Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τα πρώτα ελαιουργεία στην Κρήτη μετά τη κατοχή

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Ενώ οι φάμπρικες άρχισαν να εγκαταλείπονται σιγά – σιγά, οι τελευταίες έκλεισαν το ΄65 περίπου, παράλληλα τη θέση τους διαδέχτηκαν τα πρώτα ηλεκτροκίνητα ελαιοτριβεία, τα οποία κάποια άνοιξαν σχεδόν αμέσως μετά την κατοχή

Ευνοϊκή χρονιά πάντως ήταν το 1949, διότι ήταν η εποχή που το Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών, έδινε κλήρους από τις μοναστηριακές περιουσίες, και ήταν ευκαιρία να συγκροτηθούν ομάδες στα χωριά και να κατασκευαστούν συνεταιριστικές φάμπρικες με χρήματα που προήλθαν από τα μοναστηριακά, αλλά και από μετοχές των συγχωριανών.

Όσα όμως ελαιοτριβεία δεν είχαν μηχανικούς και ηλεκτρολόγους συντηρητές, δεν τα πήγαν καλά, και γρήγορα το ένα μετά το άλλο έκλεισαν. Αντίθετα, όσοι συνεταιρισμοί ή ιδιώτες βρήκαν τα κατάλληλα χρήματα, είχαν και την στήριξη της Αγροτικής Τράπεζας, έκαναν πιο σοβαρή δουλειά και με τις κατάλληλες προδιαγραφές, έτσι κράτησαν μέχρι τις δεκαετίες του ’80, του ’90 ακόμα και μέχρι το 1995, όπως το παλιό συνεταιρικό ελαιοτριβείο της Γαλιάς.Τα περισσότερα δούλεψαν αρχικά με γεννήτρια ώσπου να συνδεθούν τη δεκαετία του ‘70 με τη ΔΕΗ.

Κάποια μάλιστα από τα πρώτα ελαιοτριβεία, κατάφεραν να δουλέψουν με εγγλέζικες υδροτουρμπίνες που έδιναν κατευθείαν κίνηση στις πέτρες του μύλου και στο πρέσο, με τη κίνηση του νερού με ιμάντες, επίσης διέθεταν δυναμό για τον φωτισμό.
Άλλα ελαιοτριβεία κατάφεραν να δουλέψουν με γκαζοζέν μηχανή, η οποία ήταν στην ουσία ένα καζάνι κλειστού τύπου με πυρήνα μέσα, που έκαιγε επίσης πυρήνα, και τα αέρια μέσω σωλήνων, πήγαιναν σε ένα άμβυκα, που λειτουργούσε σαν μηχανή εσωτερικής καύσης με συμπίεση χωρίς μπουζί. Και αυτή η μηχανή μπορούσε μέσω ιμάντων, να δώσει κίνηση στις πέτρες του μύλου, στην αντλία πίεσης του πιεστηρίου, αλλά και στη γεννήτρια. Μια τέτοια εφεύρεση ήταν και η πατέντα του Μανώλη Κεφαλάκη, που είχε το ελαιοτριβείο του στον Άγιο Βασίλειο Ρεθύμνου, με την οποία δούλεψε και το πρώτο υδραυλικό πιεστήριο στη Κρήτη από το 1930, μέχρι σχεδόν πρόσφατα! Όταν μπήκαν στο εμπόριο πλέον οι γεννήτριες πετρελαίου, τα πράγματα άλλαξαν. Να πούμε επίσης ότι οι ελιές εκείνα τα χρόνια ήταν ποικιλία χονδρολιάς, καινώς φράγκικες, μέχρι που εμφανίστηκαν κι άλλες ποικιλίες ελιάς, όπως τα μανάκια, οι δαφνολιές οι τσουτσουνολιές, οι μουρατολιές κλπ. Στην Κρήτη τέλη της δεκαετίας του 70, εμφανίστηκε η ποικιλία κορωνέικη (ψιλολιά) τη Κορώνης, που λέγεται πως είναι στην ουσία μια ποικιλία άγριας ελιάς.Τι θα δούμε στα πρώτα ηλεκτροκίνητα ελαιοτριβεία με γεννήτρια
Τα πρώτα ελαιοτριβεία, ο κόσμος χάριν απλότητας τα έλεγε και εργοστάσια. Μέσα σε αυτά θα δούμε την γεννήτρια πετρελαίου,που παράγεται το απαραίτητο ηλεκτρικό ρεύμα για τις μηχανές, πριν ακόμα έρθει η ΔΕΗ. Θα δούμε τονμύλο με τις μυλόπετρες όπως και στις φάμπρικες, αλλά με ποιο εξελιγμένο το όλο σύστημα. Στο μύλο θα δούμε το μεταλλικόχωνί βαρέως τύπου, που περιβάλλει τις δύο πέτρες, που μέσα εκεί έριχναν τις ελιές. Αυτό όμως μόνο στα πρώτα εργοστάσια, διότι αργότερα ήρθε το ηλεκτροκίνητο αναβατόριοόπου ανέβαζε εκείνο τις ελιές που έπεφταν στον μύλο. Φυσικά υπήρχε  λάκκος που άδειαζαν εκεί τα σακιά, και από εκεί τις τραβούσε το αναβατόριο. Η αλεσμένη πλέον ζύμη, έπεφτε στησκάφη που ήταν τσιμεντένια είτε και μεταλλική. Θα δούμε τα πρέσα που αρχικά ήταν δύο, αλλά αργότερα έγιναν τέσσερα, και δούλευαν με την πίεση νερού, μέσω ηλεκτρικής αντλίας. Επίσης και εδώ θα δούμε τη δεξαμενή των υγρών ((λάδι κατσίγαρος) του πιεστηρίου, που συνήθως ήταν μεταλλική με δυο ή τρία χωρίσματα. Θα δούμε τον διαχωριστήρα, όπου θα διαχωρίσει τον κατσίγαρο από το λάδι. Θα δούμε στα μεταγενέστερα ελαιοτριβεία την διάτρητη βαρέλα που ήταν το πλυντήριο των μποξάδων. Θα δούμε την δεξαμενή του καθαρού λαδιού, τις σωληνώσεις όπου ο κατσίγαρος θα πάει σε εξωτερική δεξαμενή κατσίγαρου. Έχουμε και εδώ τον σωρό της πυρήνας, το ειδικό καρότσι μεταφοράς των μποξάδων. Έχουμε τα ειδικά κάνιστρα λαδιού 50 οκάδων που έβαζαν το λάδι. Τα λέγανε και λαδούσες, ή κανίστρες που αρχικά είχαν στενό λαιμό με βιδωτό μεταλλικό καπάκι επάνω, και αργότερα έγιναν πλαστικές 50 λίτρων. Υπήρχαν και τα μεταλλικά βαρέλια 200 λίτρων, για την αποθήκευσή του λαδιού, και η πλάστιγγα για να ζυγίζεται το λάδι.
Τα ελαιοτριβεία της εποχής εκείνης είχαν κάποια κοινά σημεία, αλλά και διαφορές όσο με τις φάμπρικες, όσο και με τα σύγχρονα εργοστάσια.

Το καζάνι ή ο καυστήρας
Κάθε εργοστάσιο είχε απαραίτητα και ένα καζάνι ή καυστήρα για ζεστό νερό . Τα πιο παλιά εργοστάσια είχαν μια μεταλλική τετράγωνη δεξαμενή ανοιχτού τύπου υπερυψωμένη, που να χωράει πολύ νερό, και ήταν από την έξω πλευρά του εργοστασίου. Έπρεπε να φεύγει το ζεστό νερό με φυσική ροή για όπου υπήρχε ανάγκη. Κάθε παραγωγός υποχρεούτο να φέρει ξύλα χονδρά για τις δικές του ελιές, τα οποία καιγόταν με τη βοήθεια της πυρήνας. Οι περισσότεροι βέβαια παραγωγοί κατά το άλεσμα, έφερναν επίσης εκτός των ξύλα κεράσματα, ακόμα φαγητό και κρασί για τους εργάτες, έτσι για να τους ευχαριστήσουν, καθώς και τον Θεό που πήγε καλά η χρονιά τους. Αργότερα μπήκε καυστήρας μέσα στο εργοστάσιο, που έκαιγε πυρήνα, είχε μπόιλερ και κυκλοφορητή για να πηγαίνει το νερό όπου χρειαζόταν. Ο καυστήρας αυτός ήταν χωνευτός στον τοίχο και μέσα στο κτήριο. Είχε δυο πορτάκια, το ένα που πέταγαν μέσα την πυρήνα σαν καύσιμη ύλη, για να ζεσταίνεται το νερό, και αμέσως από κάτω άλλο πορτάκι για να αδειάζουν τη στάχτη. Χρήση του ζεστού νερού γινόταν στον μύλο με τις ελιές, όπου έριχναν μερικά κάρτα ζεστού χλιαρού νερού, όχι καφτό όμως, κι αυτό μόνο για να κρατά τη ζύμη ζεστή. Πετούσαν επίσης ζεστό νερό επάνω στους μποξάδες επάνω στο πιεστήριο ενώ τους πίεζε, για να ξελαδώνουν καλύτερα οι ελιές. Έδιναν επίσης ζεστό νερό στη βαρέλα, για να ξεπλένονται οι μποξάδες καλύτερα, και φυσικά έπεφτε και χλιαρό νερό και στον διαχωριστήρα καθώς θα δούμε παρακάτω. 

Οι ελιές στο ελαιοτριβείο
Για τις εξωτερικές δουλειές και ειδικά το κουβάλημα, χρειαζόταν δυο ή τρείς δυνατοί άνδρες φαμπρικάρηδες, μαζί με τον οδηγό κάποιου φορτηγού 4 με 5 τόνων, για να φορτώνουν τα εκατοστάρια σακιά με τις ελιές, και να γυρίζουν το λάδι στο σπίτι με τις κανίστρες. Συνήθως ο πιο συνηθισμένος τύπος αυτοκινήτου ήταν ο λεγόμενος ΚΑΡΝΆΒΑΛΟΣ, και με αυτόν πήγαιναν στα σπίτια σε διάφορα χωριά για να φορτώσουν ελιές στους λεγόμενους φάρδους, που τους πήγαιναν στο ελαιοτριβείο όπου τους ξεφόρτωναν. Οι φάρδοι αυτοί ήταν φτιαγμένοι από φυτικές ίνες, τη λεγόμενη τζίβα, από ένα φυτό που βγαίνει στην Νότια Αφρική. Τους φάρδους τους έδινε το ελαιοτριβείο στους παραγωγούς και στο τέλος τους κρατούσε για την επόμενη χρονιά. Αρχικά οι ελιές δεν πλένονταν στο εργοστάσιο, επειδή ο κόσμος τις μάζευε μια μία από χάμω και ήταν γενικά καθαρές. Αν όμως τύχαινε και είχαν λάσπες, τότε τις άδειαζαν στο σπίτι σε ένα σωρό, και πετούσαν νερό με τον κουβά ή το λάστιχο, και τις ξέπλεναν. Αρχικά στο ελαιοτριβείο σήκωναν τα σακιά στη πλάτη, ανέβαιναν από κάποια σκαλοπάτια στο ξύλινο πατάρι, και από εκεί τις άδειαζαν μέσα στο τετράγωνο χωνί την κοφινίδα, κι έπεφταν στον μύλο. Με τα χρόνια μπήκε το ηλεκτρικό αναβατόριο έξω, με τον περιστρεφόμενο ελικοειδή άξονα. Υπήρχε κάτω φρεάτιο, όπου εκεί άδειαζαν τα σακιά οι φαμπρικάρηδες, και οι ελιές ανέβαιναν αυτόματα και έπεφταν στον μύλο. Ότι κλαδιά όμως υπήρχαν, τα έβγαζαν με τα χέρια επάνω από το αναβατόριο αναγκαστικά, γιατί πολλές φορές στόμωνε. Με τα πρώτα ελαιόπανα, οι ελιές είχαν πλέον αρκετά φύλλα, και τότε ή τις λιχνούσαν σε μεγάλες άσπρες λινές σεντόνες, ή τις κοσκίνιζαν σε ειδικές κοσκίνες, για να τις πάνε καθαρές. Τα πρώτα ελαιόπανα ήταν στην ουσία τόπια ύφασμα όπως αυτά που είχαν τα άσπρα σακιά του αλευριού που αγόραζαν σε μικρά κομμάτια, και τα ένωναν οι γυναίκες. Σιγά – σιγά με όλα αυτά τα διάφορα μηχανήματα περισυλλογής της ελιάς, όπως ο σκαντζόχοιρος, μπήκαν στο εμπόριο οι νάιλον λινάτσες χωρίς τρύπες, οι μαύρες διάτρητες νάιλον σκληρές λινάτσες, κι αργότερα και τα μηχανάκια με τις βέργες. Οι παραγωγοί οι περισσότεροι είχαν ήδη και ψιλολιές, άρα είχαμε πολλά κλαδιά και φύλλα, οπότε αναγκάστηκαν οι μηχανικοί, στο τέλος του αναβατορίου να προσθέσουν φυσητήρα, που πετούσε τα φύλλα και κλαδιά έξω, καθώς και δεξαμενή νερού που μέσα εκεί ανακάτευε τις ελιές, και έπεφταν πλέον καθαρές στον μύλο.

Ο μύλος του εργοστασίου
Ο μύλος εδώ ήταν μια μεταλλική κατασκευή από χονδρή λαμαρίνα σαν χοάνη, και μέσα εκεί στη βάση της γύριζαν δυο μεγαλύτερες φαρδύτερες και βαρύτερες πέτρες, από ότι της φάμπρικας. Ο κινητήραςπου τις κινεί δουλεύει με ηλεκτρικό ρεύμα, και βρίσκεται ακριβώς από κάτω, και για αυτό και ο μύλος είναι αρκετά υπερυψωμένος. Όταν αλέθονταν οι ελιές πετούσαν και δυο τρία κάρτα ζεστό νερό, για να κρατείται έτσι ζεστή η ζύμη. Όταν είναι έτοιμη, ο υπεύθυνος θα ανοίξει ένα πορτάκι, και η ζύμη θα πέσει σε μια μεταλλική ή τσιμεντένια στενόμακρη σκάφη, χωρισμένη σε μικρότερες, όσες και τα πιεστήρια που πλέον είναι υδραυλικά. Τέλος θα ξεπλύνει με νερό την βάση του μύλου. Κάθε πρέσο έχει μπροστά του τα δική του σκάφη ζύμης.Τα πιεστήρια ο πρεσαδόρος και ο μποξαδιαστής
Και εδώ όλοι οι φαμπρικάρηδες ήταν συνεχώς λαδωμένοι, και φορούσαν παλιά ρούχα, αλλά πάντα έπαιρναν και έναν παλιό τετράγωνο μποξά, τον οποίον τρυπούσαν για να μπαίνει το κεφάλι και τα χέρια, και τον φορούσαν σαν ένδυμα. Κλασσική φιγούρα φαμπρικάρη για τους παλαιότερους.
Συνήθως στις πιο παλιές φάμπρικες, τα πιεστήρια ήταν δύο. Το ένα πίεζε ήδη, ενώ στο άλλο έβαζαν οι μποξαδιαστές τους μποξάδες Μέχρι να πιέσει το πρώτο ήταν έτοιμο το δεύτερο και συνέχιζαν. Υπήρχαν μποξάδες αρκετοί και για τα δύο πιεστήρια. Υπήρχαν αρκετοί επειδή κάποιοι σχιζόταν με την πολλή χρήση. Αργότερα όταν εγκαταλείφτηκαν οι μποξάδες φάκελοι, τότε ήρθαν οι στρόγγυλοι, έτσι αυξήθηκαν σε ορισμένα μεγάλα ελαιοτριβεία και τα πιεστήρια τα οποία πλέον έγιναν τέσσερα, και οι εργασίες ήταν πιο οργανωμένες, άρα και η απόδοση περισσότερη. Οι στρογγυλοί μποξάδες που αντικατέστησαν τους τετράγωνους ήταν ανοιχτοί από επάνω, και είχαν γείσο στα πλάγια, δηλαδή γύρισμα. Για να μην φεύγει η ζύμη ο από πάνω μποξάς έκλεινε σαν καπάκι τον από κάτω του κοκ, και έτσι δεν έφευγε η ζύμη. Τη θέση του μποξαδιαστή και του πρεσαδόρου έμπαιναν και εδώ συνήθως έμπειροι εργάτες γιατί η δουλειά αυτή απαιτούσε τέχνη. Η ζύμη στους μποξάδες έπρεπε να απλωθεί ομοιόμορφα και ο πρεσαδόρος να ρυθμίσει τους μποξάδες, ώστε να είναι ο ένας ακριβώς πάνω από τον άλλο. Κατά την πίεση ο πρεσαδόρος παρακολουθούσε να μην φύγουν οι μποξάδες από τη θέση τους λόγω της πίεσης, επειδή γλιστρούσαν, κυρίως στους τετράγωνους. Ο πρεσαδόρος κρατούσε ένα ξύλο χοντρό και μακρύ, συνήθως από κατσοπρίνι, για να είναι δυνατό, και επέμβαινε με αυτό, αν έβλεπε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ήταν η πιο δύσκολη δουλειά, και η αμοιβή του φυσικά μεγαλύτερη. Ακολουθούσαν οι μποξαδιαστές.
Τα πιεστήρια βρίσκονται δίπλα ακριβώς από την σκάφη της ζύμης, και αφού τα γέμιζε ένας μποξαδιαστής, θα βάλει μπροστά ο πρεσαδόρος την αντλία που είναι μακριά από το πρέσο, και θα πρεσάρει υγρό, συνήθως ήταν νερό, μετά νερό και σαπουνέλαιο, που έμοιαζε με γάλα, κι αργότερα τα ειδικά λάδια. Όσο πρεσάρει η αντλία, θα ανασηκώνεται των δυο μέτρων έμβολο, από τη βάση του προς τα επάνω, και θα πιέζει τους μποξάδες. Από το πρέσο από κάθε μποξά θα φεύγουν όλα τα υγρά μέρη της ελιάς, και θα κατακρατούνται τα στερεά. Τα υγρά θα πέφτουν και εδώ σε σκάφη λαδιού η οποία ήταν αρχικά τσιμεντένια, με ανάλογα χωρίσματα, ώστε να έχουμε μια σκάφη για κάθε πρέσο. 
Όταν πιάσει τα σχετικά ΒAR η πίεση, κατεβάζει ο πρεσαδόρος το πρέσο, ενώ ο μποξαδιαστής θα γεμίσει το καρότσι με τους μποξάδες, και θα τους αδειάσει τινάζοντας τους έναν – έναν έξω στο σωρό της πυρήνας.Ο ελαιοκαθαριστήρας 
Το λάδι από τις δεξαμενές λαδιού μέσω σωλήνας, θα πάει σε μια ειδική φυγοκεντρική αντλία που λέγεται  ελαιοκαθαριστήρας, ή διαχωριστήραςή ντελαβάλ (de la val), που πιθανόν είχε πάρει αυτή την γαλλική ονομασία από τη μάρκα της. Υπήρχαν ωστόσο διάφορες μάρκες, αν και επικρατούσε η φήμη, πως τα καλύτερα ήταν τα alfa la val. Εν όσο έτρεχε το υγρό λαδιού με κατσίγαρο στον διαχωριστήρα που ερχόταν από τη δεξαμενή του πρέσου, άνοιγαν μια βρύση ζεστού νερού να τρέχει παράλληλα επάνω στον διαχωριστήρα, από το σχετικό άνοιγμα. Όταν όμως τέλειωνε η ροή, άνοιγαν το ζεστό νερό της βρύσης περισσότερο, δυνάμωναν και τις στροφές, για να ξεπλυθεί μέσα ο διαχωριστήρας.
Από μέσα ο διαχωριστήρας είχε κάπου 54 μεταλλικές επιφάνειες περιστρεφόμενες, τα λεγόμενα πιάτα, τα οποία γυρνούσαν με μοτέρ, περί τις 7000 στροφές. Ο κατσίγαρος σαν βαρύτερος έφευγε από επάνω, ενώ το λάδι σαν ελαφρύτερο έμενε στα κάτω μεταλλικά πιάτα, και από ένα κυκλικό αυλάκι έπεφτε στη μεταλλική δεξαμενή λαδιού, που είχε και αυτή χωρίσματα αντίστοιχα με τις δεξαμενές και τα πρέσα.
Ο κατσίγαρος πήγαινε κι αυτός μέσω σωλήνα σε εξωτερική δεξαμενή και από εκεί συνήθως στο κοντινό ποτάμι. Το ντελαβάρ καθαριζόταν τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα, για αυτό το έλυναν και το καθάριζαν είτε με νερό, είτε με λατρόνι (θειικόοξύ). Πολλές φορές όμως, όταν έβλεπαν πως έβγαινε το λάδι μαύρο, σταματούσαν εκτάκτως και καθάριζαν τις πλάκες, διότι μέσα βούλωναν από χαλασμένες ελιές. Ο τακτικός πάντως εβδομαδιαίος καθαρισμός του διαχωριστήρα, γινόταν εκτός ωρών εργασίας, και δεν είχε πληρωμή.

Η μεγάλη βαρέλα
Στα παλαιότερα ελαιοτριβεία τους μποξάδες τους έπλεναν σε κάποιο ποτάμι ή σε κάποια δεξαμενή, ή τους έστελναν κάθε βδομάδα στα πλυντήρια που είχαν κάποιοι νερόμυλοι, όπως ήταν ο μύλος των Πετρογιαννάκηδων στον Πάνω Ζαρό, που έπλενε και χαλιά. Ωστόσο τα πιο σύγχρονα ελαιοτριβεία είχαν μια περιστρεφόμενη βαρέλα περίπου δυο μέτρων, που είχε τρύπες, και αυτή ήταν το πλυντήριο των μποξάδων.
Η βαρέλα είχε γρανάζια και έπαιρνε κίνηση από μοτέρ, ενώ στην άλλη άκρη υπήρχε πορτάκι ανοιγόμενο, όπου εκεί έριχναν τους μποξάδες για όλα τα πρέσα, και αφού έκλεινε, περιστρεφόταν μέσω κινητήρα, και έτσι πλενόταν.

Ο κατσίγαρος
Ο κατσίγαρος, που έφευγε από το ντελαβάρ, πήγαινε σε φρεάτιο, όπου ενώνονταν με τα νερά της βαρέλας, κατά το πλύσιμο των μποξάδων. Με σωλήνες ή με τσιμεντένιο αυλάκι, πήγαιναν σε τσιμεντένια δεξαμενή έξω, κι από εκεί σε κάποιο ποτάμι, και επειδή εκείνη την εποχή είχαν αρκετό νερό, τελικά όλα αυτά τα απόβλητα κατέληγαν στη θάλασσα.

Τα παιδιά και τα παλιά ελαιουργεία
Ο χώρος του ελαιουργείου θεωρούταν επικίνδυνος για τα παιδιά, λόγω των επικίνδυνων μηχανημάτων, και για αυτό απαγορευόταν αυστηρά η είσοδός τους.
Όμως παρόλα αυτά πήγαιναν, όταν τα έστελναν οι γονείς τους για να πάρουν λίγη πυρήνα για προσάναμμα, ή για να πάνε φαγητό ή κεράσματα στους εργάτες. Όμως πολλά παιδιά αρέσκονταν να επισκέπτονται τον περιβάλλον χώρο του εργοστασίου τις ώρες που δεν δούλευε, διότι τους άρεσε να συλλέγουν περίεργα αντικείμενα όπως καμένες λάμπες, κομματάκια καλώδια, ιμάντες, ρόδες αυτοκινήτου κλπ. Τα πιο φτωχά παιδιά όμως ήταν σε θέση να κάνουν κάποιες ακίνδυνες δουλειές, όπως να φορτώσουν με την παλάμη (φτιάρι) το φορτηγό με πυρήνα, και τους έδιναν 20 δραχμές σε κάθε παιδί σαν αμοιβή. Επίσης πολλά παιδιά δούλευαν τις Κυριακές, γενικά τις μη εργάσιμες μέρες στο εργοστάσιο, καθαρίζοντας με φασίνα κάποια μηχανήματα ή εργαλεία, σφουγγάριζαν η σκούπιζαν το χώρο, ακόμα πήγαιναν με τον οδηγό τους μποξάδες στον ποταμό, και τους έπλεναν έναν -έναν βουτώντας τον στο νερό και χτυπώντας τον μετά επάνω στις πέτρες. Φυσικά όλα αυτά έναντι κάποιας αμοιβής.

Για την ιστορία
Εκείνα τα χρόνια του ‘60, ακόμα και στην εποχή με τις φάμπρικες, υπήρχαν ελαιοπαραγωγοί που έβγαζαν μέχρι και 50 τόνους λάδι! Είχαν συνήθως πέντε εργάτριες μαζόχτρεςκαι ένα επιστάτη ή ένα δυνατό νέο εργάτη που θα τις κουβαλά συνεχώς με το γάιδαρο στο σπίτι, όταν γέμιζαν οι φάρδοι. Τον ελεύθερο χρόνο του ο κουβαλητής θα μαζώνει κι εκείνος ελιές. Ότι ελιές κουβαλά, θα τις αδειάζει στο πατητήρι του αφεντικού, στο οποίο μπορούσε να τις αποθηκεύει εκεί, ακόμα και για ένα ή και ενάμιση μήνα, μπορεί και παραπάνω! Αν ήταν δε δικιά του η φάμπρικα του αφεντικού, μπορούσε να αλέθει για ενάμιση μήνα η φάμπρικα, μονάχα τις δικές του ελιές! Από την πολυκαιρία ο ελιές στο πατητήρι γινόταν ένα σώμα, και οι φαμπρικάρηδες είχαν ειδικά κοντά φτυάρια, φαρδιά μπροστά, με κλειστού τύπου χερούλι πίσω. Πατούσαν το φτυάρι με το ένα πόδι και έκοβαν κομμάτια τις ελιές, που επειδή ήταν ζωντανός οργανισμός έβγαζαν ατμούς!
Πάντως ότι λάδι έβγαζε ο κάθε παραγωγός, δεν το άφηνε στο εργοστάσιο. Όσα κιλά ή τόνους έβγαζε κάποιος, το έβαζε σε πιθάρια, ή το συσκεύαζε σε μεταλλικά βαρέλια, και το αποθήκευε στο σπίτι του. Το πουλούσε λίγο – λίγο ανάλογα τις ανάγκες του. Όταν χρειαζόταν χρήματα, για να αγοράσει χωράφι ή να παντρέψει παιδί, τότε πούλαγε λάδι. Συνήθως οι μεγαλοπαραγωγοί το φόρτωναν στα κάρα τους ή σε φορτηγά αργότερα και το πουλούσαν στις μεγαλουπόλεις. Άλλοι πάλι μεγαλοπαραγωγοί που δεν προλάβαιναν να μαζέψουν τις ελιές τους, ένα μέρος από αυτές τις έδιναν συμισακές(από μισά τσουβάλια ο κάθε ένας), είτε τριτάρικες (ένα τσουβάλι ο εργάτης, τρία το αφεντικό), είτε τετρατάρικες (ένα προς τέσσερα)(ένα προς τέσσερα), ακόμα και πενταρολόικεςΝα παίρνει δηλαδή ανά πέντε τσουβάλια ελιές ο ιδιοκτήτης, και ένα ο άνθρωπος που θα τις αναλάβει. Αυτό όμως γινόταν όταν συνήθως ήταν φορτωμένες οι ελιές, και γέμιζαν εύκολα τα τσουβάλια! Μπορούσε ας πούμε να μαζέψει μια φτωχή οικογένεια, (ή κάποιος που είχε κούφια βεντέμα), ένα ή δυο λιόφυτα του αφεντικού ιδιοκτήτη, και να μαζευτούν για παράδειγμα 50 τσουβάλια εκατοστάρια ελιές. Τότε θα πάρει τα δέκα σακιά οι οικογένεια, που θα του βγάλουν 250 κιλά λάδι, ίσα δηλαδή να περάσει η οικογένεια τη χρονιά. Τα 40 όμως σακιά του αφεντικού, θα του αποδώσουν 1000 κιλά περίπου λάδι! Γενικά όπου συμφωνούσαν, γινόταν η εργασία.Ενώ στις φάμπρικες δεν είχαν λόγο τα οξέα, εν τούτοις τα εργοστάσιο μετρούσαν τα οξέα με κάποια ειδικά γράδα λαδιού, και πολύ αργότερα βγήκαν τα γυάλινα μπουκαλάκια με το βάμμα που μετρούσε οξέα και γραμμές. Ακόμα και με τα οξέα που μετρούσαν το λάδι, δεν είχε ιδιαίτερη επίπτωση η αγορά στην τιμή του, παρά μονάχα αν ήταν πάνω από 8 οξέα, οπότε πήγαινε για βιομηχανικό, δηλαδή στα σαπωνοποιεία. Πολλοί έτρωγαν και λάδια πάνω από 8 οξέα αναγκαστικά αν δεν υπήρχε άλλη λύση, αν και ήταν βαρύ και τους έκαιγε στο λαιμό. Ο κόσμος πάντως της εποχής, λάτρευε το λάδι της χονδρολιάς να είναι τουλάχιστον 5 οξέα, διότι ήταν πιο παχύ, και πίστευαν πως ήταν καλύτερο για μαγείρεμα!
Με την καλλιέργεια όμως της κορωνέικης ελιάς, (ψιλολιά κατά τους Κρητικούς), πλέον ανακαλύφθηκαν οι δέκα γραμμές της υποδιαίρεσης του ενός οξέος, και η τιμή πλέον του λαδιού διαμορφώνεται κατά μεγάλο βαθμό ανά γραμμή, πόσο δε μάλλον ανά οξέο.

Ευχαριστούμε τους κυρίους:
Μύρωνα Μαραγκάκη, Μανώλη Κανακαράκη, Γεώργιο Κονδυλάκη, Λυκούργο Καργάκη, Δημήτριο Σπαντιδάκη, για τις σπουδαίες πληροφορίες τους γύρω από το θέμα μας.
Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *