Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Μανώλης Μπικάκης: Ο Κρητικός που κατάφερε να σταματήσει τον Αττίλα

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ιστορία του στρατιώτη Μπικάκη από τα Αστερούσια: Ο άνθρωπος που κατέστρεψε έναν Ουλαμό Αρμάτων Μάχης και διέλυσε ένα Τάγμα Τουρκικού Πεζικού !!!


Συγκλονίστηκα με την ιστορία του Μανώλη Μπικάκη, ενός Κρητικού από τον Αμύγδαλο Αστερουσίων, που δεν είναι πια στη ζωή. Δεν τον ήξερα, δεν ήξερα τίποτα για τη ζωή και τη δράση του. Κάποιος φίλος μου έστειλε ένα κείμενο από το διαδίκτυο, όπου περιγράφεται η δράση του. Έτσι άρχισε μια μικρή έρευνα γύρω από μια εντυπωσιακή μορφή της κυπριακής τραγωδίας. Επειδή στο αρχικό κείμενο αναφερόταν ότι καταγόταν από την Ασί Γωνιά, αναζήτησα εκεί τους συγγενείς του. Τελικά τους βρήκα στον κάμπο της Μεσαράς, όπου έχουν μετοικήσει οι κάτοικοι των έρημων σήμερα ποιμενικών οικισμών των Αστερουσίων.

Ποιος ήταν, λοιπόν, ο Μπικάκης; Ένας απλός Έλληνας στρατιώτης που τα έβαλε με ολόκληρο στρατό και ξεκλήρισε έναν ουλαμό αρμάτων μάχης και ένα τμήμα του τουρκικού πεζικού. Βρέθηκε με ελάχιστα πολεμοφόδια μέσα σε έναν απίστευτο καταιγισμό πυρών. Ήξερε καλά πως κανένα βλήμα δεν έπρεπε να πάει χαμένο. Δεν είχε δικαίωμα να αστοχήσει. Και τα κατάφερε! Κατέστρεψε εχθρικά τανκς, γκρέμισε, πυρπόλησε. Ήταν οι μέρες που η Χούντα της Αθήνας είχε προδώσει την Κύπρο μέσα σε ένα απίστευτο μίγμα ανοησίας και έπαρσης.

Μετά από μια ραδιοφωνική εκπομπή άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου, σαν ταινία κινηματογραφική, η ζωή ενός ανθρώπου που κατάφερε να γλιτώσει μέσα από τα δόντια του Αττίλα, αλλά τον κατάπιε το θηρίο που λέγεται άσφαλτος μια θλιβερή ημέρα του 1994, όταν ο Μανώλης ήταν μόλις 40 χρονών! Με τη βοήθεια των συγγενών του μίλησα με την αγαπημένη του σύντροφο, τη Νίκη (όχι Ελένη όπως γράφεται στο διαδίκτυο). Είναι μια ευγενέστατη Κυρία με πλατύ χαμόγελο, είναι το μικρό κορίτσι που σκεφτόταν ο ήρωας της Κύπρου εκείνες τις δύσκολες ημέρες του 1974.

ΟΜανώλης Μπικάκηςείναι το παλικαρόπουλο που 20 χρονών τα έβαλε μόνος του με ολόκληρο τον Αττίλα! Διέλυσε έξι τανκς μέσα σε λίγα λεπτά, σε μια κρίσιμη στιγμή της κυπριακής ιστορίας, λίγο πριν την ανακωχή.

manolis_mpikakis

Η περιπέτεια των παιδικών χρόνων

Τούτο το «ρεπορτάζ» γράφεται, λοιπόν, με μεγάλη καθυστέρηση. Δεν ξέρω αν είχε μιλήσει ο Μανώλης ποτέ δημοσίως, αν είχε αναφερθεί στα απίθανα περιστατικά που συνέθεσαν το μωσαϊκό της ζωής του. Ζήτησα από την κυρία Νίκη να ξεδιπλώσει το κουβάρι των δικών της αναμνήσεων, να μεταφέρει τις αφηγήσεις του Μανώλη της, αφού υπήρξε το πιο κοντινό του πρόσωπο. Επίσης, πολλές πληροφορίες οφείλονται στην αδελφή του την Κατερίνα, τον ανιψιό του Γιώργη Σπιθάκη, στη θεία του και σε άλλους συγγενείς και φίλους της οικογένειας. Ίσως να ενδιαφέρει πολύ λίγο η προ του 1974 ζωή του Μπικάκη, αφού τα συγκλονιστικά γεγονότα εκείνου του Αυγούστου επισκιάζουν κάθε άλλη περίοδο. Ωστόσο, η ζωή αυτού του ανθρώπου ήταν μια διαρκής περιπέτεια. Ήταν μόλις 11 χρονών όταν έφευγε πικραμένος και απελπισμένος από το χωριό του. Ένα παιδικό παιγνίδι ήταν αιτία. Δυο ξαδελφάκια περιεργάζονταν ένα όπλο. Το βρήκαν στα βουνά, στη μάντρα της οικογένειας. Το όπλο εκπυρσοκρότησε. Το παιδί που βρέθηκε απέναντι από την κάνη διαλύθηκε κυριολεκτικά.

Η Κατίνα, η αδελφή του Μανώλη,είχε την καλοσύνη να μου στείλει ένα εκπληκτικό κείμενό της, ένα γράμμα οκτώ σελίδων τετραδίου. Εξιστορεί τα γεγονότα με τον ατόφιο λαϊκό λόγο που γίνεται συγκλονιστικός στην απλότητά του. Γράφει η Κατίνα:

«Το 1966 διακοπές του Πάσχα, ο αδελφός μου, 11 χρονών, και τα δυο παιδιά του θείου μου, έξι το μικρό και οκτώ το άλλο, πήγαν στη μάντρα όπου είχαμε τα πρόβατα. Εκεί ήταν η μάνα τους και έφτιαχνε το γάλα. Βρήκαν ένα όπλο στη μάντρα, το περιεργαζότανε, πήρε φωτιά αυτό και σκοτώθηκε το 6 χρονών Αντωνιό. Δεν περιγράφεται τι έγινε αφού εβρέθηκε το όπλο στο χέρι του Μανώλη».

Θρήνος στον Αμύγδαλο. Ο Μανώλης δεν επιστρέφει στο χωριό. Πώς μπορεί να σκεφτεί ένα 11χρονο παιδί ότι η ουσιαστική ευθύνη ανήκε όχι στα παιδιά, ανήκε σε άλλους, ίσως σε ένα κακό παιγνίδι της τύχης; Λίγες μέρες μετά φεύγει και από το χωριό. Από τη στεναχώρια αρρωσταίνει. Νιώθει σαν χαμένος σε έναν κόσμο που δεν μπορούσε να του παράσχει ουσιαστική στήριξη. Η Κατίνα δεν τολμά να περιγράψει το σκηνικό. Με συγκινεί καθώς διαβάζω το γράμμα της: «Αν θέλεις να γράψεις ένα βιβλίο, έλα να με βρεις να σου διηγηθώ ιστορίες που ούτε στα παραμύθια δεν τις έχεις ακούσει…» Ναι, κυρία Κατίνα, γιατί και οι ζωές μας μοιάζουν με παραμύθια. Και περισσότερο η ζωή του Μανώλη. Συνεχίζει η Κατίνα:

«Έχει ο πατέρας μου ένα αδελφό στους Στόλους [χωριό της Μεσαράς], εκεί τον πήρε και ετελείωσε το Δημοτικό. Πήγαινε στο σχολείο όταν δεν ήταν άρρωστος, δηλαδή αρά και πού».

Η περιπέτεια δεν τελειώνει. Πηγαίνει σε άλλον συγγενή, στον Άγιο Θωμά. Ζωή χωρίς λύτρωση για ένα παιδί που δεν υπήρξε ουσιαστικός θύτης αλλά άτυχο θύμα μιας κακιάς στιγμής; Έτσι κυλούν οι μήνες και το παιδί μεγαλώνει χωρίς τη μητρική στοργή…

Κατίνα: «…Μετά αγοράσαμε ένα σπίτι στο Ασήμι, πήγε η αδελφή μου και του έκανε παρέα…άρχισε να μαθαίνει επιπλοποιός. Πήγαινε η μητέρα μας να το δει. Όταν έφευγε εκείνη την ακολουθούσε δυο και τρία χιλιόμετρα έξω από το χωριό. Η μάνα φοβόταν, του έλεγε:

– Γύρισε, παιδί μου, πίσω γιατί είσαι μοναχός και μακριά και δεν κάνει να είσαι μόνος…

Και της έλεγε:

– Άσε με ακόμη λίγο…

Δεν είχε χορτάσει την αγκαλιά της μάνας.

Δεν πήγε στο γάμο της Κατίνας ο Μανώλης. Δεν ξαναπήγε στο χωριό, όπου όλα του θύμιζαν εκείνη τη φρικτή κατάληξη ενός παιγνιδιού. Άλλωστε, όλα τα παιδιά παίζουν με τα όπλα. Συνήθως, όμως, τα όπλα είναι ψεύτικα.

Για πρώτη φορά ξαναγύρισε στον Αμύγδαλο μετά την απόλυσή του από το στρατό. Αλλά τότε δεν ήταν το Μανωλιό του 1966. Ήταν ο ήρωας της Κύπρου!

manolis_mpikakis_stratiotis

manolis_mpikakis_stratiotis_2

Ο καταστροφέας των τανκς

Προσπαθώ να ανασυνθέσω την εποχή του χαμού, τις πικρές ημέρες του Ελληνισμού, βασιζόμενος κυρίως στις πληροφορίες που πρόθυμα (και πρόσχαρα) μου έδωσε η Νίκη, στις μνήμες των στενών συγγενών του και στις τοπογραφικές και ιστορικές πληροφορίες που έλαβα από τον καλό μου φίλο, τον ιστορικό ερευνητή Κωστή Κοκκινόφτα (επιστημονικό συνεργάτη στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Μονής Κύκκου).

Κύπρος 1974. Μια μέρα μετά τη μεγάλη γιορτή της Παναγιάς, Αύγουστος μήνας. ΟΜανώλης Μπικάκηςείναι μόλις 20 χρονών (είχε γεννηθεί το 1954), παλικάρι γεροδεμένο. Υπηρετούσε στις Ειδικές Δυνάμεις, ήταν ένας από τους καταδρομείς εκείνους που είχαν μεταφερθεί από τα Χανιά στην Κύπρο για να αντιμετωπίσουν τουςεισβολείς του Αττίλα. Κανείς δεν ήξερε πού θα πήγαιναν όταν επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο. Τους είπαν απλά ότι επρόκειτο να πάνε στη Ρόδο. Η μετάβαση στην Κύπρο και η περιπέτεια της προσγείωσης των ελληνικών πολεμικών αεροπλάνων συνιστούν λεπτομέρειες που δεν χωρούν σε αυτό το κείμενο, έχουν άλλωστε γραφτεί πολλές φορές. Στην Κρήτη η οικογένειά του δεν ήξερε τίποτα. Όταν άκουσαν όμως για αλεξιπτωτιστές που έφυγαν από τα Χανιά, οι συγγενείς πάγωσαν. Ήξεραν ότι ο Μανώλης θα ήταν ένας απ’ αυτούς. «Τηλεφωνώ στη μονάδα του, λέει τώρα η Κατίνα, δεν απαντούσε κανείς. Μετά από πεντέξι μέρες μου είπαν πως δεν μπορούν να μιλήσουν και πως είναι καλά… Έλιωνα χωρίς να ξέρω τι γινόταν όσο περνούσαν οι μέρες. Ξαναπαίρνω μια μέρα τηλέφωνο και τους ζητώ ευθέως να μου πουν αν είναι σκοτωμένος, αιχμάλωτος, αν είναι ζωντανός. Και μου λέγανε πάντα: δεν ξέρομε, δεν μπορούμε, όταν είναι κάτι θα ειδοποιήσουν τον πατέρα του…»

Εκείνη τη μέρα του Αυγούστου, λοιπόν, ο Μανώλης βρέθηκε στη Λευκωσία, κοντά στη Σχολή Γρηγορίου, σε θέση άμυνας. Από την προ-προηγούμενη μέρα είχε αρχίσει το δεύτερο μέρος της τραγωδίας. Η επέλαση των εισβολέων, η προσπάθεια κατάληψης της Αμμοχώστου, ο εγκλωβισμός των χωριών προς την περιοχή της Καρπασίας. Οι μάχες γύρω από τη Λευκωσία είναι σκληρές. Οι Τούρκοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να εξασφαλίσουν τον έλεγχο όσο το δυνατόν περισσότερων εδαφών, να στραγγαλίσουν την Πρωτεύουσα, να την αποκλείσουν από μεγάλα τμήματα της ενδοχώρας. Σήμερα, με τη γνώση των γεγονότων που ακολούθησαν, μπορούμε να κατανοήσομε τους λόγους. Το ίδιο βράδυ επρόκειτο να υπογραφεί ανακωχή.

Ο Μανώλης βρέθηκε με ένα συνάδελφό του στη γραμμή του πυρός. Είχε διασπαστεί η μοίρα και είχαν απλωθεί οι άνδρες για να αποκρούσουν καλύτερα τις εχθρικές επιθέσεις. Μέσα στη βροχή από σφαίρες, στις συνεχείς εκρήξεις και στα πυρά του εχθρού οι δυο σύντροφοι χάνονται μεταξύ τους. Οι λόγοι είναι άγνωστοι, αλλά κατανοητοί.. Λίγο να μετακινήθηκαν προς αντίθετες κατευθύνσεις, λίγο να άλλαξαν θέσεις… Άλλωστε οι Τούρκοι είχαν την αεροπορική υπεροπλία. Μαχητικά και βομβαρδιστικά πετούσαν διαρκώς προς κάθε κατεύθυνση.

Αληθινή κόλαση ο τόπος που σήμερα περιγράφεται απλά ως «νεκρή ζώνη». Το εικοσάχρονο παλικάρι από την Κρήτη έχει ένα αντιαρματικό όπλο ΠΑΟ στον ώμο του και μόλις οκτώ βλήματα στη διάθεσή του. Όπως είπαμε, ο άλλος στρατιώτης, Μπινιχάκης το όνομά του, είχε χαθεί. Τον φώναξε μερικές φορές ο Μανώλης αλλά απόκριση δεν πήρε. Ήταν, άλλωστε, πολύ δύσκολο να ακούσει κανείς ανθρώπινη φωνή μέσα σε εκκωφαντικούς ήχους και πυροβολισμούς. Συγκλονίστηκε ο Μανώλης. Μπροστά στις μπούκες των αρμάτων σκεφτόταν αυτό το άτυχο παιδί, το σύντροφό του, που πίστευε ότι χτυπήθηκε από βόλι εχθρικό. Αψήφησε τον καταιγισμό και άρχισε να ψάχνει για το άψυχο κουφάρι του. Δεν έβρισκε τίποτα. Ωστόσο, ένας ουλαμός αρμάτων προχωρούσε προς το μέρος του. Βρίσκονταν μόλις 300 μέτρα μακριά. Ήταν ζήτημα χρόνου να χαθεί κι ό ίδιος.

Έρποντας κινήθηκε προς το όπλο και τα οκτώ βόλια που είχε στη διάθεσή του. Πήρε ένα, όπλισε.

«Βρισκόταν μέσα σε κάτι χαρακώματα ο Μανώλης, όταν είδε τα άρματα μάχης να κατευθύνονται προς το μέρος του», λέει η Νίκη. «Χωρίς να χάσει καιρό σημαδεύει το πρώτο και το πετυχαίνει»… Ήταν ένα θηρίο Μ48, αμερικάνικης κατασκευής. Από τα πιο βαριά που χρησιμοποιήθηκαν στην εισβολή. Η βολή του παλικαριού από τα Αστερούσια κάνει συντρίμμια το αμερικάνικο θηρίο.

Αυτή ήταν η αρχή. Ο εικοσάχρονος πολεμιστής βρίσκεται πια ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Προσπαθούν όλοι να τον πετύχουν. Εκείνος, λες κι είναι μεθυσμένος (θυμάστε το «αθάνατο κρασί του 21» που έγραφε ο μεγάλος Παλαμάς;). Δεν υπολογίζει το θάνατο. Έπρεπε να υπερασπιστεί ένα λόφο και να μην αφήσει τους Τούρκους να περάσουν. Η περιοχή βρίσκεται κοντά στο σημερινό κόμβο «Κολοκασίδης», σε ένα στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της πόλης. Πολύ κοντά ήταν ο δρόμος προς Μόρφου και Γερόλακκο, περνούσε δίπλα από τη σχολή Γρηγορίου. Κι εκεί στο Γερόλακκο ήταν η βάση της ΕΛΔΥΚ, της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου.

Μόνος ο στρατιώτης Μπικάκης απέναντι σε ολόκληρο στρατό. Λέγεται πως απέναντί του βρίσκονταν έξι ή οκτώ άρματα μάχης που καθάριζαν το έδαφος και ακολουθούσε το τουρκικό πεζικό, ένα ολόκληρο τάγμα. Σέρνεται στο χώμα για να μη γίνει αντιληπτός. Είχε αρχίσει να πλησιάζει το δεύτερο άρμα. Στέκεται παλικαρίσια απέναντί του, το σημαδεύει, πυροβολεί. Εύστοχη και τούτη η βολή. Το θηρίο Μ48 γίνεται συντρίμμια και τα καύσιμά του αρπάζουν φωτιά. Του μένουν πια μόνο έξι βλήματα. Έπρεπε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και, κυρίως, να είναι απόλυτα εύστοχος. Σημαδεύει το τρίτο τανκ. Πάει κι αυτό! Ο Μανώλης μετακινείται από τη μια θέση στην άλλη. Κουβαλά το όπλο, μεταφέρει τις βολίδες, γλιστρά ανάμεσα στις σφαίρες, αιφνιδιάζει τους απέναντι.

Δυο άλλα άρματα μάχης, αυτά που ακολουθούσαν, αλλάζουν κατεύθυνση. Κανείς δεν έμαθε αν τα πληρώματά τους φοβήθηκαν ή αν προσπάθησαν να μετακινηθούν για να αντιμετωπίσουν τον απρόσμενο αντίπαλο. Η Νίκη δεν είναι σίγουρη για τις λεπτομέρειες, ούτε για την ακριβή διαδοχή των γεγονότων. Ο Μανώλης απέφευγε να μιλά πολύ γι’ αυτά, τα θεωρούσε όλα πολύ φυσιολογικά, πίστευε απλά ότι «έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει». Είναι, όμως, σίγουρη ότι κατέστρεψε και το επόμενο άρμα, αυτό που ακολουθούσε, δηλαδή το έκτο. Ένα άλλο άρμα ξεμυτίζει από το κτήριο του σχολείου, όπου κρυβόταν. Μόλις εμφανίστηκε το βάζει ο Μανώλης στο στόχαστρο. Αλάθητος σκοπευτής ο Μπικάκης. Φωτιές ξεπετάγονται μέσα από τα διαλυμένα σιδερικά.

Οι βολίδες τέλειωναν πια. Έμεναν μόλις τρεις. Έμενε κι ένα τανκ. Οι μαρτυρίες από δω και μετά είναι μπερδεμένες. Κρίμα που δεν ζει ο ίδιος να τις ξεκαθαρίσει και να δώσει την εικόνα ενός ήρωα, ενός παλικαριού που περιφρόνησε τον θάνατο. Τελοσπάντων, ο Μανώλης κατάφερε να εγκλωβίσει στο στόχαστρό του και το έκτο άρμα μάχης. Το επίσημο χαρτί που του έδωσε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κάνει λόγο για τέσσερα. Λίγη σημασία έχει, αλήθεια, αν κατέστρεψε τέσσερα ή έξι άρματα μάχης συνολικά. Αλλά, το χαρτί αυτό υπογράφηκε λίγες ημέρες μετά, τον Σεπτέμβρη. Ήταν δύσκολο να γίνει ακριβής αποτίμηση.

Το τουρκικό τάγμα διασκορπίστηκε. Βρήκαν ένα κτήριο και κατέφυγαν εκεί με τη βοήθεια της αεροπορίας. Όσο για τον Μπικάκη… αυτός ήταν πραγματικά άφαντος. Ήξερε να κρύβεται, να μετακινείται, να μη δίνει στόχο. Όπως έλεγε μετά, πίστευε ότι είχε ξεγελάσει τους Τούρκους που δεν ήξεραν τι είχαν να αντιμετωπίσουν, δεν ήξεραν πόσος στρατός, πόσοι βαρεοπλίτες κρύβονταν στο λόφο. Και ξαφνιάστηκαν γιατί ήξεραν ότι η περιοχή είχε θεωρηθεί προσπελάσιμη μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της αεροπορίας τους.

Μετακινούμενος διαρκώς ο Μανώλης με το βαρύ όπλο ΠΑΟ (Πυροβόλο Άνευ Οπισθοδρομήσεως) στον ώμο και με μόνο δυο βολίδες στη διάθεσή του, βλέπει τους άνδρες του πεζικού να καταφεύγουν στο κτήριο. Οι δυο βολίδες αρκούσαν να τους πετσοκόψει. Δεν του έμενε πια τίποτα. Ήταν ολομόναχος, χωρίς πυρομαχικά, χωρίς ελπίδα.

«Μου έλεγε ότι πίστευε στη σωτηρία του», θυμάται η Νίκη. «Προσπάθησε να κρυφτεί. Πέρασαν κάμποσες μέρες, νομίζω τέσσερις ή πέντε, και οι άλλοι στρατιώτες, οι σύντροφοί του, νόμιζαν πως ήταν σκοτωμένος. Ο Μανώλης ήξερε να επιβιώνει σε πολύ αντίξοες συνθήκες, άλλωστε ήταν τέτοια η εκπαίδευσή του. Πολλές φορές μου έλεγε ότι δεν είχε βάλει τίποτε στο στόμα του, ούτε φαγητό, ούτε νερό…» Χωρίς νερό, λοιπόν. Και ήταν Αύγουστος μήνας. Στο θερμό κλίμα της Κύπρου.

Όταν η περιπέτειά του έφτασε στο τέλος της ο μικρός ήρωας ήταν εξαντλημένος…

«Μόλις είδε τους συντρόφους του ζήτησε φαΐ και νερό…»

manolis_mpikakis_kai_stratiotes

Επιστρέφοντας από την Κύπρο ο ήρωας του 1974 πήγε στην Αγιά Φωτιά της Μεσαράς κι από κει στην Αθήνα. Τη Νίκη την ήξερε από πριν αλλά εκείνη ήταν κοριτσάκι ακόμη, κόρη μαραγκού που είχε τύχει να συναντήσει τον Μανώλη και να τον συμπαθήσει. Έρωτας μετά τη μάχη. Η άλλη πλευρά της ζωής. Ή, μάλλον, η ίδια η ζωή που δείχνει πότε το σκληρό πρόσωπό της και πότε καλοσυνεύει και χαμογελά.

Κλέβει ο Μανώλης τη Νίκη, έτσι όπως έκαναν στην Κρήτη του παλιού καιρού και τη φέρνει στην Κρήτη. Η οικογένεια της κοπελιάς δεν αντιδρά, τον καλοδέχεται. Ο γάμος έγινε στην Κρήτη.

Από τότε οι δρόμοι τους δεν χώρισαν πια. Ως τον Οκτώβριο του 1994. Εκείνος δούλευε στην Τρίπολη εκείνη την εποχή. Ένα Σάββατο ξεκίνησε για να τη συναντήσει. Δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Ένα μεγάλο φορτηγό, μια νταλίκα… Τροχαίο. Έτσι γιατί μια λέξη μπορεί να κλείσει το βιβλίο μιας ολόκληρης ζωής. Τροχαίο! Ο Μανώλης άφησε πίσω του δυο παιδιά. Αν ζούσε σήμερα, στα 56 του, θα ήταν παππούς. Και θα μπορούσε να λέει στα εγγόνια του παραμύθια, σαν εκείνα που άκουγε στα Αστερούσια όταν ήταν κι εκείνος παιδί. Πιθανόν, όμως, να μην τους έλεγε ποτέ, ή να μην τους έλεγε συχνά, τη δική του ιστορία που μοιάζει σαν συναρπαστικό παραμύθι. Έτσι γιατί πίστευε ότι έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Είναι λόγια δικά του. Και η Νίκη του δεν θα τα ξεχάσει ποτέ. Σκέφτεται, όμως, πόσο δύσκολη ήταν η ζωή και πόσο σκληρή απέναντί του: «Αν ζούσε θα χαιρόταν τώρα το εγγονάκι μας», λέει.

stratiotes_me_elliniki_simaia

Αν ο Μανώλης…

Η περιοχή στην οποία πολέμησε ο Μπικάκης υπήρξε κρίσιμη για την τελική έκβαση της εισβολής. Σήμερα καλύπτεται από τη «νεκρή ζώνη». Η σκόνη του χρόνου καλύπτει τα βήματα των ανθρώπων, μια περιοχή χωρίς ζωή. Και του Μανώλη τα βήματα από τη σκόνη του χρόνου καλύπτονται. Οι συμπολεμιστές και οι συγγενείς του λένε με καμάρι ότι με τα χέρια, το μάτι, το μυαλό και την παλικαριά του σταμάτησε την τουρκική επέλαση. Αυτός ο ένας! Η αλήθεια είναι ότι δόθηκαν στην περιοχή του Αγίου Δομετίου σκληρές μάχες ανάμεσα στην ΕΛΔΥΚ και τους εισβολείς. Ακολούθησαν οδομαχίες σκληρές και άγριες. Μια από τις πιο σημαντικές άμυνες ήταν αυτή του Μανώλη. Αν κατάφερναν να περνούσαν οι Τούρκοι εκείνη τη μέρα θα ήταν αλλιώς η Κύπρος σήμερα. Η Πρωτεύουσα, η Λευκωσία, θα ήταν κλεισμένη ασφυκτικά. Ο κυκλικός κόμβος Κολοκασίδη που βρίσκεται στα δυτικά της πόλης, στο προάστειο Άγιος Δομέτιος, οδηγούσε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, αυτό το αεροδρόμιο που από τότε παραμένει φάντασμα. Νεκρό κι εκείνο. Όπως και η «Σχολή Γρηγορίου», ένα εκπαιδευτήριο που από τότε παραμένει με τα σημάδια των εκρήξεων και των βολίδων μέσα στη νεκρή ζώνη. Το τάγμα του πεζικού που είχε ξεπαστρέψει ο Μπικάκης είχε καταφύγει στο σχολή. Το ισόγειο και έναν από τους ορόφους της είχε σημαδέψει με τις δυο τελευταίες βολίδες του ο Κρητικός. Ποταμοί αιμάτων, κραυγές και δάκρυα στοίχειωσαν σε ένα κτήριο που είχε ως προορισμό του την παιδεία…

Για να επανέλθουμε: κανείς δεν ξέρει τι θα είχε συμβεί στη Λευκωσία αν ο Μπικάκης δεν ήταν τόσο τολμηρός και τόσο εύστοχος. Μένομε, λοιπόν, σ’ αυτή την εκτίμηση που λέει ότι οι Τούρκοι θα έλεγχαν ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της Λευκωσίας και ότι η ζωή στην διχοτομημένη πόλη θα ήταν πιο μαρτυρική, σχεδόν αβίωτη… Η κατάληψη της περιοχής θα σήμαινε τον εγκλωβισμό της πόλης και από τα δυτικά, με μόνο πλέον άνοιγμά της το νότιο.

manolis_mpikakis_stratiotis_3

Σαν ήρωας από τα παλιά…

Το αρχικό (καλογραμμένο και λεπτομερές) κείμενο για τον Μανώλη Μπικάκη δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο από τον «Σύλλογο για τα ανθρώπινα δικαιώματα οικογενειών αγνοουμένων και πεσόντων κυπριακής τραγωδίας 1974». Στάθηκε πλοηγός για τη έρευνά μου.

Ύστερα από μια σύντομη ραδιοφωνική εκπομπή διαπίστωσα ότι την ιστορία του την ξέρουν πολλοί, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι κοντοχωριανοί, οι συμπολεμιστές του (που τον τιμούν και τον σέβονται). Την ξέρουν και όσοι Έλληνες υπηρέτησαν έκτοτε στην Κύπρο. Τη λένε με θαυμασμό, όσο κι αν ξέρουν αποσπασματικά κάποια από τα στοιχεία που τη συνθέτουν. Μίλησα με πάνω από δεκαπέντε ανθρώπους. Στα μάτια τους ο Μπικάκης δεν είναι ένας κοινός θνητός αλλά ένας υπερφυσικός άνθρωπος που ζωντανεύει όλες εκείνες τις παλιές ιστορίες, όσες ακούγονται στην Κρήτη από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Να, σαν τον άλλο μεθυσμένο με το κρασί της Λευτεριάς, τον Ξωπατέρα. Ένα δημοτικό τραγούδι περιγράφει τη μάχη του λέγοντας ότι οι σφαίρες περνούσα δίπλα από το κορμί του σαν μύγες, χωρίς να τον πετυχαίνουν.

Έτσι κι ο Μπικάκης. Καμιά σφαίρα δεν τον βρήκε. Και όπως λέει ο άγνωστός μου συγγραφέας του διαδικτύου, ο ίδιος ενσαρκώνει τη δύναμη του ανθρώπου απέναντι στη μηχανή.

Αλήθεια, θυμήθηκε να τιμήσει κανείς αυτόν τον ήρωα;

manolis_mpikakis_2

Ένα άρθρο του Νίκου Ψιλάκη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΥΠΕΡ – Χ το Φθινόπωρο του 2010
Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Πως χτίζανε παλιά τους φούρνους στα χωριά

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάρουμε και πάλι σαν βάση στο τι γινόταν με τo χτίσιμο των φούρνων, μαθαίνοντας πως τους έχτιζαν στο χωριό μας τη Γαλιά, γιατί κάτι ανάλογο γινόταν και στα υπόλοιπα χωριά της Κρήτης


Κυρίως θα περιγράψουμε τον πιο παλιό παραδοσιακό τρόπο, που υπήρχε εδώ και χιλιάδες χρόνια, πριν καν εμφανιστεί το τσιμέντο.

Ήταν δύσκολο τα παλαιότερα χρόνια να φτιαχτεί ένας φούρνος, γιατί ήταν κυρίως δυσεύρετα τα υλικά. Ήθελε τουλάχιστον έξη μήνες να περάσουν, ώστε να καταφέρει να συγκεντρώσει κάποιος, κυρίως τα κεραμικά υλικά για το θόλο του φούρνου, αλλά και τα υπόλοιπα, όπως τις πέτρες με τα πελέκια, τα ειδικά χώματα κλπ.
Ένα φούρνο θα μπορούσαμε να τον χωρίσουμε σε πέντε στάδια κατασκευής:
1)Το χτίσιμο από τα θεμέλια μέχρι το πρώτο επίπεδο. 2)Τη βάση εσωτερικά του φούρνου. 3) Τον θόλο του φούρνου. 4) Το χτίσιμο εξωτερικά στο δεύτερο επίπεδο, και 5) Τη σκεπή.

Α) Το χτίσιμο στο πρώτο επίπεδο
Το χτίσιμο του φούρνου γινόταν από χτίστες ειδικούς στην κατασκευή φούρνου, όπου αναλάμβαναν όλη την κατασκευή του, πλην της βάσης του φούρνου.

Αρχικά η κατασκευή ξεκίναγε σκάβοντας τα θεμέλια, όπως θα γινόταν και σε ένα μικρό τετράγωνο σπιτάκι 2,5 Χ2,5 μ για ένα συνηθισμένο φούρνο. Μπορούσε όμως να αλλάξει η διάσταση, και να γίνει μικρότερο, ή και μεγαλύτερο, ακόμα και μέχρι 3Χ3 μ απ άκρη σ άκρη, για ένα μεγάλο φούρνο. Οι χτίστες φούρνου ήταν ειδικοί, αλλά ειδικευόταν και σε άλλες δύσκολες κατασκευές, όπως πέτρινες κρήνες, γέφυρες κλπ. Στο χωριό μας στη Γαλιά, μαστόροι τέτοιοι είχαν έρθει από την Κάρπαθο, αλλά ωστόσο οι Σκαρπαθιώτες αυτοί (Καρπαθιώτες), οι οποίοι έμαθαν σιγά – σιγά την τέχνη των φούρνων και σε ντόπιους τεχνίτες. Αν το έδαφος ήταν αμμουδερό, έκαναν κανονικά θεμέλιο βαθύτερο, και αν υπήρχε πετρώδες υπέδαφος, το θεμέλιο ήταν λιγότερο βαθύ. Το πάχος του χτιριού ξεκίναγε στα πενήντα εκατοστά στο πρώτο επίπεδο.
Όταν είχε χτιστεί η βάση του φούρνου και σε ύψος 80 εκατοστά μέχρι ένα μέτρο, τότε γινόταν η σκεπή του, που γινόταν με ξύλινα δοκάρια, από πάνω μια σειρά καλάμια. Επάνω στην καλαμωτή έβαζαν κλαριά από σφάκες (πικροδάφνες), και επάνω έστρωναν κοσκινισμένο ομοιογενές κοκκινόχωμα, και από επάνω έμπαινε λάσπη από το ίδιο χώμα πάχους 5 με 10εκατοστών. Όταν ήθελαν να φτιάξουν δυνατή λάσπη, τότε πήγαιναν σε μια τοποθεσία στο Μονόχωρο, το λεγόμενο Καβούσι, και από εκεί έβγαζαν ένα ειδικό αμμουδερό χώμα από πέτρωμα το οποίο κοπάνιζαν, ή ακόμα και κοκκινόχωμα, και το ανακάτευαν με λεπίδα. Το μείγμα αυτό γινόταν σκληρό σαν ξεραινόταν.
Στο κτίσιμο αυτό του πρώτου επιπέδου, άφηναν μπροστά ένα μικρό πορτάκι. Ο χώρος αυτός του κάτω επιέδου, ήταν κατάλληλος για να κοιτάσουν (κοουρνιάζουν) οι όρνιθες (κότες) του σπιτιού, και λεγόταν κούμος (κοτέτσι). Για να είναι πιο πρακτικός ο κούμος, κατά το χτίσιμο της βάσης, στους 15 πόντους από το έδαφος έβαζαν μερικά ξύλινα δοκαράκι ή ίσιους κορμούς δένδρων οριζόντια, από τη μια μεριά έως την άλλη, και εκεί επάνω ανέβαιναν οι κότες τον χειμώνα για να κουρνιάσουν . Κ
αμιά φορά έμπαινε και ο σκύλος εκεί μέσα και την άραζε όταν έβρεχε ή τα καλοκαίρια στη δυνατή ζέστη.

Β) Η βάση στο εσωτερικό του φούρνου – Τι ήταν η πυροκότα

Η Κρήτη βέβαια κράτησε πολλές λέξεις από την αρχαιότητα, που αφορούσαν τις πήλινες κατασκευές, όπως το κουνενίδι (κύπελο), το βρασκί (πήλινο δοχείο ανοιχτό από επάνω) το κάψι (θυμιατό) κουρούπι (μικρό πιθάρι) κλπ, έτσι έχει επικρατήσει και η λέξη «πυροκότα».
Η πυροκότα είναι αντίστοιχη της λέξης «τερακότα»,που είναι λέξη λατινική από το terra – cotia, που σημαίνει «ψημένη γη», το ίδιο και η πυροκότα.
Για να συνεχίσει λοιπόν ο φούρνος επάνω στη ξερή λάσπη που ήταν επάνω από το χώμα, στο πρώτο επίπεδο, δηλαδή τον κούμο, έπρεπε ο πάτος να είναι ανθεκτικός, και τη δουλειά αυτή να την αναλάβανε ο αγγειοπλάστης. Έπρεπε να πάει στον φούρνο και να πάρει τις διαστάσεις, και να φτιάξει τη βάση αυτή στο σπίτι του. Η βάση αυτή έως σήμερα λέγεται πυοκότα. Στο σπίτι του επάνω σε ξύλινες παλιές πόρτες , χάραζε τον αντίστοιχο κύκλο της πυροκότας, χρησιμοποιώντας σπάγκο, που ήταν δεμένος σε καρφί στο κέντρο και είχε μολύβι στην άκρη. Γύρω – γύρω κάρφωνε στο πλάι ξύλινες τάβλες ακολουθώντας τον κύκλο, που ήταν όσο η βάση του φούρνου. Στην συνέχεια αυτό το καλούπι το γέμιζε με λάσπη δυο ειδών. Η μία ήταν η γλυνιά από καθαρή σταχτί λεπίδα για, που ήταν για μόνωση που μάλιστα δεν καίγεται. Η άλλη ήταν από καθαρό κοκκινόχωμα γνωστό και σαν σαντορινιό, ειδικό για να δώσει το σαντορινιό κεραμιδί χρώμα. Την λάσπη την δούλευε με τα χέρια του, φρόντιζε να απλώνει ομοιόμορφα τη λάσπη, και είχε πάχος περίπου 8 εκατοστά. Η λάσπη στη βάση έμενε στον ήλιο μέχρι να στεγνώσει, και πριν πήξει καλά, την χάραζε σε κομμάτια, πρώτα ο αγγειοπλάστης έκανε ένα κύκλο στο κέντρο και στη συνέχεια χάραζε ακτίνες. Έκανε μετά κι άλλους κύκλους προς τα έξω ανάλογα το μέγεθος της βάσης του φούρνου. Τα κομμάτια αυτά της πυροκότας τα αρίθμιζε από το κέντρο προς τα δεξιά, και τα έβαζε στο καμίνι να ψηθούν καλά. Όταν είχαν πλέον ψηθεί και είχαν γίνει κεραμικά τα κομμάτια, τότε τα πήγαινε αριθμημένα και τα τοποθετούσε με την ίδια σειρά επάνω στη βάση του φούρνου, δηλαδή επάνω στην ξερή λάσπη. Τα κομμάτια όλα της πυροκότας που μπορεί να ήταν από 10 μέχρι 30 ανάλογα τη βάση, δεν έπρεπε να είναι μεγάλα, γιατί τότε κινδύνευαν να σπάσουν.

Γ)Το χτίσιμο του θόλου
Αφού τοποθετήθηκε και η πυροκότα, δηλαδή η βάση του εσωτερικού φούρνου, έπρεπε να χτιστεί ένα δύσκολο κομμάτι του φούρνου, που ήταν φυσικά ο θόλος. Τα κεραμικά υλικά που χρειαζόταν για μόνωση στο εσωτερικό του φούρνου, εκείνα τα χρόνια στην Κρήτη, και ειδικά στη Μεσαρά, ήταν δύσκολο να βρεθούν. Ο θόλος του φούρνου επειδή ήθελε πυρότουβλα, αλλά δεν υπήρχαν ή ήταν ακριβά για να αγοραστούν, μάζευαν για μήνες ότι κομμάτια έβρισκαν από σπασμένα σταμνιά, πιθάρια, πήλινα γαστριά (γλάστρες) , σπασμένα βρασκιά πήλινες κυψέλες μελισσών, σπασμένα τούβλα, γενικά ότι κεραμικό έβρισκαν! Πυρότουβλα άρχισε να κατασκευάζει ο Πετρακογιώργης στις Μοίρες, στο εργοστάσιο του από το 1946 –’47 και μετά. Τα σπασμένα κομμάτια αυτά όλα, τα λέγανε βίσαλα. Πολλοί μάλιστα στην Μεσαρά για να βρουν βίσαλα, πήγαιναν σε μέρη που υπήρχαν αρχαιότητες όπως στην Γόρτυνα, στο Ψιλό καστέλι, στου Βελούδη που υπήρχαν πιθάρια που έβαζαν μέσα τους νεκρούς και τους έθαβαν, στην Περβόλα όπου παλιά υπήρχαν εργαστήρια αγγειοπλαστικής, και όπου αλλού έβρισκαν σπασμένα πιθάρια ή πιατέλες σε κομμάτια τα μάζευαν. Κάποτε όμως είχαν τελειώσει και αυτά, και έτσι είχαν αρκεστεί σε σπασμένα σταμνιά και άλλα πήλινα είδη καθημερινής χρήσης . Ο χτίστης λοιπόν χάραζε με ένα καρφί και σπάγκο ένα κύκλο επάνω στην τοποθετημένη πυροκότα, με διάμετρος του κύκλου θα ήταν από 1,50μ με 1,60 μ για μεσαίο φούρνο, και περί τα 2 μέτρα εσωτερικό άνοιγμα για μεγάλο φούρνο. Στη συνέχεια έβρισκε τρία με τέσσερα λεπτά σανίδια, τα γύριζε σε καμπύλη όσο το άνοιγμα και έφτιαχνε τον θόλο σε ύψος από 1,5 μ μέχρι και 1,80 μέτρα. «Όσο ψηλότερος ήταν ο θόλος, τόσο καλύτερα» έλεγαν, γιατί στο επάνω μέρος αποθήκευε μεγάλη ποσότητα θερμοκρασίας, που ήταν χρήσιμη για να ψηθεί το ψωμί ή το φαγητό. Τα σανίδια αυτά τα κάρφωνε στο επάνω μέρος του θόλου, και κάτω τα στερέωνε με άλλα ξύλα, για να είναι συμπαγής η όλη κατασκευή του θόλου. Λέμε έβρισκε απλά σανίδια, γιατί τα κόντρα πλακέ ήταν ακριβά τότε και δυσεύρετα. Άρχιζε από χαμηλά να χτίζει ο τεχνίτης τα βίσαλα με λάσπη από άργιλο και ανέβαινε προς τα πάνω. Όταν έπεφτε σε κενό έστριβε λίγο – λίγο τον θόλο για να ακουμπάνε και πάλι, και συνέχιζε να χτίζει, ώσπου τον έχτιζε ολόκληρο. Μονάχα στο επάνω μέρος στο τελείωμα άφηνε μια τρύπα, περίπου δέκα πόντους διάμετρο, για να φεύγει ο καπνός στο άναμμα του φούρνου. Συνήθως εκεί έχτιζαν τον λαιμό ενός σπασμένου σταμνιού. Η τρύπα αυτή είχε ειδική ονομασία, και λεγόταν «του φούρνου η κατσούλα»!Μάλιστα υπήρχε και το εξής σχετικό τετράστιχο:
«Ο κάτης μας (ο γάτος) εψόφισε στου φούρνου τη κατσούλα
να περιμένει το ψωμί να πάρει μια κουλούρα»!

Μπροστά από την είσοδο του θόλου, χτιζόταν άλλη σειρά πέτρες με στενόμακρη τρύπα 0.60 επί 30 εκατοστά, και έκαναν μια δεύτερη καμινάδα που στένευε προς τα πάνω και άφηνε μια τρύπα 15 Χ15 εκατοστά στο επάνω μέρος. Η τρύπα αυτή βοηθούσε στο να βγαίνει ο πολύς καπνός κατά το άναμμα του φούρνου.

Δ) Το χτίσιμο εξωτερικά στο δεύτερο επίπεδο
Αφού χτιζόταν και ο θόλος, τότε άρχιζε και το χτίσιμο με πέτρα εξωτερικά, αλλά το χτίσιμο από εδώ και πάνω δεν ήταν συνήθως μισό μέτρο αλλά 30 εκ. πάχος. Όταν χτιζόταν μέχρι επάνω το τοιχίο με πέτρα, το κενό μέσα γέμιζε με κοσκινισμένο αργιλόχωμα, το οποίο λειτουργούσε σαν μονωτικό κι αυτό, να μην φεύγει η ζέστη, και δεν έπρεπε να έχει πέτρες γιατί μπορούσε να ασβεστοποιηθούν.

Ε) Η σκεπή του φούρνου
Στο πάνω – πάνω μέρος αντί σκεπής επάνω στο χώμα, έβαζαν πάλι λάσπη πέντε με εφτά πόντους πάχος, από το ειδικό μείγμα λεπίδας και αργιλόχωμα, και άμα ξεραινόταν έμπαινε και ένα άλλο ειδικό μαύρο χώμα για στεγανοποίηση του φούρνου, τη λεγόμενη μαύρη λεπίδα.Η λεπίδα ήταν πολύ ομοιογενές χώμα και δεν άφηνε το νερό να περάσει στο εσωτερικό του φούρνου. Η καλή μαύρη λεπίδα βρισκόταν μέσα σε στοές βαθιά μέσα στη γη, όπως ήταν στον γνωστό Λεπιδόλακκοστα Σκούρβουλα. Μάλιστα τα παλιά χρόνια ακουγόταν συχνά η φράση:
«Το μαύρο λεπιδάκι, το βγάνει το κολάκι»,που σήμαινε τότε, πως για να αποχτήσεις αυτό το καλό μαύρο χώμα, μπορούσε να κινδυνεύσεις να γίνει κατολίσθηση και να σε καταπλακώσει το χώμα, δηλαδή να σε βγάλει από τη ζωή.

Το πρώτο άναμμα του φούρνου

Όταν είχαν τελειώσει οι εργασίες όλες του χτισίματος του φούρνου, τότε έπρεπε να του βάλουν φωτιά, να τον ζεστάνουν λίγο – λίγο ώστε να στεγνώσει ομαλά, αλλά με τις δυο τρύπες του φούρνου ανοιχτές για να μπαίνει οξυγόνο, παράλληλα να βγαίνουν έξω και οι καπνοί. Πρώτα άναβαν λεπτά ξύλα όπως θυμάρια, θρούμπες αστοιβίδες κλπ, για να καούν και τα σανίδια στο εσωτερικό του θόλου, αλλά και για να στεγνώσει και όλος ο φούρνος. Σιγά – σιγά ανέβαζαν τη θερμοκρασία βάζοντας και πιο χονδρά κλαριά όπως κατσοπρίνια, αλλά όχι πολύ δυνατά για να μην σκάσει κάπου ο φούρνος. Ο φούρνος αν άναβε το πρωί μέχρι το βράδυ, ήταν έτοιμος για χρήση.
Όταν ήθελαν να φτιάξουν ψωμί ή να ψήσουν φαγητά, άναβαν κανονικά τον φούρνο με ξύλα, στη συνέχεια τραβούσαν με ένα σίδερο τα αναμμένα κάρβουνα σε μια γωνιά, και τον υπόλοιπο πάτο τον σκούπιζαν καλά με τον λεγόμενο «πανιστή» που ήταν δεμένα σε ένα μακρύ ξύλο (ή αργότερα σωλήνα), πανιά ή ένα παλιό τσουβάλι, το οποίο έβρεχαν πρώτα στο νερό. Όταν έβαζαν για να ψήσουν κάτι, έκλειναν την κεντρική τρύπα της οροφής την κατσούλα με ένα πέτρινο πλακάκι ή άλλο πυρίμαχο υλικό, αλλά και την εξωτερική είσοδο του φούρνου με ένα ανεξάρτητο σιδερένιο πορτάκι, που ήταν μια λαμαρίνα βαρέως τύπου, τετράγωνη, και από επάνω είχε σχήμα οβάλ. Το πορτάκι αυτό ήταν ανάλογο με την είσοδο, για να την καλύπτει πλήρως. Ανάλογα το μέγεθος του είχε ένα ή δυο χερούλια, που όταν έκαιγε τα πιάνανανε με πανιά.

Υπήρχαν δυο ειδών φούρνοι

Υπήρχαν δυο ειδών φούρνοι, ο ένας ήταν αυτός που περιγράψαμε παραπάνω, και ο άλλος είχε τρύπα στο κέντρο της βάσης, η οποία κατά το άναμμα ήταν σκεπασμένη με πυρίμαχο πλακάκι. Όταν είχαν καεί τα ξύλα και γινόταν όλα αναμμένα κάρβουνα, τότε έβγαζαν το πλακάκι, και αντί να σωριάζουν τα κάρβουνα σε μια γωνιά, τα έριχναν κάτω από την τρύπα, και την σκέπαζαν και πάλι με το πλακάκι. Πέρναγαν μετά τον πάτο με τον πανιστή, και στη συνέχεια έβαζαν το ψωμί ή τα ταψιά με τα φαγητά. Η ζέστη πλέον θα ερχόταν από κάτω και όχι μέσα στο φούρνο. Αυτό όμως το σύστημα δεν επεκράτησε και πολύ, διότι δεν αξιοποιούνταν σωστά το κάτω επίπεδο, και δεν μπορούσε να γίνει κοτέτσι είτε χώρος για το σκύλο, είτε ακόμα χώρος για να βάζουν μέσα κούτσουρα, ταψιά κλπ. Δεν βοηθούσε λοιπόν ιδιαίτερα με το να ρίχνουν κάτω εκεί τα αναμμένα κάρβουνα, αν και πρακτικά η όλη κατασκευή μόνο για χρήση φούρνου, θα ήταν μια καλή και πρακτική λύση, να έρχεται η ζέστη από κάτω.

Οι παλαιότεροι φούρνοι της Γαλιάς

Οι φούρνοι στα χωριά έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στα έθιμα του κάθε χωριού, γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές, που σε γάμους ή βαφτίσεις άναβαν 4 με 5 φούρνοι για τα ψητά, για να υποδεχτούν τους καλεσμένους! Κατά μαρτυρία του κου Μύρωνα Μαραγκάκη, ο παλαιότερος φούρνος του χωριού μας ήταν εκείνος της Μπλαδοφωτεινιάς (πριν το 1920) δίπλα από την εκκλησία, που γκρεμίστηκε για να μεγαλώσει το προαύλιο. Ο φούρνος του Σγουράφου (1920.) Ο φούρνος του Μαραγκού (1925). Ο φούρνος του Παπαδογιαννάκο (πριν το 1930). Ο φούρνος του Φανουροζαχάρη (1935) Ο φούρνος του Δράκο (1938), Ο φούρνος ου Δαμιανοβασίλη (πριν το 1940). Ο φούρνος του Ζουρίδη (1940). Επίσης οι φούρνοι του Βολικού, του Ρετζεπομανώλη, του Χρονογιώργη στο Μονόχωρο και άλλοι.

(Ευαρεστούμε τον κο Μύρωνα Μαραγκάκη, τον κο Γιάννη Κυριακάκη, και τον κο Μανώλη Νιοτάκη, για τις πληροφορίες επάνω στο θέμα)

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη