Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Εικόνες από τη ζωή του χωριού – «Έλα παιδί μου να σε πάρω στσι πέτρες»

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ζωή κάποτε στα χωριά της Κρήτης ήταν απλή, πολύ απλή, και οι συνήθεις σχεδόν ίδιες κάθε φορά


Για έναν άνθρωπο της πόλης ή ένα σύγχρονοι νέο, αυτά που ζούσαν κάποτε στην ύπαιθρο, θα φάνταζαν περίεργα σήμερα.
Δεν ήτανε και λίγες οι φορές που σαν παιδί στο χωριό, μού ‘λεγε ο πατέρας μου να με πάρει μαζί του στις πέτρες. Σκοπός ήταν, να βγάλει κάμποσες πέτρες, να τις φορτώσουμε λίγες – λίγες στη γαϊδάρα μας, και να τις φέρουμε στο χωριό, αλλά παράλληλα με όλα αυτά, να μάθω να τα κάνω και εγώ! Πότε λοιπόν φορτώναμε μεγάλες πέτρες στο σωμάρι απευθείας, και πότε μικρότερες στα λεγόμενα «ταβλιά»! Ακόμα και σήμερα συγκινούμαι όταν αντικρίζω παλιές πέτρες χτιστές σε χαλάσματα, ή άχτιστες και σκόρπιες στα χωράφια, γιατί κατέχω πολύ καλά σε ήντα ταραχτά είχανε μπει οι πρόγονοι μας, στη προσπάθεια τους να ξερημάξουν τα χωράφια τους! Πόσο κόπο θέλανε να τις μεταφέρουν από μακριά, και να τις κάμουν ένα σωρό σε μια άκρια ή στο σπίτι, για να φτιάξουνε σιγά – σιγά διάφορες χρήσιμες πέτρινες κατασκευές!

Την ίδια πέτρα

Μια πέτρα στο χωράφι, μπορεί να είχε ολόκληρη ιστορία, στη διαδρομή του χρόνου! Πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι μπορούσαν να την είχαν πιάσει με τα χέρια τους την ίδια πέτρα, για εντελώς διαφορετικές χρήσεις! Θυμούμαι σε κάποια χωράφια, οι περισσότερες πέτρες είχανε από μια λακουβίτσα στη μέση, είχε γίνει παλιά στη προσπάθεια τους να καρφώσουν το ξύλινο ή μεταλλικό τζένιο (παλούκι), για να δέσουν εκεί το σκοινί του ζώου! Μια φορά θυμάμαι σε ένα παλιό σωρό με μαυρισμένες από το χρόνο πέτρες, είχαν οι περισσότερες από ένα ίδιο λακουδάκι! Μπορεί κάποιος θεριστής την ίδια πέτρα να την είχε πάρει και να την είχε χρησιμοποιήσει για αντίβαρο στο αντίθετο χειρόβολο που έγερνε στο σωμάρι του γαϊδουριού, έτσι ώστε να ισορροπήσουν τα δεμάθια, αφού δεν ήταν ίδια στο βάρος! Μπορούσε άλλος να την είχε πιάσει και να την είχε πετάξει σε κάποιο φίδι. Μπορούσε την ίδιας πέτρα να είχε χτυπήσει το υνί να φύγουν τα χώματα όταν όργωνε. Θα μπορούσε όμως αυτήν μα την είχε πάρει από τον διπλανό τράφο ή τρόχαλο ή πεζούλα, που κάποιος άλλος πρόγονος να την είχε χτίσει πριν χρόνια!

Τα εργαλεία για το πετροκοπιό

Μεγάλο χρονικό διάστημα στη ζωή τους, οι άνθρωποι της υπαίθρου, οι άνδρες, αλλά καμιά φορά και οι γυναίκες, το πέρναγαν στα πετροκοπιά! Δυο ξύλινες σανίδες, τα «ταβλιά» δηλαδή, ήταν αυτά που τα στήριζαν δεξιά και αριστερά του σωμαριού στο γάϊδαρο, πήγαιναν στα πετροκοπιά και τα γέμιζαν με πέτρες, κυρίως μέτριες ή και μικρότερες. Για να ξερημάξει το χωράφι του ο αγρότης από πέτρες, μεγάλες η βράχους, είχε πάντα μαζί του και τα ξαρτάρικα (ειδικά) εργαλεία, μια και είχε από ούλα στο σπίτι του! Είχε μαζί του ένα κασμά μεγάλο, είχε και κασμαδάκι μικρό. Είχε λοστό μεγάλο και γερό, είχε και ένα λοσταράκι μικρότερο. Είχε βαριοπούλα μεγάλη και μικρή, και πολλές σφήνες! Είχε σκαλίδα και σκαπέτι, αν ήπρεπε να ξεπατώσει πράμα κατσοπρίνια σκίνους, αθηνοκαλιές, αστυβίδες, ή θύμους (θυμάρια). Είχε επίσης στη βούργια, σάρακα, τσαπράζι μαχαίρι, τέλια και πολλά άλλα! Βέβαια κάθε που θα σήκωνε μια ασήκωτη πέρα, έκανε μοχλό το μεγάλο λοστό! Δεν ήξερε όμως τι κίνδυνοι μπορούσαν να κρυβότανε κάτω από μια πέτρα! Υπήρχαν συχνά ταχιά φίδια, λιακόνια, σκορπιοί, κόκκινοι ξενομπούμπουροι, σφήγκες και άλλα βλαβερά ζώα. Άμα τους δάγκωνε σφίγγα, βάζανε λίγο ξύδι από το μπουκάλι με το λαδόξυδο,που είχαν συνήθως πάντα στη βούργια για τις σαλάτες! Είχανε πάντως και καμιά φορά και τα τυχερά τους, γιατί από κάτω από τις πέτρες βρίσκανε χονδρούς χοχλούς σε «κοληταριές» και γέμιζαν μια ποδιά! Οι παλιοί ούλοι είχανε αδυναμία στους χοχλιούς, και κυρίως στους βραστούς, βρασμένους δηλαδή στο αλατόνερο! Πολλοί ξεδιαλέγανε τα χωράφια τους, για να τα κάμουν αμπελοχώραφα, άλλοι για να τα φυτέψουν αγρουλίδους, κι άλλοι πάλι για να ‘ναι κατάλληλα για να τα σπείρουν διάφορα, και να περνά ευκολότερα το αλέτρι.
Κάθε φορά που κάνανε (οργώνανε) το χωράφι, βάζανε και κάποιον-ε από πίσω να ξεδιαλέγει τις πέτρες και να τις πέτα στην άκρη. Πολλές πέτρες τις κάνανε τράφους τροχάλους, πεζούλες, ή πολλά σωρουλάκια! Συνήθως όπου ήταν το χωράφι «γκαργκανέλια», δηλαδή πολύ φτενό, ή είχε κούσκουρα από κάτω, εκεί σωριάζανε τις πέτρες. Μεγάλες πέτρες σχεδόν βράχους, τις σπάγανε με τη βαριά και τις σφήνες, καμιά φορά και με φουρνέλο! Όπου είχε «φίλιαση» η πέτρα σκαλίζανε με το κασμαδάκι να μπει η πρώτη σφήνα, και τη κοπανάγανε με τη βαριοπούλα! Αν έσκαγε λίγο, έβαζαν και δεύτερη σφήνα. Τη χτυπάγανε δυνατά, ώσπου να χωρίσει ο βράχος στα δύο! Ήθελε όμως κόλπο, να μη ντιστοιβάζει η βαριοπούλα, γιατί μπορεί να έσπαζε το ξύλο. Όταν έσπαγαν βράχια, προσπαθούσαν να βγάζουν για μεταφορά ομοιόμορφες πέτρες σπάζοντας τις κατάλληλα, για να κάμουν τα λεγόμενα «πελέκια». Γνώριζαν πάντως τη «ψυχολογία» της κάθε πέτρας, δηλαδή πού «πονάει», ποιο είναι το ευαίσθητο σημείο της, που αν την χτυπήσουν εκεί δυνατά, να χωρίσει στα δυό! Αυτό το πρόδιδε συνήθως κάποια ανεπαίσθητη γραμμή στο εσωτερικό της πέτρας, που βαυτό φαινόταν στο πλάι.

Η μεταφορά της πέτρας

Αν επρόκειτο να μεταφερθούν μικρές πέτρες, αυτές όπως είπαμε τις πήγαιναν εύκολα με τα ταβλιά, ή και με τα ελαστικά κοφίνια. Αφού γέμιζαν τα ταβλιά στο σωμάρι, τις μεταφέρανε στο σπίτι. Γενικά πέτρες μετέφεραν στο σπίτι, κυρίως όταν θέλανε να κάμουνε ακόμα ένα δωμάτιο, να φτιάξουν ένα κούμο (κοτέτσι), ένα αχύρι, (στάβλο για τα ζα), ένα μπεντένι για περίφραξη, η ακόμη ένα πετρόχτιστο βόθρο!
Τα ταβλιά που κουβαλούσαν τις πέτρες, ήτανε συνήθως μικρά παραθυρόφυλλα, η ακόμη και από παλιές πόρτες από παλιά γκρεμισμένα σπίτια. Αν όμως ήταν να κουβαλήσουν με το γάιδαρο μεγάλες πέτρες, ή πελεκημένα «ρουκούνια» που γινόταν «πελέκια», αυτά όλα τα φόρτωναν απευθείας στο πλάι του σωμαριού , όμως με μια ειδική φορτωτική!
Μια μέρα με ρώτησε από βραδύς ο πατέρας μου, άμα ήθελα να πάω μαζί του το πρωί στις πέτρες! Το πρωί λοιπόν σηκωθήκαμε πολύ πρωί, και με πήρε μαζί του σε ένα χωράφι, που είχε πολλές πέτρες! Ήθελε απλά να μου δείξει πως να μάθω να τις φορτώνω και εγώ! Όπου να ‘ναι θα γινόμουν 15 χρονών, και πρέπει να τον βοηθάω και εγώ κάπου – κάπου όταν δεν είχα σχολείο! Κάποια στιγμή έπρεπε να πηγαίνω μπλιό μοναχός κι εγώ στις πέτρες, και αυτός να χτίζει στο σπίτι τους διάφορους στάβλους! Όταν ρώτησα τον πατέρα μου πώς να φορτώσω δυο πέτρες μεγάλες, (ανάλογες με το μπόι μου και τη δύναμή μου φυσικά), εκείνος μου τα έδειχνε όλα στη πράξη, λέγοντάς μου:
– Κοίτα Γιωργιό παιδί μου, επαδά γύρου – γύρου ψάχνεις και βρίχνεις πρώτα τη μία πέτρα, κάπως τετραγωνισμένη, που να μας κάνει για το χτίρι. Άμα τη βρεις, θα κάνεις μετά ένα βολταράκι, και άμα βρεις και άλλη μια περίπου ίδια, πιάνεις τη μια από τσι δυό, και τη πας κοντά στην άλλη. Τις πέτρες τις πλησιάζεις να είναι σε δυό μέτρα απόσταση μεταξύ ντως, για να χωρεί ο γάϊδαρος που θα φορτωθούνε να περάσει ανάμεσα ντως. Οι πέτρες να τις έχεις σε μέρος που να είναι ντρέτα (να έχει ίσιωμα). Για να μη σηκώνεις τη πέτρα και να τη τρέχεις σηκωτή κοντά στην άλλη, καλύτερα θα τη τρέχεις τσουρλιχτή, (κάνοντας την τούμπες – τούμπες)! Σέρνεις μετά το γάιδαρο, και τον -ε πας και τον σταίνεις αναμεσώς στσι δυό πέτρες σου, αλλά να ξανοίγει πάντα η μούρη του γαϊδάρου προς την ανηφόρα! Άμα πας αντίθετα μπορεί να τονε πάρει η κατηφόρα και να πέσει! Έχεις και τη χαχαλόβεργα δίπλας το σωμάρι έτοιμη, γιατί θα τη χρειαστείς στο «ανεβάσταμα»! Ρίχνεις μετά και τα δυό σκοινιά του σωμαργιού χάμαι. Σκύβεις και πχιάνεις τη μνιά πέτρα στιβαρά στα μπράτσα σου αφού γονατίσεις. Με προσοχή τη-νε σηκώνεις αργά μέχρι τα γόνατα, τη φέρνεις στη μέση πάλι με προσοχή, αλλά το βάρος τση πέτρας να το πέρνουν τα πόδια και οι μυς τω χεριώ, κι όσκες η μέση! Βάζεις μποντέλο (κόντρα) το πόδι σου, και αργά -αργά πάλι τη σηκώνεις μέχρι το μπέτη σου (στήθος), και την ακουμπάς με προσοχή στο σωμάρι! Δεν την ακουμπάς ή την αμολάς στο σωμάρι με δύναμη, μη σπάσεις και το σωμάρι και τα νεφρά του γαϊδάρου! Πιάνεις το σκοινί που κρέμεται αριστερά σου από τα σκαρβέλια, και διπλό όπως είναι το περνάς κάτω από τη πέτρα μέχρι τη μέση. Το κατεβάζεις πάλι κάτω να περάσει πάλι κάτω από τη πέτρα, και το περνάς δεξιά σου από το μπροστινό σκαρβέλι του σωμαριού. Από εκεί το περνάς διπλό ανάμεσα στο σκοινί που το κρατείς ακόμα με το αριστερό σου στη μέση τση πέτρας, και το πας στα πισινά πάλι σκερβέλια, και εκειά το δένεις γλήγορα αλετρόδεμα! Μετά από τα πισινά σκαρβέλια πιάνεις το σκοινί. Κάνεις ένα κύκλο στη πέτρα και το δένεις ξανά μπροστά. Ντελόγω, για να μη τυχόν και σου ξεσύρει ο γάϊδαρος, πχιάνεις μάνι – μάνι τη χαχαλόβεργα, και τη βάζεις κόντρα στη γη, να σου ανεβαστά! Βάζεις δηλαδή το διχάλι τση χαχαλόβεργας, στο δίπλωμα του σκοινιού στη μέση τση πέτρας, εκεί που ανεβαίνει και κατεβαίνει πάλι προς τα κάτω! Η χαχαλόβεργα σου κρατά όλο το βάρος τση πέτρας να μη τουμπάρει το σωμάρι! Πας γερά – γερά μετά και από την άλλη μεργιά και κάνεις το ίδιο με την άλλη πέτρα! Άμα θες περνάς δυό φορές τα σκοινιά σου σε κάθε πέτρα για ποιο σίγουρο φόρτωμα! Άμα πάλι έχεις παραπάνω και καμιά δυο πλακωτές πέτρες για να κουβαλήσεις κι αυτές στο σπίτι , μπορείς να τσι βάλεις στη μέση του σωμαργιού, και περνάς απλά το σκοινί από πάνω ντως, για να τσι συγκρατεί μόνο -μόνο, ίσα να μη κουνιούνται στο δρόμο! Στο δρόμο όπου έχει γκρεμούς θα σέρνεις το γάιδαρο μεστά – μεστά (προς το εσωτερικό του δρόμου), να μη τσουρήσει (γκρεμιστεί) το χτήμα (ο γάιδαρος). Όπου έχει δεντρά και θάμνους ο δρόμος, θα τρέχεις όξω – όξω ,να μη μπερδευτούνε στο σωμάρι και σου πέσει ο γάιδαρος και ξεκουμπιστεί!

Είχαμε λοιπόν δυο πέτρες φορτωμένες. Με τον ίδιο τρόπο όμως μπορούσαμε άμα θέλαμε, να προσθέσουμε ακόμη και άλλες δυο πέτρες από κάθε πλευρά του σωμαριού, αν δεν ήτανε πολλά μεγάλες, και θα είχαμε έξη πέτρες σύνολο να μεταφέρει το χτήμα! Οι πέτρες κι αυτές που θα μεταφερόταν, πήγαιναν ανάλογα τη δύναμη που μπορούσε να σηκώσει ο άνθρωπος, αλλά και ανάλογα τη δύναμη του ζώου σαν μεταφορικό μέσον! Πολλές ήτανε οι οδηγίες, γιατί όλοι οι παλιοί, κατέχανε πολύ καλά τη τεχνική του φορτώματος της πέτρας, και μας τη διδάσκανε και σε εμάς!
Γερά πάντως μπράτσα είχαν οι παλιοί, μα γερά νεφρά και τα μουλάρια και γαϊδούρια!

Το αλετρόδεμα

Το «αλετρόδεμα» είναι ο γνωστός ναυτικός κόμπος που λέμε, και για να μου το μάθει κι αυτό ο κύρης μου, μου έλεγε:
-Πχιάνεις ετσέ το σκοινί με τα δυό σου χέρια ανάμεσα στις παλάμες σου. Η αριστερή παλάμη θα ξανοίγει προς τα κάτω και η δεξά σου προς τα πάνω. Στη συνέχεια η δεξά σου χέρα το στρίβει προς αριστερά, και πλησιάζει μπροστά την αριστερή σου χέρα! Το σκοινί κάνει με τα χέρια δυό δαχυλίδια δηλαδή δυό διασταυρούμενες θελιές (θηλιές). Αυτές τσι θελιές, τσι χρησιμοποιούμε πολλώ λογιώ, όπου θέλουμε! Έτσα για παράδειγμα μοιράζουμε στη μέση το σκοινί του σωμαριού που το λέμε και «κοντόδεμα». Το διπλώνουμε στα δυό να βρούμε τη μέση, και στη μέση εκεί κάνουμε αλετρόδεμα, και αυτό το περνούμε ανάμεσα στα πίσω σκαρβέλια του σωμαριού. Έτσι γίνεται «το φόρτωμα» που λέμε! Με το αλετρόδρεμα το σκοινί όσο τεντώνεται τόσο πιο πολύ σφίγγει! Αυτό κάνουμε και στο σκοινί του ξύλινου τζένιου (παλουκιού), όταν δένουμε κάπου ένα ζώο για βοσκή. Το ίδιο κάνουμε και όταν θέλουμε να σύρει ο γάιδαρος ένα μεγάλο ξύλινο στύλο, κορμό δένδρου κλπ . Αλετρόδεμα κάνουμε σε σκοινιά, σε σπάγκους, ακόμα και στα τέλια (σύρματα)! Να τον-ε μάθεις καλά το κόμπο αυτό, για θα σου χρειαστεί στη ζωή σου πολλές φορές!

Ο κάθε ένας λοιπόν που επρόκειτο να πετροκουβαλήσει, εκάτεχε πάνω κάτω ποιες πέτρες του κάνουνε, ανάλογα τη περίπτωση, και σε ποιο χωράφι θα πάει για να τις βρει.
Έκάνανε με αυτό τον τρόπο αρκετά ζευγάρια σε μεγάλες πελεκημένες ή απελέκητες πέτρες, και μετά σιγά –σιγά τις μεταφέρνανε με το γάϊδαρο η το μουλάρι.

Ο τράφος

Ο τράφος ήταν αυτό που λέμε σήμερα «ξερολιθιά». Στους τράφους ήθελε να κατέχει κανείς κάπως μέσες άκρες τη τέχνη! Το χτίσιμο της πέτρας στο τράφο, γινότανε περίπου όπως και του πετρόχτιστου σπιτιού, αλλά χωρίς λάσπη. Η τέχνη όμως διέφερε από άτομο σε άτομο ανάλογα το μεράκι του! Ο τράφος δεν είχε βέβαια τις ίδιες απαιτήσεις που έχει το χτίρι ενός σπιτιού, ήτανε πια απλά τα πράματα! Χτίζανε κυρίως οι μεγάλοι, αλλά και τα κοπέλια τα βάζανε και βοηθάγανε κι αυτά στο χτίσιμο. Εκείνα συνήθως φέρνανε μικρά χαλίκια, και κάνανε τα λεγόμενα «γεμίσματα»! Και εδώ η δουλειά είχε τους δικούς της κανόνες! Τις πιο μεγάλες πέτρες ή βράχους, τις βάζανε χαμηλά στον πάτο. Άμα μια πέτρα στη βάση της ήταν καμπουρωτή (καμπυλωτή), έσκαβαν να χωθεί μέσα η «καμπούρα» της, και η ίσια και επίπεδη πλευρά της να είναι από πάνω. Αν μια τέτοια πέτρα ήταν να μπει πιο πάνω, που δεν ήταν στο χώμα, πάλι έμπαινε η καμπούρα από κάτω, αλλά της βάζανε κόντρες από κάτω με μικρότερες πέτρες, για να στερεωθεί καλά! Η μυτερή πλευρά μιας πέτρας έμπαινε προς τα μέσα του τράφου, και αυτή που είχε «μούρη», ήταν δηλαδή ίσια, έμπαινε απέξω, είτε δεξιά είτε αριστερά του τράφου. Τις πέτρες που δεν είχαν ιδιαίτερα καλή «πατούρα», τις στερέωναν καλά βάζοντας πάλι άλλες πέτρες μικρότερες η χαλίκια από κάτω τους. Άμα μια πέτρα δεν είχε καλή ή καθόλου «μούρη», της κάνανε μούρη με το σφυρί, τη χτυπάγανε να σπάσει απλώς η μύτη! Η από πάνω πέτρα, πάντα πατούσε ανάμεσα σε δυο άλλες πέτρες από κάτω, και ποτέ δεν βάζουμε δύο πέτρες «πάνω σ’ άλλο»! Χτίζανε τον τράφο,αι φροντίζανε να μην προεξέχει πολύ καμιά πέτρα προς τα έξω. Έπρεπε από απόσταση να φαίνονται οι πέτρες όλες στην ίδια ευθεία, και για αυτό πολλές φορές βάζανε και σπάγκο! Στο κέντρο του τράφου κάνανε τα γεμίσματα με πολλά ψιλά χαλίκια. Ο τελειωμένος πλέον τράφος, γινόταν μεν περίφραξη στο χωράφι για να μην μπαίνουν ξένα πρόβατα κλπ, , αλλά εξασφάλιζε και τα όριά του! Ο τράφος πάντα χτιζόταν στο χωράφι του ιδιοκτήτη και ποτέ δεν παραβίαζε τα όρια, και να πατήσει σε ξένο χωράφι! Χάρη του τράφου καθάριζε το χωράφι από πέτρες και χαλίκια. Πολλοί κάνανε το τράφο τους προσεγμένο, ώστε να αντέξει στα χρόνια και να μη χαλάσει εύκολα, αλλά παράλληλα για να θαυμάζει ο κόσμος τη «σοφία» τους μέσω της τεχνικής του τράφου!

Ο Τρόχαλος

Όταν δε θέλανε να μπούνε στη διαδικασία να χτίσουν προσεγμένο τράφο, τότε απλά κάνανε μια σειρά πέτρες, πεταμένες άταχτα στην άκρη στο χωράφι, ή κάνανε μια μικρή σειράς με πέτρες στο εσωτερικό του, εκεί που το έδαφος δεν ήταν καλλιεργήσιμο. Ο τρόχαλος έφτανε σε κάποιο ύψος μικρό ή μεγάλο, ανάλογα τη ποσότητα σε πέτρες που υπήρχαν στο χωράφι . Ο τρόχαλος ήταν πρόχειρη δουλειά, δεν ήθελε καθόλου τέχνη. Όταν λέγανε τη φράση «ήκαμές τα ούλα μια τροχαλιά», εννοούσαν αυτό ακριβώς, όλα πάνω σ’ άλλο! Και ο τρόχαλος όμως ήταν σπουδαία δουλειά, γιατί μπορούσε να μην υπήρχε ο χρόνος να χτιστεί κανονικός τράφος, όμως έδινε την ευκαιρία να «ξεμαγαρίσει» (καθαριστεί) το χωράφι από τις πέτρες!

Η πεζούλα

Αν το χωράφι «ήγερνε» πολύ, δηλαδή ήταν κατηφορικό, τότε δεν μπορούσε να οργωθεί καθόλου ή το όργωμα γινόταν με δυσκολία. Έπρεπε να του κάμουν μια πεζούλα για «να σταίσουν το χώμα». Έτσι σκάβανε το χώμα σε ένα μέρος της κατηφόρας που θέλανε να «πεζουλιάσουνε», για να ισιώσει. Πάλι και χαμηλά στο σκαμμένο χώμα στερεώνανε τη πρώτη σειρά πέτρες, αρχίζοντας από τις πιό μεγάλες, και σιγά – σιγά σηκώνανε τη πεζούλα! Χαμηλά στο χώμα βάζανε ακόμα και ασήκωτες πέτρες, ή βράχους, που τις ξεσέρνανε (μετακινούσαν) με τη βοήθεια λοστών! Όσο ανεβαίνανε τη πεζούλα, βάζανε τις μικρότερες πέτρες. Αν υπήρχε κι άλλος βοηθός, αυτός από πίσω γέμιζε το κενό με πέτρες και μικρότερες ή χαλίκια. Η πεζούλα, αντίθετα με τον τράφο που είχε δύο όψεις, εκείνη είχε μονάχα μία πρόσωψη. Άμα η πεζούλα ανέβαινε στο επιθυμητό ύψος, τότε με το σκαπέτι ή τη σκαλίδα, έσυραν το χώμα να γίνει ισιάδα. Αργότερα βέβαια και με το όργωμα με τα αλέτρια, έπεφτε πάλι το χώμα από το ύψωμα προς τη πεζούλα, και έτσι γινόταν το έδαφος εντελώς ίσιο! Έχουμε πλέον ίσιο έδαφος, μπορούσε να φυτευτεί μια ελιά, δύο ή και παραπάνω, ανάλογα το μήκος κάθε πεζούλας! Μπορούσε όμως και να γίνει μια πεζούλα, απλά για να μπορεί να καλλιεργείται, και να τη σπείρουν σιτηρά ή όσπρια! Έτσι «πεζουλιάζανε» όλοι τότε τα γερτά χωράφια και τις «τσούρες» (κατηφόρες), γιατί τους βόλευε καλύτερα στο «κάωμα» (όργωμα). Με τις πεζούλες και τους τράφους πετυχαίνανε να αξιοποιήσουν τα χωράφια που αγοράζανε πολύ φτηνά και τους έδιναν αξία ! Ένα χωράφι μπορούσε να έχει πολλές πεζούλες!

Τα σωρουλάκια ή φοβολιές

Σε κάποια άλλα χωράφια αντί τράφους κάνανε πολλά «σωρουλάκια» μικρά ή μεγάλα με πέτρες που ξεδιάλεγαν από το ίδιο χωράφι. Ξεχαλικώνανε και χωράφια για να φίνουν αμπελοχόραφα, κάνανε μικρά σωρουλάκια, και στο Λασίθι αυτά τα λέγανε “φαβολιές”! Στα χωράφια καμιά φορά, δεν είχαν το χρόνο να ασχοληθούν, είτε βαριόντουσαν, είτε το είχαν σκοπό να το καθαρίσουν αργότερα που θα είχαν βοήθεια, είτε το μετέθεταν να το καθαρίσουν οι επόμενοι κληρονόμοι!
Σήμερα πλέον δεν ασχολείται κανείς με τροχάλους και τράφους, απεναντίας ούλοι έχουν αποχτήσει «ειδικότητα» στο να «ξετροχαλιάζουν» (χαλούν τράφους) τους χτισμένους πρίν χρόνια! Ακόμη και τον ποιό ωραίο και με τέχνη χτισμένο τράφο τον γκρεμίζουν, χωρίς καν να σέβονται τον κόπο εκείνου που τον έχτισε! Και αυτό το κάνουν κυρίως με σκοπό να γεμίσουν τη σακούλα ντως με χοχλιούς! Τους αφήνουν έτσι γκρεμισμένους και φεύγουν! Είναι όπως λέμε οι «γνωστοί άγνωστοι» χοχλιδολόοι! Μπορεί όμως να γκρεμίσει σήμερα ένας κλεφτοχωραφάς, ακόμα και το τράφο του γείτονά του, προκειμένου να του πάρει λίγα μέτρα χωράφι!
Οι εργασίες σήμερα για να φύγουν οι πέτρες και να ισιώσει ένα χωράφι με βράχους, είτε αυτό είναι επικλινές, αυτό γίνεται πλέον με χωματουργικά μηχανήματα, που καταφέρνουν εύκολα και ισιώνουν το χωράφι, και μπορούν να κάνουν ακόμα και «τ’ αόρια σόπατα»! Πετρες και βράχους θεόρατους τους πάνε στην άκρη και το χωράφι, και από «παπούρα» (λόφος), το χωράφι γίνεται «ταψί», ή όπως λέμε «αεροδρόμιο»! Έτσι ένα τέτοιο χωράφι φυτεύεται εύκολα, και γίνεται πλέον ένα υπέροχο σύγχρονο λιόφυτο!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όταν στη Μεσαρά οι παλιοί έπιαναν αχέλια και καβρούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάμε στην εποχή που οι Μεσαρίτες είχαν στο τραπέζι τους πολλά αχέλια ή χέλια και καβρούς – Πως τα ψάρευαν όμως;


Ήταν μια εποχή που ο κάμπος της Μεσαράς, ήταν όλο ζωντάνια από το πολύ νερό, που το συναντούσες ακόμα και στο πιο μικρό ρέμα!

Όλο το χρόνο Χειμώνα  – Καλοκαίρι, όλα τα ποτάμια και ρέματα στη Μεσαρά έτρεχαν άφθονα τρεχούμενα νερά.

Όταν ήρθε ο αναδασμός στο κάμπο της Μεσαράς μονοπάντησε τα χωράφια των ανθρώπων και τους τα έδωσε σε ένα τόπο.

Ανά  160 μέτρα έκανε ένα δρόμο και στη μέση έκανε ένα ρέμα. Όλα τα  ρέματα αυτά, κατέληγαν στη “Γριά Σαίτα” και από εκεί τα νερά κατέληγαν στη θάλασσα.

Σε μια ηλικία από 10 έως 17, η δική μας εποχή της δεκαετίας ´80, η νεολαία δεν είχε και με πολλά πράγματα να ασχοληθεί (βλέπεις δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε) και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να περνάμε την ώρα μας.

Η καλύτερη ασχολία που είχαμε ήταν το κυνήγι σε αυτά τα ρέματα, που ταλέγανε και σαίτες. Τι κυνηγούσαμε? Φυσικά αχέλια και καβρούς!

Ο καλύτερος μεζές για τους πιο πολλούς Μεσσαρίτες και κυρίως Πετροκεφαλιανούς, που τα είχανε στα πόδια τους,  ήταν τα χέλια και οι καβροί!

Τα χέλια τα ψαρεύαμε συνήθως τα Καλοκαίρια, ή τις ημέρες που ήταν αποκριές, επειδή το κρέας του θεωρείται νηστίσιμο.

Τα χέλια σύχναζαν στο τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε κολύμπες, στα ποτάμια σε φράγματα η λίμνες, και φυσικά στις σαΐτες της Μεσαράς.

Το χέλι του άρεσε να τρέχει κόντρα στο ρέμα και όπου έβρισκε κολύμπα, εκεί και φώλιαζε και άφηνε τα αυγά του.

Ο κόσμος τότε μικροί ή μεγάλοι, κυνήγαγαν τα χέλια για τον εκλεκτό μεζέ τους, μια και το κρέας ήταν δύσκολο να βρεθεί στο τραπέζι.

 

Υπήρχαν διάφοροι τρόποι ψαρέματος του χελιού

 

Ψάρεμα με φλόμο

Σε κάποιες περιοχές της Μεσαράς όπως στα Κάτω περβόλια, υπήρχαν άφθονα  φλομάκια, που τα μάζευαν και τα πήγαιναν να τα ρίξουν στα μέρη που υπήρχαν χέλια.

Ο φλόμος όταν τον κόψεις βγάζει ένα τοξικό γάλα, δηλητηριώδες, που αυτό κάνει το νερό να μυρίζει, και το χέλι να βγάλει έξω το κεφάλι του. Τότε με ένα πιρούνι στο χέρι, τα κάρφωναν, και τα πέταγαν έξω.

 

Ψάρεμα με αλισανδρούλα

Υπήρχε ένα άλλο φυτό που το έλεγαν αλισανδρούλα, που ανήκει και αυτό στα δηλητηριώδη φυτά. Αλλού τον λένε καλάνθρωπο και είναι ένα φυτό με πλατιά φύλλα, και γίνεται όρθιο πάνω από ένα μέτρο. Και αυτό το φυτό βέβαια, βάσει της φυτολογίας, ανήκει στη γενική κατηγορία του φλόμου.

Το φυτό αυτό το έκοβαν και το πήγαιναν εκεί όπου είχε χέλια. Εκεί το κοπανίζανε καλά με μια πέτρα και αυτό έβγαζε ένα ζουμί, και κατόπιν το πέταγαν στο νερό.

Λέγεται πως το ζουμί αυτό έχει την ιδιότητα να καταστρέφει το οξυγόνο του νερού, και τα χέλια μη μπορώντας να αναπνεύσουν έβγαζαν και πάλι το κεφάλι τους έξω από μια γωνιά, και τότε τα κάρφωναν με ένα πιρούνι πάλι, και τα πέταγαν έξω!

Φυσικά το χέλι, μόλις βρεθεί δυο λεπτά έξω από το νερό, πεθαίνει όπως και το ψάρι.

 

Ψάρεμα με τα κερτάρια  ή κούρτα

Άλλος σπουδαίος τρόπος ψαρέματος χελιού, ήταν και το ειδικά καλαθάκια, που τα λέγανε κερτάρια ή αλλού κούρτες.

Η κούρτα η το κερτάρι, ήταν σαν καλαθάκι στενόμακρο και πλεχτό από ειδικά άγρια βρούλα που ήταν μυτερά στην άκρη.

Η κατασκευή αυτή , είχε μια στενή τρύπα από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια τάπα, σαν πορτάκι, που άνοιγε για να μπαίνει το χέρι να πιάνει το χέλι.

Τις κούρτες τις βάζανε από βραδύς στο νερό με διάφορες τροφές μέσα για να προσελκύσουν τα χέλια.

Το πρωί πήγαιναν και τα κοίταζαν να δουν τι χέλια είχαν πιάσει.  Το χέλι ήταν το ψάρι της εποχής!

Έτσι πολλές φορές, αυτό γινόταν πιο οργανωμένα. Έφτιαχναν πεντ’ έξη κούρτες, και τις πήγαιναν σε διάφορα σημεία που είχε κολύμπες,  και τις έριχαν στο νερό σε διαφορετικές περιοχές.

Το πρωί που πήγαιναν και τα μάζευαν, μπορούσε να είχαν μαζέψει καμιά δεκαριά χέλια, για να χορτάσει όλη η οικογένεια. Τα έκαναν συνήθως τηγανιτά η στα κάρβουνα.

 

Ψάρεμα με την καβούλα

Σκάβοντας στο χώμα βρίχναμε σκουλήκια τα οποία στη συνέχεια πιάναμε κλωστή και τα μπρουλιάζαμε φτιάχνοντας έτσι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο κλωστή με σκουλήκια. Στη συνέχεια το τυλίγαμε όπως το σχοινί, το δέναμε σε μια πετονιά και το πετούσαμε στο νερό. Το σύστημα αυτό λεγόταν καβούλα.

Όταν τσιμπούσαν τα χέλια με μια απότομη κίνηση τραβούσαμε την πετονιά με αποτέλεσμα η κλωστή να μαγκώνει στα δόντια του χελιού και το τραβούσαμε έξω.

 

Τα αχέλια και τα πιτσιρίκια στην εξοχή

Στην εξοχή, τα παιδιά που βλέπανε τα έχνη, (αιγοπρόβατα), σαν πεινούσαν πήγαιναν να πιάσουν 3 έως 5 χέλια για να φάνε τον εκλεκτό τους μεζέ.

Άναβαν πρώτα μια φωτιά για να είναι έτοιμη, και κατόπιν πήγαιναν στο νερό είτε με φλόμο, είτε με τα χέρια, είτε χτυπώντας τα με ένα ξύλο, τα έπιαναν και επιτόπου τα πήγαιναν για ψήσιμο!

Έκοβαν μια βέργα από αγριελιά και την έκαναν μυτερή μπροστά με ένα τσακί, σαν σούβλα.

Εκεί τα πέρναγαν ολόκληρα τα χέλια όπως είναι, ζικ – ζακ σαν λουκάνικα. Το χέλι δεν έχει λέπια, οπότε το έβαζαν όπως είναι πάνω σε δυο πέτρες στη φωτιά

Πολλές φορές όμως όταν έτρωγαν πολλά χέλια, τα βάραινε το στομάχι τους, γιατί το χέλι ανήκει στα βαριά δυσκολοχώνευτα φαγητά.

 

Πως χάθηκε και το τελευταίο χέλι από τον κάμπο της  Μεσαράς!

Έφτασε μία εποχή, που τα νερά πλέον λιγόστεψαν στα ρέματα και νερά.

Έβλεπες πλέον αχέλια, μόνο στις κολύμπες που είχαν φτιάξει η αγρότες, για να αντλούν τα νερά ποτίζοντας τις καλλιέργειες τους.

Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κολύμπες είχαν εγκλωβιστεί και τα τελευταία χέλια μην μπορώντας να πάνε αλλού πουθενά!

Όλο το χωριό αποφάσισε τότε, πως αυτά τα χέλια έτσι και αλλιώς θα ψοφούσαν μετά από λίγο καιρό που θα στέρευαν οι κολύμπες.

Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, και  μπαίνοντας οι πιο τολμηροί μέσα στις κολύμπες και με σαρακάκια, σκότωναν τα αχέλια και συγχρόνως τα πετούσαν στους υπόλοιπους χωριανούς που ήταν απέξω,  που κι αυτοί με την σειρά τους, τα έβαζαν στα τσουβάλια!

Θυμάμαι ότι από εκείνη την κολύμπα βγάλαμε πάνω από 300 κιλά αχέλια!

Από τι θυμάμαι οι πιο “φανατικοί” Πετροκεφαλιανοί δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αχέλια και για πολλά χρόνια μαζεύονταν παρέες και έκαναν μια διαδρομή πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας κοντά στο Πρέβελη, στο Κουρταλιώτικο φαράγγι και ψάρευαν εκεί αχέλια, έτσι ώστε να ξεθυμαίνει λίγο η επιθυμία τους για αυτό τον θεσπέσιο μεζέ.

Αυτό λοιπόν ήταν και το τέλος μιας εποχής η οποία θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας.

 

Το ψάρεμα του καβρού στον ποταμό

 

Ο καβρός, κοινός καβούρι, για να πιαστεί ήθελε καλό μάστορα!

Στα χωριά όλοι, από παιδιά όμως είχαν εκπαιδευτεί στο ψάρεμα του καβρού, και σπάνια θα πήγαινε κάποιος και να μην φέρει κάμποσα καβούρια στο σπίτι.

Ο λόγος που τα κυνήγαγαν ήταν για το πολύ νόστιμο κρέας του, που μοιάζει με αστακού η γαρίδας.

 

Ο απλός τρόπος ψαρέματος

Συνήθως τα παιδιά που δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα, πήγαιναν στα ποτάμια και ξυπόλητα με τα κοντά παντελονάκια, ανασήκωναν πέτρες η πλάκες στο νερό, και κοίταζαν αν έχει από κάτω «καβρούλια». Έτσι συνήθως έπιαναν μικρά δεύτερα αδέσποτα καβούρια, ή θηλυκά που σύχναζαν κάτω από πλακωτές πέτρες μέσα στο νερό.

 

Τρόπος ψαρέματος με το βρούλο

Ένας παμπάλαιος τρόπος για να πιάσει κάποιος καβρούς η καπατσέλες (μεγάλους καβρούς), μέσα στην τρύπα τους (φωλιά τους), ήταν να βρει ένα έξυπνο τρόπο να τα ξεγελάσει, γιατί το ίδιο το καβούρι είναι πανέξυπνο, και η

παραμικρή λάθος κίνηση θα το αφήσει κρυμμένο για ώρες μέσα στη φωλιά του! Ο τρόπος λοιπόν είναι «το κόλπο με το βρούλο»!

Έβρισκαν λοιπόν ένα βρούλο που στην άκρη να έχει το δικό του ανθάκι, η ένα άλλο άριο βρούλο μυτερό, που στην άκρη έδεναν σφιχτά με σπάγκο ένα φτερό!

Εντόπιζαν την καβροτρυπχιά, και με πολύ αργές κινήσεις την πλησίαζαν.

Γονάτιζαν με προσοχή να μην τρομάξει ο καβρός, και με προσοχή πολύ, κρατώντας με το δεξί χέρι το βρούλο, το κατεύθυναν προς τον καβρό αργά αργά, που ακόμα φαινόταν ελάχιστα στην τρύπα του.

Αρχίζοντας ένα αργό σφύριγμα μακρόσυρτο. «Φιούουου», και ξανά «φιούουουου», αργά και χαμηλόφωνα, και παράλληλα άρχιζε ένα γαργάλημα με το φτερό στα πόδια του καβρού διακριτικά και πολύ απαλά…

Ο καβρός επεξεργάζοντας στο μυαλό του τα «νέα στοιχεία» που έχει μπροστά του, νομίζει πως το φτερό είναι κάποιο έντομο είναι και θέλει να περάσει μέσα στην τρύπα του!

Έτσι ο καβρός κάνει την πρώτη κίνηση ένα βήμα προς τα έξω, για να είναι πιο κοντά «στη λεία του»!

Όμως το βρούλο όλο και το τραβά πιο έξω το χέρι, και δόστου και βγαίνει και ο κάβουρας προς τα έξω!

Όταν έχει βγει ολόκληρος ο καβρός έξω, κάνει μια με το αριστερό ο εκάστοτε καβροκυνηγός, και το αρπά και το πετά έξω μακριά από την φωλιά του!

Έτσι πλέον με ευκολία, πιέζοντας το στη πλάτη του, και με τέχνη το πιάνει το καβούρι και το βάζει στο καλαθάκι του, που από πάνω είναι δεμένο με ένα πανί, να μη φύγουν όσα έχει μέσα.

 

Ψάρεμα με την σαρδέλα

Ένας άλλος τρόπος και πιο αποτελεσματικός, ήταν το ψάρεμα με την σαρδέλα. Δέναμε τη παστή σαρδέλα από την ουρά με ένα σπάγγο, και στην συνέχεια την ρίχναμε στο νερό,.

Η μυρωδιά  της σαρδέλας φυσικά  τραβούσε τους καβρούς, και πήγαιναν να την φάνε.

Δολώματα βάζαμε σε πολλά σημεία και το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να πηγαίνουμε να πιάνουμε τους καβρούς, που προσπαθούσαν να φάνε τη σαρδέλα, που συνήθως σε κάθε δόλωμα ήταν δύο και τρεις καβροί μαζί!

Στη μέθοδο αυτή, είχαμε ένα μόνο πρόβλημα, αν καθυστερούσαμε λίγο παραπάνω να πάμε στο επόμενο δόλωμα, δεν προλαβαίναμε, και οι καβροί έτρωγαν την σαρδέλα!

Όμως και σε αυτό το πρόβλημα βρήκαμε λύση. Βάζαμε τη σαρδέλα μέσα σε  κάλτσα, έτσι ώστε οι καβροί να προσπαθούν να κόψουν την κάλτσα, χωρίς  όμως να προλαβαίνουν να φάνε και τη σαρδέλα!

 

Τρόποι για να μεταφέρουν τα καβούρια στο σπίτι

Εκτός από το καλαθάκι η κουβά, με το πανί από πάνω, ήταν και το σταμνί, με το στενό λαιμό, που δεν μπορούσε να βγει ο καβρός από εκεί.

Συνήθως τα παιδιά που δεν είχαν ούτε σταμνί, ούτε καλαθάκι, μόλις τα έπιαναν, τους άνοιγαν τον αφαλό που έχουν στην κοιλιά, και εκεί τους κάρφωναν ένα ξύλο, και το καβούρι πέθαινε αμέσως, και άρα ήταν ακίνδυνο να δραπετεύσει! Έτσι εν ανάγκη τα έβαζαν και στις τσέπες τους!

 

Χέλια και καβούρια στο ρεφενέ!

Πολλές φορές στα καφενεία, που δεν ήθελαν να πιούνε το κρασάκι με σκέτες ελιές και κριθαρόνταγκο, έλεγαν σε κάποιον…

-Πετάξου μπρε Μανώλη μέχρι το μποταμό, να φέρεις καμιά δεκαριά καβρούς, η πράμα χέλια να πχιούμε ένα (γ)κρασί !

Πήγαινε ο εκάστοτε Μανωλιός, και τα έφερνε στην παρέα και ο καφετζής τα έψηνε, η βραστά η τηγανητά η στα κάρβουνα.

Φυσικά εκείνος που πήγαινε και τα έφερνε, δεν πλήρωνε ρεφενέ στο μερίδιό του!

Ήταν βλέπεις και εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία, τα κρέατα σπανίζανε, και αυτοί οι μεζέδες ήταν ιδιαίτερα εκλεκτοί για όλους!

Έτσι ο φτωχός κόσμος στα χωριά, κατεργαζόταν άλλα πράγματα για να κάνει τη ζωή του καλύτερη!

Κάτι ανάλογο, γινόταν και όταν υπήρχαν εργάτες σε διάφορες δουλειές, σε αμπελοσκάματα, σε τρυγητούς η σε έργα της κοινότητας, κλπ.

Όταν σχόλαγαν αργά, έστελναν κάποιον να πάει να χελέψει, η να πιάσει καβρούς, να περάσουν το βράδυ τους όμορφα πίνοντας τα κρασάκια τους πλέον με θεσπέσιους μεζέδες!

Σήμερα φυσικά ο κόσμος δεν ασχολείτε  πλέον με αυτά τα σπόρ, και γιατί δεν υπάρχουν πλέον στη φύση, αλλά κι αν υπάρχουν ελάχιστα, τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων έχουν αλλάξει προς άλλες κατευθύνσεις.

Έτσι χέλια και καβροί, μας άφησαν τουλάχιστον σε μας τους παλιότερους πολλές αναμνήσεις…

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γεώργιο Χουστουλάκη για την πολύτιμη βοήθειά του 

Κέιμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος ΧουστουλάκηςΙορδάνης Μπιτσακάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Παγκόσμια ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ημέρα αυτή είναι αφιερωμένη στα παιδιά που δίνουν καθημερινά μάχη να επιβιώσουν, να αντιμετωπίσουν την ασθένειά τους και να ζήσουν όπως τα υπόλοιπα παιδιά με ανεμελιά και αγάπη.


O καρκίνος είναι μια ασθένεια ιδιαίτερα «δύσκολη» και γίνεται ακόμα «δυσκολότερη» όταν εμφανίζεται σε παιδιά. Οι κυριότερες μορφές παιδικού καρκίνου είναι οι λευχαιμίες, οι εγκεφαλικοί όγκοι και τα λεμφώματα. Η έγκαιρη διάγνωση αυξάνει και τα ποσοστά ίασης.

ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ;

Πολλά παιδιά γνωρίζουν την ασθένειά τους εφόσον δεν αισθάνονται καλά, επισκέπτονται τον γιατρό συχνότερα και καταλαβαίνουν το άγχος της οικογένειας. Το παιδί όταν δεν γνωρίζει, μπορεί να φαντάζεται χειρότερα επομένως, λέγοντάς του την αλήθεια μειώνεται το άγχος και συνεργάζεται στη θεραπεία.

ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ;

Εξαρτάται από τη σχέση των γονιών με το παιδί και την ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων τους. Οι γονείς μπορούν να μιλήσουν στο παιδί, αφού πρώτα συμβουλευτούν ειδικούς. Διαφορετικά, μπορεί να το ανακοινώσει ο γιατρός με την παρουσία, όμως, κάποιου κοντινού προσώπου που θα παρέχει υποστήριξη. Καμία χρονική στιγμή δεν είναι η κατάλληλη. Το καλύτερο είναι να το μάθει όσο πιο σύντομα γίνεται.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ;

Η ηλικία και η πνευματική ωριμότητα του παιδιού καθορίζουν το τι πρέπει να ξέρει. Στο παιδί πρέπει να μιλήσουν με ευγένεια και ειλικρίνεια και να απαντήσουν σε όλες του τις ερωτήσεις. Σημαντικό είναι να μάθει την διαδικασία της θεραπείας και τις παρενέργειες που μπορεί να έχει.

ΚΥΡΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ:

• Συνεχείς εισαγωγές στο νοσοκομείο
• Παρενέργειες χημειοθεραπείας (ναυτία) και ακτινοθεραπείας (εμετοί)
• Παρενέργειες χειρουργικής επέμβασης
• Αλλεργία στην χορήγηση αίματος, παραγώγων αίματος ή αντιβιοτικών
• Τροποποιήσεις σχολικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων
• Αποτυχία ορισμένων θεραπειών

«ΘΑ ΓΙΝΩ ΚΑΛΑ;»

Πρέπει να εξηγήσουμε στο παιδί ότι τα φάρμακα, οι ακτινοθεραπείες και η εγχείρηση θα το βοηθήσουν να απαλλαγεί από τον καρκίνο. Πρέπει να μάθει ότι οι γιατροί και η οικογένειά του θα κάνουν ότι μπορούν για να το βοηθήσουν. Αυτή είναι μία ελπιδοφόρα απάντηση που το κάνει να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια.

ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ​

Το παιδί συχνά αισθάνεται θλίψη, άγχος, ανασφάλεια και ίσως δυσκολεύεται να εκφράσει συναισθήματα και φόβους. Ένας τρόπος έκφρασης είναι το παιχνίδι όπου οι γονείς πρέπει να το ενθαρρύνουν σε αυτό. Ιδιαίτερα παίζοντας με κούκλες, αυτοκινητάκια ή ζωγραφίζοντας, μπορεί να εκφράσει την αβεβαιότητα που νιώθει και την ανάγκη για αγάπη και στήριξη.

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΓΟΝΕΩΝ

Εξίσου σημαντική είναι η ψυχολογική υποστήριξη στους γονείς. Τα παιδιά αγχώνονται περισσότερο με την υπερβολική ανησυχία των γονιών, ενώ όταν αντιδρούν ψύχραιμα το παιδί δείχνει υπομονή και συμμόρφωση στη θεραπεία.
Οι γονείς, πέρα από το άρρωστο παιδί, θα πρέπει να φροντίζουν τον εαυτό τους και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Είναι σημαντικό να συνεχίσουν φυσιολογικά την ζωή τους με κανόνες, οικογενειακές δραστηριότητες και προσδοκίες δείχνοντας έτσι εμπιστοσύνη στο παιδί για την αντιμετώπιση της ασθένειας.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΩ;

Μπορείς και εσύ να βοηθήσεις!
– Δώρισε μαλλιά: εάν πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις (π.χ. 20 εκατοστά και άνω, φυσικό χρώμα).
– Γίνε αιμοδότης: τα παιδιά που νοσηλεύονται στα Ογκολογικά Τμήματα των Παιδιατρικών Νοσοκομείων παρουσιάζουν μεγάλες ανάγκες σε αίμα, αιμοπετάλια και παράγωγα.
Ο ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΑΤΟΣ, ΟΥΤΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ.

Κόρχατζη Ειρήνη, Μαυρόκωστα Άννα

Ψυχολόγοι

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Και αρχές του περασμένου αιώνα υπήρχαν ερωτευμένοι!

Δημοσιεύτηκε

στις

Από εκείνη την εποχή αντάλλαζαν δώρα


Έστελναν δώρα και τότε οι νέοι με ευχετήριες κάρτες, και στην αγάπη δεν είχαν τον πρώτο λόγο μονάχα τα λουλούδια, αλλά και τα προβατάκια τα κατσικάκια τα σκυλάκια, τα ωραία καπέλα, και οπωσδήποτε τα παιδάκια!

Τώρα εκτός από τα λουλούδια έχουμε τα μπαλόνια με καρδιά, τα μαξιλαράκια, αρκουδάκια, τα σοκολατάκια…

Να δούμε τον επόμενο αιώνα τι θα έχουν να δωρίζουν οι ερωτευμένοι…

Φωτο Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη