Connect with us

Life

Ο Κυριακή Βοριάς

Δημοσιεύτηκε

στις

Στην Κρήτη αλλά και σε όλη την Ελλάδα, υπάρχουν δημοτικά ή δημώδη παραδοσιακά τραγούδια, που πολλά γράφτηκαν στην δημώδη γλώσσα του 12 αιώνα

Τα τραγούδια αυτά, σε κάθε μέρος τα συναντάμε με διάφορες παραλλαγές, όπως είναι «το τραγούδι του βοσκού», όπως ο «κυρ βοριάς» κλπ.

Σήμερα θα μας απασχολήσει το τραγούδι «Ο κύρ Βοριάς», που κι αυτό το συναντάμε σε όλη την Ελλάδα, κυρίως στα νησιά σαν χορευτικό συρτό, είτε σαν αργό σιγανό, είτε σαν γρήγορο χορευτικό χεριάτικο τραμπανιστό. Εκτός από την Κρήτη, που το συναντάμε πάντα σαν ακουστικό τραγούδι της τάβλας, δηλαδή ριζίτικο.

Το συναντάμε κυρίως σε νησιώτικες περιοχές Κρήτη, Εύβοια, Νίσυρο, Άνδρο, Σκιάθο κλπ.

Τα τραγούδια που αφορούν τον «κυρ Βοριά», έχουν προσωποποιήσει τον βοριά, και του δίνουν ανθρώπινη υπόσταση, που να μπορεί σαν ο « κυρ Βοριάς», να μιλά προς τον καπετάνιο ή στο πλήρωμα κάποιου καραβιού, και να τον προειδοποιεί, πως θα φυσήξει δυνατά και θα εξαφανίσει το καράβι!

Όμως δεν έχουμε πάντα το ίδιο αποτέλεσμα, σε άλλες περιπτώσεις το καράβι σώζεται, χάρις του καλού καπετάνιου, ή ενός καλού ναυτόπουλου, αλλά σε άλλες πάλι έχουμε δυσάρεστο θλιβερό αποτέλεσμα, και όλοι χάνονται στη θάλασσα. Ακολουθεί λοιπόν το κάθε τραγούδι, τις διαθέσεις των ανθρώπων, που άλλοτε είναι αισιόδοξες και άλλοτε απαισιόδοξες.

Περίπου ίδια υπόθεση έχουμε παντού ως προς το θέμα που είναι θαλασσινό, ακόμα αυτό ισχύει και στην Δυτική Κρήτη. Στην Ανατολική όμως Κρήτη (Ηράκλειο Λασίθι), και φυσικά στην Μεσαρίτικη εκδοχή, δεν έχουμε θάλασσα, και ο κυρ Βοριάς μηνά πλέον στους βοσκούς για την κακοκαιρία στα Μητάτα τους! Αυτό φυσικά συμβαίνει, γιατί ο κόσμος ο περισσότερος εδώ είναι στεριανός, και λιγότερο της θάλασσας.

Οι παραλλαγές που όπως είπαμε είναι πολλές, χάνεται στα βάθη του χρόνου η εξακρίβωση τους, αν τελικά οι στίχοι είναι καθαρά δημοτικοί, ή αν σε κάποιους έχουν γίνει διάφορες προσμίξεις από διάφορους στιχουργούς. Θα αναφέρουμε σήμερα κάποιες παραλλαγές ανα την Ελλάδα, όμως στην ουσία έχουμε πάρα πολλές.

Τραγούδιονται τα τραγούδια αυτά είτε από χορωδίες που τραγουδά ένας και επαναλαμβάνουν οι άλλοι, είτε από μεμονωμένα άτομα. Συνήθως τα περισσότερα είναι χορευτικά συρτά, και περιέχουν περισσότερα λόγια, για να κρατά ο στίχος όσο η διάρκεια σε ένας κανονικός χορός. Αντίθετα τα περισσότερα Κρητικά είναι λιτά, μια και δεν χορεύονται, και είναι απλά ακουστικά ριζίτικα.

Ο κυρ Βοριάς (Λίμνη Ευνοίας, συρτός)

Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε νούλω των καραβιώνε:
“Καράβια π’ αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε,
εμπάτε στα λιμάνια σας, γιατί θε να φυσήξω,
ν’ ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυές βρυσούλες,
κι οσά βρω μεσοπέλαγος, στεριάς θε να τα ρίξω”.
Κι όσα καράβια τ’ άκουσαν, όλα λιμάνια πιάνουν,
του κυρ Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά αρμενίζει.
“Δε σε φοβούμαι, κυρ Βοριά, φυσήσεις δε φυσήσεις,
τι έχω καράβι από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι αντένες μπρούτζινες κι ατσάλενα κατάρτια,
έχω πανιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια
κι έχω και ναύτες διαλεχτούς, όλο άντρες του πολέμου,
κι έχω κι ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς γνωρίζει,
και εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη, δε γυρίζω”.
“Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, στο μεσιανό κατάρτι,
για να διαλέξεις τον καιρό, να ιδείς για τον αέρα”.
Παιζογελώντας ανέβαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
“Το τι είδες, βρε ναυτόπουλο, αυτού ψηλά που πήγες”;
Είδα τον ουρανό θολό και τ’ άστρα ματωμένα,
είδα τη μπόρα που άστραψε και το φεγγάρι εχάθη
και στης Αττάλειας τα βουνά αστραχαλάζι πέφτει.
Ώστε να ειπεί, να καλοειπεί, να καλοκουβεντιάσει,
βαριά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
απρογυαλίζει η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια,
σκώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπιλιάδα του `ρθε από τη μια, σπιλιάδα από την άλλη,
σπιλιάδα από τα πλάγια του κι εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισε η θάλασσα πανιά, το κύμα παλληκάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλια πάγει.
Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται,
μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο,
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
“Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
πόπνιξες το παιδάκι μου, π’ άλλο παιδί δεν έχω.
Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα,
μόν’ φταίει ο πρωτομάστορας που φτιάνει τα καράβια,
και τα πελέκαγε φτενά και τα γυρίζει ο αέρας,
και χάνω τα καράβια μου που είναι δικά μ’ στολίδια,
χάνω τα παλληκάρια μου, οπού με τραγουδούνε.

Ο κυρ Βοριά (Από το συγκρότημα της Δόμνας Σαμίου -Συρτός Σκιάθου)

Ο κυρ- ο κυρ Βοριάς εφύσηξε σ’ όλα τα βιλαέτια
κι όσα καράβια τ’ άκουσαν, όλα λιμάνι πιάσαν.
Κι ένα καράβι από σκαρί δε φτάνει σε λιμάνι.
− Δε σε φοβάμαι κυρ Βοριά όσο κι αν θέλεις φύσα.
Έχω κατάρτια μπρούτζινα κι αντένες ατσαλένιες,
έχω κι ένα μουτζόπουλο που τους καιρούς γνωρίζει.
Γι’ ανέβα βρε μουτζόπουλο να δεις τι αέρα βγάζει.

Κυρ Βοριάς ( Γρήγορος Χεριάτικος Τραμπανιστός , Θράκη -Μαύρη Θάλασσα)

(“Καταχώριση στο stixoi.info: χίμαιρα, 01-12-2000)

Ο κυρ βοριάς παρήγγειλε ολα του τα καραβια,
καραβιά π’ αρ – του τάμπουρου βαπόρι-
καράβια π’αρμενίζετε πάτε να λιμανιάστε
οσα καράβια (του ταμπουρου βαπόρι)
τ’άκουσαν όλα λιμάνι πιάνουν
του κυρ Αντριά το κάτεργο δε στέκει δεν αράζει
δε σε φοβάμαι κυρ-Βοριά ουτε στο νου σε βάζω
έχω σκαρί (του ταμπουρου βαπόρι)
από καριά και ατσάλινα καταρτια
έχω και τα (του ταμπουρου βαπόρι)
καραβοσκίνια μου μετάξι και μυρσίνι
έχω και ναύτες διαλεχτούς όλοι άντρες του πολέμο
και όπου το στήσω μια φορά τη ρότα δεν αλλάζω
σαν πιάνει έρημος βοριάς μαίστρα τραμοντανα
γεμίζει η θάλασσα πανιά κι ατσάλινα κατάρτια
μουγκρίζει η θήλασα βογκά και κλαίει ο κόσμος όλος
κλαίνε οι μάνες για τους γιους κι νιές τα παλικάρια
κλαίτε μας μάνες (του τάμπουρου βαπόρι)

Ο κυρ-Βοριάς – (Παραδοσιακή μουσική – Παραδοσιακό σιγανό – εκτέλεση: Ν. Γράψας)

Ο κυρ βοριάς – βάστα Παναγιά – εμήνυσε σ’ όλων των καραβιώνε:

“Όσα καράβια βρίσκεστε στη μέση του πελάγου

τόσα λιμάνια πιάσετε γιατί θε να φυσήξω”

Κι όσα καράβια το `κουσαν ‘λάσουν και πά κι αράσσουν.

Μα ένα καράβι κρητικό λέει πως δε φοβάται…

“Δε σε φοβάμαι κυρ βοριά ,φυσήσεις, δε φυσήσεις,

έχω καράβι καρυδιά και μπρούντζινες αντένες.

Έχω κι ένα ναυτόπουλο που τους καιρούς γνωρίζει…

ΚΡΗΤΙΚΈΣ ΕΚΔΟΧΈΣ

Ο κυρ Βοριάς (Ριζίτικο – Χανιώτικες Μαδάρες)

Ο κυρ Βοριάς εμήνυσε σε ούλα τα καράβια:
-Καράβια π’ αρμενίζετε ούλα λιμάνια πιάστε,
για θα φυσήξω δυνατά, και ούλα θα τα σπάσω.
Μα ένα καράβι κρητικό δε μπαίνει σε λιμάνι
Δε σε φοβούμαι κυρ Βοριά…

Ο κυρ Βοριάς ( Σφακιανό ριζίτικο – Ψαρός Μανούσος)

Ο κυρ Βοριάς εμήνυσε, μαντάτο στα καράβια:
-Καράβια π’ αρμενίζετε ούλα λιμάνια πιάστε ,
για θα φυσήξω δυνατά, και ούλα θα τα σπάσω.
Μα ένα καράβι σφακιανό δεν φεύγει σε λιμάνι.
-Δεν σε φοβάμαι κυρ Βοριά…

Ο κυρ Βοριάς (Ριζίτικο – Ψαραντώνης)

Ο κύρ Βοριάς εμηνυσε τω καραβιώ μαντάτο:
-Σταθείτε στσοι λιμνιώνες σας και να φυσήξω θέλω.
Φράγκος τ’ απηλοήθηκε μέσα απου το πορτέλο:
-Δε σε φοβάμαι κυρ Βοριά, φυσήξεις δε φυσήξεις
γιατί έχ΄αντέντες μπρούντζινες, σκαριά μαλαματένια.
και δε φοβάμαι το βοριά, χιονίσει δε χιονίσει,
Γιατί έχ’ αντένες μπρούντζινες και ατσάλινα κατάρτια,
και καπετάνιο κρητικό…

Ο κυρ Βοριάς εμήνυσε (Του Γιάννη Βάρδα. Λασιθιώτης λυράρης)

Ο κύρ Βοριάς εμήνυσε τ’ Αγια Ντωνιού μαντάτο
να νεμαζώξου τσοι βοσκούς, να του τσοι φέρου κάτω.
Κι όσοι το πρωτοκούσανε, ανάρμεγα τα αφήκα,
κι όσοι το στεροκούσανε, το γάλα ντως εχύσα.
Κι ένα μικρό βοσκόπουλο, δε θέλει να μισέψει.
-Δε σε φοβάμαι κυρ Βοριά, χιονίζεις δε χιονίζεις,
έχω κριγιούς για το κοπό,και τράγους για το χιόνι,
κι έχω και παλιομάρωπες, για σταυρωτό χαλάζι.
Κι αρχίζει ο Νότος κ’ ήστραφτε, κι ο κύρ Βοριάς κι εβρόντα,
κι αρχίζει κι Ανετολικός, το σταυρωτό χαλάζι.
Τη ταχινή σηκώνεται να κάνει το σταυρό του,
θωρεί τσοι κάμπους γαλανούς, και τσοι κορφές κι ελάμπα.
-Θεέ μου και κάνε μια βιδιά, μια ανεκαλουρίδα,
να πάω να βρω τα έρμα μου, να τα ξεκουδουνίσω.
Δέκα μουλάρια εφόρτωσε, λογιώ λογιώ κουδούνια,
κι η μάνα του να τονε δει, ήπεσε κι ελιγώθη.

-Σώπασε μάνα μου μη κλαίς, και μήνασί μου κι άλλες,
που με τσι παλιομάρωπες, περνώ τα ενιά χιλιάδες!

Μεσαρίτικη εκδοχή

Το τραγούδι αυτό του Κυρ Βοριά, που διεσώθη από τον γράφοντα, το είπε κάποτε ο γέρο Φανουρονικολής ή Νικόλαος Φανουράκης από το χωριό Βορρίζα του Ψηλορείτη, στον ανιψιό του τον Φραγκιδομανώλη ή Εμμανουήλ Φραγγιαδάκη από την Γαλιά περίπου το 1925 με ’30, τότε που ο Μανώλης Φραγκιαδάκης που πέθανε μάλιστα πρόσφατα, ήταν 10 χρόνων παιδί!

Το τραγούδι μοιάζει δημώδες, και πρέπει να έχει διασωθεί από τον 18ο αιώνα χωρίς να γνωρίζουμε το βάθος χρόνου.

Στα ορεινά του Ψηλορείτη τραγουδούσαν οι βοσκοί αυτό το τραγουδούσαν στις παρέες με ριζίτικο σκοπό, όπως θυμάται ο Μύρων Μαραγκάκης από τη Γαλιά Δήμου Φαιστού, 94 χρόνων σήμερα. Και εδώ το τραγούδι είναι λιτό, και αφορά και αυτό τους βοσκούς.

Ο κυρ Βοριάς (Βοριζανή εκδοχή)

Ο κυρ Βοριάς εμήνυσε μαντάτα στα μητάτα:
-Πάρτε βοσκοί τα ζα στα χειμαδιά για θέλω να χιονίσω.
Κι ένας βοσκός καλός βοσκός, στέκεται και του λέει:
-Δε σε φοβάμαι κυρ Βοριά, κι α βρέξεις κι α χιονίσεις!
Έχω κριγιούς για τη κοπή, και τράγους να το σπούνε,
έχω και στείρα μάρωπα να το τσαλοπατούνε.
Ο κυρ Βοριάς εχιόνισε, και ‘ψόφησέ ντα ούλα!
Τρία μουλάρια φόρτωσε, μόνο μικρά λεράκια,
και άλλα τρία φόρτωσε μπρούντζινα κουδουνάκια.

(Η μαρτυρία για το τραγούδι είναι του Μαραγκομύρο – Ελευσίνα))

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *