Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκέψη των παιδιών τις μέρες του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα παιδιά μπορεί να είχαν παντονιάρει κι αυτά μαζί με τους μεγάλους από την παρατεταμένη νηστεία του 40ήμερου του Πάσχα, αλλά παρόλα αυτά, αναλάμβαναν και αυτά τα καθήκοντά τους, και φυσικά όλες τις μέρες τις απολάμβαναν με τον καλύτερο τρόπο!


Περνούσαν μεν δύσκολες μέρες λόγω νηστείας, αλλά μέσα τους είχαν όμορφα συναισθήματα και μια κρυφή χαρά, αφού πολλά όμορφα πράγματα θα άλλαζαν την καθημερινότητά τους.

Περίμεναν πρώτα – πρώτα εκείνες τις μέρες ένα καινούριο ρούχο ή παπούτσια, παντελόνι ή πουκαμισάκι αν ήταν αγόρι, και παπουτσάκια ή φουστανάκι αν ήταν κορίτσι. Όλοι στην οικογένεια έπρεπε να φορέσουν απαραίτητα ένα καινούργιο ρούχο, το «λαμπριάτικο», και με αυτό να εμφανιστούν στην εκκλησία! Με δυο πήχες λοιπόν ντρίλι ή αλατσά, που αγόραζαν οι μανάδες, έφτιαχναν οι ίδιες τα ρουχαλάκια των παιδιών τους,

Όσες δεν τα κατάφερναν πήγαιναν σε άλλες που ήταν πιο ικανές και επιτήδειες στο ράψιμο. Οι γονείς κάποτε είχαν έντονα θρησκευτικά συναισθήματα, και προσπαθούσαν αυτά να τα μεταδώσουν και στα παιδιά τους. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα της νηστείας, τα νήστευαν κι εκείνα, κι αν όχι όλο το 40ήμερο, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Το έκαναν αυτό για να τα μαθαίνουν και τα παιδιά στην εγκράτεια, απαραίτητο προτέρημα για τον άνθρωπο της εποχής.

Οι ροδαριές της Σταυροπροσκήνησης

Τα παιδιά ανταμείβονταν με τις καταστάσεις και δραστηριότητες που ακολουθούσαν τα διάφορα έθιμα, όπως με το να πηγαίνουν χαρούμενα και γελαστά στα σπίτια, την παραμονή της Σταυροπροσκύνησης, αγόρια και κορίτσια σε κάθε χωριό, με τα πανέρια στα χέρια, και να μαζέψουν κάθε λογής λουλούδια και πρασινάδες από τα σπίτια που τους έδιναν οι νοικοκυρές.

Είχε μπει ήδη για καλά η Άνοιξη, και οι καρδιές όλων, ήταν ανοιχτές, γιατί ήταν επηρεασμένες ίσως, και από στις ομορφιές της φύσης.

Τα λουλούδια που ήταν πανέμορφα και πολύχρωμα, ήταν συνήθως, βασιλικοί, γαρύφαλλα, λευκά άνθη από το δένδρο μουρβέρι, κλαριά αρισμαρί και δάφνης, ζουμπούλια, μαντζουράνες, και ότι άλλο ήμερο λουλούδι είχε η κάθε μια στην αυλή της.

Τα λουλούδια αυτά στο χωριό μας, τα πήγαιναν από βραδύς στο σπίτι του παπά, που στη Γαλιά τότε ήταν ο παπά Γιώργης, και τα άφηναν πάνω σε ένα μεγάλο τετράγωνο τραπέζι, που είχε στο ευρύχωρο σαλόνι του.

Ο παπά Γιώργης, συχωρεμένος σήμερα, συνήθιζε να καλεί κάθε χρόνο, συγκεκριμένα άτομα, για να «δέσουν τσι ροδαρές», που θα μοιράσουν την επαύριον στους πιστούς στην εκκλησία την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Όλα αυτά τα λουλούδια το βράδυ θα τα αδειάσει ο παπάς από τα πανέρια στο τραπέζι, και οι καλεσμένοι του σε δύο τρεις ώρες περίπου θα τα είχαν δέσει με τάξη σε μικρά ματσάκια, και θα τα τοποθετούσαν ξανά στα ίδια πανέρια.

Σε όλο αυτό το διάστημα, υπήρχε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, διάθεση για καλαμπούρια, θα λέγονταν αστεία και διάφορα χωρατά, και η ώρα θα περνούσε ευχάριστα!

Σε κάθε ματσάκι έβαζαν και από ένα κλαρί πρασινάδα, δηλαδή βασιλικό, αρισμαρί ή δάφνη, και μετά τα έδεναν με σπάγκο, και η ροδαριά ήταν έτοιμη!

Στις ροδαριές δεν έβαζαν αγριολούλουδα, αλλά ούτε και λεμονανθούς, τους οποίους όμως έβαζαν αργότερα τα κορίτσια στον Επιτάφιο.

Τα παιδιά κυρίως που συμμετείχαν στις ροδαριές, είχαν μέσα τους κρυφή χαρά, γιατί ήξεραν πως στο τέλος της εργασίας, ο παπάς θα άδειαζε στο μεγάλο τραπέζι δυο τεράστιες χαρτοσακούλες αράπικα αλμυρά φιστίκια, και όλοι μετά θα είχαν επιδοθεί, στο να τρώνε αυτά τα υπέροχα καλούδια! Χαράς Ευαγγέλια λοιπόν και για τα παρευρισκόμενα παιδιά, χαράς Ευαγγέλια όμως και για τους μεγάλους, που συνόδευαν τη ρακή τους!
Για τα παιδιά και τις γυναίκες, η παπαδιά, έβγαζε κάποιο αναψυκτικό, λεμονάδα, πορτοκαλάδα, η γκαζόζα.

Πέρναγε ευχάριστα η ώρα, με τους άνδρες να έχουν πιεί τρία τέσσερα ρακάκια, μιας και το καλούσε η βραδιά! Επικρατούσε πάντως η χριστιανική πεποίθηση, πως τα λουλούδια που είχαν οι ροδαριές, επειδή είχαν ευλογηθεί στην εκκλησία, έπιαναν πάντα αν τα φυτέψει κάποιος.

Ωστόσο, πολλές γυναίκες «το είχαν σε καλό», να τα φυτεύουν, συνήθως είχαν επιτυχία, τα υπόλοιπα τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι τους.

Οι Σταυροί των Βαίων

Το ίδιο περίπου σκηνικό, θα επαναλαμβανότανε και την παραμονή των Βαίων, αφού ο παπάς θα ανελάμβανε να στείλει άνθρωπο να πάει να κόψει «Κλάδους Βαίων», από τις βαγιές (χουρμαδιές) του χωριού, αλλά και να κόψει και ένα «κλάδο ελιάς», ο οποίος να είναι εύρωστος, ανθισμένος, για να τον πάει κι αυτόν στην εκκλησία.

Τους σταυρούς, τους έφτιαχναν και εκείνους έντεχνα, κόβοντας από ένα στενόμακρο λευκό σπαθάτο φύλλο, το χώριζαν στα δυο, και εν συνεχεία, έκαναν τις σχετικές αναδιπλώσεις, για να φτιαχτεί αρχικά ο μισός σταυρός.

Έπειτα με ένα άλλο φύλλο γινόταν το ίδιο, ενωνόταν και ο άλλος μισός, και γινόταν ο τελικός σταυρός, που τον τοποθετούσαν στη συνέχεια, έναν – έναν, μέσα στο πανέρι, τον ένα πάνω σ’ άλλο.

Ο παπάς κι η παπαδιά, αναλάμβαναν να φτιάξουν τους δύσκολους και πολύπλοκους σταυρούς για την εκκλησία, καθώς εκείνοι είχαν ειδικότητα.

Και πάλι στο πέρας των εργασιών επακολουθούσε φαγοπότι με ξηρούς καρπούς, τα γνωστά φιστίκια, τα ρακάκια και τα κεράσματα.

Ήταν πια όλα έτοιμοι, για να μεταφερθούν τα πανέρια το πρωί της Κυριακής των Βαίων στην εκκλησία, μαζί με τον κλάδο της ελαίας.
Το έθιμο αυτό, αναπαριστούσε την υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου Τον είχαν υποδεχτεί «Μετά βαίων και κλάδων».

Έτσι, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, φεύγοντας ο κάθε πιστός , μαζί με το αντίδωρο, έπαιρνε κι από ένα σταυρό, έκοβε και ένα μικρό κλαράκι ελιάς και αυτά φτάνοντας στο σπίτι η νοικοκυρά, τα τοποθετούσε στο εικονοστάσι.

Επίσης εκείνη την ημέρα ακουγόταν και η φράση: «Των Βαγιώ – Βαγιώ, τρώνε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή τρώνε το ψητό αρνί», γιατί ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας.

Τη Μεγαλοβδομάδα

Tα συναισθήματα όλων την Μ. Βδομάδα εκφράζονταν στο παρακάτω λαϊκό εβδομαδιαίο φρασεολόγιο:

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στον Τάφο
Κυριακή του Πάσχα –Ο Χριστός Ανάστα!

Οι ανωτέρω φράσεις βέβαια αλλάζουν ριζικά από χωριό σε χωριό αφού έχουμε πολλές εκδοχές, αλλά εμείς αναφέραμε ήδη μια Γαλιανή εκδοχή, την οποία και θα επεξηγήσουμε.

Μ. Δευτέρα

Τη Μεγαλοβδομάδα απέφευγαν τις πολλές δουλειές, και κυρίως τις εξωτερικές, γιατί ήταν περίοδος θρησκευτικής κατάνυξης και νηστείας. Εν τούτοις η Μ. Δευτέρα ήταν η πρώτη μέρα της Μ Βδομάδας που δεν έβγαιναν έξω στα χωράφια, και ήταν ατέλειωτη, γιατί ίσως επειδή δεν ήταν στη δουλειά διέφερε, γιατί απλά εκεί περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν. Τη Μ Δευτέρα πάντως οι γυναίκες ασχολούνταν περισσότερο με το νοικοκυριό του σπιτιού άσπρισμα και καθάρισμα. Άσπριζαν όλους τους εξωτερικούς τοίχους, έβγαζαν έξω τα κρεβάτια και όλα τα υπάρχοντα του σπιτιού, και ασβέστωναν και από μέσα τοίχους και ταβάνια με την μπανανόβουρτσα.

Μ. Τρίτη

Η Μ. Τρίτη είναι «μεγάλη κρίση», γιατί συνεχίζεται η καθαριότητα της Μ. Δευτέρας στο χώρο του σπιτιού καθώς επίσης και όλα τα γύρω σοκάκια, τα οποία καθαρίζουν κι αυτά με τις σκούπες από τυχόν κοπριές ζώων και φύλλα των δένδρων. Εκτός από το σπίτι, και όλα τα στενά πρέπει να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής. Όμως η αγωνία να τα προλάβουν όλα στην εντέλεια, και η συνεχιζόμενη αυστηρή νηστεία της Μ. Βδομάδας , έδιναν εντύπωση «κρίσης»!

Μ. Τετάρτη

Την Μ. Τετάρτη, η νηστεία εξουθένωνε ακόμα περισσότερο σε σημείο να φέρνει ζάλη – ντάλη! Ουσιαστικά όλο αυτό το τριήμερο κινείται στον ίδιο ρυθμό, και από την επ’ αύριο Μ. Πέμπτη θα αρχίσει ουσιαστικά το Θείο Δράμα.

Μ. Πέμπτη

Την Μ. Πέμπτη ο Χριστός που τον είχαν χάσει οι μαθητές του, γιατί είδαν τον τάφο ανοιχτό και δεν ήταν μέσα, τελικά όμως «ευρέθη», αφού η μόνη που τον είδε ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και πήγε να μάλιστα να Τον αγγίξει, και ο Κύριος της είπε το γνωστό εκείνο «μην μου άπτου». Την μέρα αυτή μετά την εκκλησία, πήγαιναν οι νοικοκυρές στο σπίτι να βάψουν τα αυγά τους με (οικολογική) βαφή, από φλοίδες κρεμμυδιού που έβραζαν μαζί με τα αυγά, έβαζαν κανέλα, ή κίτρινες μαργαρίτες για διάφορες αποχρώσεις. Με μια κάλτσα περνούσαν το αυγό που μέσα είχαν προσαρμόσει διάφορα άνθη, όπως μαργαρίτες, χαμομήλια, παπαρούνες , άνθη μολόχας κλπ, αλλά και φύλλα, όπου έπαιρναν το σχήμα τους, όπως τσουκνίδα, μολόχα. Η μέρα σήμερα θέλει τη νοικοκυρά να φτιάχνει τα λαμπροκούλουρα, αλλά και τα λαζαράκια. Τα λαζαράκια τα έφτιαζχναν με ζυμάρι, σχημάτιζαν με τη ζύμη ένα κεφάλι, το σώμα, να είναι ξαπλωμένο, και τα πόδια σχηματίζονταν με μια γραμμή. Στο κεφάλι έκαναν μάτια στόμα με γαρίφαλα, και στο κέντρο στην κοιλιά έβαζαν ένα κόκκινο αυγό, και όλα αυτά τα έψηναν στον ξυλόφουρνο.

Μ. Παρασκή

Την Μ. Παρασκή ο Χριστός είναι ακόμα στο καρφί επάνω στο Σταυρό, αλλά έλεγαν και το εξής: «Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερο μαύρη μέρα, σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται» .Τα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια θα μαζέψουν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο, αλλά και τα καλορίζικα όπου θα τα βάλουν γύρω από το «σώμα» του Χριστού επάνω στον Επιτάφιο.

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και θυμιάζουν, ανάβουν τα καντήλια, καθώς επίσης και στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, θα τους ανάψουν και εκεί το καντήλι.

Οι νεαρές κοπέλες το βράδυ θα πάνε στην εκκλησία ντυμένες στα μαύρα, και τα αγόρια με μαύρα πουκάμισα, θα ψάλουν τον Επιτάφιο Θρήνο μέσα στην εκκλησία, αλλά και έξω στην περιφορά του στο χωριό. Την Μ. Παρασκευή δεν κάνουν δουλειές, δεν σκουπίζουν, δεν κάνουν κουλούρια γιατί αν κάνουν αυτά θα μουχλιάσουν! Ακόμα και την σκούπα την έχουν κάπου κρυμμένη!

Στον Επιτάφιο μνημόνευαν τις ψυχές την Μ. Παρασκευή, όπως και το ψυχοσάββατο, γιατί μαζί με τον Χριστό, και εκείνες είναι αναστημένες.

Στο τέλος φεύγοντας για το σπίτι έπαιρναν καλορίζικα από τον Επιτάφιο, και τα φύλαγαν στο εικονοστάσι σε ένα σακουλάκι. Πίστευαν πως τα καλορίζικα αυτά είναι θαυματουργά. Σήμερα σε κάποιες εκκλησίες τα καλορίζικα τα δίνουν σε ειδικά σακουλάκια.

Πίστευαν πολύ στη δύναμη που έχουν τα καλορίζικα του Χριστού, που κάποιες γυναίκες αν έβαζαν έστω και ένα φυλλαράκι στον κουνενό, αμέσως θα ανέβαινε (φούσκωνε) το ζυμάρι. Μάλιστα μια δοξασία έλεγε πως κάποια γυναίκα που πήγε στην Τήνο να παρακαλέσει την Παναγία για να πιάσει παιδί , έφαγε ένα φύλο από τα καλορίζικα του Χριστού για να μείνει έγκυος. Έφαγε επίσης η γυναίκα εκείνη και το καντηλάκι με το φυτίλι, και παρεκάλεσε την Παναγία να της «πέψει» αγόρι, κι ας ήταν και παράλυτο! Πράγματι έμεινε η γυναίκα έγγειος, έκανε αγόρι, αλλά το ένα του χεράκι ήταν παράλυτο, και το είχε ακινητοποιημένο προς τα πίσω.

Όταν ο παπάς στη βάπτιση του παιδιού πήγε να του βάλει Άγιο Μύρο στο σώμα του σε σχήμα σταυρού, του έβαλε και στο παράλυτο χεράκι στην παλάμη του που είχε από τότε μόνιμα πίσω από το κορμί του. Τελικά μετά το Χρίσμα της Βάπτισης του παπά, το παιδί άνοιξε το παράλυτο χεράκι του, και εκεί μέσα κρατούσε το φυτίλι από το καντηλάκι που είχε καταπιεί η μάνα του!

Μεγάλο Σαββάτο

Το Μεγάλο Σαββάτο, λένε ο Χριστός στον τάφο, αλλά έλεγαν και το «Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω, που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα». Αυτό και μόνο δήλωνε το αποτέλεσμα της εξουθενωτικής νηστείας! Όμως ο αφέντης του σπιτιού θα σφάξει το αρνί, όπου θα γίνει θυσιαστήριο στη θυσία του Κυρίου, και θα είναι έτοιμο για ανήμερα του Πάσχα,! Αργά η νοικοκυρά θα έχει κι εκείνη έτοιμα τα «κοιλικά», για να ετοιμάσει το παραδοσιακό αυγολέμονο. Τα παιδιά επίσης ξαμολιόταν από νωρίς στις γειτονιές και τη Μ. Παρασκευή, για να μαζεύουν λουλούδια και λεμονανθούς, να τα πάνε στην εκκλησία για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

Την παραμονή επίσης του Πάσχα, αλλά και νωρίτερα, τα παιδιά έπρεπε να γυρνάνε τις γειτονιές και να παίρνουν κρυφά ξύλα από τις αυλές των σπιτιών για το κάψιμο του Ιούδα. Το έθιμο το καλούσε τα ξύλα να είναι κλεμμένα! Τα παιδιά επίσης, κυρίως τα αγόρια, έσμιγαν στις γειτονιές, είχαν μαζί τους ψαλίδι και χαρτοσακούλες , σπίρτα ή μπαρούτι από σφαίρες, και έφτιαχναν τα αυτοσχέδια «σκλαπαντζίκια» . Έκοβαν δηλαδή το χαρτί σε λουρίδες στενόμακρες με το ψαλίδι, μέσα τοποθετούσαν το μπαρούτι, και το τύλιγαν τριγωνικά, και στο τέλος το κολλούσαν με ζυμάρι ή το έδεναν με σπάγκο. Στο τέλος έκαναν μια τρύπα από όπου θα του έβαζαν φωτιά την ώρα της Ανάστασης. Τα μεγάλα παιδιά μάθαιναν την τεχνική στα μικρότερα, κι αν τα σκλαπαντζίκια τα τύλιγαν και με σύρμα, τότε τα λέγανε «συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια». Τα συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια έκαναν δυνατότερο κρότο, αλλά ήταν και σαφώς πιο επικίνδυνα!

Κάθε σπίτι όμως η νοικοκυρά έκαιγε τον δικό της Ιούδα ανάβοντας ένα θυμαράκι ή αχινοπόδι που έκαιγε επάνω στην παλάμη (φτυάρι), ή χάμω στην αυλή.

Πάντως τα παιδιά, μετά από αυτή την αβάσταχτη νηστεία, ήταν φυσικό να μην περιμένουν καν μετά το «Χριστός Ανέστη» να πάνε στην εκκλησία, και να έχουν υπομονή να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε «λεργιά»!

Πηγαίνοντας στην εκκλησία, είχαν στη τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και δυο τρία τσουρέκια! Μόλις ο παπάς έψαλε δυνατά το «Χριστός Ανέστη», εκείνα έβγαζαν επιτόπου το αυγό από την τσέπη και το τσούγκριζαν με τα διπλανά παιδιά, και το έτρωγαν επιτόπου μαζί με τα τσουρέκια, γιατί δεν άντεχαν στην αγωνία και τη μεγάλη λαχτάρα τους, να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε!

Τόση ήταν η λαχτάρα τους για να φάνε επιτέλους κάτι αξιόλογο, καπό το καθημερινό συνηθισμένο φαγητό, που ήταν κυρίως πατάτες τηγανητές, βραστοί χοχλοί, όσπρια νερόβραστα και χόρτα βραστά. Από την Μ. Παρασκευή πάντως ούτε λάδι!!

Βέβαια σε κάποια χωριά όπως στη Γαλιά, προ κατοχικά, ο παπάς του χωριού, που τότε ήταν ο γνωστός Παπά Γιάννης, έβαζε την παπαδιά να βράσει 100 με 150 αυγά, να τα βάψει κόκκινα, τα έβαζε σε ένα πανέρι, και όταν έλεγε πάντα το Χριστός Ανέστη έξω από την εκκλησία, και φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία, αντί για αντίδωρο από το πανέρι έπαιρναν από ένα κόκκινο αυγό, που τα τσούγκριζαν επιτόπου για τα «χρόνια πολλά»!

Την ίδια στιγμή που αναφωνεί ο παπάς το Χριστός Ανέστη, αμέσως άρχιζε το «πολεμικό» κλίμα, τα σκλαπαντζίκια άρχιζαν να πυροδοτούνται από τα παιδιά, ανάβοντάς τα με ένα σπίρτο, που τα πετούσαν στον αέρα, κι εκείνα έσκαγαν με δυνατό κρότο! Άλλα παιδιά αμέσως έβαζαν φωτιά στον μεγάλο σωρό με τα ξύλα, και οι φωτιές αμέσως άρχιζαν να λαμπαδιάζουν σε μεγάλο ύψος, και ο Ιούδας πλέον καιγόταν!

Καμιά φορά γέμιζαν και κανένα παντελόνι και πουκάμισο με άχυρα και έκαναν έναν αχυρένιο άνθρωπο που παρίστανε τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον στερέωναν επάνω σε ένα ξύλινο όρθιο στύλο, και μαζί με τα ξύλα καιγόταν και ο αχυράνθρωπος! Σε κάποια χωριά της Κρήτης πέταγαν επάνω στη φωτιά στο κάψιμο του Ιούδα, και τους «Μάηδες», δηλαδή τα αποξηραμένα λουλούδια της Πρωτομαγιάς, γιατί πίστευαν πως έτσι θα εξόρκιζαν το κακό, και τη γλωσσοφαγιά. Το βράδυ μετά το «Χριστός Ανέστη» κατά την επιστροφή στο σπίτι, αντί μαγειρίτσα στα χωριά της Κρήτης, είχαν ετοιμάσει οι μανάδες ένα άλλο είδος μαγειρίτσας από ποδαράκια αρνιού ή κατσικιού, πατσά και έντερα. Τα ποδαράκια τα τσουδίζανε στη φωτιά να καούν οι τρίχες, τα πλένανε καλά όπως, και τα τυλίγανε με έντερα, το ίδιο και τις κοιλιές και κάνανε τα περιβόητα γαρδουμπάκια. Αυτά τα βράζανε είτε σκέτα με λεμόνι και λάδι, είτε με αγκινάρες και πατάτες είτε σκέτα και τα αυγοκόβανε.

Ήταν το αγαπημένο φαγητό όλων, και παράλληλα με τα κόκκινα αυγά που τσουγκρίζανε, πίνανε το κρασί που το καλούσε η βραδιά, για να ευχηθούν αλλήλους «Χριστός Ανέστη Χρόνια πολλά και του χρόνου, και αύριο με το καλό»!

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία.

Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»!

Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία. Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»! Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Σε Μεσαρίτικη εκδοχή)

Το μοιρολόι της Παναγίας, είναι ένα ποίημα που έχει επικρατήσει και σαν «Κάλαντα της Μ. Παρασκευής», αλλά στα κατηχητικά της εποχής πριν το ’60, αναφερόταν στους μαθητές και σαν «προσευχή της Μ. Βδομάδας». Το ποίημα αναφέρεται στο μοιρολόι της Παναγίας όταν ο Υιός της ήταν ακόμα επάνω στον Σταυρό.

Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει.
Ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον Μονογεννή της.
-Κάνε κυρά μου υπομονή κάνε κυρά μου ανέση (άνεση)
-Και πως να κάνω υπομονή και πώς να κάνω ανέση
απού ‘χω Γιό Μονογενή και Κείνος Σταυρωμένος.
Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβ η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα
έπιασαν το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι
κι άνοιξε η πόρτα του ληστού και η πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά τηρά ζερβά κανένα δεν γνωρίζει
τηρά και δεξιότερα και βλέπει τον Άη Γιάννη.
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του Γιού μου
μην είδες τον Υ(γ)ιόκα μου και σε τον Διδάσκαλο σου?
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω ,
δεν έχω χεροπάλαμο διά να σου τον ε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον τον Γυμνό τον Παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο?
Όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι ?
Εκείνος είν’ ο Γιόκας σου και εμέ Διδάσκαλος μού.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά Τον ερωτούσε.
-Δεν μου μιλεί ς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου?
-Τι να σου πω μανούλα μου, που διαφορά δεν έχει,
μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι
που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνει η γη κι ο ουρανός σημαίνει,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά με τρεις χρυσές καμπάνες !

Υπάρχει βέβαια η δοξασία που θέλει να αγιάζει όποιος μαθαίνει αυτή την προσευχή, όποιος την ακούει να τη λένε, ή τη όποιος τη σώζει για να την μαθαίνουν και οι άλλοι, κι όποιος την διακινεί. Επίσης «βλέπει τον παράδεισο» όποιος τη μελετάει το βαθύτερο νόημα της.
Έτσι η προσευχή τελειώνει ως εξής:

«Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφρουκαστεί παράδεισο θα λάβει .
Παράδεισο και Λίβανο από τον Άγιο τάφο».

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

«Μάνα θα πάρω παπί» – «όχι παιδί μου θα σκοτωθείς». Τα θρυλικά παπάκια των 80′ς (βίντεο) …

Δημοσιεύτηκε

στις

«Μάνα φεύγω, έχω ραντεβού για καφέ με τα παιδιά»

«Μην αργήσεις. Εσώρουχο άλλαξες; Κάλτσες;»

«Ναι ρε μάνα. Όλα τα άλλαξα, φεύγω».

«Κοίτα μη τυχόν και ανέβεις σε παπάκι. Δε θέλω παρέες με τέτοιους».

«Γιατί ρε μάνα, κέρατα έχουν;»

«Αυτό που σου λέω. Με αυτά σκοτώνονται τα παιδιά και κλείνουν τα σπίτια».


Ο διάλογος κλασικός.

Μετά τα εσώρουχα και τις κάλτσες, η έννοια της μάνας στη δεκαετία του ’80, ήταν τα παπάκια. Αυτά τα ανεπανάληπτα και πλέον all time classic 50άρια μηχανάκια.

Στις ηλικίες 16 ως 25, οι πωλήσεις έκαναν θραύση. Οι μύθοι της εποχής, σχετικά με αυτούς που τα καβαλούσαν και τα ατυχήματα στους δρόμους, ήταν ατελείωτοι.

«Μάνα, θα αγοράσω μηχανάκι».

«Όχι παιδί μου, μην μου το κάνεις αυτό (τράβηγμα μαλλιών). Φοβάμαι, σε παρακαλώ. Κάνε υπομονή να πάρεις αυτοκίνητο».

Και αυτός ο διάλογος κλασικός. Όλοι ήθελαν ένα παπάκι γιατί ήταν μόδα, δεν απαιτούσε ιδιαίτερες οδηγικές ικανότητες, ήταν φθηνό και «σήκωνε» πολλές τροποποιήσεις στον κινητήρα και τη γενική εμφάνιση.

Η αγορά …

 

Το προσωνύμιο«παπί» δεν είναι απολύτως διευκρινισμένο πως το απέκτησε. Οι απόψεις είναι ότι είτε λόγω του θορύβου του, είτε λόγω της εμφάνισής του. Το πιθανότερο είαναι ότι πήρε το όνομα απο τον ήχο πα-πα-πα, που έκανε μόλις αφαιρούσες  την εξάτμιση απο το μοτέρ.

 

Τα πειραγμένα

 

Τα Super Club 50cc και οι οδηγοί τους, είχαν ένα ιδιαίτερο στιλ. Ο αναβάτης, μόλις αγόραζε το παπάκι, έριχνε άλλα τόσα λεφτά για να το κάνει «αγριόπαπια».

Έβγαζε αμέσως τους καθρέπτες και τη σχάρα. Έβγαζε την ποδιά. Έκοβε τα φτερά. Άσπριζε την πινακίδα για να ξεφεύγει από τα μπλόκα ή την έκοβε για να μην ενοχλεί στη σούζα, και «πείραζε» τον κινητήρα για να το κάνει 72cc.

Σταδιακά, τα κυβικά ανέβαιναν και άλλαζαν οι ρόδες, η σέλα, τα φλασάκια, και οτιδήποτε άλλο «φορούσε» το εργοστασιακό μηχανάκι.

Ακολουθούσε πάντα η σχετική μόστρα του «γκαζιού» μπροστά από καφετέριες και πλατείες και σε ορισμένες περιπτώσεις παίζονταν στοιχήματα σε κόντρες με παπάκια.

Ο θρύλος λέει ότι κάποιοι έκαιγαν κηροζίνη και πέταγαν …

Το στράβωμα των ποδιών

Ένας οδηγός «πάπιας» που σεβόταν τον εαυτό του, έπρεπε να ξέρει να στήνεται σε αυτό.

Το στυλ απαιτούσε από τον οδηγό να κάθεται στη σέλα όσο πιο μπροστά μπορούσε.

Τα γόνατα να είναι κολλητά και στους μασπιέδες, τα πόδια στραβά προς τα μέσα με τις φτέρνες προς τα έξω.

Το κράνος ήταν «ξενέρωτο», καθώς η μοδάτη χαίτη έπρεπε να ανεμίζει.

Το παντελόνι μπάγκι ή ψαράδικο και ελαφρώς τραβηγμένο προς τα πάνω, για να φαίνεται η άσπρη κάλτσα και το μαύρο Sebago ή sea and city.

Τις μπότες και τα δερμάτινα τύπου perfecto τα φορούσαν αυτοί που είχαν μεγάλες μηχανές. Αργότερα οι παπάκηδες τους μιμήθηκαν.

Το μπουφάν αρχικά ήταν στρατιωτικό, τύπου flight και αργότερα έγινε φουσκωτό.

Η σούζα, η κολιά και λοιπά τσαλιμάκια στις δύο ρόδες, ήταν «υποχρεωτικά μαθήματα». Το ίδιο και οι μηχανικές γνώσεις επί όλων των τμημάτων του παπιού.

Όσο πιο πειραγμένο και φτιαγμένο εξωτερικά ήταν ένα παπάκι, τόσο πιο περπατημένος φαινόταν ο οδηγός του. Ένα καλό παπί έπρεπε οπωσδήποτε να κάνε…

Η τέχνη του συνοδηγού

Όσο για τον συνοδηγό, έπρεπε να είναι ελαφρώς προς τα πίσω, με τα χέρια και τα πόδια κρεμασμένα και όχι ακουμπισμένα πίσω στους μασπιέδες.

Ο εκπαιδευμένος συνοδηγός ήταν απαραίτητος, για τη φιγουράτη «δικάβαλη σούζα», καθώς ήξερε να τραβάει και να κρατάει σταθερά τον οδηγό προς τα πίσω.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξομοίωναν τους οδηγούς με το ιδιαίτερο στιλ, με «άτομα που έχουν μπλέξει», ή μέλη φοβερών και τρομερών συμμοριών.

Τη δεκαετία του ’90, η άποψη για τα παπάκια άλλαξε. Οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι και η έλλειψη πάρκινγκ, έστρεψαν πολλούς σε μια φθηνή και αξιόπιστη λύση.

Το παπάκι ήταν ότι έπρεπε, ευέλικτο, δεν έκαιγε και πολλή βενζίνη, ενώ το πάρκαρες σε δευτερόλεπτα.

Η ταχύτητα και η ενεργητική ή παθητική ασφάλειά του παπιού, δεν ήταν ποτέ τα «προσόντα» του, αλλά πρόκειται για ένα καλοφτιαγμένο και διαχρονικό όχημα….

Η προέλευση

Τα παπάκια της Honda και της Yamaha κυκλοφόρησαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από την Ιαπωνία, που προσπαθούσε να ανακάμψει.

Η είσοδός τους στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική αγορά ήταν πολύ δύσκολη. Κανείς δεν εμπιστευόταν ακόμη ένα ιαπωνικό προϊόν. Ήταν όμως μια λύση, για αυτούς που δεν ήθελαν μεγάλου κυβισμού μηχανές, αλλά ένα ελαφρύ δίκυκλο, για να εξυπηρετούνται σε μικρές αποστάσεις.

Τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να κάνουν τις πρώτες σημαντικές πωλήσεις και σταδιακά καθιερώθηκαν. Με αυτό το θρυλικό μηχανάκι άρχισαν πολλοί να εκπαιδεύονται στην οδήγηση με δύο ρόδες και να αγαπούν τις μηχανές. Ακόμη και αυτοί που δεν είχαν χαίτη ή ψαράδικο παντελόνι.

Στην Ελλάδα έκανε θραύση τη δεκαετία του ’80. Σήμερα παράγεται και από άλλες εταιρείες, σε διάφορα σχέδια και κυβικά και αποτελεί ακόμη εγγύηση για τις μετακινήσεις. Δείτε το βίντεο  με το παπάκι της Βίκυς που εχουν επιλέξει περίπου 1,5 εκατομμύριο χρήστες στο διαδίκτυο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η Κανελάδα – Γεννήθηκε στον Ψηλορείτη και σήμερα κατέκτησε τα νησιά μας!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η κανελάδα που λέγεται και χιονάδα, ως γνωστόν είναι ένα δροσιστικό ρόφημα, με βάση το σιρόπι κανέλας και χιόνι


Ψάχνοντας την ιστορία της, έχουμε πληροφορίες για την πώληση της στα παζάρια, από το 1700 περίπου μΧ .

Πρωτοεμφανίστηκε δε στα ορεινά του Ψηλορείτη, κυρίως στην περιοχή των Βοριζίων αφού βασικό της συστατικό της είναι το χιόνι.

Οι βοσκοί αξιοποιούσαν το χιόνι, και γενικά τα δροσερά μέρη μέσα στα σπήλαια, αφού ήδη είχαν εκεί τα τυροκέλια τους για φυσική ωρίμανση του τυριού.

Ο Ψηλορείτης είχε πάντα το προνόμιο να έχει χιόνι χειμώνα καλοκαίρι.

kanelada1

Σ’αυτό το μαρτυρεί βέβαια και ο παλιός στίχος:

”Στου Ψηλορείτη την κορφή
ποτές δε λείπει χιόνι,
ώσπου να λιώσει το παλιό
καινούργιο το πλακώνει!”

Πρόσβαση στο χιόνι το καλοκαίρι, είχαν μονάχα οι βοσκοί στα ορεινά, στα Ακόλητα, και σε άλλους βοσκότοπους του Ψηλορείτη εκείνα τα χρόνια.

Το καλοκαίρι το χιόνι , διατηρείτο μέσα σε βαθιές χαράδρες χαμηλά, η σε σπήλαια τους λεγόμενους τάφρους.
Για να συλλέξει κανείς χιόνι, έπρεπε να κατέβει στην τάφρο με σχοινιά, γύρω στα 20 μέτρα, σε περιβάλλον κατάψυξης.

Αφ’ ότου έκοβε μια κολόνα ο άνθρωπος στην τάφρο μέσα με τον σάρακα, φώναζε και την ανέσυραν πάνω, κοκ.
Αν δεν άντεχε κάποιος στο κρύο, κατέβαινε άλλος στη θέση του.

Πολλοί είχαν λιποθυμήσει από την πολύ παγωνιά, προσπαθώντας με τον σάρακα να χαράξουν και να κόψουν μια κολόνα χιονιού.

Η ομάδα ανέβαινε στο βουνό με διο τρία μουλάρια, στα οποία είχαν φορτώσει από 4 έως 5 κολόνες χιονιού στο κάθε ένα.
Διέσχιζαν δύσβατα εδάφη, χωρίς δρόμο, ανάμεσα σε κατσοπρίνια, σκίνους, και πολλά θαμνώδη που δυσκόλευαν την διέλευση όλων.

Γνωρίζουμε οικογένειες κανελάδων, που αρχικά ζούσαν στα Βορίζα, κοντά στον Ψηλορείτη δηλαδή, αλλά μετά κατέβηκαν νοτιότερα, στη Γαλιά, στις Μοίρες και τα γύρω χωριά.

Μία από αυτές τις οικογένειες που γνωρίζουμε, ήταν και η οικογένεια του Εμμανουήλ Χουστουλάκη που πωλούσαν κανελάδες προ δύο και βαλε αιώνων!

Σήμερα έχουμε πέμπτη και έκτη γενιά της ίδιας οικογένειας που πουλάνε ακόμα κανελάδες στο παζάρι των Μοιρών η όπου χρειαστεί.
Ο Γεώργιος Χουστουλάκης, γιός του Εμμανουήλ, συνέχισε την πώληση κανελάδας, και εγκαταστάθηκε πλέον στη Γαλιά Ηρακλείου.

Την πώληση της κανελάδας συνέχισε μετέπειτα και ο γιος του, Εμμανουήλ Χουστουλάκης, όπου τυγχάνει να ήταν και παππούς του γράφοντος.

Ο δε παππούς Μανώλης η Ρετζεπομανώλης, έβαλε στην πώληση κανελάδας και όλα του τα αρσενικά παιδιά, Αλέκο, Στάθη Μιχάλη, Αντώνη (γαμπρός του) , μέχρι σήμερα, που ο τελευταίος απόγονος της γενιάς αυτής που πουλούνε κανελάδες, που είναι ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης, γιος του Αντώνη.

Ένας δε γιος του Μανώλη Χουστουλάκη, ο Μιχάλης, η Μιχαήλος, με την εφευρετικότητά του, ανέβασε την όλη διαδικασία της πώλησης σε υψηλά επίπεδα.

kanelada-palia

Το 1945 μετά τον πόλεμο, έφτιαξε ένα ειδικό τραπέζι, πρακτικό για κανελάδες!

Το τραπέζι αυτό είχε δύο συρτάρια με μεταλλική επένδυση μέσα στα συρταράκια αυτά, και από ένα βρυσάκι το κάθε συρτάρι.

Συνήθως στην πώληση υπήρχαν τρία άτομα. Ο υπεύθυνος που διαλαλούσε φωναχτά την πραμάτια του, έβαζε και το σιρόπι στα ποτήρια.

Ο άλλος συνήθως έβαζε στα ποτήρια το χιόνι από το σακί, και ο τρίτος της παρέας άνοιγε το βρυσάκι από τα συρτάρια που ήταν γεμάτα νερό, και ξέπλενε τα ποτήρια.

Το νερό που έπεφτε στο ξέπλυμα, έμπαινε μέσα σε έναν τσίγκινο κουβά.

Ο Μιχαήλος, είχε κάνει επίσης μια ειδική κατασκευή πάνω στο τραπέζι που σώζεται ακόμα, με δυο τάβλες πάνω κάτω τρύπιες.

Οι τάβλες αυτές στηριζόταν στο πλάι του τραπεζιού.

Τα μπουκάλια όρθια, το κάθε ένα σε μια τρύπα, ήταν τοποθετημένα μπρούμυτα με το στόμιο προς τα κάτω, και το κάθε ένα είχε και μικρό βρυσάκι από κάτω, προσαρμοσμένο στο φελλό.

Στη σειρά λοιπόν τα μπουκάλια εστραμμένα προς τα κάτω λεμονάδες και πορτοκαλάδες, και ότι θέλει ο πελάτης διάλεγε!

Ο καλλίφωνος τότε αλλά και μερακλής, ο μακαρίτης πλέον Μιχαήλοςς διαφήμιζε φωναχτά την δικιά του κανελάδα με τα παρακάτω….

-Κρύο και παγωμένο
κι απ το βουνό φερμένο!
Τρέξτε κοπελιές να πείτε,
να καλοπαντρευτείτε!
Τρέξτε μικροί μεγάλοι
τα φράγκα είναι χαλάλι!

Και μετά ο Μιχαήλος χαμήλωνε τη φωνή του, και έλεγε με χιούμορ…

-Και σείς οι παντρεμένοι
καλή ψυχή καημένοι….
Πιό μετά θα έλεγε :

-Γλυκό γλυκό το φτιάχνω
για αυτό και δεν προκάνω!

Κρύο κρύο είναι μπούζι,
γλυκό σα το καρπούζι!

Τρέξτε μικροί μεγάλοι,
τα φράγκα είναι χαλάλι!

kanelada-palia1

Υπήρχε αρκετό κέφι για εργασία, αφού ο πάγκος με τις κανελάδες άφηνε πολύ κέρδος τα χρόνια εκείνα.

Σημειωτέον, ο πωλητής κανελαδας, είχε στον πάγκο του και την παγωνιέρα με τα υπέροχα παγωτά κασάτα, μέσα σε ξύλινη κατασκευή σαν βαρελάκι.

Γύρο γύρω από την παγωνιέρα έως την ξύλινη κατασκευή, υπήρχαν άχυρα για μόνωση.

Παράλληλα πολλοί πωλητές κανελάδας, στον πάγκο με τις κανελάδες, δίπλα είχαν και άλλο ένα πάγκο με τα ζαχαρωτά.

Καραμέλες σισαμόπιττες, παστέλια είχαν πολύ απήχηση στον κόσμο, αφού σε πολλές κωμοπόλεις της Κρήτης δεν υπήρχαν ακόμη ζαχαροπλαστεία.

Τα παλαιότερα χρόνια, εικάζουμε πριν τριακόσια, οι βοσκοί του Ψηλορείτη, που ήταν οι μόνοι που είχαν την πολυτέλεια να φέρνουν χιόνι στο κονάκι τους και να το διατηρούν για μέρες στα άχυρα, που παρεμπιπτόντως είναι άριστο μονωτικό υλικό.

Στο σπίτι τους η στο κονάκι οι βοσκοί, έφτιαχναν διάφορα δροσιστικά ποτά με βάση το χιόνι.

Έπιναν τη ρακή τους που έριχναν μέσα και χιόνι.

Έφτιαχναν διάφορους χυμούς φρούτων που τους πρόσθεταν στο ποτήρι με το χιόνι.

Ο πιο συνηθισμένος χυμός ήταν από λεμόνι.

Η χιονάδα λεμονιού, μπήκε στην πώληση στους πάγκους για αρκετά χρόνια, μέχρι περίπου το ’55 εως το 60 που μπήκαν τα αναψυκτικά στην κυκλοφορία, οπότε και σταμάτησε.

Στη χιονάδα λεμονιού, έβαζαν σιρόπι το οποίον φτιαχνόταν βράζοντας στο νερό και χυμό λεμονιού με ζάχαρη..

Έμεινε όμως η κανελάδα και μέχρι τις μέρες μας, σαν παραδοσιακό προϊόν τοπικό.

Σήμερα όμως κατέκτησε και πολλά ελληνικά νησιά, γιατί αρέσει στους τουρίστες, έστω κι αν αντί χιόνι σερβίρουν αλεσμένα παγάκια!

Το παράδοξο βέβαια δεν είναι τα αλεσμένα παγάκια, αλλά που την κανελάδα την θεωρούν πως είναι ”τοπικό παραδοσιακό ποτό” του νησιού τους!

Το χιόνι όμως δεν ξέρω τα παλιά χρόνια που το έβρισκαν καλοκαιριάτικα!

Στην Μεσαρά όμως παραμένει παραδοσιακό δροσιστικό και αυτό το μαρτυρούν πολλά.

Οι φωτογραφίες που σώζονται του 1925, το τραπέζι του 1940, αλλά και το ότι οι παραδοσιακές οικογένειες που πουλάνε σήμερα κανελάδα δεν χρειάζονται σχετική άδεια αφού είναι παραδοσιακό προϊόν πολλών ετών στην περιοχή Μεσαράς.

Απ’ ‘οτι μας είπε και ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης, επειδή σε έφοδο συνελείφθησαν με τα αδέρφια του να πουλάνε κανελάδες χωρίς άδεια, τους πήγε ο υπεύθυνος της εφορίας δικαστικά.

Το δικαστήριο τους άφησε ελεύθερους, επειδή ο δικαστής ανέφερε πως ένα τέτοιο είδος δεν θα πρέπει να χαθεί, αφού είναι παράδοση στον τόπο μας και δει στην Μεσαρά υπόθεσης.

Δεν γνωρίζουμε αν αυτό γινόταν σε άλλο νησί αν ο δικαστής έβγαζε αθωωτική απόφαση.

Η κανελάδα , τα παλιά χρόνια, καθώς και τα ζαχαρωτά άφηναν καλά κέρδη στον πωλητή, εν αντιθέσει με το σήμερα, που όπως μας είπε ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης, η κανελάδα δεν αφήνει χρήμα, πέρα από ένα φτηνό μεροκάματο, κι αυτό μονάχα τα Σάββατα στο παζάρι.

 

Κείμενο – φωτογραφικό υλικό: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ενθυμήματα από τον παλιό Κλήδωνα στην Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη (Mέρος α’)


O Κλήδονας ήταν ένα πανάρχαιο έθιμο, με πολλές παραλλαγές, όχι μονάχα στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, και αναφέρεται σαν λέξη στα περισσότερα αρχαία βιβλία, ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου σαν λέξη σημαίνει μαντικό σημάδι.

Το έθιμο ξεκίναγε την παραμονή του Αϊ Γιαννιού του Λαμπατάρη ή Ριγανά, Φανιστή ή Ριζικάρη στις 23 Ιουνίου, και τελείωνε την επομένη το βράδυ. Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη.
Στο κείμενο μας θα αναφερθούμε στο πώς γινόταν στη Μεσαρά ο Κλήδονας τον περασμένο αιώνα, παίρνοντας πληροφορίες μας από παλιούς Μοιριανούς, Φανερωμιανούς και Γαλιανούς, όπως τα έζησαν οι ίδιοι, μια και εμείς οι περισσότεροι δεν τα ζήσαμε.

Τι ήταν όμως ο Κλήδονας?

Ο Κλήδονας σαν έθιμο, θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν υπόθεση κυρίως των γυναικών, και μάλιστα των ανύπαντρων κοριτσιών, που διακαώς επιδίωκαν να βρουν τρόπους να μαντέψουν κάποια στοιχεία από τον μέλλοντα σύζυγό τους! Ο μοναδικός και κύριος σκοπός της γυναίκας τότε ήταν ο γάμος, δηλαδή να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω χρονικά, και κυρίως στον Μεσαίωνα, ο Κλήδονας είχε πολλά τελετουργικά και πολλά εθιμοτυπικά. Αντίθετα με τα χρόνια, τα έθιμα του Κλήδονα λιγόστευαν, και απλοποιήθηκαν, οπότε μετά την κατοχή έμεναν κάποια βασικά του εθίμου.
Το έθιμο του Κλήδονα ήταν ένα από εκείνα, που αποσκοπούσαν στην μαντική του μέλλοντος, και αυτήν επεδίωκαν τα κορίτσια. Ήταν έθιμο ομαδικό, και εξελίσσονταν με κάποιες διαφορές ανά χρονιά σε χρονιά. Συνήθως δεν γινόταν πάντα το ίδιο, και πολλές φορές είχαμε διαφοροποιήσεις στη πραγματοποίηση του εθίμου αυτού, στην προσπάθεια τους να το καλυτερεύσουν, ακόμα και στο ίδιο χωριό. Άλλοτε γινόταν ομαδικά από όλο το χωριό, και άλλοτε ανεξάρτητα ανά γειτονιά, αν το χωριό ή η πόλη είχαν πολλούς κατοίκους.
Όπως και να γινόταν η συνάθροιση, το έθιμο αποσκοπούσε σε δυο πράγματα, την πρόβλεψη κάποιων στοιχείων από τον μέλλοντα γαμπρό, όνομα, επάγγελμα κλπ, αλλά και στη διασκέδαση και ψυχαγωγία όλων των παρευρισκομένων! Αυτό γιατί ο Κλήδονας ήταν ένα από τα λίγα έθιμα που πρόσφερε χαρά και διασκέδαση, αλλά και από τις ελάχιστες ευκαιρίες που έδινε στους ανύπαντρους νέους και τις νέες του χωριού την δυνατότητα να βρεθούν πολύ κοντά μεταξύ τους!
Στην διάρκεια διεξαγωγής του εθίμου, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε τέσσερα βασικά σημεία του, τα οποία και θα εξηγήσουμε ένα – ένα χωριστά. Δηλαδή α) την ώρα που πήγαιναν οι κοπελιές να φέρουν το «αμίλητο νερό» το πρωί στις 23 Ιουνίου, β) στις φωτιές του Άη Γιάννη το βράδυ της ίδιας μέρας, γ) το άνοιγμα του Κληδώνου στις 24 ανήμερα του Αϊ Γιαννιού την επ’ αύριο το μεσημέρι, και δ)το άδειασμα του αμίλητου νερού στο πηγάδι το βράδυ.

Ο Κλήδονας στην Γαλιά

Η Γαλιά ως γνωστόν (έχουμε ξαναπεί), ήταν χωριό που κράτησε μέχρι τελευταία τα παλιά έθιμα της Κρήτης, και αυτό διότι οι κάτοικοι είχαν έρθει και μετοίκισαν εκεί από τα Βορίζα, μια ελεύθερη περιοχή από τους διάφορους κατά καιρούς κατακτητές. Στα Βορίζα σαν ορεινό χωριό, τα παλιά έθιμα διασώθηκαν για πολλά χρόνια! Από την άλλη οι Γαλιανοί είχαν όρεξη να κρατήσουν και εκείνοι τα έθιμα τους, όπου και βάσταξαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60. Πέτυχαν λοιπόν έτσι να μην ξεχαστούν ή να αλλοιωθούν τα διάφορα έθιμα του τόπου, που ένα από αυτά είναι και ο Κλήδονας.

Φέρνοντας από την πηγή το αμίλητο νερό

Για τον Κλήδονα της Γαλιάς, ο 94χρονος σήμερα ο κος Μύρωνας Μαραγκάκης, μια ζωντανή σήμερα μαρτυρία, μας λέει τα εξής:

Τη παραμονή του Αϊ Γιαννιού το πρωί, είτε ο Κλήδονας γινόταν σε κάθε γειτονιά, είτε σε ένα μέρος όλοι μαζί, εκεί μαζευόταν μερικές ανύπαντρες κοπέλες, για να ετοιμάσουν όλα τα σχετικά που χρειαζόταν για να γίνει ο Κλήδονας.
Να έχουν δηλαδή έτοιμο το σταμνί, να έχουν βρει το κοριτσάκι που να βάζει μέσα στο σταμνί το χέρι του και να τραβάει τα φρούτα. Το κοριτσάκι μάλιστα αυτό αν είναι δυνατόν να το λένε και Μαρία (το όνομα της Παναγίας), και να ζούνε και οι δύο γονείς του, και να είναι πρωτοστέφανοι. Όμως αντί στάμνα, για πιο πρακτικούς λόγους, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και μια πήλινη κουρούπα με ανοιχτό μεγάλο στόμιο, αν τον Κλήδονα τον έκαναν μεγάλοι, διότι εκεί άνετα χωρούσε να βάλουν το χέρι τους μέσα! Αυτό γιατί στο κανονικό σταμνί δεν χωρούσε το χέρι των μεγάλων, παρά μονάχα των μικρών παιδιών! Επίσης έπρεπε να έχουν έτοιμα και άλλα πράγματα για το «κλείδωμα» της στάμνας, όπως ένα κόκκινο πανί για να το σκεπάσουν τη νύχτα, μια αλυσιδίτσα και ένα μικρό λουκετάκι, ένα μικρό κλειδάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί! Για τον λόγο αυτό, στη Μεσαρά ήταν «κλείδωνας» αντί «κλήδονας», επειδή θεωρούσαν ότι την νύχτα «κλείδωνε»! επίσης ένα μεγάλο κόκκινο πανί, για να σκεπάσουν και το πηγάδι
Το πρωί οι κοπέλες που οργάνωναν τον Κλήδονα, έπαιρναν το σταμνί, ένα μεσαίου ή κυρίως μεγέθους, και πήγαιναν σε μια κοντινή πηγή, όπου έβαζαν νερό, μέχρι τη μέση, ώστε να μπορούν να το σηκώνουν. Το αμίλητο νερό έπρεπε να το φέρνουν παρθένες (ανύπαντρες) κοπέλες , αλλά χωρίς όμως να βγάζουν μιλιά στο δρόμο!
Το νερό που θα έφερναν οι κοπελιές λεγόταν και «αμίλητο νερό», γιατί σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να μιλήσουν, ούτε καν να γελάσουν στο δρόμο επιστρέφοντας, αν θέλανε να πιάσουν τα μάγια του! Αν συνέβαινε αυτό, έπρεπε να αδειάσουν επιτόπου το σταμνί, και να γυρίσου πάλι πίσω και να τα γεμίσουν ξανά»!
Στο χωριό μας τη Γαλιά, νερό έφερναν από την πηγή της Κουτσουνάρας, ή από τη Γαλιανή Βρύση στη Μεσοχωριά, ή από κρήνη στα Καπελωνιανά. Έλα όμως που το καλούσε το έθιμο, και όταν τα κορίτσια είχαν φέρει ήδη το αμίλητο νερό, οι νεαροί παραφύλαγαν κάπου, και προσπαθούσαν με χίλια δυο αστεία πειράγματα και χωρατά, να τα κάνουν να γελάσουν, αλλά κυρίως να μιλήσουν, και έτσι εκείνα, αν μιλούσαν, μπορούσε μέχρι και τρείς φορές να αδειάσουν το σταμνί επιτόπου και να γυρίσουν πίσω, και να φέρουν άλλο «αμίλητο» νερό!
-«Πχιά μεγάλο είναι το σταμνί παρά σένα! Ή έλεγαν για παράδειγμα:
Αγλάκα – αγλάκα το Μαργιώ ήβρεξε το φουστάνι
και που την ε πειράζουμνε, αυτή μιλιά δε βγάνει!
-Μη γελάσεις κακομοίτσα Μαργιώ και σε πάρω στο λαιμό μου, γιατί εγώ είμαι καλό κοπέλι, και δε θέλω να ξαναγλακάς μπρός πίσω και πονέσει ο ώμος σου!
-Χά χα χαχα! (γελά το Μαργιώ και γυρίζει πίσω)
Όταν πήγαιναν στο σπίτι που οργάνωναν τον Κλήδωνα, το αμίλητο νερό, συνεχίζει ο κος Μαραγκάκης, εκεί σιγά – σιγά οι ανύπαντρες κοπέλες, άρχιζαν να μαζεύονται. Ρίχνανε μέσα η κάθε μια ένα φρούτο μήλο ή αχλάδι ή αντικείμενο, το οποίο «εκάτεχε η κάθε μια ποιο ήταν το δικό τζη», επειδή είτε είχε κάποιο μοναδικό αντικείμενο στο είδος, είτε θα έγραφε ή χάραζε τα αρχικά γράμματα του ονόματος της, για να το γνωρίζει. Ακόμα μπορούσαν να ρίξουν και από άλλα φρούτα, βερίκοκο, μπουρνέλα, απίδι, μούσμουλο, μια ρόγα από σταφύλι, ή ξηρούς καρπούς όπως κάστανο φιστίκι, ή όσπριο κουκί φασόλι, αλλά ακόμα και άλλα αντικείμενα όπως κουμπιά, πενηνταράκια, δεκάρες, ψεύτικα δαχτυλιδάκια κλπ. Όλα αυτά λεγόταν «ριζικάρια», διότι θα φανέρωναν το μέλλον δηλαδή το ριζικό της κάθε μιας κοπέλας.
Όταν έριχναν τα ανύπαντρα κορίτσια τα ριζικάρια τους, οι ιέρειες της διοργάνωσης έπαιρναν τη στάμνα και γύριζαν το χωριό, και όσες άλλες κοπέλες που συναντούσαν έριχναν κάτι και αυτές στο σταμνί.
Αφού έμπαιναν περίπου 15, 20 έως 30 ριζικάρια στο σταμνί, τότε το βράδυ το σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανάκι που το τύλιγαν γύρω – γύρω από πάνω στο λαιμό, και με ένα αλυσιδάκι το έδεναν.
Στη συνέχεια επάνω στο πανί τοποθετούσαν ένα μικρό λουκετάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί, για να παραμείνει όλο το βράδυ «κλειδωμένος» ο Κλήδονας. Στη συνέχεια η παρθένα κοπελιά, το ανέβαζε τη νύχτα στην ταράτσα , ή σε ένα ξέφωτο μέρος για «να το δούν τα άστρα»! Μόνο έτσι θα έπαιρνε το νερό τις «μαγικές του ιδιότητες», και να μπορεί την επ’ αύριο που θα «άνοιγαν τον Κλήδονα», να έχει τις προφητικές και μαντικές ιδιότητες, ώστε να είναι σε θέση να «μιλήσει» ο Κλήδονας, και να εντοπίσουν οι κοπέλες κάποια στοιχεία του μέλλοντα γαμπρού, όνομα επάγγελμα κλπ!
«Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικρό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι
Κλειδώσετε τον κλήδονα με δόξα και με χάρη,
Κι απού ’χει μήλο κόκκινο ταχυτέρου (αύριο) να το πάρει. Ή:
Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ’ Άη -Γιαννιού τη χάρη
κι όποια ‘χει καλοριζικό να δώσει να το πάρει».

Το πρωί του Αι Γιαννιού, και άνοιγμα του Κληδόνου

Συνεχίζοντας ο κος. Μαραγκάκης αναφέρει:
Το πρωί της ημέρας του Αγίου, πήγαιναν όλα τα κορίτσια, στην εκκλησία όπου έκαναν κάποιες ευχές στον Άη-Γιάννη, που στην πραγματικότητα ήταν οι ερωτικές τους επιθυμίες.
Στη συνέχεια πηγαίνουν στο καθιερωμένο σπίτι της συνάθροισης τους, όπου η (παρθένα) κοπέλα, που καλό ήταν να είναι και αυτή Μαρία, ανέβαινε στη ταράτσα του σπιτιού της, και κατέβαζε το σταμνί. Όλες προσπαθούσαν να ετοιμαστούν πλέον, για να το μεταφέρει η Μαρία σιγά – σιγά το σταμνί, με συνοδεία τη παρέα της στο σημείο της τελετής.
Στη Γαλιά αυτό το σταμνί ήταν ειδικό σταμνί – κλήδονας, που ήταν σαν το κοινό σταμνί μεν, αλλά το ήταν ειδική παραγγελία στον σταμνά, να είναι η κατασκευή του σαν σταμνί μεν, αλλά να έχει μεγαλύτερο στόμιο, και να χωράει μέσα άνετα το χέρι ενός μεγάλου! Αυτό γιατί σχεδόν πάντα τον Κλήδονα τον άνοιγαν μεγάλες κοπέλες και όχι παιδιά.
Ο σταμνάς του χωριού, πάντα είχε στην άκρη συν τοις άλλοις και κάποια τέτοια σταμνιά – Κλήδονες έτοιμα!
Στη Γαλιά συνήθως πήγαιναν τη στάμνα με το αμίλητο νερό για να την ανοίξουν, είτε σε συγκεκριμένο αλώνι στη περιοχή «Καλύβι», είτε έξω στην πλατεία της εκκλησίας. Μπορούσε βέβαια να γινόταν ο Κλήδονας και σε άλλη ανοιχτή πλατεία, είτε στην εξοχή, είτε στου «Παπαγιάννη το Καμίνι», ή οπουδήποτε υπήρχε κατάλληλος χώρος. Καταλήγανε συνήθως τις περισσότερες φορές έξω από την εκκλησία, γιατί με τη θρησκεία πάντα τα είχαν καλά οι Γαλιανοί, αλλά και από πρόληψη τυχόν πυρκαγιάς στην εξοχή λόγω της φωτιάς του Κλήδωνα! Ακόμα και για κάποιον άλλο λόγο, γιατί ήταν κοντά και μπορούσαν να έρχονται ευκολότερα και οι γριές και οι άλλες ευπαθείς ομάδες, που επιθυμούσαν να τον παρακολουθήσουν!
Για την συνέχεια, το πώς πήγαιναν στην πλατεία της εκκλησίας να ανοίξουν τον Κλήδονα, θα μας τα πει η κα Αμαλία Φαραγκουλιτάκη –Λεβεντάκη:

Όταν ερχόταν η ημέρα του Αϊ Γιαννιού και η κατάλληλη ώρα για να ξεκινήσει ο Κλήδονας από το σπίτι που ήταν συγκεντρωμένες οι κοπέλες, η παρθένα ανύπαντρη κοπελιά, στολισμένη με τα γιορτινά της, έπαιρνε τη στάμνα και την πήγαινε προς το μέρος που θα άνοιγε ο Κλήδονας, σε αλώνι ή στην πλατεία της εκκλησίας ανάλογα. Προχωρούσε μπροστά η κοπέλα με τη στάμνα στον ώμο της πάνω από ένα κεντητό προσώμι. Πίσω της οι λυράρηδες την ακολουθούσαν παίζοντας τα όργανα σιγοτραγουδώντας μαντινάδες, σαν να ήταν περίπου γάμος, σαν η νύφη να πήγαινε στην εκκλησία! Πίσω ακολουθούσαν όλοι της παρέας πηγαίνοντας προς την πλατεία, όπου εκεί μαζευόταν σιγά – σιγά όλος ο κόσμος. Η κοπελιά σαν έφθανε στην πλατεία, ακουμπούσε την στάμνα στο μέρος που είχαν στρώσει ένα χαλί, και γονάτιζε για να ακουμπήσει τη στάμνα κάτω. Το άνοιγμα του Κληδόνου θεωρείται πως ξεκινάει, από την στιγμή που η κοπέλα θα γονατίσει να «ξεκλείδωνε τον Κλείδωνα». Αφαιρούσε δηλαδή το λουκετάκι , το μικρό κλειδάκι, ή το μεγάλο κλειδί, και φυσικά έλυνε και την αλυσίδα και αφαιρούσε και το κόκκινο πανί . Την στάμνα την τοποθετούσε στη συνέχεια η κοπέλα επάνω σε ένα τραπέζι στολισμένο με λουλούδια και όμορφο κεντητό τραπεζομάντηλο, εκείνη τη στιγμή ακριβώς άρχιζαν επίσημα και ζωηρά να παίζουν τα όργανα!
Οι οργανοπαίχτες στο κέντρο, και οι παρευρισκόμενοι το έστρωναν στο χορό σε κύκλο, και πάντα πρώτος τον έσυρε ως συνήθως ο παππάς του χωριού! Σιγά – σιγά μαζευόταν και άλλοι χωριανοί όλων των ηλικιών, για να παρακολουθήσουν το θέαμα που θα ακολουθήσει!
Μια γυναίκα ή άνδρας μαντιναδολόγος ξεκίναγε με τη πρώτη μαντινάδα, που άρχιζε συνήθως με το «ανοίξετε τον Κλείδωνα…» όπως οι παρακάτω:
–Ανοίξετε το Κλείδωνα, στ’ Άη Γιαννιού τη Χάρη, κι απού ‘χει ριζικό καλό, ας έρθει να το πάρει.
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη, κι απ’ έχει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να πάρει το δικό του καθείς να δει τη τύχη του, να δει το ριζικό του»
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγάλουμε τα μήλα, να δούμε ποιά απ’ όλες μας είναι η καλομοίρα
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει η μηλιά με τ’ άνθη, να βγει σγουρός βασιλικός που μ’ έβαλε στα πάθη
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και τ’ αχλαδάκι να δω αν είν’ τσ’ αγάπης μου γιατί το ‘χω μεράκι
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη να πάρω ‘γω το μήλο μου κι η νιά το παλικάρι
– Δώστε μου τα αργυρά κλειδιά με το μαργαριτάρι, να ανοίξουμε τον Κλείδωνα στου Άη Γιαννιού τη Χάρη.
Μετά την πρώτη μαντινάδα, πλέον «ξεκλείδωσε ο Κλείδονας» η στάμνα δηλαδή ανοίχτηκε, και με την βοήθεια κι άλλης κοπέλας έβγαζαν εκ περιτροπής τα ριζικάρια, πότε δηλαδή η μία πότε η άλλη. Συνήθως στη Γαλιά έβγαζαν ότι φρούτο η οτιδήποτε είχε βάλει η κάθε μια, και μετά ακολουθούσε η μαντινάδα. Αν για παράδειγμα έβγαζαν οι κοπέλες ένα αχλάδι, αλλά υπήρχαν δυο τρία άλλα ακόμα μέσα, ήξερε ποιας ήταν δικό της , γιατί το είχε σημαδέψει με τα αρχικά της γράμματα. Όταν κάποια στιγμή τελείωναν τα ριζικάρια, έβαζαν στην άκρη τα συμπράγκαλα του Κληδόνου και συνεχιζόταν κανονικά το γλέντι.
Ο χορός συνέχιζε με τις μαντινάδες να λέγονται τραγουδιστά και να επαναλαμβάνουν οι υπόλοιποι. Ειδικοί μαντιναδολόγοι με ταλέντο είχαν καλεστεί, ώστε όχι μονάχα να λένε παλιές μαντινάδες αλλά και να σκαρώνουν και νέες επιτόπου! Συνήθως γινόταν το μεσημέρι το άνοιγμα του Κλείδωνα, αλλά εν ανάγκη μπορούσε και το απογευματάκι.
Στον Κλήδονα έλεγαν και πολλές σατιρικές μαντινάδες ακόμα και πειραχτικές, αλλά λόγω της ημέρας κανείς δεν παρεξηγούσε! Καμιά φορά κρατούσαν και μήνες οι σχολιασμοί για τις καυστικές μαντινάδες του κάθε κλήδονα!

Μαντινάδες του Κλείδωνα

Οι μαντινάδες που έλεγαν ήταν φυσικά πολλές, άλλες αυτοσχέδιες, και μπορούσε να είναι προφητικές, είτε σοβαρές, είτε αστείες και ιδιαίτερα πειραχτικές!
Κλασικές όμως μαντινάδες που μίλαγαν για τον Κλήδονα ή τον Αϊ Γιάννη είχαμε πάρα πολλές όπως τις παρακάτω.
–Να ‘μουνα και που να ‘μουνα εκεί που πάει ο νους μου, εκεί που τρώει και γλέντα ο γιος του πεθερού μου
– Βγαίνει το μήλο τ’ άρχοντα του πρώτου μας λεβέντη, του πρώτου μας ντελικανή στα λούσα και στο γλέντι
– Το μήλο κατακόκκινο στο Κλείδωνα θα βάλω , στον Άη Γιάννη έταξα άντρα μου να σε πάρω
– Το αρχοντικό σου όνομα έγραψα στο απίδι, να σ’ αποκτήσω άντρα μου να σ’ έχω νοικοκύρη
– Κοριτσόπουλα κοπελιά με το σταμνί στον ώμο, φέρε τ’ αμίλητο νερό, μα πρόσεχε στο δρόμο
– Ας πιεις τ’ αμίλητο νερό εμένα μη μου δώσεις, για να σου λέω ‘’σ’ αγαπώ’’, μέχρι να ξημερώσει
– Πού ‘σουν οψές πού ‘σουν προχθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Κλειδώνου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου και πως δα ζω του χρόνου
– Πού σουν οψές κι αντιπροθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Πνεμάτου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου αθέ του μαλαμά του.
– Σεβντά βαστώ, σεβντά πουλώ, σεβντάδες καμπανίζω, τον εδικό σου το σεβντά δεν τονε νταγιαντίζω– Σήμερο πουν’ τ’ Αϊ-Γιαννιού μια χάρη θα μου κάνει , του χρόνου σαν και σήμερο να βάλομε στεφάνι
– Σήμερα που ν’ Αϊ-Γιαννιού βάλε αρχή κερά μου, του χρόνου σαν και σήμερο να ‘σαι στην αγκαλιά μου
Άλλες:
– Σε είδα οψές την ν-ταχινή και ράγισε η καρδιά μου κι ορκίστηκα στην Παναγιά να σ’ έχω εγώ δικιά μου
– Ήθελα και να κάτεχα ήντα καπνό φουμάρεις , τέτοιο καλό ντελικανή, πότε θα τον ε-πάρεις
– Θα καβαλικέψω τ’ άλογο να ‘ρθω στο παραθύρι, για να σε κλέψω κοπελιά κι ας γίνουμε σεϊρι
– Κουρούπα σκεπασμένη μου τον πόνο μου τον ξέρεις, απόψε στην αγκάλη μου πέσ’ μου πως θα τον φέρεις
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και το δικό τζη, θαρρώ πως δεν αντέχει μπλιό, από το σκυλεμό τζη!

Οι φωτιές του Άη Γιάννη

Όπως και στην υπόλοιπη χώρα, έτσι και στη Κρήτη είχαμε φωτιές τη παραμονή του Άη Γιάννη. Το ίδιο είχαμε και στη Μεσαρά και φυσικά στις Μοίρες. Στη Γαλιά όμως, δεν είχαμε τις φωτιές το βράδυ του Αι Γιάννη, αλλά την επ’ αύριο με την συγκέντρωση του κόσμου στον Κλήδονα, μια και γίνεται περισσότερος σαματάς, αφού ήδη είναι όλοι εκεί παρόντες!
Το μεσημέρι ή και το πρωί λοιπόν του Αι Γιαννιού, τα νεαρά παιδιά έπιαναν τις γειτονιές, και ζητούσαν από τις νοικοκυρές να τους δώσουν τον ξερό πλέον Μάη τους, που είχαν κρεμάσει πίσω από την πόρτα από την Πρωτομαγιά.
-Θεία, να πάρουμε το Μάη, γιατί θα τον –ε κάψουμε σήμερο?
-Ναι παιδί μου, πάρτε τονε!
Ο «Μάης» μπορεί να ήταν μαργαρίτες περασμένες επάνω σε τέλι, σε σπάγκο, είτε ματσάκια με λουλούδια στερεωμένα σε λυγερό ξύλο ή αγκάθινο ξύλο, είτε ένα απλό ματσάκι με διάφορα λουλούδια της εξοχής. Τον «Μάη» δεν τον κατεβάζανε ποτέ από την πόρτα σε καμία περίπτωση, ακόμα κι αν ασβεστώνανε το σπίτι, και παρέμενε εκεί μέχρι τη μέρα του Κληδόνου! Όλους τους αποξηραμένους Μάηδες, τα παιδιά τους μάζευαν και τους έκαναν στο τέλος ένα σωρό, είτε στην εκκλησία απ’ έξω, είτε στη πλατεία, είτε σε κάποιο αλώνι, ή σε κάποια ανοιχτάδα που γινόταν και ο Κλήδονας. Άναβαν λοιπόν φωτιά και έκαιγαν όλους τους «Μάηδες» του χωριού, και τα παιδιά έπειτα πηδούσαν επάνω στις φλόγες! Πίστευαν πως σαν καιγόταν οι «Μάηδες», έφευγαν μακριά όλα τα κακά πνεύματα, και οι γλωσσοφαγιές κάθε σπιτικού! Πίστευαν πολύ στο κακό από γλωσσοφαγιά, και έτσι πηδώντας στις φωτιές ξόρκιζαν όλο αυτό το κακό στη ρίζα του. Δεν έκαιγαν στη Γαλιά κλαδιά θυμάρια κλπ, παρά μονάχα «Μάηδες».

Ο πρώτος που συναντούν στο δρόμο

Η μαρτυρία της κας Αμαλίας Φαραγκουλιτάκη, μας λέει τι γινόταν όταν οι ανύπαντρες κοπελιές έφευγαν από την τελετή του Κλήδονα σαν τελείωνε με δικά της λόγια:
-Τελειώνοντας η γιορτή του Κλήδονα , αλλά και πιο νωρίς αν θέλαμε, εμείς τα κορίτσια βάζαμε αμίλητο νερό στο στόμα μας και φεύγαμε. Όλες οι κοπέλες χωριζόμαστε και γυρίζαμε στο χωριό, και οι χωριανοί ξέρανε ότι είχαμε το αμίλητο νερό στο στόμα. Γνωρίζοντας λοιπόν εκείνοι το έθιμο, μας έλεγαν υποχρεωτικά ένα ανδρικό όνομα, στην τύχη!
Αν ήμασταν ας πούμε για παράδειγμα τρία κορίτσια στη παρέα μας, φώναζαν: Αμαλία – Γιώργο! Μαρία – Νίκο! Ελένη Κώστα κλπ. Όποιο όνομα τους κατέβαιναν έλεγαν αυτοί που συναντούσαμε! Αφού έλεγαν το όνομα, τότε μονάχα εμείς φτύναμε το νερό! Τώρα πόσο ήταν αλήθεια δεν ξέρω, μα σε μένα πάντως βγήκε πράγματι αληθινό!
Θυμάμαι όταν γυρνούσα στο χωριό με το στόμα μου γεμάτο αμίλητο νερό, συνάντησα πρώτο – πρώτο τον θείο μου τον Τσικνόσαβα, και μου φώναξε: «Αμαλιό – Γιώργος»!
Και όντως τον άνδρα που πήρα τον έλεγαν Γιώργο!
Σε άλλα βέβαια μέρη ίσχυε το εξής: «Όποιο όνομα ακούσουν πρώτο στο δρόμο τα κορίτσια εκείνη την ημέρα, αυτό θα ήταν και του άνδρα τους»!
Μάλιστα πολλά αστεία συνέβαιναν εκείνη την ημέρα.
Οι νεαροί στα καφενεία όπου έβλεπαν κοπέλες με γεμάτο το στόμα τους αμίλητο νερό, ή να κρατάνε στον ώμο τη στάμνα με το αμίλητο νερό, τις κορόιδευαν με διάφορα πειράγματα, φωνάζοντας στα ψέματα διάφορα ονόματα!
Μια γυναίκα από κάποιο άλλο χωριό, θυμάται σήμερα τότε που ακόμα ήταν δεκάχρονο κοριτσάκι, ήθελε να παίξει με το έθιμο, και να μιμηθεί τους μεγάλους! Έτσι αντί να πάρει νερό στο στόμα της από τον Κλήδονα, γέμισε το στόμα του με νερό από τη βρύση και έπιασε τις ρούγες! Ξαφνικά ακούει μια γυναίκα από μακριά να φωνάζει δυνατά τον άνδρα της:
-Κώστα!!!!!
Και όμως κατά στανική σύμπτωση, ο άνδρας που πήρε και εκείνο το κοριτσάκι σαν μεγάλωσε τον λέγανε πράγματι Κώστα!

Μπροστά στον καρφίχτη

Πολλά από τα νεαρά ανύπαντρα κορίτσια της Γαλιάς, μάθαιναν και διάφορα άλλα μυστικά, έθιμα κι αυτά του Κλήδονα από τις μεγαλύτερες ανύπαντρες γυναίκες, που ήταν κάτι σαν ταμπού της εποχής. Ένα από αυτά ήταν και το παρακάτω με τον καρφίχτη (καθρέφτη) της ντουλάπας. Ουδέποτε βέβαια αυτά έπεφταν στην αντίληψη των υπολοίπων μελών της οικογένειας, επειδή ήταν άκρως εμπιστευτικά!
Σχετικά με τον καθρέφτη η Γαλιανή κα Αμαλία μας λέει:
-Για τον καθρέφτη θυμάμαι πως πρέπει να ήταν οπωσδήποτε δώδεκα η ώρα, είτε μεσημέρι είτε το βράδυ τα μεσάνυχτα. Έφευγε η κοπέλα από τον Κλείδωνα, πήγαινε στο σπίτι δίχως να μιλά, γδυνόταν δίχως να μιλά και στεκόταν τσίτσιδη μπροστά από ένα μεγάλο καρφίχτη! Εκεί μπροστά γυμνή, έκλεινε τα μάτια και έκανε από μέσα της μια ευχή: -«Για τα’ Άϊ Γιαννιού τη Χάρη, δείξε μου καθρέφτη μου, ποιός λεβέντης θα με πάρει»!
Τότε ανοίγοντας τα μάτια της, έβλεπε δίπλα στο σώμα της μια μορφή, που η μορφή αυτή θα είχε σχέση με τον μέλλοντα άντρα της! Φυσικά εννοείται πως, «εάν δεν ήταν παρθένα δεν θα έβλεπε τίποτα στον καρφίχτη, ή κι αν έβλεπε κάτι δεν θα της έβγαινε», όπως έλεγαν τότε. Εμένα πάντως στη ζωή μου βγήκαν όλα! Στο καθρέφτη εγώ είδα ένα ναύτη, και πράγματι ο άνδρας μου όταν τον γνώρισα ήταν στο στρατό υπηρετούσε στο ναυτικό.
Η μακαρίτισσα η Μελίνα Μερκούρη τον είχε προσωπικό οδηγό στο αυτοκίνητό της, και μια μέρα ο άνδρας μου την πήγαινε στον μέλλοντα σύζυγό της, τον Τζον Ντασέν. Με εντολή του Ντασέν, ο μέλλων άνδρας μου περίμενε στο αυτοκίνητο, ενώ έτυχε να περάσω εγώ από εκεί τυχαία και με είδε …!
Ήταν το τυχερό μου για να μου βγει αληθινός ο Κλήδονας!

Το αμίλητο νερό και το πηγάδι

Το μεσημέρι 12 η ώρα ή βράδυ πάλι στις 12 τα μεσάνυχτα, πήγαινε η παρέα των νέων στο πιο κοντινό πηγάδι όπου ήταν και αυτό από βραδύς σκεπασμένο κι αυτό από βραδύς με ένα κόκκινο σεντόνι ή άλλο μεγάλο κόκκινο πανί.
Εκεί ξεσκέπαζαν το κόκκινο πανί , και η κάθε νέα ή και νέος από τους παρευρισκομένους έριχνε μέσα από λίγο από το αμίλητο νερό που είχε το σταμνί, ανασηκώνοντας ελαφρά το κόκκινο αυτό πανί.
Πέφτοντας στο πηγάδι το αμίλητο νερό, αν ήταν μεσημέρι και υπήρχε ήλιος, τότε οι αχτίνες που έπεφταν στο πηγάδι, έκαναν κάποια σχέδια ανάμεσα στους κυματισμούς του νερού στην επιφάνεια του, που έμοιαζαν με κάποια αντικείμενα ή κάποιες περίεργες μορφές!
Λέγανε πως τα κυματάκια σχημάτιζαν τη μορφή του μέλλοντα συντρόφου!
Αν ήταν νύχτα, ανασήκωναν πάλι λίγο το πανί, έριχναν πάλι λίγο αμίλητο νερό, και το φώς του φακού, για να δούν και εδώ τα σχήματα αυτά. Κάθε μια λοιπόν από τις ανύπαντρες κοπέλες έριχνε από λίγο νερό, και δοκίμαζε έτσι να δει τη τύχη της, πως θα είναι η μορφή αυτού που θα πάρει!
Σε άλλα χωριά βέβαια πίστευαν πως μπορούσε να δούν και πεθαμένους ή ακόμα και φαντάσματα, πράγμα που στη Γαλιά δεν ίσχυσε αυτή η εκδοχή, εκτός αν το έλεγαν αυτά κάποιοι νεαροί πλακατζήδες αστειευόμενοι!
Στη Γαλιά το πιο κοντινό πηγάδι ήταν στα Ληδιανά, όπου πήγαιναν του Κληδόνου, και ήταν του Ζαχαρία Δαμιανάκη. Υπήρχαν και άλλα, όπως στου Αγγέλου, και στου Βελούδη.

Συνεχίζεται….

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Εύα Λεβεντάκη για τις δυο φωτογραφίες που μας έστειλε.

Κείμενο – Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη