο γύρναγε συνεχώς, ώσπου να σπάσουν σε κομματάκια όλοι οι κορμοί των φυτών. Τα ζώα στο αλώνισμα έδειχναν μεγάλη υπομονή, και αν επρόκειτο για αγελάδες, ήξερε ο ζευγάς πότε θα κάνουν την ανάγκη τους, γιατί σταμάταγαν απότομα, και σήκωναν επάνωτην ουρά τους!
Τότε έπιανε στα γρήγορα ο Αλωνάρης ένα μάτσο στάχυα, τα άπλωνε πάνω στα χέρια του και πάνω εκεί άφηναν τα ζώα τη βουτσιά, όπου τη πέταγε μετά έξω. Αυτή τη κίνηση την έκανε πάντα ο Αλωνάρης, όχι τόσο να μη βρωμίσει το άχυρο ή ο καρπός, αλλά να μην υπάρξει κίνδυνος, επάνω στις βουτσιές αυατές, να γλιστρήσουν τα βόδια. Το ίδιο και τα γαϊδούρια ή άλογα. Και εκείνα σταματούσαν και άνοιγαν επίσης τα πόδια τους, για να κάνουν την ανάγκη τους.
Ο Αλωνάρης πάντα φρόντιζε να έχει προληπτικά και ένα τενεκέ κρεμασμένο στον βολόσυρο ή ένα παλιό καστσαρολάκι ή παλαμάκι (φτυαράκι), που το είχε έτοιμο, και πάνω εκεί έβαζε να κάνουν τις καβαλίνες, που στη συνέχεια πέταγε μακριά.
Τα ζώα έδειχναν πάντα μεγάλη υπομονή, και μπορούσαν όλη μέρα να γυρνάνε στο αλώνι χωρίς να διαμαρτύρονται!
Για να παρηγορεί ο Αλωνάρης τα βόδια του, τους έλεγε συχνά ποιηματάκια:
“Έλα, γειά τως τω βουγιώ, τω γ-καλώ παλληκαργιώ…

Ελα βούγια κι αλωναρη, να ‘λωνέψωμε το στάρι, να το τρώμε ο Γενάρη!”

Σαν είχαν μισοσπάσει ο κορμοί, τότε έσπρωχναν οι εργάτες με τα ξύλινα θρινάκια προς το κέντρο όσα στάχυα βρίσκοντας στην εξωτερική πλευρά του αλωνιού, και συμπλήρωναν στον χώρο αυτό περιμετρικά με νέα. Τα θρινάκια ήταν ξύλινα ένα μέτρο περίπου και ήταν σαν μεγάλες πηρούνες. Εκεί στην περιφέρεια δεν τα έπιανε το βολόσυρος, για αυτό τα τραβούσαν κάθε τόσο προς το κέντρο. Στη συνέχεια πέταγαν από άλλα δεμάτια, τα έλυναν και τα διασκορπούσαν στο αλώνι και αυτά και έκαναν το ίδιο. Κάθε φορά που αλωνιζόταν τα πάνω – πάνω, τα έκαναν τούμπα, και μετά από πολλές τούμπες πλέον είχαν αλετσεί από τα “μαχαίρια” του βολόσυρου.
Όσο λέπταινε το άχυρο, τόσο καταλάμβανε λιγότερο όγκο.

Το λίχνισμα

Αφού είχαν τελειώσει με το αλώνισμα, ερχόταν η ώρα του λιχνίσματος, για να ξεχωρίσουν τα άχυρα από τον καρπό.

Μια παλιά και σοφή λαϊκή φράση που μιλά για τα άχυρα που παίρνει ο αέρας, λέει:
Τ’ άγραφα λόγια χάνουνται, σαν τ’ άχερα στ’ αλώνι
απου τα παίρνει ο άνεμος, και γίνουντ’ όλα σκόνη!
Έκαναν για τη συνέχεια όλο το άχυρο ένα λαμί, δηλαδή ένα στενόμακρο σωρό στο κέντρο του αλωνιού σε οριζόντια γραμμή, από τη μια ακρη του αλωνιού στην άλλη, παράληλα με την κατεύθυνση του ανέμου, δηλαδή Ανατολικά – Δυτικά. Άρχιζαν δηλαδή να λυχνίζουν από από την Δυτική πλευρά του λαμιού, προχωρόντας ανατολικά, αλλά να μην εμποδίζουν όμως το φύσημα του δυσκού (δυτικού ανέμου).
Οι εργάτες και εργάτριες, με τα ξύλινα θρινάκια, λιχνίζουν, πετώντας ψηλά κάθε φορά εναλλάξ από μια ποσότητα άχυρου. Έτσι ξεκινώντας από τα Δυτικά πήγαιναν προς τα Ανατολικά, μέχρι να τελειώσουν.

Όλα τα ξύλινα εργαλεία, ο βολόσυρος τα θρινάκια κλπ, τα κατασκεύαζε ειδικός τεχνίτης. Στη Γαλιά ειδικός τεχνήτης τέτοιος, ήταν ο γέρο Μαραγκός, ή Μαραγκοδράκος. Τελευταίος πάντως τέτοιος κατασκευαστής στη Μεσαρά, ήταν ο Καψάλης Γεώργιος από τη Γέργερη.
Ο αέρας λοιπόν με το λύχνισμα, παίρνει το άχυρο και το πάει προς στην ανατολική πλευρά του αλωνιού, ενώ επιτόπου μένει ο καρπός.
Όταν λιγόστευε το άχυρο, και δεν το έπιανε πλέον η πιρούνα (θρινάκι με δόντια), είχαν για την περίπτωση ακόμα ένα άλλο παρόμοιο ξύλινοθρινάκι, αλλά επίπεδο χωρίς πιρούνια δηλαδή, το λεγόμενο φτιάρι. Με το φτιάρι πλέον ανασήκωναν στον αέρα τον καρπό με τα σκύβαλα και ελάχιστο άχυρο, για να φύγουν όλα αυτά τα ελάχιστα άχυρα και οι σκόνες, και να μείνει ο καθαρός καρπός.
Άλλο εργαλείοι επίσης ήταν το κόσκινο και ο βολίστας ή βολίστρας, που ήταν ξύλινος σαν κόσκινο, αλλά η βάση του ήταν μεταλική με μεγάλες τρύπες. Ο βολίστας ήταν χρήσιμος κυρίως στα όσπρια, και ιδιαίτερα στα κουκιά. Γέμιζαν τον βολίστα και λύχνιζαν τα τελευταία όσπρια στο σωρό του αλωνιού, που χρειαζόταν για να καθαρίσουν από όλα.
Ήταν όμως πρόβλημα όταν δεν φυσούσε καθόλου αέρας, γιατί αναγκαστικά έπρεπε να φυσάει έστω και ελαφρά, για να έχουν αποτέλεσμα. Για αυτό επέλεγαν να πάνε στο αλώνι τις ημέρες που είχε καλό δυσκό. Πάνω εκεί, όταν σταμάταγε τελείως ο δυσκός να φυσάει, έλεγαν πολλά αστεία οι Μεσαρίτες στα ορεινά χωριά της Μεσαράς! Μόλις αρχινούσε ξαφνικά να φυσά ο αέρας, πεταγόταν ο καλαμπουρτζής της παρέας και έλεγε:

-Τάξε πως εβγάλανε πάλι τη βράκα ντως οι τουρίστριες στο κόκκινο Πύργο απου μπανιαρίζουνται και την ανεμίζουν, γιατί γιάε, ντελόγως εσκώθηκε αέρας!

Φυσικά όλοι γελάγανε!

Πετάγεται ο άλλος.

-Μπά! Θαρώπως ζάβαλε την εβγάλανε οι τουρίστριες στα Μάταλα, για θωρώ πως γύρισε νοτουλάκι!

Στη Γαλιά πάλι λέγανε:

«Α δε βγάλουνε οι Τυμπακιανές τη βράκα ντως στον απλωτό να κάνουνε αέρα, δυσκό επαέ δε θωρούμε!».

Ο άλλος συμπλήρωνε:

«Πείτε μπρέ τω Τυμπακιανώ να φυσίξουνε ούλοι μαζί να κάνουνε αέρα, μπάς και προκάνουμε το λίχνισμα, μα λίγο μας επόμεινε!»

Τα λέγανε αυτά για να γελάσουν, μια και το Τυμπάκι και ο Κόκκινος Πύργος ήταν προς τη μεριά που φύσαγε ο αέρας, προς τη Δύση δηλαδή.

Και φυσικά πολλά παρόμοια αστεία έλεγαν για να προκαλέσουν γέλιο, και να φτιάξουν ευχάριστη ατμόσφαιρα οι άνδρες, μια και ήταν και γυναίκες στη παρέα, και ένοιωθαν καθήκον να τις ψυχαγωγήσουν!

Τα ίδια που έκαναν στα δημητριακά, έκαναν και στα όσπρια, αρακάδες φασόλια, φακές. Γύριζει βολόσυρος κι εκεί μέχρι να ανοίξουν όλα τα λουβιά.

Στο τέλος της διαδικασίας έχουμε πάλι ένα μεγάλο σωρό με τον καρπό χωριστά, και το άχυρο πάλι χωριστά.

Όταν τελείωνε το αλώνισμα σταματούσαν όλοι γύρω από τον καρπό, και αυτό γινόταν κάθε φορά σαν τελείωνε ένα αλώνισμα, ο αλωναρης κάρφωνε ένα ξύλινο φτυάρι ανάποδα μέσα στο σωρό του αλέσματος, έβγαζε το κεφάλομαντηλο ή το σαρίκι του να είναι ξεσκεπαστη η κεφαλή ντου, και έπιανε μετά καρπό στη χούφτα του, τον φιλούσε έκανε το Σταυρό του, την προσευχή του και την έριχνε πίσω στο σωρό.

Η διαδικασία αυτή λεγόταν καρποφιλημα και με αυτό τον τρόπο ευχαριστούσε ο ζευγάς το θεό που ευώδωσε ο αγώνας του!

Επίσης έλεγαν τραγούδια και για τα βόδια.

_”Χα τα βούγια τα καλά

ν’αλωνέψωμε ταχιά,

χα το γύρω, χα τη μέση,

να κοπεί να ξεμπερδέσει.

Χα τα βούγια τα καημένα,

ν’αλωνέψουν τα σπαρμένα.

Έλα,έλα, έλα γειά τση

κι όλα τ’αχερα δικά τση,

έλα γειά τως τω βουγιώ,

των καλώ παληκαριώ…

Όλα τα χερα δικά ντως

κι ο καρπός στα αφεντικά τως”!

Ο καρπός δεν έμπαινε κάποτε στα σακιά για να πάει στο σπίτι, αν δεν πέρναγε πρώτα ο Μουκατάς ή Μουκατατζής για να εκτιμησει τον “μουκατά” , δλ. την ολική ποσοτητα, για να βγαλει τον αντιστοιχο φορο ο Μουλτεζιμης !

Με ένα 17κιλο δοχειο όπως του λαδιού αλλά ανοιχτό απάνω, γινόταν η διαλογή. Το δοχείο αυτό το έλεγαν και αξάι ή ξάι. Το γέμιζε ο Μουλτεζίμης, έβαζε στα ενέα περίπου και ενα δοχείο στην άκρη για το φόρο. Ο Μουκατατζής, ήταν άνθρωπος που αναλάμβανε τη θέση του υπαλλήλου, με μειωδοτικό διαγωνισμό Ουδείς λύχνιζε, ή έβγαζε καρπό, όπως πατάτες, ή οποιοδήποτε αγροτικό προϊόντα στο σπίτι του, αν δεν περνούσε πρώτα ο Μουλτεζίμης να εκτιμήσει την παραγωγή! Την εποχή της Τουρκοκρατίας βέβαια ο φόρος αυτός πήγαινε σε Τουρκικά ταμεία. Αργότερα που έφυγαν οι Τούρκοι, συνεχίστηκε αυτό και με το Ελληνικό κράτος

Το άχυρο και τα χαλάρια ή χαράρια

Μπαλιαστικά μηχανήματα που να δένουν το άχυρο σε μπάλες ώστε να μεταφέρονται εύκολα στο σπίτι, πάλι δεν υπήρχαν. Πώς όμως γινόταν η μεταφορά άχυρου, και μάλιστα τόσες μεγάλες ποσότητες; Τη λύση της εποχής την έδιναν τα λεγόμενα χαλάρια. Για να φτιάξουν χαλάρια, αγόραζαν σε τόπι ύφασμα, το κόβανε ανά δύο, κομμάτια ίδιες διαστάσεις, δηλαδή 2 μέτρα μήκος και 1,20 μ πλάτος, και τα ράβανε με χονδρή κλωστή. Αυτά λοιπόν τα χαλάρια ή χαράρια , τα γέμιζαν με άχυρο. Για να πατηθούν καλά τα άχυρα άστα χαλάρι, καμιά φορά έμπαιναν μέσα και με τα πόδια πατούσαν το άχυρο, ώστε να μπει καλά στις γωνίες και να χωρέσει περισσότερο. Σαν γέμιζαν μέχρι απάνω, τα έραβαν με σπάγκο. Το χαλάρι επάνω είχε ειδικές θηλιές που περνούσε ο σπάγκος ή ένα σύρμα. Όμως δεν έραβαν έτσι όλο το πάνω μέρος από άκρη σε άκρη. Στις άκρες άφηναν τα λεγόμενα «αφτιά», και τύλιγαν το σπάγκο γύρω – γύρω.
Τα «αφτιά» αυτά, χρησίμευαν για να πιάνεται καλύτερα το χαράρι, και φυσικά να φορτώνεται και εύκολα, είτε στον ώμο είτε στο μουλάρι. Ανά ένα φορτίο στο μουλάρι φόρτωναν δύο χαλάρια, που για να φορτωθούν χρειαζόταν δύο άτομα να τα σηκώσουν, ή ένας δυνατός, γιατί το κάθε χαλάρι ζύγιζε γύρω στα 40 κιλά! Με το μεταφορικό ζώο τα πήγαιναν στο σπίτι στον ειδικό αχυρώνα. Αργότερα περί το 1960 καταργήθηκαν τα χαράρια και χρησιμοποιούσαν πλέον τα κοκκινόλουρα μεγάλα σακιά, τις λεγόμενες και σάκες. Ένα χαλάρι χώραγε 4 με 5 σάκες.

Τι ήταν ο ανηφοράς
Με το μουλάρι έφερναν τα χαλάρια μέχρι τον αχυρώνα ο οποίος είχε στη ταράτσα μια τρύπα 50 Χ 50 εκ, και από εκεί έριχναν το άχυρο να πέσει μέσα. Η τετράγωνη αυτή τρύπα λεγόταν «ανηφοράς» ή «αχερονοίχτης». Στο τέλος σκέπαζαν με μια πέτρινη τετράγωνη πλάκα για να μην μπαίνει η βροχή, τα ποντίκια οι γάτες κλπ. Καμιά φορά το Καλοκαίρι την άφηναν ανοιχτή για να μπαίνει το φως του ήλιου. Για να ανεβάσει όμως ένας άνδρας στην ταράτσα το χαλάρι, έπρεπε να ανέβει μια ξύλινη σκάλα για την οροφή, και έπρεπε και αυτός να είναι γερός, καθώς και η σκάλα και τα σκαλοπάτια επίσης, ώστε να αντέχουν και να μη σπάσουν! Για να πέφτει πιο εύκολα το άχυρο στη τρύπα του ανηφορά, είχαν βάλει τέσσερα (χειρόβολα), δεμάθια κριθαριού ή ταγής γύρω – γύρω, και αυτά έπαιζαν το ρόλο χωνιού!

Σαν έριχναν μερικά χαλάρια από τον ανηφορά, μετά κατέβαιναν κάτω και πάταγαν τα άχυρα καλά με τα πόδια, ώστε να κάτσουν, για να χωρέσει έτσι περισσότερα ο αχυρώνας. Επειδή ήταν επικίνδυνο να χωθεί κάποιος στα άχυρα, και ο λόγος φυσικά ότι μπορούσε να «κρουφτεί» (πάθει ασφυξία), και για να αποφύγουν αυτόν τον κίνδυνο, έβαζαν μια σανίδα ή σκάλα και πάταγε απάνω στα άχυρα, και πάνω εκεί ανέβαιναν στο σωρό, και τα πατούσαν καλά – καλά με τα άρβυλα. Έτσι ο αχυρώνας χωρούσε ακόμα περισσότερα χαλάρια άχυρο.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *