Ένα επάγγελμα της υπαίθρου που και αυτό χάθηκε, όπως και τόσα άλλα, είναι και αυτό του φουρνελά


Ο φουρνελάς είναι άνθρωπος εξειδικευμένος στο να ανοίγει φουρνέλα, και να ανατινάζει βράχους για διάφορους σκοπούς.

Συνήθως γινόταν σε συγκεκριμένα σημεία η ανατίναξη, κυρίως σε λατομεία πέτρας, για να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια η πέτρα αυτή, για το χτίρι του σπιτιού.

Μπορεί όμως να γίνει φουρνέλο και για διάνοιξη δρόμων, ισοπέδωση ανώμαλου βραχώδους εδάφους, για διάνοιξη αγρουλιδολάκων σε βραχώδες έδαφος που πρέπει να ισιώσει κλπ.

Τη δουλειά αυτή την έκαναν κυρίως ιδιώτες επί πληρωμή, και δεν μπορούσε να γίνει κατά κύριο επάγγελμα, διότι δεν είχε καθημερινή απασχόληση.

Τα λατομεία πέτρας τα λέγανε και «πετροκοπιά», και κάθε χωριό είχε ένα ή δύο πετροκοπιά, που ο κόσμος κουβαλούσε με τα ζώα τη πέτρα για να χτίσει το σπίτι του.

Συνήθως φουρνελάδες ήταν πετροκόποι, δηλαδή εργάτες πέτρας στα πετροκοπιά, που δούλευαν επί πληρωμή, αλλά παράλληλα αναλάμβαναν και τη δουλειά της ανατίναξης βράχων.

Ο λόγος που δεν αναλάμβανε ο κόσμος να κάνει την ανατίναξη, ήταν επειδή είχαν σημειωθεί πολλά περιστατικά ατυχήματος, με πολλούς θανάτους ή τραυματισμούς από απρόβλεπτες συνθήκες, και έτσι προτιμούσαν για να είναι ασφαλείς, και να αναθέσουν τη δουλειά στους ειδικούς.

 

Τα εργαλεία του φουρνελά

Τα κύρια εργαλεία του φουρνελά, ήταν αξίνες ή σκαλίδες, κασμάδες, βαριές βαριοπούλες), λοστοί μικροί μεγάλοι, αλλά το βασικό εργαλείο ήταν το χειροκίνητο αρίδι (τριπάνι), ενα φτιαράκι ειδικό, ενα σκουπάκι, στεγά πανάκια και στεγνά χαρτιά.

Σαν υλικά χρησιμοποιούσε το βραδύκαυστο φιτίλι, και το μπαρούτι.

 

Πώς ο φουρνελάς έφτιαχνε ένα φουρνέλο

Ξεκίναγε με το αρίδι, που ήταν τρυπάνι χειροκίνητο με μανιβέλα, ή περιστρεφόμενο με πλάγιο «Π».

Κάθιζε πάνω στο βράχο, και μπροστά του κρατούσε το αρίδι με το αριστερό του χέρι, και με το δεξί περιέστρεφε τη μανιβέλα, και το τρυπάνι μπροστά άνοιγε τη τρύπα.

Κάθε τόσο έριχνε νερό στη τρύπα για να μαλακώνει η πέτρα.

Έκανε τη τρύπα όσο πήγαινε με το αρίδι, και συνέχιζε με το λοστό.

Είχε τον μικρότερο και λεπτό λοστό 3 cm διαμέτρου, το λεγόμενο και «λοστάρι», και τον μεγάλο λοστό και πιο μακρύ, μεγαλύτερης διαμέτρου 5cm , και φυσικά πιο βαρύ.

Ο λοστός ήταν σίδερο που ο χαρκιάς της εποχής το ζέσταινε στην άκρη να πυρώσει ώστε να κοκκινίσει, και στη συνέχεια το κοπάνιζε να το κάνει πλακέ και κοφτερό στην άκρη.

Έπρεπε να είναι λιγάκι πιο φαρδύς ο λοστός στο πλακέ σημείο από τον υπόλοιπο κορμό, για μα μην φρακάρει στην τρύπα.

Ξεκινώντας με το μικρό λοστάρι, ο φουρνελάς, το χτύπαγε πάνω κάτω, και συγχρόνως το περιέστρεφε με τα χέρια του.

Όταν δεν άνοιγε πλέον η τρύπα με το μικρό λοστάρι, έπαιρνε στα χέρια του τον μεγάλο λοστό. Εδώ χρειαζόταν και έναν βοηθό. Χρειαζόταν τα δύο άτομα, γιατί ο ένας περιέστρεφε με τα διό του χέρια το λοστό, και ο άλλος κοπάναγε σταθερά με τη βαριά από πάνω, προσέχοντας να μην του ξεφύγει καμιά σφυριά!

Αυτή η δουλειά γινόταν ρυθμικά, και χρειαζόταν προσοχή και αυτοσυγκέντρωση, να μην χτυπήσει ο άνθρωπος που κοπάναγε, τα χέρια αυτού που κρατούσε το λοστό!

Κάπου κάπου σταμάταγαν, και τα χώματα ή τα μικρά πετραδάκια από τη πέτρα που έσπαγε, τα αφαιρούσαν από τη τρύπα, με ένα ειδικό εργαλείο, που ήταν σαν φτυαράκι στην άκρη.

Πότε πότε έριχναν και νερό στη τρύπα, γιατί έτσι μαλάκωνε κάπως ο βράχος.

Ανάλογα την έκρηξη γινόταν και η ανάλογη τρύπα, που ήταν από 20, 30, 40έως 50 cm.

Τότε άρχιζε η δουλειά με τα εκρηκτικά.

Αφού είχαν βεβαιωθεί πως όλα στη τρύπα είναι στεγνά, έριχναν στον πάτο μπαρούτι, και στη συνέχεια το βραδύκαυστο φυτίλι, να φτάνει στον πάτο, αλλά να ακουμπάει το μπαρούτι.

Από πάνω από το μπαρούτι έβαζαν λίγο στεγνό χαρτί, και στη συνέχεια ρίχνανε λίγο λίγο το στεγνό χώμα.

Το χώμα που έριχναν, κάθε τόσο το κοπάνιζαν με την ανάποδη της βαριάς, ώστε να γίνει συμπαγές, και να κρατά αντίσταση στην δύναμη των αερίων.

Έτσι λόγο λίγο ριχνόταν το χώμα, οπωσδήποτε στεγνό, και κοπανίζοντας το, γέμιζε μέχρι επάνω.

Εδώ βέβαια για έναν αδαή, η βαριά μπορούσε να χτυπήσει το φιτίλι που ανέβαινε επάνω, και κατά λάθος να το κόψει.

Σε αυτή τη περίπτωση έβγαζαν σιγά σιγά με το φτυαράκι όλα τα χώματα, και πήγαιναν πάλι από την αρχή! Φρόντιζαν όταν γέμιζαν τη τρύπα με χώμα να μην αφήνει κενά, αλλά παράλληλα να είναι και όλα στεγνά.

Τότε άφηναν πολλά μέτρα βραδύκαυστο φυτίλι, και αφού είχαν τυη βεβαιότητα οτι δεν υπήρχε κανέναςτρυγύρω του έβαζαν φωτιά!

Ποτέ όμως δεν παρέλειπαν λίγα λεπτά πριν ανάψουν το φυτίλι, να φωνάξουν δυνατά κάμποσες φορές τη φράση : «Βάρδα φουρνέλοοοο»!

Αυτό γινόταν για να αποτρέψουν τυχόν διερχόμενους, να περάσουν από εκεί κοντά, και να πέσουν οι πέτρες πάνω τους και να τους σκοτώσουν

Σαν είχαν ανάψει το φιτίλι, έτρεχαν γρήγορα και κρυβόταν σε ασφαλές σημείο, που από πριν είχαν εντοπίσει, και όχι την τελευταία στιγμή, για να μην πέσουν οι πέτρες της έκρηξης επάνω τους!

Το φουρνέλο σε λίγο έσκαγε, και η μυρωδιά σκόνης και μπαρουτιού, είχε κυριεύσει την ατμόσφαιρα!

Τότε διάλεγαν τις πέτρες σε μια άκρη, για να τιε φορτώσουν στο εκάστοτε μεταφορικό μέσο και να πάνε για το χωριό. Μπορούσε δε να τις χρησιμοποιήσουν και για κανένα τράφο στο ίδιο το χωράφι. Μπορούσε έτσι να ανοίξουν διάφορους λάκκους με μικρά φουρνέλα, για να φυτέψουν στους λάκκους μικρές ελιές, ή άλλα δένδρα.

 

Οι φάρσες με τα «φουρνέλα»

Είχαν παρατηρηθεί παλαιότερα ότι γινόταν πολλές αστείες πλάκες από μικρούς και μεγάλους, με θέμα ενα δήθεν φουρνέλο!

Παιδιά στην εξοχή που έβοσκαν τα ζώα τους σα «μονοπαντίζανε», μπορούσαν να κάνουν τη πλάκα τους «πειράζοντας» κάποιον διερχόμενο από το δρόμο, άγνωστο ή μη!

Έκαναν το εξής: Έβαζαν δύό τρεις πέτρες πάνω σ’ άλλο, και στη τελευταία έβαζαν ξερή καβαλίνα. Έβαζαν φωτιά στη καβαλίνα πριν περάσει κάποιος, και όταν περνά από εκεί, να αντιληφθεί εύκολα τον «καπνουλάκι» του δήθεν φουρνέλου!

Η ξερή καβαλίνα σαν ανάψει, καίγεται αργά βγάζοντας ένα λευκό καπνό.

Μόλις πλησίαζε ο άνθρωπος από δίπλα, έβαζαν το παιδί με την πιο «ανδρική φωνή» να φωνάζει δυνατά «βάρδα φουρνέλο!» μερικές φορές!

Ο περαστικός που βλέπει και τον καπνό, που μάλιστα είναι και λευκός σαν του φυτιλιού, πείθεται πως είναι όντως φουρνέλο, και προσπαθεί να το βάλει στα πόδια, απο φόβο μή σκάσει ακαριαία!

Ξεκαβαλά αστραπιαία το γαϊδούρι και αλαφιασμένος τρέχει στα χωράφια να σωθεί!

Πράγμα που αυτό το θέαμα ήθελαν να δουν και «τα παιδιά της εποχής», για να ξεκαρδιστούν στα γέλια εκεί που ήταν κρυμμένα!

Κάποια στιγμή και αφού δεν ακούγεται έκρηξη, καταλάβαινε ο άνθρωπος πωσ επρόκειτο για φάρσα!

Φυσικά που να τολμήσουν να εμφανιστούν ενώπιον του ανθρώπου τα παιδιά!

Οι μεγάλοι κάνανε και εκείνοι πλάκες με το ίδιο «λευκό καπνουλάκι» της καβαλίνας αλλά κυρίως για να εκδικηθούν τους πιθαράδες, όταν τους πούλησαν σκάρτο πιθάρι, σταμνί κλπ.

Συνήθως τους πούλαγαν πήλινα που ήταν «άψητα» όπως τα λέγανε, και το οποία δεν είχαν στεγανότητα να κρατάνε υγρά, και παρουσίαζαν υγρασία στο εξωτερικό τους μέρος!

Κάνανε και εκείνοι το ίδιο, άναβαν δηλαδή τη ξερή καβαλίνα πάνω στις πέτρες σε ορατό σημείο, και όταν περνούσε ο πιθαράς με τα δύο ζώα του φορτωμένα, το ένα με πιθάρια και το άλλο με στάμνες, εκείνοι φώναζαν δυνατά: «Βάρδα φουρνέλο»!

Δεν είχαν το περιθώριο να δουν οι πιθαράδες αν είναι φάρσα ή όχι, έτσι υποχρέωναν τα ζώα να τρέξουν κακήν κακώς, με αποτέλεσμα να παραπατάνε, να πέφτουν και να σπάνε στάμνες και πιθάρια!

Αυτοί οι σταμνάδες ήταν εκείνοι που ερχόταν κυρίως από τα χωριά Μαργαρίτες Ρεθύμνου, ή από το Θραψανό Ηρακλείου, χωριά που είχαν αναπτύξει σπουδαία παράδοση στη κεραμική τέχνη.

Η δουλειά δυστυχώς του φουρνελά, έχει αφήσει και πολλά θύματα, γιατί προσπάθησαν να ανοίξουν το φουρνέλο άνθρωποι χωρίς πείρα. Η αιτία συνήθως η ίδια. Δεν γνώριζαν ότι δεν πρέπει να βραχεί σε καμία περίπτωση το φιτίλι, και εκείνοι άφηναν να περάσει υγρασία με το νερό που έριχναν για να μαλακώσει η πέτρα, βρεχόταν στη συνέχεια το χώμα και φυσικά δεν σκούπιζαν την υγρασία, και σαν αποτέλεσμα βρεχόταν μετά και το φυτίλι και κρατούσε κάποια ανάδοση.

Το βρεγμένο φιτίλι, έχει σαν ιδιότητα να καθυστερεί πολύ τη φλόγα να διέλθει, και εκείνοι φυσικά αυτή τη λεπτομέρεια δεν τη γνώριζαν!

Έτσι αφού έβλεπαν πως καθυστερεί να γίνει η έκρηξη, αφού ήδη άφηναν να περάσουν τουλάχιστον δέκα λεπτά, πηγαίνανε να δούνε από κοντά τι να συμβαίνει!

Μόλις όμως έσκυβαν πάνω από το φουρνέλο, τότε ήταν που εκείνο έσκαγε!

Φυσικά με τις ανάλογες συνέπειες τραυματισμού ή και θανάτου.

Έτσι, ακόμα και έμπειροι άνθρωποι της πέτρας, δεν επιχειρούσαν να κάνουν εκείνοι την ανατίναξη, παρά την ανέθεταν στους ειδικούς.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης