Δύσκολο να φέρει κανείς στο μυαλό σήμερα εικόνες παλιές, σαν κι αυτές που ζήσαμε στα γυμνασιακά χρόνια στο γυμνάσιο Μοιρών στην Κρήτη, αν δεν τις έχει βιώσει έντονα!


Ακόμα πιο δύσκολο δε, είναι να φτιάξει εικόνες, σχετικά με τη καταπίεση από καθηγητές, παιδονόμους, κι ακόμα αγροφύλακες, χωροφύλακες και τους ίδιους τους γονείς μας!

Η μόνη ανάσα έστω και για μια μέρα ήταν η κοπάνα!

Στα νεότερα χρόνια ονομάστηκε, «ηθελημένη αποχή από την τάξη» κοινώς κοπάνα.! Στο γυμνάσιο Μοιρών όμως, δεν ονομαζόταν «κοπάνα», ονομαζόταν «καμίνι», και θα εξηγήσουμε παρακάτω γιατί.

Οι καθηγητές μας όμως τότε, την ονόμαζαν σε αρχαίζουσα γλώσσα, «σκασιαρχείο»! Δηλαδή, το σκας, βγαίνεις από τις αρχές σου, η παραβαίνεις τις αρχές σου.

Σκασιαρχείο όμως, η κοπάνα, έκανε ο μαθητής του οικοτροφείου, η αυτός που νοίκιαζε ένα δωμάτιο, και έπρεπε να πάει να γράψει διαγώνισμα στα γαλλικά, η μαθηματικά, χωρίς να έχει ιδέα!

Αντί λοιπόν να σηκωθεί το πρωί και να πάει σχολείο, προτιμούσε να αλλάξει πλευρό, και να μείνει σπίτι του!

Με εμάς όμως τα 70 περίπου Γαλιανάκια που πηγαινοερχόμαστε καθημερινά εκείνο το καιρό με τα πόδια Γαλιά – Μοίρες, για να μάθουμε γράμματα, τα πράγματα ήταν διαφορετικά!

Από βραδύς το κανονίζαμε το καμίνι μας, όσα παιδιά ήθελαν να συμμετάσχουν, αγόρια και κορίτσια!

Γιατί οι κοπάνες ονομαζόταν «καμίνια»

Τα καμίνια που κάναμε τότε, δεν ήταν απλές κοπάνες. Είχαν στενή σχέση με τα καμίνια ξυλοκάρβουνου! Ο λόγος που ονομάστηκαν οι κοπάνες μας αυτές «καμίνια», ήταν ο παρακάτω. Τα χρόνια τα παλαιότερα, και μιλάμε κυρίως πριν τη κατοχή, υπήρχαν στο χωριό μας πολλά τέτοια καμίνια.

Πέρα από τα δυο ασβεστοκάμινα, είχε η Γαλιά, και άλλα τρία βασικά καμίνια για την αγγειοπλαστική, είχε ασφαλώς και πολλά καρβουνοκάμινα, που ήταν στα χωράφια η στο βουνό. Όλα όμως αυτά, ονομαζόταν «καμίνια»!

Τα καρβουνοκάμινα, πάλι, ήταν δυο ειδών.

Τα τακτικά καμίνια, που είχαν τη σχετική οργάνωση και μελέτη, και τα έκτακτα, που τα ξεκίναγαν στο άψε σβήσε!. Τα ταχτικά ήταν μόνιμα κάπου, τα έκαναν άνθρωποι σε καθημερινή βάση, σε ένα σταθερό σημείο.

Τα έκτακτα όμως γινόταν πολύ διαφορετικά.

Όταν κάποιος τσακωνότανε με τη γυναίκα του, η με τον κύρη του, πολλές φορές τα βρόνταγε κάτω και πήγαινε στο βουνό. Έκανε σκασιαρχείο από το σπίτι του δηλαδή!

Εκεί στο βουνό, έκανε δέκα είκοσι μέρες, η και μήνα, μέχρι να του περάσει του κυρού του της γυναίκας του η και του ίδιου, και γυρίσει πίσω και να τα ξαναβρούνε! Στο μεσοδιάστημα όμως αυτό, ο σκασιάρχης, διάλεγε να κάνει μια εργασία που να του αποδώσει χρήματα.

Έτσι έκανε κάρβουνα σε ένα πρόχειρο καμίνι, για να τα πουλήσει αργότερα και να πάρει κανένα φράγκο. Πηγαίνοντας όμως εκτάκτως για το βουνό, παράλληλα «έριχνε σύρμα» και στους στενούς φίλους του, και γινόταν εκεί μια ξαφνική μάζωξη στο βουνό από φίλους!

Εκεί, ναι μεν έκαναν το καμίνι με τα κάρβουνα, αλλά το συνδύαζαν με καλαμπούρια, φαγοπότι, και με πολλές πλάκες κλπ. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι γονείς μας οι ίδιοι ονόμασαν και τις δικές μας κοπάνες «καμίνια»!

Είχαν ασφαλώς πολλά κοινά, τα έκτακτα εκείνα καμίνια των πατεράδων μας, , με τις κοπάνες τις δικές μας.. Από τη μια και εμείς δεν τα βρίσκαμε με τους καθηγητές, γιατί θα μας αδικούσαν, από την άλλη ούτε με τους πατεράδες μας που δεν μας έδιναν λεφτά.

Έτσι επαναστατούσαμε, τα «βροντάγαμε χάμω», και το «σκάγαμε» για τα χωράφια, όπου περνάγαμε τη μέρα μας με τη παρέα μας!

Εκείνοι οι παλαιότεροι ωστόσο στο βουνό τότε, μέχρι να κάνουν αρκετά κάρβουνα, πέρναγαν τον καιρό τους ευχάριστα, με το να τρώνε, να πίνουν με τη παρέα και να και να διασκεδάζουν, μέχρι να έρθει η κατάλληλη ώρα να γυρίσουν πίσω κι αυτός κα η παρέα του!

Εν τω μεταξύ, θα του είχε περάσει ο θυμός και του κυρού του η της γυναίκας, αν ήταν παντρεμένος! Άσε που θα πούλαγε και τα κάρβουνα και θα έφερνε σπίτι και λεφτά, οπότε όλα θα ήταν και πάλι μέλι γάλα!

Τα καμίνια τότε, εκείνη την εποχή των πατεράδων μας, προσέφεραν ένα επιπλέον εισόδημα στον κάθε ένα, πράγμα που αυτό, δεν γίνεται σήμερα! Έτσι λοιπό εξηγείται γιατί ονομάστηκαν και οι δικές μας κοπάνες «καμίνια» !

Μαζευόμαστε κάπως έτσι και εμείς οι μαθητές σε μια περιοχή, να μη φαινόμαστε από τους περαστικούς, να μην είναι κοντά στο χωριό, αλλά ούτε και στις Μοίρες που ήταν το γυμνάσιο.

Ιδανική περιοχή που είχαμε βρει για το σκοπό αυτό, ήταν , «Στου Κουκή το μύλο», που ήταν στη τοποθεσία «Λάβδα», βόρεια των Μοιρών.

Ονομαζόταν «Λάβδα» σαν το γράμμα «Λ» που σχημάτιζαν εκεί δυο ποτάμια, ο ένας ερχόταν από την Απόλυχνο, κι ο άλλος από τη Γαλιά.

Ένας παλιός νερόμυλος ήταν ανάμεσα στα δυο αυτά ποτάμια κοντά στην εκβολή τους, γνωστός σαν του «Κουκή ο μύλος». Και οι δυο ποταμοί είχαν άφθονα νερά, άρα και πολλά δένδρα εσπεριδοειδή, περιβόλια κλπ

Στα καμίνια μας μπορεί να ήμαστε αγόρια, αλλά καμιά φορά υπήρχαν και κορίτσια! Διαλέγαμε αυτό το μέρος, γιατί είχε κάποια πλεονεκτήματα.

Μπορούσαμε εμείς τα αγόρια να βγάλουμε τα ρούχα μας μένοντας με το απαραίτητα, και να κάνουμε μπάνιο στο ποτάμι. Ο ποταμός είχε τις λεγόμενες «σαϊτες», η «κολύμπες» όπου είχε ποσότητα νερού, που μας επέτρεπε να κάνουμε και βουτιές!

Δεν υπήρχε τίποτα το πονηρό, διότι ο σεβασμός στα κορίτσια ήταν δεδομένος, το ίδιο κι εκείνα. Γνωρίζαμε τον πατέρα της κάθε κοπέλας, τον αδερφό, και ως εκ τούτου δεν βλέπαμε κανένα κορίτσι με πονηρό μάτι.

Εν αντιθέσει με τα σημερινά παιδιά, που το κάθε ένα πλέον, σε αυτή την ηλικία, έχει και το δικό του κορίτσι, και μάλιστα πολλές φορές, με ολοκληρωμένες σχέσεις!

Πως περνούσαμε την ώρα στην κοπάνα;

Για να περάσει η μέρα κάναμε διάφορα. Παίζαμε παιγνίδια όπως τυφλόμυγα, αμάδες, η το λεγόμενο «μπίζ» και άλλα.

Κάποια στιγμή, δίναμε όλοι ότι χρήματα είχαμε ο κάθε ένας σε ένα παιδί, και το στέλναμε να πάει στις Μοίρες να πάρει κάτι να φάμε.

Συνήθως ξηρούς καρπούς, η τα λεγόμενα «τριβιδια», που ήταν τότε τα μικρά ψωμάκια των 200 γραμμαρίων. Το κάθε τριβίδι είχε τότε μία δραχμή! Καμιά φορά και ένα ψωμί ολόκληρο του μισού κιλού, με λίγο σαλάμι.

Το σκορδάτο σαλάμι της εποχής εκείνης ήταν κάτι το ανεπανάληπτο σε γεύση, και ουδέποτε έκτοτε καμία εταιρία, έχει καταφέρει να πετύχει τη γεύση αυτή!

Δίναμε από ένα κομμάτι στον κάθε ένα για τη λιγούρα, μια και οι ώρες ήταν πολλές. Αφού κάναμε τις πλάκες μας, το μπάνιο μας, κάποιοι έκαναν και καμιά βόλτα και για κανένα πορτοκάλι, μανταρίνι, η μπουρνέλα, ανάλογα την εποχή.

Τρώγαμε ότι βρίσκαμε στη φύση, αχλάδια, απίδια, κλπ. Ασφαλώς δεν την είχαμε γλυτώσει κάποιες φορές από τους δυο αγροφύλακες, που επόπτευαν τη περιοχή!

Ο ένας ήταν από τη Γαλιά, κι ο άλλος από την Απόλυχνο. Αυστηροί και οι δυο, με τις σχετικές απειλές ότι θα τα πουν στους καθηγητές και στους γονείς μας. Καμίνια και ‘μείς, κάναμε δυο ειδών, τα έκτακτα και τακτικα!

Τα έκτακτα ήταν που το αποφασίζαμε από βραδύς γυρνόντας από το σχολείο με τα πόδια, συνήθως παρέες – παρέες, η και το ίδιο το πρωινό, συνήθως όταν η επομένη μέρα ήταν «Τζαγκαροδευτέρα» και είχαμε εφτάωρα με φυσικομαθηματικά αρχαία ελληνικά, λατινικά, χημεία κλπ δύσκολα μαθήματα.

Τα τακτικά όμως καμίνια, τα γνωρίζαμε από πριν.

Και αυτά ήταν συνήθως τις μέρες που ήταν να πάει το γυμνάσιο σχολική εκδρομή με πούλμαν, όπου συνήθως τα περισσότερα Γαλιανάκια απείχαν. Έλα όμως που την επ’ αύριο, δεν έβγαζαν στο μάθημα μαθητή που ήταν στην εκδρομή.

Το σίγουρο ήταν πως στο μάθημα θα έβγαζαν στον πίνακα παιδιά που δεν ήταν στην εκδρομή! Λογάριαζαν όμως, χωρίς το ξενοδόχο!

Γιατί κι εμείς με τη σειρά μας το γνωρίζαμε αυτό, και δεν τους κάναμε τη χάρη να εμφανιστούμε! Αυτός ήταν και ο λόγος, που δεν πηγαίναμε στο μάθημα εκείνη την ημέρα, και προτιμούσαμε τη κοπάνα!

Οι περισσότεροι κάτοικοι στο χωριό μας , ήρθαν από τα Βορίζα, αφ’ ότου τα κάψανε οι Γερμανοί, και ήθελαν τα λεφτά να μη τα διαθέτουν σε ψυχαγωγικά θέματα των παιδιών, σε εκδρομές κλπ, αλλά στο να κάνουν αγορές να μεγαλώσουν τη περιουσία τους.

Ήταν οι χρονιές, που όλοι οι γονείς μας ήταν αγράμματοι, και ήθελαν διακαώς να μορφώσουν αν γίνεται όλα τα παιδιά τους! Έτσι όμως, με το να μη συμμετέχουμε στην εκδρομή, γινόμαστε και αντιπαθείς κατά κάποιο τρόπο, στους καθηγητές μας.

Έτσι, λόγω κακεντρέχειας να το πω, την επομένη μέρα μας έβγαζαν στον πίνακα να πούμε μάθημα, εμείς όλοι που δεν πήγαμε. Καμίνι λοιπόν και μείς την επ’ αύριο, και με το δίκιο μας!

Εκείνα τα χρόνια για να πάρεις καλό βαθμό στα προφορικά, έπρεπε να σηκωθείς Για να καθίσεις όμως να διαβάσεις όλα τα μαθήματα, κι από μισή ώρα για κάθε μάθημα, έπρεπε τέσσερις πέντε ώρες να είσαι καθισμένος σε μια καρέκλα και να τη ζεστάνεις καλά!.

Εν αντιθέσει με πολλά από τα σημερινά παιδιά, που περνάνε τις τάξεις τους άνετα, χωρίς να τα έχουμε δει ποτέ καθισμένα σε ένα γραφείο και στα χέρια τους να κρατάνε ένα βιβλίο, πέρα από το κινητό και το τάμπλετ τους!

Δεν μπορούσες τότε να πας ούτε στο καφενείο. Απαγορευόταν να παίξεις χαρτιά, μπιλιάρδο η ποδοσφαιράκια! Είχες αντιμέτωπο τον παιδονόμο, που θα σε ανάφερε την επομένη στο συμβούλιο καθηγητών και θα έπεφτε αποβολή!

Το ίδιο κι αν πήγαινες στο σινεμά!

Η δε διαγωγή? Κοσμία!

Πήγαινες σινεμά, μονάχα με το σχολείο, αν το έργο είχε σχέση με τη ιστορία της Ελλάδος, η είχε θρησκευτικό θέμα από τη Παλαιά Διαθήκη.

Πάντως, εμείς τα Γαλιανάκια, που ήμαστε και τα μοναδικά παιδιά από τα 1200 που είχε το γυμνάσιο, που κάναμε 4 χιλιόμετρα το πρωί ,και άλλα τόσα το μεσημέρι, με τα πόδια, είχαμε τη τύχη να κάνουμε τα «καμίνια» μας, με το μοναδικό αυτό τρόπο!

Όλα μαζί, με το ίδιο κέφι και ζωντάνια, , αγαπημένα μεταξύ μας, αλλά και με ένα σκοπό, πως να περάσουμε καλά τη μέρα πηγαίναμε στο γυμνάσιο.

Έτσι και στις κοπάνες, πάντα με τις περνάγαμε με γέλιο, με αστεία πειράγματα, μέχρι να έρθει η ώρα που θα σχολάγαμε δήθεν, και μετά πάλι σιγά – σιγά, όλα μαζί, παίρναμε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι, όλα ικανοποιημένα!.

Είχαμε δε το συνθηματικό την απ αύριο, να ενημερώνουμε τον άλλο, είτε φίλο μας, είτε συμμαθητή μας, λέγοντας του τη φράση:

– Εμείς οψάργας «εβγάλαμε ασβέστη», κάμποσο!

Εννοούσαμε ασφαλώς, ότι είχαμε κάνει το καμίνι μας και το ευχαριστηθήκαμε!

Διπλά ευτυχής θα ήταν η κατάληξη, αν το καμίνι μας δεν έπεφτε στη αντίληψη κανενός…!

Ακόμα πολλοί ίσως θυμούνται ένα τετράστιχο που υπάρχει έκτοτε:

«-Από το Μύλο του Κουκή
ήθελα να περάσω..

Ε το παντέρμο χειμαδιό
και πως να σου ξεχάσω!»

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Xουστουλάκης