Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Χτίζοντας ένα σπίτι τη δεκαετία του ‘30

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέσσερα ήταν κάποτε τα μεγάλα βάσανα του κόσμου!


Πολλοί είναι εκείνοι που δεν ξέρουν σήμερα τη διαδικασία που χρειαζόταν, για να κτιστεί κάποτε ένα σπίτι πριν την κατοχή. Όμως και χωρίς σπίτι, δύσκολα δίδανε γυναίκα σε κάποιον, έτσι έπρεπε να το πάρει απόφαση ο υποψήφιος γαμπρός, και κάποια στιγμή να βάλει μπροστά και να το χτίσει. Ήταν τόσο επίπονη δουλειά, που το χτίσιμο συγκαταλεγόταν κι αυτό, σε μία από τις τέσσερεις πιο κοπιαστικές και βασανιστικές δουλειές του ανθρώπου! Έτσι έλεγαν συχνά στις κουβέντες τους την παρακάτω ρήση:
«Όποιος δεν παντρέψει κοπέλι, όποιος δεν χτίσει σπίτι, όποιος δεν βάλει αμπέλι, και όποιος δεν πάει στρατιώτης, δεν κατέχει από βάσανα» !
Ήταν γνωστές οι δυσκολίες να παντρέψει κάποιος το παιδί του, αγόρι ή κορίτσι. Το αμπέλι πάλι ήθελε τεράστιες προσπάθειες. Να σκαφτεί πολλές φορές και ισιώσει το χωράφι, να διαλεχτούν ένα – ένα όλα τα χαλίκια μικρά μεγάλα και να κάνουν το χωράφι «αμπελοχώραφο». Στη συνέχεια να βρεθούν τα φυτώρια να ανοιχτούν οι τρύπες με ειδικό εργαλείο που δανειζόταν ο ένας από τον άλλο, να φυτευτούν τα κλίματα και να ποτίζονται στη συνέχεια μέχρι να πιάσουν. Αλλά και μετά είχε σκαψίματα δισκαφίσματα ξελακκίσματα κλπ. Πολύ κοπιαστική και πολύ σκληρή λοιπόν η δουλειά του αμπελιού. Και ο στρατός εκείνα τα χρόνια ήταν η θητεία του μακροχρόνια και σε πολύ δύσκολες συνθήκες.
Από τη στιγμή όμως που θα πάρει κάποιος μια απόφαση να χτίσει σπίτι, ήξερε εν των προτέρων τι τον περίμενε, όμως έπρεπε να κουβαλάνε πατέρας και γιός πέτρες με τα ζώα ένα ή και δυο ή και τρία χρόνια, και να τις κάνουν σωρούς – σωρούς στο μέρος που πρόκειται να το χτιστεί το σπίτι.
Πήγαιναν λοιπόν καθημερινά ή όποτε ευκαιρούσαν με τα γαϊδούρια ή τα μουλάρια στα πετροκοπιά του χωριού, ή σε άλλα βραχώδη μέρη και έβγαζαν τις πέτρες με φουρνέλα. Φόρτωναν από δυο πέτρες στο κάθε ζώο με ένα ειδικό τρόπο φόρτωσης, και στη μέση του σωμαριού έβαζαν μικρότερες χρήσιμες κι αυτές για το χτίρι. Καμιά φορά πελεκούσαν επιτόπου την πέτρα με την τσαπέτα «για να κάνει μούρη», σε περίπτωση που ήταν καμπυλωτή. Όταν πια είχαν μαζευτεί αρκετές πέτρες, αποφάσιζαν πάλι από κοινού πατέρας και γιός για την επόμενη κίνηση. Δεν πήγαιναν ποτέ σε κάποια δουλειά στα χωράφια και να μη σκεφτούν στον γυρισμό να φορτώσουν και πέτρες! Γαϊδούρι δεν γύριζε ποτέ πίσω άδειο σωμάρι! Είτε πέτρες είτε χόρτα είτε ξύλα, πάντως κάτι θα το φόρτωναν, αλλά άδειο δεν θα γύριζε!
Αν όμως επρόκειτο να χτιστεί διώροφο, τότε ήθελε διπλάσιες πέτρες, και άρα περισσότερο χρόνο να συγκεντρωθούν. Πολλές φορές στο κουβάλημα της πέτρας βοηθούσαν και τα αδέρφια, ή δάνειζαν δικές τους πέτρες και τους τις επέστρεφαν αργότερα, αλλά παραχωρούσαν και τα δικά τους ζώα για τη μεταφορά. Δεν έφερναν όμως μονάχα τις πέτρες, έπρεπε να συγκεντρώσουν και την άμμο, που έφερναν με τα γαϊδούρομούλαρα με τα σακιά κυρίως από τα ποτάμια.

Ο ΑΣΒΕΣΤΌΛΑΚΟΣ

Το σκάψιμο του ασβεστόλακκου
Η πρώτη ενέργεια για να φτιαχτεί ένα σπίτι μετά τις πέτρες και την άμμο που συγκέντρωναν, ήταν να φτιαχτεί ο ασβεστόλακκος, που μέσα εκεί θα σβηστεί ο ασβέστης, που τον αγόραζαν συνήθως σε σακιά άσβεστο και σε πέτρες. Ο ίδιος λοιπόν ο ιδιοκτήτης θα σκάψει ένα λάκκο 1,5 μ πλάτος, 2 έως 2, 20 μ μάκρος ανάλογα τις ανάγκες, και περίπου 1 μέτρο βάθος έως 1,20 ανάλογα πάλι αν οι ανάγκες ήταν περισσότερες . Τα χώματα που έβγαιναν από το σκάψιμο του λάκκου, δεν θα τα πετάξουν, αλλά θα τα κάνουν ένα σωρό κάπου σε μιαν άκρη, γιατί θα τους χρειαστούν μελλοντικά.

Τι ήταν η καρούτα;
Στον λάκκο δεν μπαίνει απευθείας ο ασβέστης άλιωτος, για αυτό η επόμενη κίνηση ήταν να φτιαχτεί μια ξύλινη κατασκευή 1,5 μ πλάτος Χ 2 μ μήκος και 50 εκ ύψος. Από την μπροστινή πλευρά στένευε η κατασκευή αυτή και κατέληγε σε τρύπα 20Χ20 εκ. Στην τετράγωνη αυτή τρύπα, είχε και ένα τετράγωνο ξύλινο χωριστό ανεξάρτητο πορτάκι για να κλείνει. Αυτή η κατασκευή λεγόταν «καρούτα». Η καρούτα ήταν τοποθετημένη στην άκρη του ασβεστόλακκου, αλλά με κλίση προς αυτόν. Για να έχει τη κλίση αυτή προς τα μέσα, στο πίσω μέρος της έβαζαν από κάτω δυο πέτρες γύρω στα 30 εκ ώστε να ανυψωθεί. Υπήρχε κάπου κοντά ένα ξύλινο μισό βαρέλι για το νερό, κι αργότερα αντικαταστάθηκε κι αυτό με το γνωστό μας σιδεροβάρελο. Οι γυναίκες με τα σταμνιά κουβαλούσαν νερό από την πιο κοντινή κρήνη, και φρόντιζαν το βαρέλι να είναι πάντα γεμάτο. Ερχόταν ο ασβέστης που αγόραζε ο ιδιόκτητης είτε σε σακιά, είτε με το κάρο, και αργότερα με φορτηγό, το λεγόμενο και «ασβεστάδικο», αλλά πάντως τον αγόραζαν συνήθως σε οκάδες. Ο ιδιοκτήτης άδειαζε με τον κουβά ένα – ένα το σακί με τις ασβεστόπετρες στην καρούτα, και έπαιρνε νερό πάλι με τον κουβά από το βαρέλι, που ωστόσο κουβαλούσαν και συμπλήρωναν ι οι γυναίκες. Η καρούτα χώραγε δυο σακιά πέτρες ασβέστη. Οι πέτρες από κάθε σακί, με το νερό σε δυο τρία λεφτά έλιωναν βγάζοντας καπνό, και ο χειριστής με προσοχή να μην πεταχτεί ασβέστης επάνω του, τις ανακάτευε συνέχεια για να διαλύσουν καλά όλες οι ασβεστόπετρες. Έπρεπεο ασβέστης να γίνει όλος μαλακός σαν ζύμη, και προπάντων φρόντιζε να αφαιρεί τις τυχόν πέτρες που δε είχαν ψηθεί στο καμίνι και ήταν σκληρές, τις λεγόμενες και «κόκκαλα». Γνωστή τότε και η φράση: «Μα κόκκαλα έχει ο ασβέστης»;
Βέβαια για να μη χύνεται το νερό από τις εγκοπές που είχαν οι τάβλες, έβαζαν ασβέστη και τις έκλειναν.
Αφού είχαν μαλακώσει τα δυο πρώτα σακιά, τότε μετά από δέκα λεπτά, έβγαζαν την πέτρα που συγκρατούσε το πορτάκι, και ο ασβέστης έπεφτε λίγος – λίγος μέσα στον ασβεστόλακκο, πάντα υποβοηθώντας τον με το φτυάρι ή ένα μυστρί. Όσο άδειαζε η καρούτα, πίσω συμπλήρωναν με άλλο άσβεστο ασβέστη με τον κουβά, από άλλα δυο σακιά.
Με τον ίδιο τρόπο έριχναν τον ασβέστη όλο μέσα στο λάκκο, που μπορούσε να ήταν και τρία με τέσσερα κυβικά. Εκεί τώρα θα προστεθεί πολύ νερό να τον χώνει, και θα παραμείνει εκεί για 40 μέρες μέχρι να σβήσει τελείως. Όταν στραγγίσει το νερό και πήξει από επάνω ο ασβέστης, τότε έριχναν τρία δάχτυλα ψιλή άμμο από πάνω για να τον κρατάει μαλακό και να μην ξηραίνεται. Την άμμο την έβρισκαν είτε σε κάποιους κοντινούς αμμόλοφους της περιοχής, από ποτάμια ή από τα παράλια της θάλασσας που είχε ξεπλυθεί με τη βροχή. Τώρα λοιπόν αφού περάσουν και οι 40 μέρες, ο ασβέστης θα είναι έτοιμος για να χρησιμοποιηθεί . Εν τω μεταξύ όμως πότε πότε κάρφωναν μια βέργα μέσα στον ασβεστόλακκο, για να δουν σε τι κατάσταση βρίσκεται, αν είναι μαλακός ή αν έχει σφίξει οπότε θα χρειάζεται ακόμα λίγο νερό.

Η ώρα για τα θεμέλια
Και έφτασε πλέον και η ώρα που θα γίνει και το πρώτο σκάψιμο για τα θεμέλια!
Ο ιδιοκτήτης αναθέτει τη δουλειά αυτή σε ένα μάστορα χτίστη ή εργολάβο, για να χαράξει τα θεμέλια, ανάλογα το πόσα δωμάτια ήθελε και πως τα ήθελε ο ίδιος. Δεν έβγαζαν συνήθως άδεια τότε και ούτε καν μηχανικό στα χωριά, και έτσι ο χτίστης αναλάμβανε σχεδόν τα πάντα! Φρόντιζε εν πρώτοις το έδαφος που προορίζεται για πάτωμα να είναι ίσιο, χρησιμοποιώντας το αλφάδι του και μια πήχη. Όπου υπήρχε κλίση πρόσθετε χώμα από τον σωρό από τα χώματα του ασβεστόλακκου. Μαζί με τα χώματα πρόσθεταν και πέτρες, κατάβρεχαν καλά το χώρο, και τις χτυπούσαν με το κόπανο για να πατηθούν καλά, ή πέρναγαν από επάνω πολλές φορές το χώμα με τα χαλίκια με τον πέτρινο κύλινδρο, όπως γινόταν και στο αλώνι. Όταν το δάπεδο όλο ήταν έτοιμο και εντελώς ίσιο, ο χτίστης κάρφωνε ένα καρφί στο κατάλληλο σημείο που θα ήταν η εξωτερική πλευρά του τοίχου. Στο άλλο άκρο του μελλοντικού σπιτιού κάρφωνε και το άλλο καρφί και έδενε τον σπάγκο καλά τεντωμένο. Όταν ήταν να γίνει γωνία χρησιμοποιούσε την ορθή γωνία για να είναι ακριβώς 90 μοίρες. Το ίδιο γινόταν σε όλες τις εξωτερικές πλευρές. Στη συνέχει γινόταν το ίδιο πάλι με καρφιά και τον σπάγκο 50 ή 60 εκ, (ανάλογα το πάχος του τοίχου) και από την μέσα πλευρά. Έτσι είχαν σχεδιαστεί όλα τα θεμέλια του σπιτιού καθώς και τα χωρίσματα των δωματίων, είχαν μπει και όλοι οι σπάγκοι , λεγόμενοι και «σπάγοι του χτιριού». Συνήθως έκαναν δυο μεγάλα δωμάτια και μια κουζίνα, και αν ήταν λοξό το έδαφος έκαναν και υπόγειο. Στη συνέχεια ο χτίστης με τον βοηθό του θα σκάψουν ανάμεσα στους σπάγκους με την σκαλίδα ή τον κασμά περίπου 5 με 6 εκατοστά βάθος σε όλο το περίγραμμα του σχεδίου. Παρακάτω ο χτίστης θα αφαιρέσει τους σπάγκους όλους με τα καρφιά, και θα αναλάβει πλέον το υπόλοιπο σκάψιμο ο ίδιος ο ιδιοκτήτης. Αν δεν μπορεί ή αν δεν ευκαιρεί ο ίδιος, θα πληρώσει κάποιον να του το σκάψει. Το μεροκάματο πριν την κατοχή ήταν 30 με 40 δραχμές.
Θα σκαφτούν έτσι όλα τα θεμέλια περίπου 70 πόντους, ή και βαθύτερα στο 1,5 μέτρο αν είναι αμμώδες το έδαφος, ή 50 μόνο εκατοστά σε βραχώδες.

Η ώρα για το χτίσιμο του σπιτιού επιτέλους ξεκινά!
Πλέον ο χτίστης αναλαμβάνει να χτίσει αρχίζοντας από τα θεμέλια με ένα βοηθό, που στην Κρήτη τον λέγανε «πουργό» για να του κουβαλάει πέτρες και λάσπη που τότε την λέγανε «πηλό». Όπως ο υπουργός «υπουργεύει» δηλαδή υπηρετεί τον πρωθυπουργό και τον λαό, το ίδιο κάνει και ο βοηθός «πουργός» στον αρχιμάστορα χτίστη του. Άσχετα βέβαια πως κανείς από τους σημερινούς υπουργούς δεν αισθάνονται διόλου «υπηρέτης» που λέει ο τίτλος τους, αφού κάποιοι οδηγούν αυτοκίνητα κρατικά αξίας μέχρι και 800 χιλ ευρώ, ή κόβουν πίτες που κοστίζουν 12 χιλ ευρώ, ενώ από την άλλη ο λαός πεινάει!
Ο αρχιμάστορας λοιπόν, ίσως και με έναν επιπλέον χτίστη και τον βοηθό πουργό, θα ξεκινήσουν να χτίσουν τα θεμέλια του σπιτιού με πέτρες και σκέτο πηλό. Ο ένας χτίστης πελεκά την πρώτη πέτρα με την τσαπέτα και το μπαλταδάκι, την παίρνει ο πουργός , και τη δίνει στον αρχιτεχνίτη, να την τοποθετήσει. Ρίχνει μια μυστριά πηλό στον πάτο του θεμέλιου, και επιτέλους τοποθετεί επάνω την πρώτη γωνιακή πέτρα!
Εκείνη την εποχή όμως, δε νοήτο να χτιστεί ποτέ σπίτι, χωρίς να «θεμελιώσει και να στεριώσει» με μια μικρή θυσία ζώου! Έτσι η νοικοκυρά έπρεπε να φέρει ένα κόκορα κουνέλι ή κότα, και ο αρχιμάστορας ακουμπούσε το λαιμό του επάνω στην πρώτη πέτρα που είχε ήδη τοποθετήσει. Στη συνέχεια το έσφαζε εκεί, για να κυλίσει το αίμα στο θεμέλιο. Ένα παλιό έθιμο που παραπέμπει σε αρχαίες θυσίες για να έχουν την εύνοια των θεών. Οι περισσότεροι το μάθαμε από το γνωστό μας γεφύρι της Άρτας, που έπρεπε να θυσιαστεί η γυναίκα του Πρωτομάστορα για να στεριώσει το γεφύρι! Ο αρχιμάστορας συνεχίζει να χτίζει πλέον μία – μία τις πέτρες, ενώ η νοικοκυρά θα μαγειρέψει το σφάγιο για να πιούνε στο πέρας της ημέρας «ένα κρασί», και να ευχηθούν όλοι στον γιο και μέλλοντα ιδιοκτήτη του σπιτιού, αλλά και μέλλοντα γαμπρό: «Καλορίζικο, καλά στεριωμένο και με μια καλή κοπελιά»!
Καμιά φορά δούλευαν και δυο χτίστες, ο πιο καλός τεχνίτης έκανε τα δύσκολα και ο άλλος από πίσω έκανε τα γεμίσματα με χαλίκια και πηλό. Ο χτίστης χρησιμοποιεί ένα εργαλείο το λεγόμενο «μυστρί» από μασίφ σίδερο, που ήταν μικρότερο του σημερινού, και πολύ πιο βαρύ, για να σπάει επιτόπου τις μύτες από τις πέτρες. Το μιστρί αυτό το κατασκεύαζε ο χαρκιάς ή σιδεράς. Υπήρχαν βέβαια και τότε οι βιομηχανικοί «μαλάδες», που έμοιαζαν με τα κλασσικά γνωστά μας σημερινά μυστριά.

Το πινάκι και το ζεμπίλι
Ο πουργός κουβαλά τις πέτρες άλλες με τα χέρια και τα χαλίκια με το πινάκι ή το ζεμπίλι. Το πινάκι ήταν μια ξύλινη κατασκευή 50 Χ60 εκ και είχε τρία πλαϊνά σανίδια 10 εκ ύψος, κάτι σαν κουτί ανοιχτό. Είχε σανίδα μόνο από τις 3 πλευρές, για να αδειάζει από την πλευρά που δεν είχε. Με αυτές τις δύο κατασκευές κουβαλούσαν τις πέτρες αλλά και τη λάσπη. Το χτίσιμο θέλει τέχνη και κατάλληλο δέσιμο μεταξύ δυο τοίχων που τέμνονται.
Οι καλύτεροι μαστόροι στο χτίσιμο ήταν οι Σκαρπαθιώτες, όχι μόνο άπιαστοι στην τέχνη της πέτρας αλλά ήταν και ιδιαίτερα γρήγοροι!
Το είχαν συνήθεια οι Καρπάθιοι μαστόροι να φωνάζουν κάθε λίγο και λιγάκι στον βοηθό τους πουργό:

  • «Πηλοοοό»!!! «Πηλοοοό»!!!
    Βέβαια ο πουργός φανερά εκνευρισμένος, δεν έκρυβε ενίοτε τον εκνευρισμό το, και μονολογούσε:
    -«Πήλωμα και στο διάολο»!
    Και ενώ πριν το ΄30 όλο το χτίσιμο γινόταν με πηλό, μετά προστέθηκε και ασβέστης στον πηλό από χώμα, όμως μετά την κατοχή πλέον σταμάτησαν τελείως τον πηλό και η λάσπη γινόταν αποκλειστικά από ψιλή άμμο και ασβέστη. Πάλι αν επρόκειτο να γίνει μεγάλο σπίτι ή συγκρότημα, τότε ο ιδιόκτητης φρόντιζε να φτιάξει δικό του καμίνι για να έχει όσο ασβέστη ήθελε, αλλά και να πουλάει παράλληλα για επιπλέον εισόδημα.
    Πάντα στο ξεκίνημα του σπιτιού βοηθούσαν και οι χωριανοί τα αδέρφια ξαδέρφια και φίλοι, διότι ήταν γνωστή η φράση: «Δανεικά είναι τα κούρταλα στο γάμο»,και αργότερα κι αυτοί πάλι θα τους βοηθούσαν με τη σειρά τους και όλους τους υπόλοιπους στην ανάγκη τους.

Για το σοβάντισμα
Πριν την κατοχή, δεν υπήρχαν πολλοί σοβατζήδες, και το σοβάντισμα το έκαναν κυρίως κι αυτό οι χτίστες. Ακόμα κι αν είχε χτιστεί το σπίτι με χώμα δεν το άφηναν έτσι. Στο τέλος του χτισίματος έφτιαχναν λάσπη με ασβέστη και ψιλή άμμο περασμένη στην κοσκίνα. Κάρφωναν μικρά πετραδάκια στις τρύπες και στα κενά, και μετά αν ήταν η πίσω πλευρά έκαναν απλώς ένα πεταχτό με την ίδια λάσπη, ενώ από μπροστά αφού έκανα το ίδιο, τότε έκαναν στο τέλος ένα κανονικό σοβάντισμα με οδηγούς, και το έτριβαν κυκλικά με ένα χειροκίνητο ξύλινο τριβείο.
Δεν ήταν βέβαια τότε τα σοβαντίσματα ιδιαιτέρων αξιώσεων, ούτε έμοιαζαν με τα σημερινά στην τελειότητα και αντοχή, αφού σήμερα επιπλέον χρησιμοποιείται και το μαρμαράκι.

Για την ταράτσα του σπιτιού
Μπορεί οι πιο φτωχοί να έκαναν την στέγη του σπιτιού τους με μεσοδόκια καλάμια και λεπίδα, όμως υπήρχε και τότε τσιμέντο, που έφερναν τα καΐκια στην περιοχή Μεσαράς μέσα σε πάνινα σακιά. Επειδή ακριβώς ήταν πάνινα, λέρωναν όποιον τα σήκωνε. Στην Μεσαρά έφερναν το τσιμέντο στο λιμάνι του Κόκκινου Πύργου, και αν ο καιρός δεν το επέτρεπε να αράξουν εκεί, τότε τα πήγαιναν στην Αγία Γαλήνη. Άμμο έφερναν ποταμίσια από τις νεροσερμές των ποταμών, ψιλή ή χονδρή, και αν υπήρχε δρόμος την φόρτωναν στο κάρο,αλλιώς με τα ζώα.
Για την ταράτσα του σπιτιού, είχε ενημερωθεί το χωριό από πριν δυο τρεις μέρες, έτσι εκείνη την ημέρα που ήταν συνήθως Κυριακή μετά την εκκλησία, θα παρευρεθούν πολλοί χωριανοί και κυρίως αγόρια και κορίτσια, και φυσικά πολλοί συγγενείς και φίλοι. Τα κορίτσια θα κουβαλούν συνεχώς νερό με τα σταμνιά στον ώμο από την κοντινή κρήνη, και τα νεαρά αγόρια θα κάνουν τα χαρμάνια με τις «παλάμες» (φτυάρια). Συνήθως τα «ξεμετρούσαν» με τενεκέδες. Τέσσερα μέρη άμμο, δύο χαλίκι και ένα μέρος τσιμέντου. Ο καλουπατζής αφού καλούπωνε την ταράτσα έβαζε τα σίδερα, αλλά εδώ όμως οπωσδήποτε κατά προτροπή κάποιου μηχανικού, γιατί ήταν άκρως υπεύθυνη δουλειά! Όλοι γνώριζαν κάποιον μηχανικό, του έδιναν 100 δραχμές για να τους προτείνει διαστάσεις και αριθμό σε σίδερα, που κοβόταν και γυριζόταν απευθείας στο μαγαζί της αγοράς τους. Στην ταράτσα πλέον πήγαιναν όλα έτοιμα. Πρώτα έβαζε ο καλουπατζής τα πιο μακριά σίδερα στις άκρες κατά μήκος, και εκεί επάνω στερέωνε με σύρμα τα κάθετα σίδερα. Μετά έφτιαχνε οδηγούς ανά ένα μέτρο και με το αλφάδι τους έδινε μια ελαφριά κλίση της ταράτσας μπροστά. Στην ταράτσα ανέβαζαν με τενεκέδες τη λάσπη στον ώμο, περπατώντας επάνω σε διπλά μαδέρια, που έφταναν μέχρι ένα τεχνητό εξωτερικό πατάρι, και από εκεί με άλλα πάλι διπλά μαδέρια μέχρι την ταράτσα. Τα μαδέρια ανά τριάντα εκ είχαν καρφωμένα λατάκια που βοηθούσαν σαν σκαλοπάτια για να μη γλιστρήσει κανείς . Οι νέοι γύριζαν το ένα μετά το άλλο τα χαρμάνια, και γέμιζαν τους τενεκέδες ή τα ζεμπίλια. Άλλοι νέοι τα κουβαλούσαν στον ώμο για να τα αδειάσουν στην ταράτσα. Ο ταρστσάς που θα ξεκινήσει από το τέλος θα τραβά το μπετόν με την πήχη του. Που θα τη χτυπά συνεχώς για να στραγγίσει το νερό. Θα έχει έτοιμους και ένα δυο γάντζους από σύρμα 8 ή 10 χιλιοστών να τους τοποθετήσει στο μπετόν στα κατάλληλα σημεία για να κρεμάνε αργότερα το χοίρο! Η μέρα ήταν ευχάριστη και υπήρχε πάντα μεγάλο κέφι και όρεξη από όλους, για να τελειώσει το πολύ μέχρι το μεσημέρι το «χύσιμο της ταράτσας»! Με το τελείωμα ο νοικοκύρης με την νοικοκυρά θα έχουν ετοιμάσει πάλι «ένα μεζέ» και «ένα κρασί», και θα κάνουν το τραπέζι σε όλους που βοήθησαν για να τους ευχαριστήσουν και εκείνοι με την σειρά τους!
Όλοι είναι ευχαριστημένοι όταν φτιάχνεται ένα σπιτικό, γιατί νοιώθουν πως η αυτή δουλειά είναι ιερή, αλλά όμως και δανική, και έτσι πρέπει να γίνεται. Η ταράτσα πλέον θα καταβρέχεται δυο τρεις φορές την ημέρα με τον κουβά, και σε μια βδομάδα με δέκα μέρες θα είναι έτοιμη για να ξεκαλουπωθεί.
Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *