Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Φράσεις που λέμε (μάλλον) λάθος στη Μεσαρά της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ιδιαιτερότητα της Κρητικής διαλέκτου δεν έχει όρια, ειδικά στα χωριά της Μεσαράς!


Αυτό συμβαίνει, είτε γιατί μιλάμε χρησιμοποιώντας παρομοιώσεις, είτε γιατί δεν κυριολεκτούμε, επειδή σε κάποιες λέξεις βαριόμαστε να σκεφθούμε. Τα λέμε καμιά φορά χύμα, όπως λάχει, κι όπως βολεύει , για να αποφύγουμξε μια δύσκολη λέξη! Δεν θέλουμε να σκεφθούμε τη σωστή λέξη, και έτσι πολλές φορές λέμε, “φέρε μου το φτίονε”, “ο αποκειοσάς”, ” φέρε αυτόνε φτου” κλπ.! Ο κάθε ένας διαμορφώνει τη φράση που θέλει να πεί, κατά πως θέλει και τον βολεύει, αλλά με πολλά υποννοούμενα. Μερικές φορές άλλα λέμε κι άλλα εννοούμε, όπως στη φράση “νά ‘ναι καλά κι ας κοίτεται” που ευχόμαστε το αντίθετο από ότι ακούγεται!. Το ίδιο και στη φράση “να σου πεί ο παπάς στ’ αφτί” κλπ. Mεταξύ λοιπόν σοβαρού και αστείου, μιά και είναι αποκριές και κυριαρχεί το γέλιο και η έξω καρδιά, θα παραθέσουμε εδώ δέκα φράσεις σαν παραδείγματα, για του λόγου το αληθές, που ηχούν παράξενα και αστεία στους εκτός Κρήτης και υπόλοιπους Έλληνες! Όλες όμως οι παρακάτω φράσεις, λέγονται μέχρι και σήμερα ακόμη!

1- Πίνει μα πίνει, ωσά το χοίρο!

Κάθεσαι στο υγειονομικό Μοιρών που έχει εκεί κάμποσους γέρους και γριές καθημερινά, έρχεται κάποιος και θωρεί τον ορτάκην του που κάθεται έξω από την «Ε» αίθουσα και περιμένει το γιατρό για εξέταση:
-Ήντα κάνεις Μανώλη, καλά ‘σαι? Πως πάει ο πατέρας σου? Ήτα κάνει εκείνοσας ο άθρωπος, ζει?
-Γεια σου Κωστή, καλά ήμαστε, ο πατέρας μου ανε ζει λέει? Εδά είναι 98 χρονώ και πίνει κακορίζικο το κρασάκι ωσάν το χοίρο!
Κάθεσαι και τσοι γρηγάς και σκέφτεσαι: «Μα από πότε τα καημένα τα γουρουνάκια πίνουνε το κρασάκι και δε το κατέχαμε! Ισα με δα κατέχαμε πως οι χοίροι πίνουνε αποπλύματα, χουμάδες, μα και κρασάκι? Ε όι!»

2- Ανε καπνίζει λέει? Ωσα τον αφορδακό!

-Ηντα κάνεις Συντέκνισσα καλά είσαι? Επομαζώξετε? Ηντα κάνει ο φιλιότσος μου? Θα ρωτήξει μια Γαλιανή το Σαββάτο στο παζάρι τη συντέκνισσά τση.
-Ηντα να σου πω καημέχαρη, επομαζώξαμε, καλά είναι ο φιλιότσος σου, μα έχει εδά τελευταία κακές παρέες και ήμαθε το τζίγαρο και καπνίζει παφ – πουφ, ωσα τον αφορδακό!
Μα σα τον αφορδακο? Σκέφτεσαι εκειά απού τσοι γρηκάς, απου περνάς δίπλα ντως, γιάντα δα σα τον αφορδακο? Αρέσει το τσιγάρο στον αφορδακό?
Θυμάσαι όμως τα παιδικά σου χρόνια, που τα μεγαλύτερα κοπέλια που καπνίζανε ότι γόπες βρίχνανε, κάνανε και πλάκες άγαρμπες στα μικρότερα κοπέλια, με θύματα τσοι αφορδακούς (βατράχια). Εβάζανε κάπχοι λεβέντες ένα τσιγάρο στο στόμα του βατράχου αναμμένο, και ο βάτραχος ατάραχος αναπνέοντας «κάπνιζε» ήθελε δεν ήθελε!
Στη συνέχεια όσο ρούφαγε καπνό, φούσκωνε η κοιλιά του, γινόταν σαν μπαλόνι, και στο τέλος έσκαγε και πέθαινε ! Αυτό ήταν για κάποια κοπέλια πράξη για να εντυπωσιάσουν τα πχιά μικιά κοπέλια και να το γελάσουν!
Ήθελαν να αποδείξουν το πόσο πολύ «αρέσει» στο βάτραχο να καπνίζει! Τόσο πολύ που καπνίζει μάλιστα… μέχρι σκασμού! Για αυτό βγήκε προφανώς και η φράση αυτή. Το ότι μπορούσαν κι αυτά να πάθουν το ίδιο κάποια στιγμή, αυτό δεν τους πέρασε από το μυαλό!

3- Μη πατάς το λάστιχο ή άνοιξε το λάστιχο

Τυχαίνει κιαμιά φορά να ραβδίζεις ελιές με τη βέργα παλμική ή όχι, που έχει το μακρύ καλώδιο, και τυχαίνει να ραβδίζει την ίδια ελιά και κιαμιά μεσόκοπη ή ηλικιωμένη γυναίκα. Εσύ κάποια στιγμή και κατά λάθος τση πατάς το καλώδιο, πάνω στο ζόρε τση δουλειάς . Στη βγιάση η γριά δε θα κάτσει να σκεφθεί τη λέξη «καλώδιο» η γυναίκα, η λέξη αυτή δεν έχει μπει καν στο λεξιλόγιό τση! Το πιθανότερο θα σου πει χάριν απλότητας : «Μην πατάς το…λάστιχο!» Ε και συ θα καταλάβεις ποιο «λάστιχο» εννοεί…
Δεν είναι πάλι λίγες οι φορές ου ακούμε τη μάνα μας το καλοκαίρι που είναι στον κήπο να μας φωνιάζει λέγοντας μας «άνοιξε το λάστιχο» ή «άνοιξε το νερό», φυσικά εννοώντας τη βρύση κι όχι το λάστιχο!

4- Ξυλώνω τσοι σπουργήτους!

-Ε μά (έ μητέρα), που είσαι?
-Επαέ αποκάτω στσι όρθες είμαι, και ξυλώνω τσοι σπουργήτες γιατί έχουνται και τρώνε τη τροφή των ορνηθώ!
Ξηλώνει η μητέρα τσοι όρθες, μα δε τσοι …ξεπαραλεί! Απλά τσοι διώχνει με ένα καλάμι!

5- Αυτός έχει ξένα αντόδια

-Πάρε εκειονέ το μεζέ να τονε κρατείς του γέρο εδά απου θα πάς στο σπίτι! Θα πεις εσύ τση ξαδέρφης σου, που ήρθε στο σπίτι της από το ξενοχώρι απου μένει, και ήρθε να σε ιδει, να πει ενα γεια.
-Ε κακορίζικο απου έχει ξένα αντόδια ο μπάρμπας σου, τα βαλε εδά ζάβαλε, και δε μπορεί ακόμη να μασεί καλά…
Εκειά δα σκέφτεσαι: Μα γιάντα δα δεν είναι δικά του τα αντόδια και είναι ξένα? Δε τα αγόρασε? Και αφού είναι ξένα γιάντα τα έχει αυτός, και δεν παίρνει δικά του?

6- Πχάσε απ το σύρμα τη ντανάλια

Το να πει ένας άνδρες στη γυναίκα του «πχιάσε μπρέ τη τανάλια από το σύρμα», ή «πχιάσε ένα σώβρακο από το σύρμα», κάθε ένας καταλαβαίνει άλλα ντ ‘άλλων! Και αυτό γιατί το συρτάρι στη Μεσαρά μετονομάστηκε σε «σύρμα», και σύρμα (συρτάρι) είχαν παλιά σε κάποια πιατοθήκη όπου έβαζε ο άνδρας το τσαπράζι το τσακί τη ντανάλια, το μαναράκι, το μαυρομάνικο μαχαίρι που έσφαζε το χοίρο ή τα αρνιά, το κασαπομάχαιρο κλπ. Όχι πάντως στη Μεσαρά σύρμα το τέλι και το σύρμα συρτάρι!

7- Oι χοχλοί οι… πούστηδες!

Πιάνεις εσύ και μαζεύεις τσι χοχλιούς που βρίχνεις στα κλαδιά από κάτω που είναι κρυμμένα στα χόρτα ενώ μαζεύεις ελιές, πιάνει η μάνα σου και σου και τσι ξεδιαλέγει και σου πετά καμπόσους…
-Ετούτοι-νέ οι χοχλοί είναι πούστηδες, δε τσι είδες? Δεν είδες πως είναι μαλακιά η χοχλιδόκουπα μπροστά?
Εσύ πάλι σκέφτεσαι: «Ε και που είναι μαλακιά η χοχλιδόκουπα τους, εμένα ήντα κοντό με εμποδίζει να τσοι φάω? Και πότες δα θα περιμένω εγώ να μεγαλώσει ο χοχλιός να δέσει καλά η κούπα του και να γενεί … άνδρας, και μετά να τονε φάω? Πάντως «πούστηδες» οι χοχλοί με το μαλακό μπροστά δεν είναι, αλλοιώς σίγουρα δε θα τσι ‘τρωγα!»

8- Δυό μπλόκα πέσανε πάνω του…

Συζητάνε δυό φίλοι στο καφενείο:
-Δυό μπλόκα συνάντησα μπρέ συ στο δρόμο με το αυτοκίνητο και έπεσα σαν ηλίθιος κατά πάνω ντως!
– Κοίτα σύμπτωση! Και εμένα σήμερο ήπεσε ένα μπλόκο καταπάνω μου στην οικοδομή, και έσασέ με!
Πόσο φυσιολογικά ακούγονται από οποιοδήποτε εκτός Κρήτης, αλλά και πόσο φυσιολογικά κι από τους Μεσαρίτες! Μόνο που τελικά, ο κάθε ένας καταλαβαίνει εντελώς άλλα πράματα! Μάλλον λάθος θα καταλάβει ο εκτός Κρήτης, πως συνάντησε δύο μπλόκα της τροχαίας στο δρόμο! Μακάρι να ‘ταν έτσι, εδώ του έσκασε το λάστιχο και τη μπροστινή μάσκα οι καταραμένοι τσιμεντόλιθοι, που προφανώς είχανε πέσει από άλλο αμάξι…
Του αλλουνού πάλι του έπεσε ο ένας τσιμεντόλιθος στη προσπάθεια του να ανεβάσει τρεις στη σκαλωσιά, και του τσάκισε τα δάχτυλα τω ποδιώ….
Πάντως ακόμα δεν ήμαθα γιάϊντα τσι τσιμεντόλιθους να τσι λέμε «μπλόκα γ-ή μπλόκους»!

9- Ξάνοιξε το φαί στο τσικάλι γιατί γρηκώ και μιλεί!

Στη παρασθιά είναι το τσικάλι στεμένο με τα τσιγαριστά χόρτα και χοχλιούς, και η κερά έριξε λίγο νερό να ‘ποψηθούνε να πάει να κάνει ωστόσο κι άλλη δουλειά. Ο κύρης του σπιθιού πεινά και μπαινοβγαίνει να ιδεί αν έχει ψηθεί το φαί, και κάποια στιγμή το γρηκά που τσιγαρίζει έντονα, και βγάνει βρούχος, γιατί έχασε το νερό. Λέει τση κεράς του:
-Ξάνοιξε εκειέ το φαί γιατί γρηκώ και μιλεί…
φυσικά τη φράση αυτή η γυναίκα του τη κατάλαβε πολύ καλά, και επήγε ντελόγο και έριξε στο φαί ένα ντενεκέ νερό, και ντελόγο το φαί… εσώπασε!

10- Οι νοικοκυρές που «σέρνουν» τα προικιά τους…

– Εκεινά τη δεξημάτη πατανία απ τα προικιά τη σέρνεις? Συζητάνε δυό μεσόκοπες.
-Ναι τη σέρνω, σέρνω και τα σεντόνια, σέρνω και κα’να δυό πατανίες. Εσύ τη βούργια τση γιαγιάς σου τη σέρνεις?
-Όι δε τη σέρνω γιατί την έχω για ενθύμιο! Σέρνω όμως τσι κατσαρόλες τση γιαγιάς μου, το τηγάνι και τη τρυπητή κουτάλα…
Όλα τα «σέρνουνε» (χρησιμοποιούνε), το μόνο που δεν μπορούνε να σύρουνε είναι τα πόδια τους!

Τις φράσεις δεν τις λένε παντού στη Κρήτη έτσι όπως καταγράφηκαν, αλλά ότι λέγονται -λέγονται και σήμερο από πολλούς στα χωριά της Μεσαράς της Κρήτης, γιατί έτσά τα βρήκαμε και τα συνεχίζουμε!
Όπως και νά ‘χει όμως το πράμα, καταφέρνανε μιά χαρά και συννενοούνταν οι παλιοί μεταξύ ντως!

Κείμενο –φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης