Ολα τα Γαλιανάκια που μαθήτευσαν στο παλιό δημοτικό του χωριού μας, είχαν πάνω κάτω τίς ίδιες εμπειρίες σέ δράσεις και περιπέτειες, και μία ήταν σίγουρη, η επίσκεψη στη χουρμαδιά του γέρο Δράκου!


Βέβαια οφείλω να πω, πως η χουρμαδιά, είναι από τα πιο συμπαθέστατα δένδρα στην Κρήτη, γιατί είναι συνδεδεμένη στενά με τις ημέρες των ημερών του Πάσχα και συγκεκριμένα μια βδομάδα πριν, των Βαΐων, και της αναπαράστασης του Χριστού στην είσοδο στα Ιεροσόλυμα »μετά κλάδων και Βαίων».

»Κάθε που πάω στην εκκλησιά βάγια μοιράζουνε» είπε ο Πατούχας στο βιβλίο του Κονδυλάκη.

Ε ασφαλώς …Αφού πήγαινε μιά φορά το χρόνο στήν εκκλησία!

Οι κλάδοι απο χουρμαδιές ή βαγιές στόλιζαν τήν εκκλησία, και στα πανέρια οι σταυροί από φύλλα χουρμαδιάς.

Αυτοκέφαλη καθώς είναι η εκκλησία της Κρήτης, και με το να υπάγεται απ ευθείας στο πατριαρχείο Κων/λεως, έχει σαν αποτέλεσμα να κρατήσει ενα πλήθος από απο τα παλιά όμορφα έθιμα, και δέν μοιράζουν κλαράκια απο δάφνη όπως στη υπόλοιπη Ελλάδα, και ασφαλώς, »βαγιά» ονομάζουν την πικροδάφνη!

Στην περιοχή Μοίρες – Γαλιά, τρεις ήταν οι χουρμαδιές που έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο.

Η μία και η πιό πανύψηλη, ήταν εκείνη που δέσποζε στόν κάμπο της Μεσσαράς, κοντά στο Γεροπόταμο, που η θέα της ήταν άκρως εντυπωσιακή, αφού ξεχώριζε από όλα τα άλλα δένδρα του κάμπου, και ασφαλώς ήταν τότε το σήμα κατατεθέν του κάμπου!

Η άλλη χουρμαδιά, ήταν δυτικά του Μονοχώρου, πιό χαμηλή από όλες, αλλά απο εκείνη ο μακαρίτης ο Χαράλαμπος, έκοβε τα κατάλληλα κλαριά για το στόλισμα της εκκλησίας και για τους σταυρούς.

Απο αυτη τη χουρμαδιά λοιπόν, πήρε και η τοποθεσία δυτικά του χωριού την ονομασία »βαγιά».

Υπήρχε όμως και μιά άλλη, πιό ιστορική χουρμαδιά που κανένα παιδί που τη γνώρισε, δέν θα τής ξεχάσει…

Ήταν η χουρμαδιά του γέρο Δράκο!

Η χουρμαδιά αυτή, έλκυσε ιδιαίτερα τα παιδιά, όπως τα σημερινά τα παιδικά έργα θρίλερ,με δράκους και με υποθέσεις θρίλερ!

Οταν ξέφευγε απο το στόμα κάποιου παιδιού η φράση: »Πάμε γιά χουρμάδες στα Δρακακιανά?» δεν υπήρχε περίπτωση να μή δώσουν τη συγκατάθεσή τους και τ’άλλα παιδιά!

Δύο παιδιά παρέα, ή τρία έπρεπε να δοκιμάσουν την τύχη τους!

Έπρεπε να επισκεφθούν ένα »χρυσόμαλλο δέρας» πού το φύλαγε ένας »άγριος» δράκος!

Μόνο που το χρυσόμαλλο δέρας εδώ ήταν μιά θεόρατη χουρμαδιά, πάνω απο 15 μέτρα, πολλών αιώνων, και ο δράκος ήταν πράγματι ένας Δράκος στο όνομα, που δέν ήταν τόσο κακός, όσο τον φανταζόμαστε, απλά κυνήγαγε τα παιδιά που πήγαιναν για χουρμάδες γιατί ασφαλώς, είχε τους λόγους του!

Το μέρος που ήταν φυτρωμένη η τεράστια και αγέρωχη χουρμαδιά, ήταν στη βάση ενός γκρεμού, και απο τη ρίζα της περνούσε ο καταπότης με το νερό.

Το νερό του καταπότη πήγαινε σε μια στέρνα, κι άν ήταν Καλοκαίρι, βουτούσαμε να δροσιστούμε.

Ολα αυτά, ήταν χωμένα σε ένα σκοτεινό φαράγγι που το διέρρεε ο ποταμός, και σε ένα μετόχι της Γαλιάς τα Δρακακιανά.

Εκεί στα Δρακακιανά, είχε το σπίτι του ο γέρο Δράκος, ο οποίος δέν έβρισκε ησυχία, αφου μοιραζότανε …τις πέτρες που πετάγαμε σημαδεύοντας τα σταφύλια της χουρμαδιάς με σκοπό να πέσουν μερικά τσαμπιά!

Εδώ επικρατούσαν δύο σενάρια.

Το καλό σενάριο ήταν να να πάμε στο περιβόλι του Δράκο που ήταν η χουρμαδιά, να έχουν ωριμάσει οι χουρμάδες, να μήν είναι κανείς να μας ενοχλήσει, και να έχουν πέσει και κάμποσοι χουρμάδες από τον αέρα στο έδαφος.

Θα ήταν απλό να γεμίσουμε τίς τσέπες μας και να φύγουμε.

Το κακό σενάριο ήταν, να μήν έχουν ωριμάσει καλα οι χουρμάδες, να μην έχει ρίξει ο αέρας, πέρα από κανένα δύο τρεις, και να χρειαστεί να παραβγούμε με πέτρες στό σημάδι!

Μία πέτρα ο ένας, μιά ο άλλος, μιά πετριά έτρωγε το σταφύλι και δύο πετριές το…κεφάλι του Δράκο ή της Δράκενας στην αυλή τους!

Αν και πάντα πετυχαίναμε το σταφύλι, συνήθως μαζεύαμε τους χουρμαδες απο χάμω με συνοδεία αγριοφωνάρων και βλασφημιών του γέρο Δράκο ή της Δράκενας, καί ασφαλώς και άφθονων πετροβολισμών!

Δέν αφήναμε ένα χουρμά κάτω γιατί κάθε χουρμάς ήταν έπαθλο της τεράστιας προσπάθειας μας να απολαύσουμε αυτο το σπάνιο στα μέρη μας έδεσμα!.

Ο Δράκος αμα έβλεπε το πείσμα μας, κατέβαινε το δρομάκι και μας κυνήγαγε βρίζοντας και ουρλιάζοντας, και μας έπαιρνε στο κατόπιν, μέχρι πιό πάνω στήν Κουτσουνάρα!

Η Κουτσουνάρα είναι η μόνη πηγή του χωριού, που έχει και σήμερα νερό με πολλές γούρνες.

Απο την Κουτσουνάρα άρχιζε η μεγάλη ανηφόρα, που ασφαλώς ο γέρο Δράκος δύσκολα θα την ανέβαζε, αλλά εμείς πάντως, την ανεβάζαμε πετώντας!

Σκοτεινά και τρομαχτικά ήταν τα μέρη εκείνα γιατι ήταν σε μεγάλο βάθος και τη νύχτα έλεγαν »βγαίνουν φαντάσματα»!.

Κάποια παιδιά απο μάς τόλμησαν πάντως να πάνε νύχτα, και να φέρουν Καλοκαιράκι ένα σταμνάκι δροσερό νερό απο την πηγή, και να πείσουμε τον εαυτό μας πως δέν φοβόμαστε, και πως φαντάσματα δέν υπάρχουν!

Κατα τα άλλα απο μέσα μας, η καρδούλα μας το ξέρει αν νοιώθαμε τρομάρα στο πισσοσκόταδο του Καλοκαιριού με τα χίλια ζώίφια, άγρια πουλιά, καρακάξες, τριζόνια, ποντίκια, σκαντζόχοιρους, να πετάγονται μπροστά μας!

Θές η γλυκόστυφη γεύση των χουρμάδων, θές οτι ήταν το μοναδικό προνόμιο να βρίσκεται η μία και μόνη χουρμαδιά στο χωριό μας, θές λίγο η πείνα η ανάγκη για βιταμίνες , θές η περιπέτεια, η έλξη πάντως για τη συλλογή τους, ήταν εξασφαλισμένη!

Και αν και σήμερα δέν σώζεται καμία απο τίς τρεις χουρμαδιές, στα πλαίσια του’ «συγχρονισμού της αγροτιάς», εν τούτοις η απουσία της χουρμαδιάς του Δράκο, έχει αφήσει μέσα μας ένα κενό!

Το κενό αυτό, ήταν σύμβολο της δράσης, της περιπέτειας και της ομορφιάς του γοητευτικό Ύ αυτού δένδρου!

 

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης