Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι παλιοί ζευγάδες στην Κρήτη Β’

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι παλιοί ζευγάδες , γεωργοί, αγρότες ή “ρεσπέρηδες” όπως τους λέγανε στη Μεσαρά, έκαναν ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα, γιατί το όργωμα ήταν αρκετά κουραστικό


Η συνέχεια από το “Οι παλιοί ζευγάδες στην Κρήτη Α’”

Όργωμα με σιδερένιο αλέτρι

Μετά την κατοχή ήρθε πλέον από το εξωτερικό το σιδερένιο αλέτρι, και μπήκαν στο όργωμα τα γαϊδούρια τα μουλάρια και άλογα. Aυτό είχε σαν αποτέλεσμα φυσικά να εγκαταλειφθούν σταδιακά τα βόδια, μαζί και το ξύλινο αλέτρι.
Και το σιδερένιο αλέτρι μοιάζει μεν με το ξύλινο, αλλά είναι πιο μικρό, πιο απλό, με λιγότερα εξαρτήματα. Έχουμε το μονόφτερο για βαθύ όργωμα, και το δίφτερο για πιο επιφανειακό. Σαν εξαρτήματα συναντάμε και εδώ την έχερη, τα χερούλια δηλαδή, που είναι δύο στο μονόφτερο αλέτρι και ένα στο δίφτερο. Έχουμε το χιαστό, στο δίφτερο που είναι δύο λάμες σε σχήμα «Χ», και πάνω εκεί βρίσκονται τα χερούλια και το σταβάρι, ένα στενόμακρο κυρτό σίδερο, όπου στηρίζεται το ένα φτερό στο μονόφτερο, και δύο φτερά στο δίφτερο. Στο φτερό έχει βιδωθεί το υνί. Μπροστά στο αλέτρι έχουμε σύστημα που κάνει το υνί να ανεβοκατεβαίνει , ώστε να οργώνει βαθειά ή λιγότερο βαθειά. Αυτή τη ρύθμιση τη κάνει το λεγόμενο κλειδί, το οποίο είχε λάμα που ανεβαίνει και κατεβαίνει, έχει θέσεις σε διάφορα σημεία που υπάρχουν εσοχές, και ασφαλίζει βιδώνοντας μια βίδα, τον λεγόμενο σφιχτήρα. Αφού ο ζευγάς το ρυθμίσει στην επιθυμητή θέση, τότε θα το ασφάλιζε εκεί, βιδώνοντας τον σφικτήρα, ώστε να μπει στην κατάλληλη εσοχή. Όσο, πιο ψηλά σήκωνε τη ρύθμιση, τόσο πιο βαθειά όργωνε. Μπροστά υπήρχε ο γάντζος, όπου κότσαρε το αλέτρι με τα υπόλοιπα ζυγάλετρα.

Ο κάσος

Εδώ δεν έχουμε ξύλινο ζυγό, αλλά τον κάσο, όπου έμπαινε κάτω από το λαιμό του ζώου.
Τον κάσο τον έφτιαχνε ειδικός τεχνίτης κατασκευαστής, κόβοντας πανί από ύφασμα κατσικότριχας, έκανε μια κατάλληλη σακούλα, την οποία και έραβε ο τεχνίτης, μέσα την γέμιζε με αφράτα. Περιφερειακά έκανε μια στεφάνη με βρούλα, τα έδενε με σπάγγο, και τα έραβε κι αυτά μέσα στο κάσο. Ο κάσοι επειδή ήταν απαλοί και βοηθούσαν ώστε να μην πληγώνεται το ζώο, λεγόταν και απαλαιτικά.
Ο κάσος περιελάμβανε και τα σίδερα του κάσου ή κλειδιά, ή κατακλείδια. Ήταν δύο ελαφρώς καμπυλωτά σίδερα λίγο πλακέ, στερεωμένα εξωτερικά πάνω στον κάσο, που ενώνονταν στο κάτω μέρος με χαλκά, ενώ στο πάνω είχαν από ένα δαχτυλίδι που ενώνονταν μεταξύ τους και στερεώνονταν με σύρμα ή σπάγκο. Στο πλάι τα κλειδιά είχαν δυό ή τρία δαχτυλίδια.

Οι αλυσίδες

Οι δύο αλυσίδες ήταν αυτές πουν θα σύρουν το αλέτρι, και χρειαζόταν δύο για κάθε ζώο, μία δηλαδή αριστερά και μία δεξιά του. Ήταν φτιαγμένες από χονδρό σίδερο για να είναι αντοχής και να μη σπάνε. Η αλυσίδα είχε γάντζο από την μία άκρη και κλειστό κρίκο από χονδρή αλυσίδα από την άλλη. Την αλυσίδα την γάντζωναν στο ένα από τα τρία δαχτυλίδια του κλειδιού του κάσου. Ανάλογα το ύψος του ζώου, την περνούσαν στο πάνω στο μεσαίο ή στο κάτω δαχτυλίδι, για να καταλήξουν στον γάντζο. Σε κάποιες περιπτώσεις αντί αλυσίδες κάποιοι χρησιμοποιούσαν ειδικά λουριά.

Τα σωμαράκια ή λούρα

Και τα σωμαράκια ήταν και αυτά μαλακά, για αυτό ανήκαν κι αυτά στα απαλαιτικά. Ήταν φτιαγμένα από πανί κατσίκας ή δέρμα, ή από ιμάντα μέσα και πανί ή δέρμα απέξω.
Σκοπό είχαν τα σωμαράκια να κρατήσουν ψηλά τις αλυσίδες που θα σύρουν το αλέτρι, να μην μπερδεύονται στα πόδια των ζώων, και να τις τσαλαπατούν. Και τα σωμαράκια είχαν στο πλάι από την απέξω πλευρά δυό τρία πάλι δαχτυλίδια κι αυτά όπως και οι κάσοι, για να περνά από μέσα η αλυσίδα που τραβά το αλέτρι, και να ρυθμίζεται έτσι το ανάλογο ύψος στο ανάλογα το ζώο. Μερικοί ζευγάδες είχαν επίσης λούρα και στα καπούλια του ζώου, για ακόμα καλύτερο κράτημα των αλυσίδων, ώστε να μην μπερδεύονται. Τα πισινά αυτά σωμαράκια τα λέγανε και πισόλουρα ή πισινέλλες. Τα σωμαράκια, αλλά και τους κάσους, τα χρησιμοποιούσαν τα ίδια και όταν χρειαζόταν για να σύρουν κάρο.

Οι γάντζοι

Οι δύο αλυσίδες όπως είπαμε είχαν στο τελείωμα κλειστό κρίκο από πιο χονδρή αλυσίδα που η κάθε μια σκάλωνε στον μικρό γάντζο, ο οποίος ήταν ένα σίδερο καμπυλωτό σε σχήμα αγκύλης, και στο κέντρο είχε τετράγωνο σίδερο με τρύπα. Αν ο ζευγάς θα όργωνε με ένα ζώο, στην μεσαία αυτή τρύπα του γάντζου θα έμπαινε ο (ανοιχτός) γάντζος του αλετριού για να το σύρει το ζώο. Αν όμως υπήρχε και δεύτερο ζώο, και αυτού οι αλυσίδες θα κατέληγαν στα άκρα άλλου μικρού γάντζου, οπότε ο ζευγάς έφερνε κοντά τα δύο ζώα, για να πιάσει τους δύο αυτούς μικρούς γάντζους, και να κάνει σύζευξη με τον μεγάλο γάντζο. Έτσι στις μεσαίες τρύπες των δύο μικρών γάντζωναν τα άκρα του μεγάλου γάντζου, ο οποίος ήταν μεν παρόμοιος με τους μικρούς, αλλά λίγο μεγαλύτερος. Ο μεγάλος γάντζος κι αυτός διέθετε τρύπα στη μέση (στη προεξέχουσα λάμα), και εκεί πλέον θα κοτσάρει το αλέτρι στον ειδικό γάντζο του. Παλιά υπήρχαν και γάντζοι ξύλινοι, παρόμοιοι με το χοιρόξυλο που κρεμούσαν το χοίρο. Για καλύτερη προσαρμογή όμως, πρόσθεταν λάμες με γάντζο στα άκρα και στο κέντρο μεταλλικό κρίκο.

Το σχοινί

Τελευταίο μπαίνει το σχοινί σε ρόλο «τιμονιού», που ξεκινά από το χαλινάρι των ζώων, δένεται στην εξωτερική του πλευρά, περνά από το πρώτο δαχτυλίδι του κάσου, μετά από το δαχτυλίδι που έχει το σωμαράκι, για να δεθεί κάπου στο χεραγώνι ή στα χερούλια του αλετριού, ή στο χιαστό. Όλα τα ανωτέρω εργαλεία, λεγόταν χάριν συντομίας και ζυγάλετρα. Ο ζευγάς θα πιάσει ή ένα χριμπάτσι, ή το βουκέντρι του ή τη χαχαλόβεργα, και είναι πλέον έτοιμος «να λαλεί» (οδηγεί) το ζευγάρι αν είναι δύο τα γαϊδούρια, ή το μοναδικό ζώο που διαθέτει. Aνάλογα το που ήθελε να οδηγήσει το ζευγάρι, τραβούσε το σχοινί.

Από τη παράδοση μας

Μέχρι τις 21 Νοεμβρίου που είναι τα Εισόδια της Θεοτόκου, έπρεπε ο ζευγάς να έχει σπείρει τα μισά χωράφια του, για αυτό και η Παναγία ονομάζονταν και Μεσοσπορίτισσα. Δεν έπρεπε ο ζευγάς να πάει στη δουλειά εκείνη την ημέρα γιατί ήταν μεγάλη αργία, κι αν πάει «θα βγάλει για σοδειά, τον μισό σπόρο, από αυτό που έσπειρε».
Πιο παλιά πετούσε και ένα ρόδι στην πρώτη αυλακιά για να συμβολίζει την ευχή για πλούσια παραγωγή. Kατά τον Δαφέρμο, τα ζυγάλετρα τα θεωρούσαν ευλογημένα, και ποτέ δεν τα έκαιαν! Ξύλινους ζυγούς, αλέτρια βολόσυρο, ξυλόπορτα κλπ, τα άφηναν κάπου να σαπίσουν με το καιρό. Αν τα έκαιγαν δεν θα έβγαινε η ψυχή του ζευγά!
Στο θέρος έφτιαχναν σταυρό με στάχυα, και το κρεμούσαν στο εικονοστάσι. Πρίν τη σπορά τον κατέβαζαν και τον μαδούσαν και ανακάτευαν το σπόρο με τον υπόλοιπο που προοριζόταν για τη φετεινή σπορά. Ιδιαίτερη σημασία είχε η πρώτη μέρα της σποράς. Τη παρομοίαζαν με τα Χριστούγεννα.
“25 Δε κεμβριού Χριστός γεννάται
Κείνη η ώρα και τούτη μια λογάται” .
Πρόσεχαν ποιός θα τους κάνει ποδαρικό εκείνη την ημέρα, και στο πρώτο αυλάκι της σποράς πετούσαν καρύδια και ρόγδια, για να αβγατίσει.
Πετώντας τον πρώτο σπόρο έλεγε ο ζευγάς, αφού και πάλι κάνει το σταυρό του:: «Στο’ νομά Σου Θέ μου! Όπως τρέχει το νερό, έτσα να τρέχει και το βιό»
Τρίτη ποτέ δεν άρχιζε το όργωμα γιατί «κακαποδίζει»! Βέβαια αρκετές ήταν οι παροιμίες που μιλούσαν για το ζευγά και τη σπορά.
«Σα κάνει ο Μάρτης δυό νερά κι Απρίλης άλλο ένα
χαράς εκείνο το ζευγά πού ‘χει πολλά σπαρμένα»
Σε περιοχές βέβαια που είχε πολλά χιόνια έσπερναν και το μήνα Μάρτιο, για αυτό το λέγανε και «μαρτάκι».

Τα ξύλινα ζυγάλετρα και η γλυμασιά

Στα ξύλινα αλέτρια όπως είπαμε, όλα τα μέρη του αλετριού ήταν ξύλινα. Πώς όμως κατάφερναν στην αρχαιότητα και συγκρατούσαν τα εξαρτήματα μεταξύ τους και να είναι καλά στερεωμένα? Δεν υπήρχαν παλιά σύρματα να δεθούν, αλλά ούτε και σπάγκοι. Από την αρχαιότητα το ρόλο σπάγκου τον έπαιζε η λεγόμενη «γλυμασιά». Η γλυμασιά ήταν λεπτή λουρίδα τριών χιλιοστών πλάτος, φτιαγμένη από κατεργασμένο δέρμα. H όλη διαδικασία κατεργασία του δέρματος, λεγόταν γνάθισμα. Αν η γλυμασιά ήταν κομμένη λεπτή, τότε θα έπαιζε και το ρόλο σπάγκου για πολλές χρήσεις, τσαγκαρέματα κλπ. Όλες τις εποχές χρησιμοποιούσαν τη γλυμασιά, από την αρχαιότητα, μέχρι τελευταία όπου ανακαλύφθηκε ο γερός πλέον σπάγκος από ίνες αθάνατου. Πολλές γλυμασιές μαζί έκαναν τα σχοινιά της εποχής, και με αυτά έδεναν τα εξαρτήματα του αλετριού. Με τα σχοινιά από γλυμασιές επί σης έσυραν τα βόδια και το αλέτρι. Με τη λεπτή γλυμασιά «ετσαγκαρώνανε», (ράβανε) και τα παπούτσια. Ο βοσκός στο βουνό, είχε ένα σουβλί. Έκοβε ένα πετσάκι από δέρμα έβγαζε το στιβάνι του και το μπάλωνε. Κάποιοι που έκαναν χωράφι με σιδερένιο αλέτρι και μεταλλικούς γάντζους, στη περίπτωση που έσπαγε ένας γάντζος από τη πολλή χρήση, μπορούσαν προσωρινά να κάνουν δουλειά και με ένα ξύλινο γάντζο από ειδικό ξύλο, που οι ίδιοι κατασκεύαζαν.

Τι ήταν οι ζευγαριές και τι οι σποριές;

Ποτέ ο αγρότης δεν ξεκίναγε να οργώσει έτσι απευθείας ένα χωράφι, χωρίς πρώτα να το χαράξει με το αλέτρι. Έκανε δηλαδή αυλακιές, και χάραζε μεγάλα τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα, τις λεγόμενες ζευγαριές, ή ζευγαρές . Ήταν δηλαδή τα κομμάτια που οριοθετούσε, γιατί επρόκειτο να τα οργώσει για να τα σπείρει. Έτσι έλεγε ο ζευγάς στο καφενείο: «Σήμερο έσπειρα τρείς ζευγαριές χωράφι, ή τέσσερεις ή πέντε κλπ». Προσδιόριζε στους άλλους έτσι, το μέγεθος της εργασίας του! Κάθε ζευγαριά, ήταν ένα με δύο στρέμματα, ανάλογα τον ζευγά, άλλος έκανε μικρή κι άλλος μεγάλη. Ποιος όμως ήταν ο πρακτικός λόγος που ο ζευγάς χάραζε τις ζευγαριές αυτές? Η απάντηση είναι, να μην μπερδεύεται στη σπορά, πού έχει πετάξει δηλαδή σπόρο, και πού όχι. Το ίδιο και στην λίπανση. Για να καταλάβουμε ακριβώς, ας σκεφτούμε το ζευγά να χαράζει τη ζευγαριά του, σαράντα μέτρα μήκος, επί τριάντα πλάτος. Αν έσπερνε ένα αχανές χωράφι ή λίπαινε, δεν θα ήξερε που έχει και που δεν έχει πετάξει το σπόρο ή το λίπασμα. Θα μπερδευόταν και δεν θα έβγαζε άκρη! Τώρα όμως που έχει χαράξει τη ζευγαριά του, αυτή των σαράντα επί τριάντα μέτρων, θα πιάσει στη συνέχεια να τη χαράξει στη μέση οριζόντια κατά μήκος. Το ίδιο θα κάνει και τις δύο επίσης λουρίδες που θα προκύψουν. Πάλι θα τις χαράξει και τις δύο στη μέση. Έτσι θα έχει τώρα τέσσερεις λουρίδες από 6 μέτρα περίπου η κάθε μία. Αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί τόσο φτάνει το χέρι του να πετά το σπόρο δεξιά αριστερά προχωρώντας! Το κάθε ένα από αυτά τα μικρά τμήματα λεγόταν πλέον σποριά. Όλα εδώ είναι έξυπνα μελετημένα, και αυτός ο χώρος της σποριάς των έξη με εφτά μέτρων πλάτος, (του ¼ δηλαδή της ζευγαριάς) , παίζει σε πλάτος ανάλογα το άνοιγμα των χεριών του ζευγά! Με τη ποδιά τώρα γεμάτη σπόρο, ή το σποροσάκουλο στον ώμο, ξεκίναγε από την αρχή της πρώτης σποριάς, προχωρώντας στο κέντρο της. Έβαζε το δεξί χέρι στο σποροσάκουλο, γέμιζε τη φούχτα του, και πετούσε το σπόρο δεξιά αριστερά και στο κέντρο. Έτσι με σταθερά βήματα προχωρούσε σπέρνοντας, μέχρι το τέλος στης σποριάς. Στο τέλος γύριζε πίσω από δίπλα την άλλη σποριά(λουρίδα), έσπερνε και εκεί και επέστρεφε ξανά πίσω. Έτσι έκανε και στις άλλες δυό , ώσπου ξαναγύριζε στην μεριά από όπου ξεκίνησε! Έχει σπείρει έτσι περπατώντας συνεχόμενα όλη τη ζευγαριά. Το ίδιο ακριβώς έκανε και όταν έριχνε το λίπασμα. Μπορούσε δε να έχει χαράξει έτσι δυό ή τρείς ζευγαριές, αν πρόβλεπε πως θα τις προλάβει να τις σπείρει, να ρίξει και το λίπασμα και μετά να τις οργώσει.
Επ’ ουδενί όμως δεν έπρεπε να φύγει και μείνει ο σπόρος απέτρωτος (άσπαρτος), γιατί τα πουλιά και τα μυρμήγκια θα τον αφάνιζαν, αλλά αν έβρεχε κιόλας δεν θα μπορούσε πλέον να τουμπάρει το χώμα και να σκεπαστεί ο σπόρος. Νωρίς όμως θα ξεζευλώσει να πάει σπίτι για ξεκούραση. «Και αύριο μέρα είναι» θα πει και θα σταματήσει.

Το λίπασμα

Όπως πέταγε το σπόρο, το ίδιο έκανε και στο λίπασμα στις ζευγαριές και σποριές. Ήξερε πάντα μέχρι πού έριχνε. Αν το έδαφος ήταν φτωχό, μπορούσε να ρίξει και το λίπασμα αμέσως και μετά οργώσει μια και καλή. Αν τα παχιά χωράφια τη περσινή χρονιά τα είχε σπείρει φαβόροβα, αρακάδες κλπ, δεν χρειαζόταν λίπασμα, γιατί τα ίδια τα φύλλα και οι ρίζες των οσπρίων ήταν σπουδαίο λίπασμα, κυρίως πλούσιο σε άζωτο, το οποίο πάντα συσσωρεύεται σε μικρά σφαιρίδια στις ρίζες των φυτών αυτών. Μπορούσε ο ζευγάς να κάνει και το λεγόμενο ανεκύλισμα, δηλαδή να σπείρει άγριο αρακά, και μετά σαν μεγάλωνε, να τον ανεχυμίσει, δηλαδή με το αλέτρι να τουμπάρει το χώμα και να πετρωθεί ο αρακάς. Έτσι είχε το καλύτερο λίπασμα, ειδικά αν επρόκειτο να σπείρει σιτάρι! Το λίπασμα που έριχνε ο ζευγάς τα προκατοχικά χρόνια, λεγόταν γκουανό, και υπήρχε δύο τύπων, εκείνο που ήταν ψιλό σαν την αμμωνία, και εκείνο που ήταν σε μικρούς κόκκους σαν το ρόβι. Το ένα βοηθούσε την αυξητική ικανότητα του φυτού, και το άλλο την παραγωγή.
Το γκουανό ήταν λίπασμα από κουτσουλιές πουλιών που λεγόταν «γκουανό». Υπήρχε σε αφθονία σε νησιά του Ισημερινού με ξηρό κλίμα, όπως η νήσος Φλίντ κοντά στην Αιτή, στη Ναβάσα και άλλα. Εκεί υπήρχαν καταφύγια των πουλιών αυτών, και η εξόρυξη γινόταν από εταιρίες Αυστραλιανές όπου το άλεθαν, και με κατάλληλη επεξεργασία το διακινούσαν στο εμπόριο.
Αφού λοιπόν ο ζευγάς είχε ρίξει τον καρπό και το λίπασμα έκανε το χωράφι ανά λουρίδα, και στο τέλος το σβάρνιζε για να σπάσουν οι ξεροί βόλοι και να μη χάνεται η ανάδοση.
Αν όμως το σπαρτό, τους έβγαινε καχεκτικό και κίτρινο, άμα περιμένανε βροχή έριχναν και πάλι λίπασμα.

Το «σχολείο» του ζευγά

Ο ζευγάς δεν είχε πληροφορίες από σχολείο ή βιβλία, τηλεόραση, ραδιόφωνο κλπ.
Ότι μάθαινε ήταν από τους παλιούς κυρίως, και φυσικά από τη πείρα τη δικιά του. Τα πιο πολλά τα μάθαινε στο καφενείο συζητώντας με τους άλλους. Ο κάθε ένας από τη πείρα του έλεγε τα δικά του και έτσι ο ένας μάθαινε από τον άλλο και κυρίως από μεγαλύτερό του. Ήθελε, ας πούμε, κάποιος νέος να σπείρει ρεβίθια ή κουκιά, πήγαινε στο γέρο που ήξερε, και εκείνος του έλεγε:
-Τα ροβίθια παιδί μου θα τα σπείρεις το Φλεβάρη και θα τα σπέρνεις με το χέρι πεταχτά σα το στάρι.
Τα κουκιά όμως θα τα σπείρεις τον Οχτώβρη, θα ‘χεις στην μποδιά σου, και θα τα ρίχνεις ένα – ένα «κουκιστά» ανά 40 πόντους!
Στο καφενείο θα μάθει πως δεν πρέπει ποτέ να οργώνει προς την κατηφόρα,, αλλά πάντα προς την ανήφορο! Κι ο λόγος πως φεύγει το χώμα και μένει πάλι ακαλλιέργητο. Θα μάθει πως υπάρχουν και ειδικά αλέτρια που το υνί έχει δυνατότητα να γυρνάει δεξιά αριστερά, ώστε όταν κάνει χωράφι, να ρυθμίζει έτσι, ώστε το χώμα να μην το πετά το φτερό προς τη μεριά που έχει κατηφόρα και να φεύγει, αλλά στην ανηφόρα! Αυτό έχει σημασία, για να μην κάνει χωράφι μονάχα από τη μια κατεύθυνση, αλλά από δύο!
Καμιά φορά μπορούσε να μάθει κάτι ο ζευγάς από το καζαμία, τουλάχιστον όποιος ήξερε να διαβάζει. Ότι πάντως πατέντα έβλεπε κάποιος να εφαρμόζει ο γείτονάς του και συγχωριανός του, την εφάρμοζε και ο ίδιος! Υπήρχε βέβαια και η φράση:
Αν δε ξέρεις τη δουλειά σου, ξάνοιγε το γείτονά σου!”
Αν παράδειγμα κάποιος είχε στερεώσει ένα μεταλλικό χωνί στο αλέτρι και έριχνε από εκεί ένα – ένα τα κουκιά και πέφτανε απ’ ευθείας στην αυλακιά, το έβλεπε αυτό και ο άλλος και αμέσως το έκανε πράξη και ο ίδιος!

Συνεχίζεται

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

(Ο ζευγάς που οργώνει φωτο Ποπης Σπανάκη)

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *