Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η ελιά στη Μεσαρά στο πέρασμα του χρόνου

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι γέρικες αιωνόβιες ελιές της Μεσαράς


Στη Μεσαρά υπήρχαν πολλές αιωνόβιες ελιές από την Ενετική εποχή, ακόμα και παλιά από την αρχαιότητα, δηλαδή την Μινωική εποχή. Οι αιωνόβιες ελιές που υπήρχαν ακόμα άφθονες σε αριθμό προ τριαντακονταετίας, είχαν διάφορες ονομασίες από τους ντόπιους, όπως βενετσιάνικες, φράγκικες. Χονδρολιές, λαδολιές κλπ. Τις ελιές αυτές δεν τις είχαν στη διάθεσή τους και να τις εκμεταλλεύονται ο ντόπιοι, γιατί για πολλά χρόνια ήταν υπόδουλοι ραγιάδες. Όλες τις ελιές καθώς και τα κτήματα τα είχαν οι μεγάλοι τσιφλικάδες και γαιοκτήμονες της περιφέρειας, αφού η περιοχή είχε επέλθει στα χέρια τους, και οι ντόπιοι έκαναν όλες τις αγροτικές εργασίες σαν είλωτες. Αυτό συνεχίστηκε και επί τουρκοκρατίας. Ο αγάς της κάθε περιοχής ανάγκαζε τους υπόδουλους ντόπιους να του φυτέψουν τα λιόφυτά του, και να δουλεύουν στα χωράφια, ή να τους βόσκουν τα αιγοπρόβατα. Όλες αυτές τις γέρικες ελιές φεύγοντας οι Τούρκοι από την Κρήτη τους έβαλαν φωτιά και τις έκαψαν μέχρι τη ρίζα. Οι ελιές όμως αυτές αν και καμένες ξαναφύτρωσαν και πάλι από το χώμα μέσα σε κυκλική διάταξη, μάλιστα σε ένα εύρος που πολλές φορές έφτανε και περνούσε τα δύο μέτρα!

Τα τελευταία χρόνια όμως με τις σύγχρονες καλλιέργειες, όλες αυτές οι γέρικες ελιές έχουν ξεπατωθεί, και με την απόχτηση μάλιστα του σύγχρονου τζακιού στο σπίτι έχουν μετατραπεί σε καύσιμη ύλη. Το ξύλο της παλιάς ελιάς, έγινε πλέον εμπορικό προϊόν κέρδους .
Ποικιλίες στη Μεσαρά εκτός της φράγκικης ελιάς ή χονδρολιάς ή λαδολιάς , συναντούμε επίσης και άλλες ποικιλίες, όπως τη κρητική κορωνέικη , που σαν ωριμάζει κάνει άσπρες μικρές στρογγυλές ελιές, και οι παλιοί τις έκαναν ξιδάτες, και ήταν από τις αγαπημένες τους. Ακόμα έχουμε τις γαϊδουρολιές και μηλολιές , που μπορούσαν να φθάσουν σε μέγεθος ακόμα και εκείνο του αυγού! Οι ελιές αυτές ήταν κυρίως βρώσιμες, δεν τις άλεθαν, και ο λόγος γιατί έβγαζαν λίγο λάδι. Υπήρχαν επίσης οι τσουνολιές που είχαν μύτη μπροστά, οι δαφνολιές, τα μανάκια κλπ.

Tα αγριολίδια, από το βουνό στο χωράφι!

Και στα ορεινά του Ψηλορείτη αλλά και στα Αστερούσια, υπήρχαν άγριες ελιές νεαρές, όπου πήγαιναν οι παλιοί με τα μουλάρια ή γαϊδούρια, για να τις ξεπατώσουν και να τις μεταφέρουν στο χωράφι. Τη δουλειά αυτή την έκαναν οι ίδιοι οι αγρότες ή οι ιδιοκτήτες αν ήταν ευκατάστατοι, έβαζαν εργάτες επί πληρωμή. για να φυτέψουν το λιόφυτο τους σε σειρές, περίπου ανά 10 μέτρα απόσταση η μια ελιά με την άλλη. Επίπονη δουλειά να ξεπατωθεί μια άγρια ελιά με τη ρίζα της, να κοπεί στο 1.5 μέτρο περίπου, και να μεταφερθεί σε μεγάλη απόσταση για να φυτευτεί. Ακόμα πιο επίπονη δουλειά, ήταν το άνοιγμα των αγρουλιδόλακων. Η άγρια νεαρή ελιά αυτή που ήταν έτοιμη για φύτεμα, λεγόταν και «αγρούλιδας», που σαν λέξη σημαίνει «άγρια ελιά». Η κάθε άγρια ελιά στη ρίζα είχε πέλμα μικρό ή μεγάλο, ανάλογα την ελιά, το λεγόμενο και «παπούτσι».
Όμως για το φύτεμα έπρεπε να ανοιχτούν βαθιοί λάκκοι, μέχρι και ένα μέτρο,για να έχει υγρασία το φυτό, αλλά και βαθειά ριζοβολία.

Οι λάκκοι ανοιγόταν Σεπτέμβριο μήνα, για να προλάβουν τα φυτά να ποτιστούν με νερό της βροχής του χειμώνα, ώστε να μην χρειάζονται μέχρι την άνοιξη πότισμα. Το φύτεμα ήταν μάλλον ευχάριστη δουλειά σε όλη τη διαδικασία του. Από τον αγρούλιδα έπρεπε να έχουν αφαιρεθεί όλα τα κλαριά του και να κοπεί ο κορμός σε ένα ύψος περίπου 1,5 μέτρο. Από το «παπούτσι» του φυτού επίσης πρέπει να αφαιρεθούν όλα τα μικρά μεγάλα ριζαλάκια. Το φυτό έπρεπε σε μισό μέτρο με 60 εκατοστά, να χωθεί στο χώμα, αφού τοποθετηθεί κατακόρυφα στο κέντρο του λάκκου.

Στον πάτο έριχναν χώμα επιφανειακό «για να βρει ουσίες η ρίζα να δουλεύει», γιατί βαθειά το χώμα ήταν ουδέτερο χωρίς θρεπτικές ουσίες. Στη συνέχεια πάλι έριχναν σκούρο χώμα επιφανειακό μια και ήταν πλούσιο σε φυσικό φυτόχωμα. Αφού ο φυτευτής έριχνε χώμα ώστε να χωθεί όλο το πέλμα «παπούτσα» της ρίζας, έμπαινε ο ίδιος στο λάκκο με τα άρβυλα, και πατούσε καλά- καλά το χώμα «να να μη παίρνει αέρα η ρίζα». Μπορούσε αν υπήρχε δυνατότητα να ρίξει και ένα κουβά χωνεμένη κοπριά στο λάκκο, για να διευκολύνει τη καλή ριζοβολία του φυτού. Στη συνέχεια έκοβε αστυβίδες ή αθινοκαλιές και γέμιζε τον υπόλοιπο λάκκο, και τις πατούσε κι αυτές. Πήγαινε μετά και έκοβε ένα θυμαράκι, το έκανε μάτσο και το τύλιγε με σπάγκο στη ρίζα του φυτού, αφού φυσικά το περιέκλεινε με τρείς – τέσσερεις πλακωτές πέτρες σαν χωνί. Στη συνέχεια έριχνε χώμα σε όλο το λάκκο δέκα εκατοστά περίπου πάνω από τις αστυβίδες ή αθινοκαλιές, χωρίς όμως να μπει χώμα στο θυμαράκι ανάμεσα στις πέτρες. Αυτό το θυμαράκι θα είναι η επικοινωνία από το εξωτερικό περιβάλλον με τη ρίζα του φυτού. Στο τέλος , και αφού μπει το χώμα, το μόνο που θα φαίνεται είναι ο κορμός του φυτού, και κοντά στη βάση του κορμού και το πλακάκι που σκεπάζει το «πέτρινο χωνί» που βρίσκεται από κάτω του.

Ο ειδικός που θα φυτέψει το κάθε δένδρο, δεν θα ξεχάσει να το προφυλάξει και από τους καλοκαιρινούς καύσωνες, για αυτό θα έχει μαζί του «παλιούς φάρδους», λινά τσουβάλια δηλαδή, θα τα κόψει σε λουρίδες και θα τυλίξει καλά – καλά το φυτό από κάτω μέχρι πάνω, και θα το στερεώσει με σύρμα ή σπάγκο να μην το λύσει ο αέρας!

Με τα γαϊδουράκια θα έχει προμηθευτεί νερό σε σταμνιά ή μεταλλικά κάνιστρα της εποχής, και θα γίνει και το πρώτο πότισμα! Θα φέρει το δοχείο κοντά στο φυτό, θα ανασηκώσει το πλακάκι, και θα αδειάσει ανάλογα δέκα είκοσι κιλά νερό, ρίχνοντας το μέσα στη τρύπα, και στο τέλος θα το σκεπάσει και πάλι. Η διεργασία αυτή με τη τρύπα στο πέτρινο χωνάκι, είχε σαν αποτέλεσμα, πρώτον το νερό να φθάσει εύκολα και κατ’ ευθείαν στη ρίζα του φυτού, και δεύτερον να μην εξατμίζεται το νερό με τον ήλιο το καλοκαίρι, αν είχε ανοιχτό λάκκο! Τώρα στις αρχές θέλει κάθε 15 μέρες πότισμα ώσπου να βρέξει, και μετά πάλι το καλοκαίρι, για το χειμώνα έκαναν κάτι έξυπνο, από τη μεριά που ήταν ανηφόρα, έσκαβαν δύο αυλάκια δεξιά αριστερά σαν συλλέχτες νερού, τις λεγόμενες «ξενερίστρες», και ότι βρόχινο νερό έπεφτε στο μέρος, τα αυλάκια το καθοδηγούσαν στον αγρουλιδόλακο! Η νέα ελιά το καλοκαίρι θα είχε ριζώσει και πετάξει νέα βλαστάρια, και σε δύο χρόνια που θα έχουν μεγαλώσει αρκετά! Εδώ θα μπεί σε άλλη διαδικασία να βρεί ασπαλάθους και να τυλίξει το φυτό για να προφυλαχτεί από τα διάφορα ζώα.

Τα νέα βλαστάρια θα μπολιαστούν με φλοιό από ήμερη χονδρολιά. Φυσικά τον επόμενο χρόνο από το φύτεμα, τα αγρουλίδια πλέον δεν χρειαζόταν πότισμα. Φυσικά και τα ήμερα πλέον βλαστάρια του φυτού θα χρειαστεί να τα προστατεύσει από αφύλακτα αιγοπρόβατα, τυλίγοντάς τα κι αυτά με κλαριά από αγκαθωτούς θάμνους όπως ασπάλαθους, αχινοπόδια κλπ.

Από τα αγρουλίδια στα αγριγιάδια!

Οι αγρότες είχαν ανακαλύψει σιγά – σιγά, πως δεν είναι απαραίτητο να πηγαίνουν στο βουνό για να βρίσκουν άγριες ελιές και να τις ξεπατώνουν, αφού νέα δένδρα μπορούσαν να έχουν ετοιμάσει μόνοι τους στο σπίτι σε μεταλλικά δοχεία ή σε σακούλες! Τα νέα φυτά πλέον δεν θα προέρχονται από το βουνό, αλλά από τα λαίμαργα βλαστάρια της ελιάς, που φυτρώνουν στη ρίζα της! Γνώριζαν τους λαίμαργους αυτούς βλαστούς, τα παράριζα, τα λεγόμενα και «αγριγιάδια», ή «παράποδες». Έμαθαν πλέον πως αν τα αγριγιάδια κοπούν με ένα κομμάτι από την ελιά στη βάση τους, το λεγόμενο «παπούτσι», μπορεί να δώσει ένα νέο φυτό! Έτσι έκοβαν τον άγριο βλαστό, πάχους τριών μέχρι πέντε εκατοστών και ύψος ανάλογο, περίπου μισού μέτρου, και φυσικά μπορούσε κάλλιστα να φυτευτεί σε ντενεκέ ή σακούλα, θα είναι στο σπίτι να ποτίζεται, και πάλι αυτό το φυτό την άνοιξη θα πετάξει βλαστάρια, και θα γίνει νέο φυτό!
Το μόνο μειονέκτημα που το νέο φυτό είναι άγριο και θέλει και πάλι του χρόνου μπόλιασμα από ήμερο δένδρο ελιάς.

Από τα αγριγιάδια στους ρόζους!

Και πάλι αρχές της τη δεκαετίας του ’70, στη Μεσαρά είχαμε νέα καινοτομία, που ήταν σχεδόν επαναστατική! Είχαν ανακαλύψει, πως οι ελιές στον κορμό τους, κάνουν κάποια εξογκώματα που τα λέγανε και « ρόζους», ή αλλιώς και «βυζιά» της ελιάς, χωρίς βλαστούς! Έπιαναν λοιπόν σβάρνα τις μεγάλες ελιές, και όπου έβρισκαν τέτοιο εξόγκωμα το αφαιρούσαν προσεκτικά με ένα σκεπάρνι. Τα εξογκώματα αυτά τα λέγανε και «κουτσουράκια». Δεν ήταν απαραίτητο όμως να έχουν σχήμα πάντα «βυζιού», μπορούσε απλά να είναι κομμένα κάποια τμήματα ήμερου κορμού ελιάς με υγιή μαγληνό λείο φλοιό! Κάθε σπίτι πλέον είχε σε σειρά δοχεία από παλιούς κουβάδες, τενεκέδες τυριού με φυτεμένους ρόζους μέσα στο χώμα.

Αν δεν είχαν μεταλλικά δοχεία, τότε εύρισκαν χονδρό νάιλον, το έκοβε σε όμοια κομμάτια που συνέραβαν με τέλι, και έτσι ι και έκαναν αυτοσχέδιες σακούλες, αλλά μπορούσαν να αγοράσουν και έτοιμες. Έβαζαν μέσα στη σακούλα το «κουτσουράκι» το σκέπαζαν με κοσκινισμένο χώμα ανάμεικτο με κοπριά, το πότιζαν, και εκείνο σιγά – σιγά σε δυό μήνες πέταγε βλαστάρι, που θα ήταν ένα νέο φυτό, και προ πάντων κατ ευθεία ήμερο!

Τα πρώτα φυτώρια ψιλολιάς στη Μεσαρά

Στη Μεσαρά βέβαια ήρθε πολύ αργά η ψιλολιά, περίπου μετά το ’67, παρόλο που υπήρχε όμως νωρίτερα στα Χανιά. Λένε πως εμφανίστηκε πρώτα στη Κορώνη Πελοποννήσου, για το λόγο αυτό κάποιοι τη λένε και «κορωνέικη». Υπήρχε όμως σίγουρα πριν το ’67, σε πειραματικά λιόφυτα στην Γεωργική Σχολή Αμπελούζου. Βοήθησε φυσικά και η σχολή στο να έρθει η ψιλολιά στη Μεσαρά. Εκτός της γεωργικής σχολής, και ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος μερίμνησε για το θέμα αυτό, καθώς επίσης και η δημιουργία του αναδασμού στον κάμπο της Μεσαράς! Μετά τον αναδασμό στον κάμπο, υπήρχε πλέον κατάλληλο «έδαφος», ώστε να γίνουν πλέον οργανωμένες καλλιέργειες ελιάς, φυσικά με την βοήθεια των οργανωτών. Μια μαρτυρία του Μύρωνα Μαραγκάκη από τη Γαλιά μας λέει για το πώς έφθασε η ψιλολιά στη Μεσαρά:

«Τα πρώτα οργανωμένα φυτώρια ψιλολιάς στην Ελλάδα, τα δημιούργησαν και τα διακίνησαν οι Ξυλοκαστρίτες, οι Αιγιώτες και κάτοικοι στην περιοχή του Ισθμού της Κορίνθου. Από εκεί τα φυτώρια εξαπλώθηκαν σε όλη την Ελλάδα! Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών αυτών, κατάλαβαν, πως δεν χρειάζονται ούτε αγριελιές, ούτε άγρια βλαστάρια της ελιάς. Διαπίστωσαν πως και με απλά κομμάτια δροσερού ξύλου από κλαδιά δένδρου μπορούσαν να έχουν νέα φυτά! Έτσι λοιπόν έκοβαν τα κλαδιά της ήμερης ελιάς στην κορδέλα σε μικρά κομματάκια 5 εκατοστών, έβαζαν από ένα κομμάτι σε σακούλες με χώμα και λίγο κοπριά, και εκείνα σε δύο μήνες φύτρωναν, και ήταν μάλιστα και κατ’ ευθείαν ήμερα και δεν χρειαζόταν καν μπόλιασμα, και μάλιστα ποικιλίας ψιλολιάς!

Οι Κρητικοί έμποροι που πήγαιναν στο Ξυλόκαστρο και αγόραζαν μεγάλες ποσότητες από 500 έως 1000 φυτά,! Σιγά – σιγά είδαν τη πατέντα και φυσικά την έκλεψαν!
Άρχισαν μετά να κάνουν το ίδιο και εκείνοι, αλλά και οι ίδιοι αγρότες της Μεσαράς τη δεκαετία του ‘70, που κι εκείνοι με τη σειρά τους έκλεψαν τη πατέντα από τους εμπόρους! Αρχικά έτσι έκοβαν τα εξογκώματα (βυζιά) από χονδρολιές, όμως αργότερα έκοβαν πλέον από ψιλολιές.

Σιγά – σιγά πάλι σταμάτησαν οι Μεσαρίτες αγρότες να φυτεύουν οι ίδιοι τα φυτώρια τους. Ο λόγος, γιατί σε περιοχές έξω από το Ηράκλειο άνοιξαν μεγάλες επιχειρήσεις, που προμήθευαν τον κόσμο μεγάλες ποσότητες φυτώριων. Πολλούς τέτοιους εμπόρους έχει το χωριό Ποταμιές, κοντά στο Καστέλι Πεδιάδος. Πολλοί Μεσαρτίτες με τα αγροτικά πήγαιναν στις Ποταμιές και αγόραζαν 200 και 300 φυτά. Από τη δεκαετία του ’80 και έκτοτε και οι έμποροι γεωπόνοι όμως της Μεσαράς, είχαν βρει πολύ πιο εύκολους και απλοϊκούς τρόπους φύτευσης με μικρά κλαδάκια ή μικρά κομμάτια νεαρών κορμών 5 εκ, και πλέον η παραφωγή νέων φυτών ήταν εύκολη, άρα και η τιμή γίνεται προσιτή, ώστε να αγοράσει ο κάθε αγρότης πλέον νερά φυτά υγιή. μάλιστα σε ότι τιμή θέλει ανάλογα το μέγεθος του φυτού!».
Ήταν ταχεία πράγματι η δενδροφύτευση ελιάς της Μεσαράς σε ψιλολιά, αφού επιδοτήθηκαν και τα αμπέλια να ξεπατωθούν, και να αντικατασταθούν με ελαιόδεντρα ψιλολιάς. Οι χονδρολιές ξεπατώθηκαν, και αντικαταστάθηκαν με ψιλές ελιές. Συνεργεία ανελάμβαναν να ξεπατώνουν εκτάσεις με λιόφυτα, να κρατήσουν τα ξύλα, και σαν αμοιβή έκαναν εκείνοι τη φύτευση δενδρυλίων! Η Μεσαρά παράγει πλέον το έξτρα παρθένο λάδι με έντονα αρωματικά αιθέρια έλαια, και ο κάθε ένας πλέον μπορεί να απολαμβάνει τη γεύση του λαδιού χωρίς τα βαριά οξέα του παρθένου ή λαμπάντε ελαιόλαδου της χονδρολιάς. Βασικό όμως και το κόστος, το ότι χάθηκαν χιλιάδες γέρικαδένδρα, των οποίων πολλά ήταν αιωνόβια, και είχαν στη πλάτη τους μια ιστορία αιώνων.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το κουρουπάρι της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Κάποιες παλιές συνήθειες των αγροτικών και των κτηνοτροφικών περιοχών της Κρητικής υπαίθρου αναμφισβήτητα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, και δυστυχώς μαζί έχουν χαθεί και κάποιες λέξεις όπως το «κουρουπάρι», που είναι εντελώς άγνωστες κι αυτές στον περισσότερο κόσμο


Εγώ ευτυχώς έτυχε να γνωρίζω τη λέξη από τον παππού μου και τον μακαρίτη τον πατέρα μου, και φυσικά περιέσωσα και τη λέξη αυτή μαζί με χιλιάδες άλλες ντόπιες κρητικές λέξεις, στο ιντερνετικό λεξικό www.cretanlexiko.gr.

Από μια πρώτη ματιά, η λέξη μοιάζει τούρκικη ή αραβική από το curupar, αλλά ωστόσο δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες, και το θέμα χρειάζεται εδώ περισσότερη έρευνα.

Μπορεί να μην γνωρίζει ο κόσμος τη λέξη «κουρουπάρι», αλλά ωστόσο οι περισσότεροι γνωρίζουν την έννοια του για τι πράγμα μιλάει, αφού όλοι γνωρίζαμε πως τα Καλοκαίρια στα ορεινά χωριά της Κρήτης, κάποιοι αγρότες η βοσκοί που διέθεταν τράγο ή κριάρι, συνήθιζαν να δέχονται πρόβατα ή τα κατσίκια του χωριού για να γονιμοποιηθούν, και φυσικά επί πληρωμή!

Έχοντας λοιπόν κάποιοι ένα τράγο η κριάρι, έφτιαχναν μια ειδική μάντρα, που μάντρωναν εκεί τα θηλυκά ζώα μαζί με το αρσενικό, με σκοπό να γονιμοποιηθούν, και έτσι αποκομίσουν κέρδη. Η όλη διαδικασία της γονιμοποίησης αυτής, την ονόμαζαν παλιά «κουρουπάρι».

Πρέπει δε να πούμε, πως οι μεγαλοβοσκοί, και οι αγρότες που είχαν πολλά αιγοπρόβατα, φυσικά και είχαν δικά τους αρσενικά για αναπαραγωγή, και δεν χρειαζόταν να πάνε πουθενά τα θηλυκά τους.

Όσοι όμως αγρότες είχαν λίγα αιγοπρόβατα, απλά για το γάλα των παιδιών και το τυρί της οικογένειας, δεν ήταν απαραίτητο να θρέφουν τζάμπα και επιπλέον αρσενικά ζώα, και έτσι τα αρσενικά τα έσφαζαν από μικρά, ή χρονιάρικα.

Όταν όμως θα ερχόταν η ώρα του ζευγαρώματος, τα θηλυκά ζώα του ο αγρότης θα τα πάει σε κάποιον που να κάνει κουρουπάρι κάπου σε κάποια μάντρα στο χωριό, και φυσικά στο τέλος θα τον πληρώσει ανάλογα τον αριθμό των ζώων που θα του πάει.

Για την εποχή του οίστρου κάποιου αιγοπροβάτου, είχαν δική τους ονομασία στα χωριά. Έλεγαν διακριτικά πως το θηλυκό «αεροσέρνει», «σαλιοφτεί», «γυρεύγει», «θυμίζει» κι από την άλλη το τραγί ή το κριάρι θα το «βατέψει», θα το «μαρκαλέψει», θα το «καλαφατίσει» ή θα το «καταστέσει» κλπ, έτσι ώστε με αυτές τις « κωδικές» λέξεις, να αποφεύγονται βαρύγδουπες ακατάλληλες λέξεις}.

Ο τρόπος που γινόταν το κουρουπάρι, ήταν ο εξής. Κάποιοι που είχε το αρσενικό, έπρεπε να φτιάξουν μια πρόχειρη μάντρα, και αυτοί ήταν κυρίως κάποιοι φτωχοί του χωριού.

Η μάντρα αυτή θα ήταν είτε χτιστή με πέτρες, πρόχειρη με κλαδιά ή με καλάμια. Εφόσον η μάντρα θα ήταν μέσα στο χωριό, έπρεπε να είναι κλειστή γύρω – γύρω ώστε να μην φαίνεται από μέσα , αλλά ούτε και να βλέπουν και τα ζώα από μέσα έξω και τρομάζουν.

Απλά έπρεπε να έχει και μια είσοδο και ένα παραθυράκι για να παρακολουθεί ο ιδιοκτήτης της μάντρας διακριτικά πότε ένα ζώο έχει γονιμοποιηθεί. Με τον τρόπο αυτό έβγαζε ένα καλό μεροκάματο, ή συμπλήρωνε το ήδη εισόδημα του. Το θέαμα φυσικά ήταν ακατάλληλο για παιδιά, και για αυτό ποτέ δεν τα άφηνα να πλησιάσουν την μάντρα, όσο κι αν αυτά επέμεναν και ήθελαν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους! Εξ άλλου το αρσενικό ήθελε ηρεμία, ησυχία και δεν ήθελε να βλέπει ούτε να αισθάνεται κανέναν δίπλα του, για να μπορέσει κάνει τη δουλειά του. Ακόμα και ο … κουρουπάρχης παρακολουθούσε διακριτικά από κάποιο παραθυράκι, ή από απόσταση. Δεν άφηναν παιδιά να πλησιάσουν και για ένα άλλο ένα σοβαρό λόγο, διότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να τραυματιστεί ή να σκοτωθεί κάποιο παιδί από τυχόν κουτουλιές του τράγου ή του κριού, διότι ήταν πολύ δυνατά και βίαια ζώα.

Θα χρειαζόταν πάντως να πάνε τα θηλυκά πολλές φορές στην μάντρα, μέχρι να σιγουρευτεί ο κουρουπάρχης και να δώσει πίσω γονιμοποιημένα πλέον ζώα. Ήταν καλοπληρωμένη δουλειά αυτή, φτάνει να αναλογιστούμε ότι πριν τη κατοχή ήταν 10 δραχμές το ζώο η πληρωμή, το λάδι είχε 15 δραχμές η οκά, σχεδόν δηλαδή όσο μια οκά λάδι το κάθε ζώο. Προσωπικά θυμάμαι στα τέλη του ‘80 που εξέπνευσε και η ασχολία αυτή, η τιμή ανά ζώο ήταν περίπου 50 δραχμές.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Φεύγει η Άνοιξη και έρχεται το Καλοκαίρι, που είναι και ο πιο κατάλληλος καιρός οίστρου, που ζευγαρώνουν τα αιγοπρόβατα.

Η καλύτερη εποχή είναι από 15 Ιουλίου μέχρι 15 Οκτωβρίου. Τα πρόβατα συνήθως αρχίζουν πιο μπροστά δηλαδή Ιούλιο, και τον Αύγουστο συνήθως τα κατσίκια.

Πάντως είναι η καλύτερη εποχή τον Αύγουστο να γονιμοποιηθεί ένα ζώο, διότι, μετά από πέντε μήνες εγκυμοσύνης, θα γεννήσει φυσιολογικά τον Φεβρουάριο. Θα μου πείτε, μα πέντε μήνες κάνει να γεννήσει μια κατσίκα? Τώρα εγώ πως το ξέρω αυτό? Μα φυσικά το γνωρίζω από μια παμπάλαιη παροιμία που ακουγόταν παλιά στα χωριά, που έλεγε:

«Το ούτσι – ούτσι τέσσερα, κι η καρκατούρα πέντε, και το σκυλί και το γατί, εξήντα πέντε μέρες»!

Για όποιον δεν ξέρει, το «ούτσι – ούτσι» ήταν το γουρουνάκι. Η «καρκατούρα» ήταν η κατσίκα, και το ίδιο ισχύει και για το πρόβατο. Έτσι έβρισκαν οι παλιοί τον χρόνο εγκυμοσύνης στα οικόσιτα ζώα τους. Δεν είμαι σίγουρος αλλά τόσο 65 μέρες είναι περίπου ο χρόνος εγκυμοσύνης, και ίσως κάτι λιγότερο.

Με το να γεννήσουν όμως τα αιγοπρόβατα τον Φλεβάρη, μετά από δυο μήνες δηλαδή τον Απρίλη θα ήταν η καλύτερη εποχή να απογαλακτιστούν, και φάνε κι αυτά χορτάρι που θα είναι άφθονο, και έτσι να μεγαλώσουν γρήγορα! Βέβαια το πρώτο – πρώτο γάλα, που το λέγανε «πρωτόγαλο», δεν ήταν κατάλληλο για τον άνθρωπο, και έτσι έβαζαν να το βυζάξουν τα νεογέννητα, και το υπόλοιπο το έχυναν, ή το έδιναν στις κότες. Το πρωτόγαλο αυτό θα κρατήσει γερά τα μικρά για δυο μήνες, μέχρι να φάνε πλέον χορτάρι.

Τον Μάρτη φυσικά και οι ίδιες οι μάνες είχαν άφθονο χορτάρι στην διάθεση τους, ώστε να κατεβάζουν πολύ γάλα, που όλη η οικογένεια και κυρίως τα παιδιά το περίμεναν πως και πως με μεγάλη λαχτάρα! Όλα τα παιδιά αγαπούσαν το γάλα, και ήθελαν να το πίνουν ζεστό πρωί βράδυ, ή να έχουν επιτέλους ένα νοστιμότατο ρυζόγαλο, και φρέσκια μυζύθρα!

Ο ερχομός βέβαια του νεογέννητου, είτε αρνάκι είτε κατσικάκι, ήταν μεγάλη υπόθεση στο σπίτι, διότι έφερνε μεγάλη χαρά στην οικογένεια, και κυρίως στα παιδιά, που πλέον δεν έκαναν τίποτε άλλο από να το χαϊδεύουν, να το παίρνουν αγκαλιά, και να το καμαρώνουν έτσι όπως έτρεχε και χοροπηδούσε, όπως «τζέλλεται», δηλαδή κάνει πηδηματάκια κατά την κρητική ντοπιολαλιά!

Όταν πολύ παλιά έλεγε κάποιος βοσκός: «Οφέτος σκέφομαι να κάνω κουρουπάρι», συνήθως εννοούσε, ότι θα φτιάξει μια μάντρα κάπου έξω από το χωρίο, με καλάμια με κλαριά, ή με ξερολιθιά ή και μεταλλική περίφραξη με στύλους με συρματόπλεγμα ή κοτετσόσυρμα ή πολύ αργότερα με πλέγματα. Διάλεγε ένα παχύ ίσκιο κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά ή ελιά για την μάντρα αυτή, βάζοντας εκεί το κριάρι ή τραγί αφήνοντας μια «ποριά», είσοδο δηλαδή για να μπαινοβγαίνουν. Η πρόθεση του ιδιοκτήτη να κάνει κουρουπάρι γινόταν αμέσως ευρέως γνωστή στην περιοχή, και όλο το Καλοκαίρι του έφερναν τα ζώα τους οι αγρότες από όλα τα κοντινά γύρω χωριά.

Εκεί όμως γινόταν διαφορετικά το κουρουπάρι, από ότι στο χωριό μέσα.

Στο χωριό μέσα πήγαινε ο άλλος τη κατσίκα του ή το πρόβατο καθημερινά, μια δυο πέντε φορές, μέχρι να «βατευτεί», στο τέλος να πληρώσει και να έχει πλέον το ζώο σπίτι του.

Στο κουρουπάρι όμως στην εξοχή, όποιος είχε από ένα μέχρι πέντε έξη αιγοπρόβατα, τα πήγαινε και τα άφηνε εκεί στην μάντρα για 10 ή 15 μέρες ανάλογα, μέχρι να γονιμοποιηθούν όλα, και μετά στο τέλος του μηνούσε ο κουρουππαρχης να έρθει να τα πάρει. Η πληρωμή ανάλογα τον αριθμό των ζώων, γινόταν εδώ με διάφορους τρόπους, αφού παλιά χρήματα δεν υπήρχαν για όλους. Έτσι πλήρωναν είτε με κάποιες οκάδες λάδι, με γάλα, είτε με όσπρια, κουκιά, φακές, φασόλια ρεβίθια, είτε με τυριά κλπ. Άλλες φορές τίποτα από όλα αυτά, απλά κάνανε κάποιες άλλες συμφωνίες.

Όμως το κουρουπαρι γινόταν και για άλλον ένα βασικό λόγο, όσοι ειχαν βοσκοτοπια και καλους ”κριγιους”(κριάρια), μαζευαν τα οικοσιτα προβατα των χωριανων, οχι μόνον για την αναπαραγωγή, αλλα και για να τους διευκολύνουν στο θέρος, ή στην καλλιέργεια του καπνού κλπ.

Μπορούσε ετσι κάποιος να του αφήσει πέντε πρόβατα η κατσικες για δέκα η είκοσι μέρες, και να του φέρει δυο γομάρια,( δηλαδή έξη μεγάλα δεμάθια) σανό, με σκοπό να τα ταίζει όλα αυτά, αλλά και ο κουρουπαρχης τα δικά του, μια και δεν θα ευκαιρούσε να βγάλει τα έξω για βοσκή.
Μπορούσε επίσης να του φέρει τέσσερις πέντε μπάλες άχυρα για τα γαϊδούρια του, ή δυο τρία γομάρια σάκες μεγάλες λουριδάτες με άχυρα.

Ο μαντρατζής κουρουπαρχης ήξερε πότε τα θηλυκά είναι γονιμοποιημένα ή «βατεμενα» όπως έλεγαν, και ειδοποιούσε να έρθει ο ιδιοκτήτης να τα πάρει, αν δεν είχαν ήδη προσυμφωνησει. Δεν ξέρω αν στη συμφωνία ήταν να κρατήσει και το μαλλί και το γάλα όσο διάστημα κρατούσε τα ξένα οζά.

Η δουλειά πάντως αυτή με το κουρουπάρι, ήταν φυσικά κερδοφόρα, αν αναλογιστεί κανείς πως όλοι οι αγρότες είχαν από δυο μέχρι πέντε τουλάχιστο αιγοπρόβατα. Ο μαντρατζής ότι δεν χρειαζόταν για το σπίτι από τα προϊόντα που του κουβαλούσαν, τα πουλούσε και έπαιρνε τα ανάλογα χρήματα, ή τα αντάλλασε με άλλα είδη αναγκαία για το σπίτι.

Με το να μπει όμως ο πολιτισμός στα σπίτια μετά το ΄80, σταμάτησε και το κουρουπάρι, και γενικά σταμάτησαν τα οικόσιτα αιγοπρόβατα στα σπίτια, και όσοι πλέον ήθελαν να έχουν ζωντανά, τα είχαν σε μαντριά έξω από το χωριό, και φυσικά και δικά τους αρσενικά.

Σε οργανωμένα πάντως κοπάδια σήμερα, η γονιμοποίηση πλέον γίνεται με τεχνητά μέσα, και με συμβουλές κτηνιάτρων, με ορμονικό συγχρονισμό της ωορρηξίας με τεχνητά μέσα, ώστε να επιτυγχάνονται γέννες αφενός μεν σε μεγάλο διάστημα, από Οκτώβριο έως και Μάρτιο, αλλά και αυξημένη πλέον παραγωγή γάλακτος, και λιγότερες ασθένειες .

Το κουρουπάρι εκτός που δεν γίνεται πλέον, έχει ξεχαστεί και σαν λέξη προ πολλού, αλλά στο βάθος του μυαλού μας οι περισσότεροι έχουμε χιλιάδες αναμνήσεις από τη ζωή του χωριού και τα αιγοπρόβατα. Εγώ δε, έχω πάρα πολλές τέτοιες αναμνήσεις! Θυμάμαι και εγώ κάποτε τον πατέρα μου που είχε και εκείνος τράγο και έκανε κουρουπάρι σε κάποιο οικόπεδο μας κοντά στο σπίτι. Κάποια οικογένεια όμως φίλου μου, δεν είχαν λεφτά για να φέρουν και εκείνοι τις κατσίκες τους στο σπίτι για ζευγάρωμα. Έτσι είπε του φίλου μου μια μέρα ο πατέρας του:

-Πάρε μωρέ τσι κατσίκες αύριο, και πήγαινε και συ στο χωράφι που θα βόσκει το Γιωργιό τα πρόβατα τους , και άσε τα να κοντοζυγώσουνε τα δικά μας στο τράγο τους, μπας και βατέψει και τα δικά μας!

Πράγματι έτσι και κάναμε κρυφά, αλλά βέβαια με μεγάλο ρίσκο! Αν όλο αυτό, το μάθαινε ο πατέρας μου μπορεί και να με … «χειροτονούσε» δεόντως!
Αλλά εγώ πάντως τι είχα να χάσω, από να κάνω το χατίρι του φίλου μου? Βλέπεις έτσι ήταν η ζωή του χωριού, είχε και τους καλούς είχε και τους πονηρούς, που πηγαίνανε πάντα δια της πλαγίας οδού!

Παροιμίες για αρνιά και πρόβατα

-Μαθημένο είναι τ΄αρνί, να κουρεύεται να ζει.
-Από του διαόλου τα μιτάτα μηδέ τυρί μηδέ μαλάκα
-Από του διαβόλου το μαντρί, μηδέ κατσίκι μηδέ αρνί
-Εβάλανε το λύκο να φυλά τα πρόβατα
-Είπα σου να ποτάξεις χίλια πρόβατα, μα σα δε θες τρίχα
Αν είσαι λύκος να τρώς, αν είσαι αρνί να σε τρώνε
Σαν φύγει το αρνί από το μαντρί, το τρώει ο λύκος

Κείμενο – φωτογραφία: Γεωργιος Χουστουλακης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Κρητικός που σκότωσε τον Γερμανό αλεξιπτωτιστή με μια πέτρα και έγινε σύμβολο της μάχης της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Δεν έγινε ποτέ ξανά στην Ευρώπη ένας άοπλος ή άθλια εξοπλισμένος λαός, να πολεμήσει άρτια εξοπλισμένους και εκπαιδευμένους στρατιώτες


Στη μάχη της Κρήτης ο λαός πολέμησε σκληρά για την πατρίδα και έδωσε ένα σκληρό μάθημα στον κατακτητή.

Η αυθόρμητη αντίσταση των χωρικών προκαλεί ακόμη τον παγκόσμιο θαυμασμό.

Ο πίνακας, με τον χωρικό που σκοτώνει τον εισβολέα με πέτρα, είναι ρεαλιστική απεικόνιση της σκηνής που είδε ο ζωγράφος Πέτρος Βλαχάκης.

Ακόμη και άοπλες γυναίκες σκότωναν αλεξιπτωτιστές που μπλέχτηκαν στα δένδρα.

Ωστόσο, στα αυτοσχέδια νοσοκομεία δεν αρνήθηκαν να περιθάλψουν και τους τραυματίες Γερμανούς….

Για το περιστατικό δείτε το βίντεο στο 26 min 06sec και μετά


ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το σαλέπι και ο Σαλεπιτζής

Δημοσιεύτηκε

στις

Μπορεί να μην το έχουμε δοκιμάσει όλοι, αλλά έχουμε όμως ακούσει για το σαλέπι, ή να έχουμε δει σαλεπιτζήδες να γυρνάνε στις γειτονιές, με ένα μεγάλο μπρούντζινο κλειστό δοχείο στον ώμο, το λεγόμενο «σαμοβάρι»


Τους σαλεπιτζήδες τους έλεγαν και σερμπετάδες, γιατί το σαλέπι ήταν στην ουσία ένα σερμπέτ (γλυκό σιρόπι).
Βέβαια τείνουν να χαθούν όλοι αυτοί οι γραφικοί μικροπωλητές, όπως οι καραμπασάδες, οι στραγαλάδες, οι πλανόδιοι παγωτατζήδες, oι καρεκλάδες, και φυσικά οι σαλεπιτζήδες.

Αντίθετα με τους στραγαλάδες , οι σαλεπιτζήδες δούλευαν περισσότερο είτε τις πρώτες πρωινές ώρες, είτε τις πολύ βραδινές. Ο σαλεπιτζής διάλεγε το στέκι του, με βάση τις περιοχές που σύχναζαν ξενύχτηδες, ή εκείνοι που άρχιζαν τη δουλειά τους αξημέρωτα, όπως οικοδόμοι, εργάτες κλπ.
Στα σημεία όπου επέστρεφαν αργά εργαζόμενοι ή ξενύχτηδες, και οι φυσικά αναζητούσαν κάποιον σαλεπιτζή για απολαύσουν ένα ρόφημα που θα τους βοηθούσε να συνέλθουν από ένα ξενύχτι, ή να ζεσταθούν από την παγωνιά.

Το απλό σαλέπι

Εκείνο το σερμπέτι που πουλούσαν τον χειμώνα τα τελευταία χρόνια στην Κρήτη, ήταν το απλό σαλέπι, δηλαδή ένα μείγμα αλευριού από σουσάμι, κανέλα και γαρύφαλλα, και πρόσθεταν μέσα πετιμέζι και μέλι. Γυρίζανε οι σαλεπιτζήδες με το μπρούντζινο δοχείο στον ώμο, είτε το είχε σε καρότσι και το σέρβιραν ζεστό – ζεστό στον κόσμο.

Το σαλέπι όμως το γνήσιο δεν γινόταν από σουσάμι, αλλά από σκόνη από αποξηραμένους βολβούς διαφόρων ορχεοειδών. Η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα. Το ομώνυμο ποτό είναι θρεπτικό λόγω του αμύλου και της γόμας που περιέχει καθώς και θερμαντικό, λόγω της παχύρρευστης μορφής του.

Ο σαλεπιτζής δεν είχε σταθερό στέκι και γυρνούσε στις γειτονιές και πλατείες ανάλογα που θα βρει την κατάλληλη πελατεία. Κρατούσε στον ώμο το σαμοβάρι, και στο χέρι ένα καλαθάκι, με ποτηράκια και πρόσθετε κατά βούληση. Είχε βράσει ήδη από το σπίτι του το νερό με το σαλέπι, αλλά στη βάση του σαμοβάρι είχε αναμμένα κάρβουνα, ούτως ώστε να διατηρεί το σαλέπι ζεστό, έτοιμο να το σερβίρει στο ποτήρι!

Δίπλα από το σαμοβάρι, είχε το ειδικό τραπεζάκι, για να στηρίζει την ζάχαρη, την κανέλα και το δοχείο με το νερό, για να ξαναφτιάξει, αν του χρειαζόταν. Για το βράδυ, υπήρχε και μια λάμπα (θυέλλης), που φώτιζε τον χώρο. Στην πλάτη, είχε πάντα κρεμασμένο ένα ξύλο, σαν τόξο, για να κρεμάει το σαμοβάρι και τη υπόλοιπη πραμάτεια του. Το σαλέπι είναι βασικά ένα θερμαντικό ρόφημα, παρόμοιο με τα παλιά κρητικά βραστάρια, σπουδαίας διαιτολογικής και φαρμακευτικής αξίας. Το πουλούσαν ζεστό τον χειμώνα σαν τσάι για να ζεσταίνει τον οργανισμό, αλλά όμως πολλοί το πουλούσαν και καλοκαίρι όμως κρύο.

Μπορεί η δουλειά του σαλεπιτζή να είχε άνθιση τον Χειμώνα, από την άλλη όμως, οι σαλεπιτζήδες ή σερμπετάδες κατάφερναν και δούλευαν και το Καλοκαίρι! Εκείνο που πουλούσαν το Καλοκαίρι δεν ήταν το χειμωνιάτικο σαλέπι, αλλά ήταν ένα εντελώς διαφορετικό υγρό, δηλαδή ένα σιρόπι είτε από κανέλα είτε από βύσσινο, και το έριχναν σε ένα ποτήρι όπου είχαν ρίξει πρώτα χιόνι, ή τριμμένο πάγο!

Έτσι έδιναν στον κόσμο μια παγωμένη κανελάδα ή βυσσινάδα, μέσα σε ποτήρι με χιόνι.

Οι σερμπετάδες ή σαλεπιτζήδες, όπως και οι κανελάδες, πήγαιναν και εκείνοι στα βουνά όπου υπήρχε παγωμένο χιόνι, και με πριόνια το έκοβαν σε κολώνες. Κάθε παγοκολόνα την έβαζαν μέσα σε ένα άσπρο λινό σακί, και το σακί αυτό μέσα σε μεγαλύτερο σακί, και γύρω – γύρω έβαζαν άχυρα.

Τα άχυρα λειτουργούσαν σαν μονωτικό υλικό, και το χιόνι βαστούσε μέρες.

Όταν λοιπόν το καλοκαίρι πουλούσαν το σερμπέτι τους όπου υπήρχε κόσμος, είτε στα πανηγύρια, είτε στα παζάρια της αγοράς είτε γυρνώντας στα χωριά, είχαν μαζί τους τα διάφορα σιρόπια και χιόνι από πάγο. Έξιναν μια ποσότητα χιονιού με ένα μπρικάκι, την έβαζαν ανάλογα σε ποτήρι, ότι σιρόπι ήθελε κάποιος, πορτοκάλι, λεμόνι, βύσσινο ή σιρόπι κανέλας (κανελάδα).

Βέβαια δεν ήταν και λίγοι οι σαλεπιτζίδες που τις ώρες που δεν είχαν δουλειά πουλούσαν στραγάλια.

Τι λέει η μυθολογία μας

Στην αρχαιότητα γνώριζαν το σαλέπι, το οποίο γινόταν από τη ρίζα μιας άγριας ορχιδέας, αφού είχε αποξηρανθεί και κονιορτοποιηθεί.

Η ελληνική μυθολογία θέλει τον Όρχι γιο Σατύρου και Νύμφης, να μεταμορφώνεται χαριστικά σε ορχιδέα όταν προσέβαλε (ή σκότωσε) μια Βακχική Ιέρεια. Η εν λόγω ορχιδέα είναι διαδεδομένη ήδη από την αρχαιότητα και για του λόγου το αληθές η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Θεόφραστο ο οποίος έδωσε την ονομασία στις ορχιδέες αυτές, λόγω του σχήμα τους, ενώ την αξία αυτών των ορχιδέων είχαν γνωρίσει περί πολλού ο Ασκληπιός, ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός.

Ο Διοσκουρίδης μάλιστα αναφέρει ότι ο συμπαγής και ευτραφής κόνδυλος είναι ο αρρενογόνος, ενώ ο αδύναμος και καχεκτικός, ο θηλυγόνος. Στην Αρχαία Ρώμη επίσης παρασκεύαζαν ροφήματα και ποτά από τη ρίζα της ορχιδέας, τα οποία μάλιστα ονόμαζαν σατύρια ή πριάπισκα, με τη δεύτερη ονομασία να προέρχεται από τον Πρίαπο, θεό της γονιμότητας μαρτυρία των αφροδισιακών ιδιοτήτων που αποδίδονταν και από εκείνους στο φυτό αυτό.

 

Περισσότερα για το σαλέπι

Το γνήσιο σαλέπι όπως είπαμε γινόταν από σκόνη αλευριού, αλλά όχι από σουσάμι, αλλά από τους ξηρούς κονδύλους πολλών ειδών της οικογένειας των Ορχιδωδών. Το σαλέπι χρησιμοποιείται για την τόνωση των ασθενών κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής τους. Μάλιστα η ορχιδέα από όπου παράγεται το σαλέπι, έχει σχήμα όρχεων. Αν καταφέρναμε πράγματι να ξεπατώσουμε ένα τέτοιο φυτό, τότε θα διαπιστώναμε ότι αντί για ρίζα φέρει δύο περίπου ισομεγέθεις κονδύλους, οι οποίοι μοιάζουν με όρχεις.
Το σαλέπι που προέρχεται με αποξήρανση και κονιορτοποίηση του βολβού του φυτού ορχιδέα, θεωρείται και αφροδισιακό ρόφημα. Αναμεμιγμένο με διάφορα άλλα βότανα, καθώς και κανέλα, μοσχοκάρυδο, γαρίφαλο και βανίλια, το κάνει ιδιαίτερα εύγευστο και αρεστό από τον κόσμο. Μπορεί κάποιος βέβαια να το πιεί και σαν υποκατάστατο του ελληνικού καφέ.

Επειδή το σαλέπι από τους βολβούς της ορχιδέας θεωρείται από την αρχαιότητα αφροδισιακό, για τον λόγο αυτό το φυτό αυτό ονομάστηκε και «αρσενικοβότανο», επειδή όταν ήταν εύρωστο, πίστευαν ότι χάριζε στις γυναίκες αρσενικά παιδιά!
Οι περισσότεροι σαλεπιτζήδες ήταν κυρίως Μικρασιάτες, και γυρνούσαν ντυμένοι στα ζεστά με λευκά ρούχα όπως οι παγωτατζήδες και με σκούφο.

 

Οι ευεργετικές ιδιότητες του σαλεπιού

Ένα ρόφημα από σαλέπι, εκτός της τόνωσης του οργανισμού μετά από επεμβάσεις, έχει και πολλές άλλες ευεργετικές ιδιότητες.

Εκτός του ότι σαν φάρμακο ζεσταίνει τον οργανισμό, δρα κατά της δυσεντερίας και του ξερόβηχα με φλογώσεις.

Είναι άριστο μαλακτικό κατά του βήχα και όλων των παθήσεων του θώρακα, αλλά και του στομάχου και των εντέρων.

Ανακουφίζει από τον έντονο βήχα, του άσθματος και του στομαχόπονου, δρα κατά της δυσεντερίας και του βήχα, ενώ τονώνει σημαντικά το ανοσοποιητικό σύστημα.

Είναι πλούσιο σε άμυλο και μπορεί να χαρίσει ενέργεια και πνευματική διαύγεια σε άτομα που την χρειάζονται, όπως οι μαθητές, οι ηλικιωμένοι, οι έγκυες γυναίκες και σε ασθενείς.

Περιέχει πολύτιμα μεταλλικά άλατα όπως φώσφορο και ασβέστιο.

Βοηθά εξασθενισμένους από αρρώστιες οργανισμούς να ανακάμψουν και να αναρρώσουν γρηγορότερα.

Περιέχει μια κολλώδη ουσία, την βασσαρίνη η οποία όταν βράσει με το νερό, μετατρέπεται σε κολλώδη πηχτή ουσία, μαλακτική, κατά του βήχα και των φλεγμάτων.

Το σαλέπι λόγω της κολλώδους φύσης του αλλά και των επουλωτικών συστατικών του, επιδρά στο στομάχι και το έντερο αναπλάθοντας τα τοιχώματα του πεπτικού συστήματος.

Έτσι λοιπόν, με ένα ρόφημα από σαλέπι, θα έχουμε και τις τονωτικές και αφροδισιακές του ικανότητες , παράλληλα με τις θεραπευτικές του ιδιότητες!

Όλα αυτά εντείνονται χάρη στην προσθήκη και των μυρωδικών όπως της κανέλας, του γαρύφαλλου, της πιπερόριζας, της βανίλιας, που τέλος μας παρέχουν ένα ρόφημα θερμαντικό, εύγεστο και παράλληλα χορταστικό, χωρίς πολλές θερμίδες.

 

Γιατί στην Κρήτη λέμε τη φράση: «Αυτός τα έκανε σαλεπιτζίδικα»?

Πολλοί από εμάς, έχουμε ακούσει στην Κρήτη τη φράση και την έχουμε κρατήσει στα αυτιά μας, «αυτός τα έκανε ούλα σαλεπιτζίδικα», ή «χιαλεπιζίδικα»!

Σαν Κρητικοί βέβαια ξέρουμε, πως θα πει, «τα έκανε άνω – κάτω», ή «τα άφησε ακατάστατα», με λίγα λόγια «τα έκανε ρημαδιό»! Προφανώς κατά την παρασκευή του σαλεπιού, γινόταν κάποια σχετική ακαταστασία στην κουζίνα λόγω των διαφόρων υλικών και συσκευών ! Φυσικά η εργασία ήταν πάντα υπεύθυνη δουλειά, και δεν σήκωνε προχειρότητα, επειδή και εδώ υπήρχε ο ανταγωνισμός όπως και στους καραμπασάδες. Ένας σαλεπιτζής να υπήρξε κάποτε, που να ήταν ακατάστατος στην Κρήτη, ήταν αρκετό προφανώς για να βγει η φράση, όπου και εξαπλώθηκε!
(

Και πάλι ευχαριστούμε τον κ Μαραγκάκη Μύρωνα για τις σχετικές πληροφορίες του)

Πληροφορίες: Μύρων Μαραγκάκης

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη