Η ζωή κάποτε στα χωριά της Κρήτης ήταν απλή, πολύ απλή, και οι συνήθεις σχεδόν ίδιες κάθε φορά


Για έναν άνθρωπο της πόλης ή ένα σύγχρονοι νέο, αυτά που ζούσαν κάποτε στην ύπαιθρο, θα φάνταζαν περίεργα σήμερα.
Δεν ήτανε και λίγες οι φορές που σαν παιδί στο χωριό, μού ‘λεγε ο πατέρας μου να με πάρει μαζί του στις πέτρες. Σκοπός ήταν, να βγάλει κάμποσες πέτρες, να τις φορτώσουμε λίγες – λίγες στη γαϊδάρα μας, και να τις φέρουμε στο χωριό, αλλά παράλληλα με όλα αυτά, να μάθω να τα κάνω και εγώ! Πότε λοιπόν φορτώναμε μεγάλες πέτρες στο σωμάρι απευθείας, και πότε μικρότερες στα λεγόμενα «ταβλιά»! Ακόμα και σήμερα συγκινούμαι όταν αντικρίζω παλιές πέτρες χτιστές σε χαλάσματα, ή άχτιστες και σκόρπιες στα χωράφια, γιατί κατέχω πολύ καλά σε ήντα ταραχτά είχανε μπει οι πρόγονοι μας, στη προσπάθεια τους να ξερημάξουν τα χωράφια τους! Πόσο κόπο θέλανε να τις μεταφέρουν από μακριά, και να τις κάμουν ένα σωρό σε μια άκρια ή στο σπίτι, για να φτιάξουνε σιγά – σιγά διάφορες χρήσιμες πέτρινες κατασκευές!

Την ίδια πέτρα

Μια πέτρα στο χωράφι, μπορεί να είχε ολόκληρη ιστορία, στη διαδρομή του χρόνου! Πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι μπορούσαν να την είχαν πιάσει με τα χέρια τους την ίδια πέτρα, για εντελώς διαφορετικές χρήσεις! Θυμούμαι σε κάποια χωράφια, οι περισσότερες πέτρες είχανε από μια λακουβίτσα στη μέση, είχε γίνει παλιά στη προσπάθεια τους να καρφώσουν το ξύλινο ή μεταλλικό τζένιο (παλούκι), για να δέσουν εκεί το σκοινί του ζώου! Μια φορά θυμάμαι σε ένα παλιό σωρό με μαυρισμένες από το χρόνο πέτρες, είχαν οι περισσότερες από ένα ίδιο λακουδάκι! Μπορεί κάποιος θεριστής την ίδια πέτρα να την είχε πάρει και να την είχε χρησιμοποιήσει για αντίβαρο στο αντίθετο χειρόβολο που έγερνε στο σωμάρι του γαϊδουριού, έτσι ώστε να ισορροπήσουν τα δεμάθια, αφού δεν ήταν ίδια στο βάρος! Μπορούσε άλλος να την είχε πιάσει και να την είχε πετάξει σε κάποιο φίδι. Μπορούσε την ίδιας πέτρα να είχε χτυπήσει το υνί να φύγουν τα χώματα όταν όργωνε. Θα μπορούσε όμως αυτήν μα την είχε πάρει από τον διπλανό τράφο ή τρόχαλο ή πεζούλα, που κάποιος άλλος πρόγονος να την είχε χτίσει πριν χρόνια!

Τα εργαλεία για το πετροκοπιό

Μεγάλο χρονικό διάστημα στη ζωή τους, οι άνθρωποι της υπαίθρου, οι άνδρες, αλλά καμιά φορά και οι γυναίκες, το πέρναγαν στα πετροκοπιά! Δυο ξύλινες σανίδες, τα «ταβλιά» δηλαδή, ήταν αυτά που τα στήριζαν δεξιά και αριστερά του σωμαριού στο γάϊδαρο, πήγαιναν στα πετροκοπιά και τα γέμιζαν με πέτρες, κυρίως μέτριες ή και μικρότερες. Για να ξερημάξει το χωράφι του ο αγρότης από πέτρες, μεγάλες η βράχους, είχε πάντα μαζί του και τα ξαρτάρικα (ειδικά) εργαλεία, μια και είχε από ούλα στο σπίτι του! Είχε μαζί του ένα κασμά μεγάλο, είχε και κασμαδάκι μικρό. Είχε λοστό μεγάλο και γερό, είχε και ένα λοσταράκι μικρότερο. Είχε βαριοπούλα μεγάλη και μικρή, και πολλές σφήνες! Είχε σκαλίδα και σκαπέτι, αν ήπρεπε να ξεπατώσει πράμα κατσοπρίνια σκίνους, αθηνοκαλιές, αστυβίδες, ή θύμους (θυμάρια). Είχε επίσης στη βούργια, σάρακα, τσαπράζι μαχαίρι, τέλια και πολλά άλλα! Βέβαια κάθε που θα σήκωνε μια ασήκωτη πέρα, έκανε μοχλό το μεγάλο λοστό! Δεν ήξερε όμως τι κίνδυνοι μπορούσαν να κρυβότανε κάτω από μια πέτρα! Υπήρχαν συχνά ταχιά φίδια, λιακόνια, σκορπιοί, κόκκινοι ξενομπούμπουροι, σφήγκες και άλλα βλαβερά ζώα. Άμα τους δάγκωνε σφίγγα, βάζανε λίγο ξύδι από το μπουκάλι με το λαδόξυδο,που είχαν συνήθως πάντα στη βούργια για τις σαλάτες! Είχανε πάντως και καμιά φορά και τα τυχερά τους, γιατί από κάτω από τις πέτρες βρίσκανε χονδρούς χοχλούς σε «κοληταριές» και γέμιζαν μια ποδιά! Οι παλιοί ούλοι είχανε αδυναμία στους χοχλιούς, και κυρίως στους βραστούς, βρασμένους δηλαδή στο αλατόνερο! Πολλοί ξεδιαλέγανε τα χωράφια τους, για να τα κάμουν αμπελοχώραφα, άλλοι για να τα φυτέψουν αγρουλίδους, κι άλλοι πάλι για να ‘ναι κατάλληλα για να τα σπείρουν διάφορα, και να περνά ευκολότερα το αλέτρι.
Κάθε φορά που κάνανε (οργώνανε) το χωράφι, βάζανε και κάποιον-ε από πίσω να ξεδιαλέγει τις πέτρες και να τις πέτα στην άκρη. Πολλές πέτρες τις κάνανε τράφους τροχάλους, πεζούλες, ή πολλά σωρουλάκια! Συνήθως όπου ήταν το χωράφι «γκαργκανέλια», δηλαδή πολύ φτενό, ή είχε κούσκουρα από κάτω, εκεί σωριάζανε τις πέτρες. Μεγάλες πέτρες σχεδόν βράχους, τις σπάγανε με τη βαριά και τις σφήνες, καμιά φορά και με φουρνέλο! Όπου είχε «φίλιαση» η πέτρα σκαλίζανε με το κασμαδάκι να μπει η πρώτη σφήνα, και τη κοπανάγανε με τη βαριοπούλα! Αν έσκαγε λίγο, έβαζαν και δεύτερη σφήνα. Τη χτυπάγανε δυνατά, ώσπου να χωρίσει ο βράχος στα δύο! Ήθελε όμως κόλπο, να μη ντιστοιβάζει η βαριοπούλα, γιατί μπορεί να έσπαζε το ξύλο. Όταν έσπαγαν βράχια, προσπαθούσαν να βγάζουν για μεταφορά ομοιόμορφες πέτρες σπάζοντας τις κατάλληλα, για να κάμουν τα λεγόμενα «πελέκια». Γνώριζαν πάντως τη «ψυχολογία» της κάθε πέτρας, δηλαδή πού «πονάει», ποιο είναι το ευαίσθητο σημείο της, που αν την χτυπήσουν εκεί δυνατά, να χωρίσει στα δυό! Αυτό το πρόδιδε συνήθως κάποια ανεπαίσθητη γραμμή στο εσωτερικό της πέτρας, που βαυτό φαινόταν στο πλάι.

Η μεταφορά της πέτρας

Αν επρόκειτο να μεταφερθούν μικρές πέτρες, αυτές όπως είπαμε τις πήγαιναν εύκολα με τα ταβλιά, ή και με τα ελαστικά κοφίνια. Αφού γέμιζαν τα ταβλιά στο σωμάρι, τις μεταφέρανε στο σπίτι. Γενικά πέτρες μετέφεραν στο σπίτι, κυρίως όταν θέλανε να κάμουνε ακόμα ένα δωμάτιο, να φτιάξουν ένα κούμο (κοτέτσι), ένα αχύρι, (στάβλο για τα ζα), ένα μπεντένι για περίφραξη, η ακόμη ένα πετρόχτιστο βόθρο!
Τα ταβλιά που κουβαλούσαν τις πέτρες, ήτανε συνήθως μικρά παραθυρόφυλλα, η ακόμη και από παλιές πόρτες από παλιά γκρεμισμένα σπίτια. Αν όμως ήταν να κουβαλήσουν με το γάιδαρο μεγάλες πέτρες, ή πελεκημένα «ρουκούνια» που γινόταν «πελέκια», αυτά όλα τα φόρτωναν απευθείας στο πλάι του σωμαριού , όμως με μια ειδική φορτωτική!
Μια μέρα με ρώτησε από βραδύς ο πατέρας μου, άμα ήθελα να πάω μαζί του το πρωί στις πέτρες! Το πρωί λοιπόν σηκωθήκαμε πολύ πρωί, και με πήρε μαζί του σε ένα χωράφι, που είχε πολλές πέτρες! Ήθελε απλά να μου δείξει πως να μάθω να τις φορτώνω και εγώ! Όπου να ‘ναι θα γινόμουν 15 χρονών, και πρέπει να τον βοηθάω και εγώ κάπου – κάπου όταν δεν είχα σχολείο! Κάποια στιγμή έπρεπε να πηγαίνω μπλιό μοναχός κι εγώ στις πέτρες, και αυτός να χτίζει στο σπίτι τους διάφορους στάβλους! Όταν ρώτησα τον πατέρα μου πώς να φορτώσω δυο πέτρες μεγάλες, (ανάλογες με το μπόι μου και τη δύναμή μου φυσικά), εκείνος μου τα έδειχνε όλα στη πράξη, λέγοντάς μου:
– Κοίτα Γιωργιό παιδί μου, επαδά γύρου – γύρου ψάχνεις και βρίχνεις πρώτα τη μία πέτρα, κάπως τετραγωνισμένη, που να μας κάνει για το χτίρι. Άμα τη βρεις, θα κάνεις μετά ένα βολταράκι, και άμα βρεις και άλλη μια περίπου ίδια, πιάνεις τη μια από τσι δυό, και τη πας κοντά στην άλλη. Τις πέτρες τις πλησιάζεις να είναι σε δυό μέτρα απόσταση μεταξύ ντως, για να χωρεί ο γάϊδαρος που θα φορτωθούνε να περάσει ανάμεσα ντως. Οι πέτρες να τις έχεις σε μέρος που να είναι ντρέτα (να έχει ίσιωμα). Για να μη σηκώνεις τη πέτρα και να τη τρέχεις σηκωτή κοντά στην άλλη, καλύτερα θα τη τρέχεις τσουρλιχτή, (κάνοντας την τούμπες – τούμπες)! Σέρνεις μετά το γάιδαρο, και τον -ε πας και τον σταίνεις αναμεσώς στσι δυό πέτρες σου, αλλά να ξανοίγει πάντα η μούρη του γαϊδάρου προς την ανηφόρα! Άμα πας αντίθετα μπορεί να τονε πάρει η κατηφόρα και να πέσει! Έχεις και τη χαχαλόβεργα δίπλας το σωμάρι έτοιμη, γιατί θα τη χρειαστείς στο «ανεβάσταμα»! Ρίχνεις μετά και τα δυό σκοινιά του σωμαργιού χάμαι. Σκύβεις και πχιάνεις τη μνιά πέτρα στιβαρά στα μπράτσα σου αφού γονατίσεις. Με προσοχή τη-νε σηκώνεις αργά μέχρι τα γόνατα, τη φέρνεις στη μέση πάλι με προσοχή, αλλά το βάρος τση πέτρας να το πέρνουν τα πόδια και οι μυς τω χεριώ, κι όσκες η μέση! Βάζεις μποντέλο (κόντρα) το πόδι σου, και αργά -αργά πάλι τη σηκώνεις μέχρι το μπέτη σου (στήθος), και την ακουμπάς με προσοχή στο σωμάρι! Δεν την ακουμπάς ή την αμολάς στο σωμάρι με δύναμη, μη σπάσεις και το σωμάρι και τα νεφρά του γαϊδάρου! Πιάνεις το σκοινί που κρέμεται αριστερά σου από τα σκαρβέλια, και διπλό όπως είναι το περνάς κάτω από τη πέτρα μέχρι τη μέση. Το κατεβάζεις πάλι κάτω να περάσει πάλι κάτω από τη πέτρα, και το περνάς δεξιά σου από το μπροστινό σκαρβέλι του σωμαριού. Από εκεί το περνάς διπλό ανάμεσα στο σκοινί που το κρατείς ακόμα με το αριστερό σου στη μέση τση πέτρας, και το πας στα πισινά πάλι σκερβέλια, και εκειά το δένεις γλήγορα αλετρόδεμα! Μετά από τα πισινά σκαρβέλια πιάνεις το σκοινί. Κάνεις ένα κύκλο στη πέτρα και το δένεις ξανά μπροστά. Ντελόγω, για να μη τυχόν και σου ξεσύρει ο γάϊδαρος, πχιάνεις μάνι – μάνι τη χαχαλόβεργα, και τη βάζεις κόντρα στη γη, να σου ανεβαστά! Βάζεις δηλαδή το διχάλι τση χαχαλόβεργας, στο δίπλωμα του σκοινιού στη μέση τση πέτρας, εκεί που ανεβαίνει και κατεβαίνει πάλι προς τα κάτω! Η χαχαλόβεργα σου κρατά όλο το βάρος τση πέτρας να μη τουμπάρει το σωμάρι! Πας γερά – γερά μετά και από την άλλη μεργιά και κάνεις το ίδιο με την άλλη πέτρα! Άμα θες περνάς δυό φορές τα σκοινιά σου σε κάθε πέτρα για ποιο σίγουρο φόρτωμα! Άμα πάλι έχεις παραπάνω και καμιά δυο πλακωτές πέτρες για να κουβαλήσεις κι αυτές στο σπίτι , μπορείς να τσι βάλεις στη μέση του σωμαργιού, και περνάς απλά το σκοινί από πάνω ντως, για να τσι συγκρατεί μόνο -μόνο, ίσα να μη κουνιούνται στο δρόμο! Στο δρόμο όπου έχει γκρεμούς θα σέρνεις το γάιδαρο μεστά – μεστά (προς το εσωτερικό του δρόμου), να μη τσουρήσει (γκρεμιστεί) το χτήμα (ο γάιδαρος). Όπου έχει δεντρά και θάμνους ο δρόμος, θα τρέχεις όξω – όξω ,να μη μπερδευτούνε στο σωμάρι και σου πέσει ο γάιδαρος και ξεκουμπιστεί!

Είχαμε λοιπόν δυο πέτρες φορτωμένες. Με τον ίδιο τρόπο όμως μπορούσαμε άμα θέλαμε, να προσθέσουμε ακόμη και άλλες δυο πέτρες από κάθε πλευρά του σωμαριού, αν δεν ήτανε πολλά μεγάλες, και θα είχαμε έξη πέτρες σύνολο να μεταφέρει το χτήμα! Οι πέτρες κι αυτές που θα μεταφερόταν, πήγαιναν ανάλογα τη δύναμη που μπορούσε να σηκώσει ο άνθρωπος, αλλά και ανάλογα τη δύναμη του ζώου σαν μεταφορικό μέσον! Πολλές ήτανε οι οδηγίες, γιατί όλοι οι παλιοί, κατέχανε πολύ καλά τη τεχνική του φορτώματος της πέτρας, και μας τη διδάσκανε και σε εμάς!
Γερά πάντως μπράτσα είχαν οι παλιοί, μα γερά νεφρά και τα μουλάρια και γαϊδούρια!

Το αλετρόδεμα

Το «αλετρόδεμα» είναι ο γνωστός ναυτικός κόμπος που λέμε, και για να μου το μάθει κι αυτό ο κύρης μου, μου έλεγε:
-Πχιάνεις ετσέ το σκοινί με τα δυό σου χέρια ανάμεσα στις παλάμες σου. Η αριστερή παλάμη θα ξανοίγει προς τα κάτω και η δεξά σου προς τα πάνω. Στη συνέχεια η δεξά σου χέρα το στρίβει προς αριστερά, και πλησιάζει μπροστά την αριστερή σου χέρα! Το σκοινί κάνει με τα χέρια δυό δαχυλίδια δηλαδή δυό διασταυρούμενες θελιές (θηλιές). Αυτές τσι θελιές, τσι χρησιμοποιούμε πολλώ λογιώ, όπου θέλουμε! Έτσα για παράδειγμα μοιράζουμε στη μέση το σκοινί του σωμαριού που το λέμε και «κοντόδεμα». Το διπλώνουμε στα δυό να βρούμε τη μέση, και στη μέση εκεί κάνουμε αλετρόδεμα, και αυτό το περνούμε ανάμεσα στα πίσω σκαρβέλια του σωμαριού. Έτσι γίνεται «το φόρτωμα» που λέμε! Με το αλετρόδρεμα το σκοινί όσο τεντώνεται τόσο πιο πολύ σφίγγει! Αυτό κάνουμε και στο σκοινί του ξύλινου τζένιου (παλουκιού), όταν δένουμε κάπου ένα ζώο για βοσκή. Το ίδιο κάνουμε και όταν θέλουμε να σύρει ο γάιδαρος ένα μεγάλο ξύλινο στύλο, κορμό δένδρου κλπ . Αλετρόδεμα κάνουμε σε σκοινιά, σε σπάγκους, ακόμα και στα τέλια (σύρματα)! Να τον-ε μάθεις καλά το κόμπο αυτό, για θα σου χρειαστεί στη ζωή σου πολλές φορές!

Ο κάθε ένας λοιπόν που επρόκειτο να πετροκουβαλήσει, εκάτεχε πάνω κάτω ποιες πέτρες του κάνουνε, ανάλογα τη περίπτωση, και σε ποιο χωράφι θα πάει για να τις βρει.
Έκάνανε με αυτό τον τρόπο αρκετά ζευγάρια σε μεγάλες πελεκημένες ή απελέκητες πέτρες, και μετά σιγά –σιγά τις μεταφέρνανε με το γάϊδαρο η το μουλάρι.

Ο τράφος

Ο τράφος ήταν αυτό που λέμε σήμερα «ξερολιθιά». Στους τράφους ήθελε να κατέχει κανείς κάπως μέσες άκρες τη τέχνη! Το χτίσιμο της πέτρας στο τράφο, γινότανε περίπου όπως και του πετρόχτιστου σπιτιού, αλλά χωρίς λάσπη. Η τέχνη όμως διέφερε από άτομο σε άτομο ανάλογα το μεράκι του! Ο τράφος δεν είχε βέβαια τις ίδιες απαιτήσεις που έχει το χτίρι ενός σπιτιού, ήτανε πια απλά τα πράματα! Χτίζανε κυρίως οι μεγάλοι, αλλά και τα κοπέλια τα βάζανε και βοηθάγανε κι αυτά στο χτίσιμο. Εκείνα συνήθως φέρνανε μικρά χαλίκια, και κάνανε τα λεγόμενα «γεμίσματα»! Και εδώ η δουλειά είχε τους δικούς της κανόνες! Τις πιο μεγάλες πέτρες ή βράχους, τις βάζανε χαμηλά στον πάτο. Άμα μια πέτρα στη βάση της ήταν καμπουρωτή (καμπυλωτή), έσκαβαν να χωθεί μέσα η «καμπούρα» της, και η ίσια και επίπεδη πλευρά της να είναι από πάνω. Αν μια τέτοια πέτρα ήταν να μπει πιο πάνω, που δεν ήταν στο χώμα, πάλι έμπαινε η καμπούρα από κάτω, αλλά της βάζανε κόντρες από κάτω με μικρότερες πέτρες, για να στερεωθεί καλά! Η μυτερή πλευρά μιας πέτρας έμπαινε προς τα μέσα του τράφου, και αυτή που είχε «μούρη», ήταν δηλαδή ίσια, έμπαινε απέξω, είτε δεξιά είτε αριστερά του τράφου. Τις πέτρες που δεν είχαν ιδιαίτερα καλή «πατούρα», τις στερέωναν καλά βάζοντας πάλι άλλες πέτρες μικρότερες η χαλίκια από κάτω τους. Άμα μια πέτρα δεν είχε καλή ή καθόλου «μούρη», της κάνανε μούρη με το σφυρί, τη χτυπάγανε να σπάσει απλώς η μύτη! Η από πάνω πέτρα, πάντα πατούσε ανάμεσα σε δυο άλλες πέτρες από κάτω, και ποτέ δεν βάζουμε δύο πέτρες «πάνω σ’ άλλο»! Χτίζανε τον τράφο,αι φροντίζανε να μην προεξέχει πολύ καμιά πέτρα προς τα έξω. Έπρεπε από απόσταση να φαίνονται οι πέτρες όλες στην ίδια ευθεία, και για αυτό πολλές φορές βάζανε και σπάγκο! Στο κέντρο του τράφου κάνανε τα γεμίσματα με πολλά ψιλά χαλίκια. Ο τελειωμένος πλέον τράφος, γινόταν μεν περίφραξη στο χωράφι για να μην μπαίνουν ξένα πρόβατα κλπ, , αλλά εξασφάλιζε και τα όριά του! Ο τράφος πάντα χτιζόταν στο χωράφι του ιδιοκτήτη και ποτέ δεν παραβίαζε τα όρια, και να πατήσει σε ξένο χωράφι! Χάρη του τράφου καθάριζε το χωράφι από πέτρες και χαλίκια. Πολλοί κάνανε το τράφο τους προσεγμένο, ώστε να αντέξει στα χρόνια και να μη χαλάσει εύκολα, αλλά παράλληλα για να θαυμάζει ο κόσμος τη «σοφία» τους μέσω της τεχνικής του τράφου!

Ο Τρόχαλος

Όταν δε θέλανε να μπούνε στη διαδικασία να χτίσουν προσεγμένο τράφο, τότε απλά κάνανε μια σειρά πέτρες, πεταμένες άταχτα στην άκρη στο χωράφι, ή κάνανε μια μικρή σειράς με πέτρες στο εσωτερικό του, εκεί που το έδαφος δεν ήταν καλλιεργήσιμο. Ο τρόχαλος έφτανε σε κάποιο ύψος μικρό ή μεγάλο, ανάλογα τη ποσότητα σε πέτρες που υπήρχαν στο χωράφι . Ο τρόχαλος ήταν πρόχειρη δουλειά, δεν ήθελε καθόλου τέχνη. Όταν λέγανε τη φράση «ήκαμές τα ούλα μια τροχαλιά», εννοούσαν αυτό ακριβώς, όλα πάνω σ’ άλλο! Και ο τρόχαλος όμως ήταν σπουδαία δουλειά, γιατί μπορούσε να μην υπήρχε ο χρόνος να χτιστεί κανονικός τράφος, όμως έδινε την ευκαιρία να «ξεμαγαρίσει» (καθαριστεί) το χωράφι από τις πέτρες!

Η πεζούλα

Αν το χωράφι «ήγερνε» πολύ, δηλαδή ήταν κατηφορικό, τότε δεν μπορούσε να οργωθεί καθόλου ή το όργωμα γινόταν με δυσκολία. Έπρεπε να του κάμουν μια πεζούλα για «να σταίσουν το χώμα». Έτσι σκάβανε το χώμα σε ένα μέρος της κατηφόρας που θέλανε να «πεζουλιάσουνε», για να ισιώσει. Πάλι και χαμηλά στο σκαμμένο χώμα στερεώνανε τη πρώτη σειρά πέτρες, αρχίζοντας από τις πιό μεγάλες, και σιγά – σιγά σηκώνανε τη πεζούλα! Χαμηλά στο χώμα βάζανε ακόμα και ασήκωτες πέτρες, ή βράχους, που τις ξεσέρνανε (μετακινούσαν) με τη βοήθεια λοστών! Όσο ανεβαίνανε τη πεζούλα, βάζανε τις μικρότερες πέτρες. Αν υπήρχε κι άλλος βοηθός, αυτός από πίσω γέμιζε το κενό με πέτρες και μικρότερες ή χαλίκια. Η πεζούλα, αντίθετα με τον τράφο που είχε δύο όψεις, εκείνη είχε μονάχα μία πρόσωψη. Άμα η πεζούλα ανέβαινε στο επιθυμητό ύψος, τότε με το σκαπέτι ή τη σκαλίδα, έσυραν το χώμα να γίνει ισιάδα. Αργότερα βέβαια και με το όργωμα με τα αλέτρια, έπεφτε πάλι το χώμα από το ύψωμα προς τη πεζούλα, και έτσι γινόταν το έδαφος εντελώς ίσιο! Έχουμε πλέον ίσιο έδαφος, μπορούσε να φυτευτεί μια ελιά, δύο ή και παραπάνω, ανάλογα το μήκος κάθε πεζούλας! Μπορούσε όμως και να γίνει μια πεζούλα, απλά για να μπορεί να καλλιεργείται, και να τη σπείρουν σιτηρά ή όσπρια! Έτσι «πεζουλιάζανε» όλοι τότε τα γερτά χωράφια και τις «τσούρες» (κατηφόρες), γιατί τους βόλευε καλύτερα στο «κάωμα» (όργωμα). Με τις πεζούλες και τους τράφους πετυχαίνανε να αξιοποιήσουν τα χωράφια που αγοράζανε πολύ φτηνά και τους έδιναν αξία ! Ένα χωράφι μπορούσε να έχει πολλές πεζούλες!

Τα σωρουλάκια ή φοβολιές

Σε κάποια άλλα χωράφια αντί τράφους κάνανε πολλά «σωρουλάκια» μικρά ή μεγάλα με πέτρες που ξεδιάλεγαν από το ίδιο χωράφι. Ξεχαλικώνανε και χωράφια για να φίνουν αμπελοχόραφα, κάνανε μικρά σωρουλάκια, και στο Λασίθι αυτά τα λέγανε “φαβολιές”! Στα χωράφια καμιά φορά, δεν είχαν το χρόνο να ασχοληθούν, είτε βαριόντουσαν, είτε το είχαν σκοπό να το καθαρίσουν αργότερα που θα είχαν βοήθεια, είτε το μετέθεταν να το καθαρίσουν οι επόμενοι κληρονόμοι!
Σήμερα πλέον δεν ασχολείται κανείς με τροχάλους και τράφους, απεναντίας ούλοι έχουν αποχτήσει «ειδικότητα» στο να «ξετροχαλιάζουν» (χαλούν τράφους) τους χτισμένους πρίν χρόνια! Ακόμη και τον ποιό ωραίο και με τέχνη χτισμένο τράφο τον γκρεμίζουν, χωρίς καν να σέβονται τον κόπο εκείνου που τον έχτισε! Και αυτό το κάνουν κυρίως με σκοπό να γεμίσουν τη σακούλα ντως με χοχλιούς! Τους αφήνουν έτσι γκρεμισμένους και φεύγουν! Είναι όπως λέμε οι «γνωστοί άγνωστοι» χοχλιδολόοι! Μπορεί όμως να γκρεμίσει σήμερα ένας κλεφτοχωραφάς, ακόμα και το τράφο του γείτονά του, προκειμένου να του πάρει λίγα μέτρα χωράφι!
Οι εργασίες σήμερα για να φύγουν οι πέτρες και να ισιώσει ένα χωράφι με βράχους, είτε αυτό είναι επικλινές, αυτό γίνεται πλέον με χωματουργικά μηχανήματα, που καταφέρνουν εύκολα και ισιώνουν το χωράφι, και μπορούν να κάνουν ακόμα και «τ’ αόρια σόπατα»! Πετρες και βράχους θεόρατους τους πάνε στην άκρη και το χωράφι, και από «παπούρα» (λόφος), το χωράφι γίνεται «ταψί», ή όπως λέμε «αεροδρόμιο»! Έτσι ένα τέτοιο χωράφι φυτεύεται εύκολα, και γίνεται πλέον ένα υπέροχο σύγχρονο λιόφυτο!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης