Connect with us

Life

Οι τηγανίτες…(του Αντώνη Κουκλινού)

Δημοσιεύτηκε

στις

Γριά γυναίκα, θα ογδονταρίζει εδά μπλιό και βάλε, μα δε τζη φαίνεται


Όμορφη εικόνα να τη θωρείς σκυμμένη να πλέκει, με τα γυαλιά στη ν’ άκρα τση μύτης και να λες, εδά θα τση πέσουνε.
Κάθεται στη ν’αυλή, στη καρυδιά από κάτω, στου ασκιανού τη δροσοποτάδα.

Δυό τρία κατσούλια πετσοτασέρνουνε τη φούστα τζη και σκαλώνουνε απάνω τζη, σάμε τα τζόνευρα.

Το κουλούκι πέρα πέρα δεμένο, να γαυγίζει τσι κάτες και η γρά κάθε πότε λίγο, να του φωνιάζει…κούκι ντααά..!!!
Ξανοίγω μα δε μιλώ.

Βαστώ τη κάμερα και καταγράφω την εικόνα να μην τη ξεχάσω.

Λαγολιό…ένα μικρό χωργιό κοντά στο Τυμπάκι.
Φιλοξενούμενος στση αμπλάς μου το σπίτι ήμουνε.

Η κάμερά μου εκατέγραφε το σκηνικό, σάμε απου εσήμωσα και τη νε χαιρέτιξα…
-Γειά σου γιαγιά…θωρώ και πλέκεις, μια χαρά τα καταφέρνεις, αφού μπορείς και κουλαντρίζεις έτσα ψιλοβελονιά.

Εσήκωσε τη κεφαλή τζη και με ξάνοιγε.

-Ποιος είσαι του λόγου σου και ιντάνε ετονά απου βαστάς.
-Αδερφός τση γειτόνισσας σου τση Θεόνης είμαι.
-Αααα εσύ’σαι εκειο σάς απου παίζει τη μαντόλα..?
-Ναι γιαγιά εκειο σάς απου παίζει το λαγούτο.
-Και ίντα είναι ετονέ που βαστάς και μου ξαμώνεις.
-Κάμερα είναι και παίρνει βίντεο.
-Εεε μα έπαέ στο χωργιό δε παίρνουνε τέθεια πράματα, αλλού θα βρείς να τη πουλήσεις.

Η γιαγιά δεν κατάλαβε ίντα βαστώ στα χέρια μου και αυτό με βόλεψε, να συνεχίσω τη καταγραφή.

Στρογγυλοκαθησμένη στη καθέκλα τζη, εσυνέχισε το πλέξιμο για το προυκί τση εγγονής προφανώς.
Καθώς με ξάνοιγε το κουλούκι, εγάβγιζε του σκασμού και απομακρύνθηκα, γιατί θελα ξεμυγήσει τη γειτονιά.

Εβγήκενε όμως όξω η θυγατέρα τση γιαγιάς, απου τσι φωνές του σκύλου και μου φώνιαξε, να δώσομε γνώρα.

Για να με ευχαριστήσει, με έμπασε στο σπίτι να με φιλέψει.
Είχενε στεμένο το τηγάνι και μου λέει.

Τηγανίτες ανεβατούς ψήνω και θα φωνιάξω και τσ’ αμπλάς σου να σα σε ‘ποχαιρίσω.
Ίντα ανοστιμιά ήτονε ετούτη να.

Έβαλε μέλι σ’ ένα πγιάτο και τη μοσόρα με τσι τηγανίτες στη μέση.

Μνια τηγανίτα εχώργιενε στο πχιάτο ίσα ίσα.
Δεν είχα ξανα ιδεί έτσα φαί και το κατάλαβε.
Ανεβατούς τσι κάνω σαν το ζυμωτό ψωμί, έχουνε μέσα και μυζήθρα, φασαρία θένε, μα αξίζει το γ-κόπο να τσι σάζω πότε, πότε.

Εφώνιαξε και τσ’ αμπλάς μου να ‘ρθει και απάνω που ετρώγαμενε, ήρθενε και η γιαγιά Ελένη μέσα.

-Μωρε μάχια λά Μαρία, τρώτε και αχνιά μιλιά δε βγάνετε..!!!
Λέει τση κόρης.
-Έλα μάνα… εδά ‘θελα σου φωνιάξω, ετύχανε μουσαφήρηδες και ‘ποξεχάστηκα, μα σου ‘χω στερεμένη τη μ-πάρτε, σου μη στενοχωράσε.

Έκατσε δίπλα μου, έβγαλε το μπολίδι από τη κεφαλή έβγαλε και τα γυαλιά και μου κάνει.
-Ερώτηξές με όξω πως τα καταφέρνω και πλέκω εεε..?

Με ξένα αμάθια θωρώ, με ξένα αδόδια τρώγω και στο μπέτη, με βαλβίδα παίρνω αναπνιά.
Μα ίντα θα κάμω, απού έχω εγγόνια και θένε όπου νάνε παντριγιά.

Έβαλε μπροστά τζη το πχιάτο και καθώς τη νε ξάνοιγα, έκαμα τη σκέψη.

Στο σπίτι που τ’αξώνει ο Θεός και έχει γερόντους, θα βγάλει και καλά κοπέλια.
Ο γέρος θα σου δώσει τη σοφία ντου, να πορευτείς σωστά.
Το κοπέλι σου έχει ανάγκη το χάδι ντου.

Δε ν’ είναι τυχαίο πως ετούτη η γιαγιά, προσφέρει ακόμη και προσπαθεί για τα εγγόνια.

Και δεν είναι τυχαίο… πως και σήμερο έκεια που μας εφτάξανε, ακόμη και η σύνταξη του γέρο, δικές μας τρύπες βουλώνει.

Καλά να περνάτε και να τσ’ αγαπάτε όσοι τσ’ έχετε ακόμη εν ζωή…

Αντώνης Κουκλινός

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *