Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκέψη των παιδιών τις μέρες του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα παιδιά μπορεί να είχαν παντονιάρει κι αυτά μαζί με τους μεγάλους από την παρατεταμένη νηστεία του 40ήμερου του Πάσχα, αλλά παρόλα αυτά, αναλάμβαναν και αυτά τα καθήκοντά τους, και φυσικά όλες τις μέρες τις απολάμβαναν με τον καλύτερο τρόπο!


Περνούσαν μεν δύσκολες μέρες λόγω νηστείας, αλλά μέσα τους είχαν όμορφα συναισθήματα και μια κρυφή χαρά, αφού πολλά όμορφα πράγματα θα άλλαζαν την καθημερινότητά τους.

Περίμεναν πρώτα – πρώτα εκείνες τις μέρες ένα καινούριο ρούχο ή παπούτσια, παντελόνι ή πουκαμισάκι αν ήταν αγόρι, και παπουτσάκια ή φουστανάκι αν ήταν κορίτσι. Όλοι στην οικογένεια έπρεπε να φορέσουν απαραίτητα ένα καινούργιο ρούχο, το «λαμπριάτικο», και με αυτό να εμφανιστούν στην εκκλησία! Με δυο πήχες λοιπόν ντρίλι ή αλατσά, που αγόραζαν οι μανάδες, έφτιαχναν οι ίδιες τα ρουχαλάκια των παιδιών τους,

Όσες δεν τα κατάφερναν πήγαιναν σε άλλες που ήταν πιο ικανές και επιτήδειες στο ράψιμο. Οι γονείς κάποτε είχαν έντονα θρησκευτικά συναισθήματα, και προσπαθούσαν αυτά να τα μεταδώσουν και στα παιδιά τους. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα της νηστείας, τα νήστευαν κι εκείνα, κι αν όχι όλο το 40ήμερο, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Το έκαναν αυτό για να τα μαθαίνουν και τα παιδιά στην εγκράτεια, απαραίτητο προτέρημα για τον άνθρωπο της εποχής.

Οι ροδαριές της Σταυροπροσκήνησης

Τα παιδιά ανταμείβονταν με τις καταστάσεις και δραστηριότητες που ακολουθούσαν τα διάφορα έθιμα, όπως με το να πηγαίνουν χαρούμενα και γελαστά στα σπίτια, την παραμονή της Σταυροπροσκύνησης, αγόρια και κορίτσια σε κάθε χωριό, με τα πανέρια στα χέρια, και να μαζέψουν κάθε λογής λουλούδια και πρασινάδες από τα σπίτια που τους έδιναν οι νοικοκυρές.

Είχε μπει ήδη για καλά η Άνοιξη, και οι καρδιές όλων, ήταν ανοιχτές, γιατί ήταν επηρεασμένες ίσως, και από στις ομορφιές της φύσης.

Τα λουλούδια που ήταν πανέμορφα και πολύχρωμα, ήταν συνήθως, βασιλικοί, γαρύφαλλα, λευκά άνθη από το δένδρο μουρβέρι, κλαριά αρισμαρί και δάφνης, ζουμπούλια, μαντζουράνες, και ότι άλλο ήμερο λουλούδι είχε η κάθε μια στην αυλή της.

Τα λουλούδια αυτά στο χωριό μας, τα πήγαιναν από βραδύς στο σπίτι του παπά, που στη Γαλιά τότε ήταν ο παπά Γιώργης, και τα άφηναν πάνω σε ένα μεγάλο τετράγωνο τραπέζι, που είχε στο ευρύχωρο σαλόνι του.

Ο παπά Γιώργης, συχωρεμένος σήμερα, συνήθιζε να καλεί κάθε χρόνο, συγκεκριμένα άτομα, για να «δέσουν τσι ροδαρές», που θα μοιράσουν την επαύριον στους πιστούς στην εκκλησία την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Όλα αυτά τα λουλούδια το βράδυ θα τα αδειάσει ο παπάς από τα πανέρια στο τραπέζι, και οι καλεσμένοι του σε δύο τρεις ώρες περίπου θα τα είχαν δέσει με τάξη σε μικρά ματσάκια, και θα τα τοποθετούσαν ξανά στα ίδια πανέρια.

Σε όλο αυτό το διάστημα, υπήρχε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, διάθεση για καλαμπούρια, θα λέγονταν αστεία και διάφορα χωρατά, και η ώρα θα περνούσε ευχάριστα!

Σε κάθε ματσάκι έβαζαν και από ένα κλαρί πρασινάδα, δηλαδή βασιλικό, αρισμαρί ή δάφνη, και μετά τα έδεναν με σπάγκο, και η ροδαριά ήταν έτοιμη!

Στις ροδαριές δεν έβαζαν αγριολούλουδα, αλλά ούτε και λεμονανθούς, τους οποίους όμως έβαζαν αργότερα τα κορίτσια στον Επιτάφιο.

Τα παιδιά κυρίως που συμμετείχαν στις ροδαριές, είχαν μέσα τους κρυφή χαρά, γιατί ήξεραν πως στο τέλος της εργασίας, ο παπάς θα άδειαζε στο μεγάλο τραπέζι δυο τεράστιες χαρτοσακούλες αράπικα αλμυρά φιστίκια, και όλοι μετά θα είχαν επιδοθεί, στο να τρώνε αυτά τα υπέροχα καλούδια! Χαράς Ευαγγέλια λοιπόν και για τα παρευρισκόμενα παιδιά, χαράς Ευαγγέλια όμως και για τους μεγάλους, που συνόδευαν τη ρακή τους!
Για τα παιδιά και τις γυναίκες, η παπαδιά, έβγαζε κάποιο αναψυκτικό, λεμονάδα, πορτοκαλάδα, η γκαζόζα.

Πέρναγε ευχάριστα η ώρα, με τους άνδρες να έχουν πιεί τρία τέσσερα ρακάκια, μιας και το καλούσε η βραδιά! Επικρατούσε πάντως η χριστιανική πεποίθηση, πως τα λουλούδια που είχαν οι ροδαριές, επειδή είχαν ευλογηθεί στην εκκλησία, έπιαναν πάντα αν τα φυτέψει κάποιος.

Ωστόσο, πολλές γυναίκες «το είχαν σε καλό», να τα φυτεύουν, συνήθως είχαν επιτυχία, τα υπόλοιπα τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι τους.

Οι Σταυροί των Βαίων

Το ίδιο περίπου σκηνικό, θα επαναλαμβανότανε και την παραμονή των Βαίων, αφού ο παπάς θα ανελάμβανε να στείλει άνθρωπο να πάει να κόψει «Κλάδους Βαίων», από τις βαγιές (χουρμαδιές) του χωριού, αλλά και να κόψει και ένα «κλάδο ελιάς», ο οποίος να είναι εύρωστος, ανθισμένος, για να τον πάει κι αυτόν στην εκκλησία.

Τους σταυρούς, τους έφτιαχναν και εκείνους έντεχνα, κόβοντας από ένα στενόμακρο λευκό σπαθάτο φύλλο, το χώριζαν στα δυο, και εν συνεχεία, έκαναν τις σχετικές αναδιπλώσεις, για να φτιαχτεί αρχικά ο μισός σταυρός.

Έπειτα με ένα άλλο φύλλο γινόταν το ίδιο, ενωνόταν και ο άλλος μισός, και γινόταν ο τελικός σταυρός, που τον τοποθετούσαν στη συνέχεια, έναν – έναν, μέσα στο πανέρι, τον ένα πάνω σ’ άλλο.

Ο παπάς κι η παπαδιά, αναλάμβαναν να φτιάξουν τους δύσκολους και πολύπλοκους σταυρούς για την εκκλησία, καθώς εκείνοι είχαν ειδικότητα.

Και πάλι στο πέρας των εργασιών επακολουθούσε φαγοπότι με ξηρούς καρπούς, τα γνωστά φιστίκια, τα ρακάκια και τα κεράσματα.

Ήταν πια όλα έτοιμοι, για να μεταφερθούν τα πανέρια το πρωί της Κυριακής των Βαίων στην εκκλησία, μαζί με τον κλάδο της ελαίας.
Το έθιμο αυτό, αναπαριστούσε την υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου Τον είχαν υποδεχτεί «Μετά βαίων και κλάδων».

Έτσι, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, φεύγοντας ο κάθε πιστός , μαζί με το αντίδωρο, έπαιρνε κι από ένα σταυρό, έκοβε και ένα μικρό κλαράκι ελιάς και αυτά φτάνοντας στο σπίτι η νοικοκυρά, τα τοποθετούσε στο εικονοστάσι.

Επίσης εκείνη την ημέρα ακουγόταν και η φράση: «Των Βαγιώ – Βαγιώ, τρώνε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή τρώνε το ψητό αρνί», γιατί ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας.

Τη Μεγαλοβδομάδα

Tα συναισθήματα όλων την Μ. Βδομάδα εκφράζονταν στο παρακάτω λαϊκό εβδομαδιαίο φρασεολόγιο:

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στον Τάφο
Κυριακή του Πάσχα –Ο Χριστός Ανάστα!

Οι ανωτέρω φράσεις βέβαια αλλάζουν ριζικά από χωριό σε χωριό αφού έχουμε πολλές εκδοχές, αλλά εμείς αναφέραμε ήδη μια Γαλιανή εκδοχή, την οποία και θα επεξηγήσουμε.

Μ. Δευτέρα

Τη Μεγαλοβδομάδα απέφευγαν τις πολλές δουλειές, και κυρίως τις εξωτερικές, γιατί ήταν περίοδος θρησκευτικής κατάνυξης και νηστείας. Εν τούτοις η Μ. Δευτέρα ήταν η πρώτη μέρα της Μ Βδομάδας που δεν έβγαιναν έξω στα χωράφια, και ήταν ατέλειωτη, γιατί ίσως επειδή δεν ήταν στη δουλειά διέφερε, γιατί απλά εκεί περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν. Τη Μ Δευτέρα πάντως οι γυναίκες ασχολούνταν περισσότερο με το νοικοκυριό του σπιτιού άσπρισμα και καθάρισμα. Άσπριζαν όλους τους εξωτερικούς τοίχους, έβγαζαν έξω τα κρεβάτια και όλα τα υπάρχοντα του σπιτιού, και ασβέστωναν και από μέσα τοίχους και ταβάνια με την μπανανόβουρτσα.

Μ. Τρίτη

Η Μ. Τρίτη είναι «μεγάλη κρίση», γιατί συνεχίζεται η καθαριότητα της Μ. Δευτέρας στο χώρο του σπιτιού καθώς επίσης και όλα τα γύρω σοκάκια, τα οποία καθαρίζουν κι αυτά με τις σκούπες από τυχόν κοπριές ζώων και φύλλα των δένδρων. Εκτός από το σπίτι, και όλα τα στενά πρέπει να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής. Όμως η αγωνία να τα προλάβουν όλα στην εντέλεια, και η συνεχιζόμενη αυστηρή νηστεία της Μ. Βδομάδας , έδιναν εντύπωση «κρίσης»!

Μ. Τετάρτη

Την Μ. Τετάρτη, η νηστεία εξουθένωνε ακόμα περισσότερο σε σημείο να φέρνει ζάλη – ντάλη! Ουσιαστικά όλο αυτό το τριήμερο κινείται στον ίδιο ρυθμό, και από την επ’ αύριο Μ. Πέμπτη θα αρχίσει ουσιαστικά το Θείο Δράμα.

Μ. Πέμπτη

Την Μ. Πέμπτη ο Χριστός που τον είχαν χάσει οι μαθητές του, γιατί είδαν τον τάφο ανοιχτό και δεν ήταν μέσα, τελικά όμως «ευρέθη», αφού η μόνη που τον είδε ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και πήγε να μάλιστα να Τον αγγίξει, και ο Κύριος της είπε το γνωστό εκείνο «μην μου άπτου». Την μέρα αυτή μετά την εκκλησία, πήγαιναν οι νοικοκυρές στο σπίτι να βάψουν τα αυγά τους με (οικολογική) βαφή, από φλοίδες κρεμμυδιού που έβραζαν μαζί με τα αυγά, έβαζαν κανέλα, ή κίτρινες μαργαρίτες για διάφορες αποχρώσεις. Με μια κάλτσα περνούσαν το αυγό που μέσα είχαν προσαρμόσει διάφορα άνθη, όπως μαργαρίτες, χαμομήλια, παπαρούνες , άνθη μολόχας κλπ, αλλά και φύλλα, όπου έπαιρναν το σχήμα τους, όπως τσουκνίδα, μολόχα. Η μέρα σήμερα θέλει τη νοικοκυρά να φτιάχνει τα λαμπροκούλουρα, αλλά και τα λαζαράκια. Τα λαζαράκια τα έφτιαζχναν με ζυμάρι, σχημάτιζαν με τη ζύμη ένα κεφάλι, το σώμα, να είναι ξαπλωμένο, και τα πόδια σχηματίζονταν με μια γραμμή. Στο κεφάλι έκαναν μάτια στόμα με γαρίφαλα, και στο κέντρο στην κοιλιά έβαζαν ένα κόκκινο αυγό, και όλα αυτά τα έψηναν στον ξυλόφουρνο.

Μ. Παρασκή

Την Μ. Παρασκή ο Χριστός είναι ακόμα στο καρφί επάνω στο Σταυρό, αλλά έλεγαν και το εξής: «Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερο μαύρη μέρα, σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται» .Τα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια θα μαζέψουν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο, αλλά και τα καλορίζικα όπου θα τα βάλουν γύρω από το «σώμα» του Χριστού επάνω στον Επιτάφιο.

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και θυμιάζουν, ανάβουν τα καντήλια, καθώς επίσης και στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, θα τους ανάψουν και εκεί το καντήλι.

Οι νεαρές κοπέλες το βράδυ θα πάνε στην εκκλησία ντυμένες στα μαύρα, και τα αγόρια με μαύρα πουκάμισα, θα ψάλουν τον Επιτάφιο Θρήνο μέσα στην εκκλησία, αλλά και έξω στην περιφορά του στο χωριό. Την Μ. Παρασκευή δεν κάνουν δουλειές, δεν σκουπίζουν, δεν κάνουν κουλούρια γιατί αν κάνουν αυτά θα μουχλιάσουν! Ακόμα και την σκούπα την έχουν κάπου κρυμμένη!

Στον Επιτάφιο μνημόνευαν τις ψυχές την Μ. Παρασκευή, όπως και το ψυχοσάββατο, γιατί μαζί με τον Χριστό, και εκείνες είναι αναστημένες.

Στο τέλος φεύγοντας για το σπίτι έπαιρναν καλορίζικα από τον Επιτάφιο, και τα φύλαγαν στο εικονοστάσι σε ένα σακουλάκι. Πίστευαν πως τα καλορίζικα αυτά είναι θαυματουργά. Σήμερα σε κάποιες εκκλησίες τα καλορίζικα τα δίνουν σε ειδικά σακουλάκια.

Πίστευαν πολύ στη δύναμη που έχουν τα καλορίζικα του Χριστού, που κάποιες γυναίκες αν έβαζαν έστω και ένα φυλλαράκι στον κουνενό, αμέσως θα ανέβαινε (φούσκωνε) το ζυμάρι. Μάλιστα μια δοξασία έλεγε πως κάποια γυναίκα που πήγε στην Τήνο να παρακαλέσει την Παναγία για να πιάσει παιδί , έφαγε ένα φύλο από τα καλορίζικα του Χριστού για να μείνει έγκυος. Έφαγε επίσης η γυναίκα εκείνη και το καντηλάκι με το φυτίλι, και παρεκάλεσε την Παναγία να της «πέψει» αγόρι, κι ας ήταν και παράλυτο! Πράγματι έμεινε η γυναίκα έγγειος, έκανε αγόρι, αλλά το ένα του χεράκι ήταν παράλυτο, και το είχε ακινητοποιημένο προς τα πίσω.

Όταν ο παπάς στη βάπτιση του παιδιού πήγε να του βάλει Άγιο Μύρο στο σώμα του σε σχήμα σταυρού, του έβαλε και στο παράλυτο χεράκι στην παλάμη του που είχε από τότε μόνιμα πίσω από το κορμί του. Τελικά μετά το Χρίσμα της Βάπτισης του παπά, το παιδί άνοιξε το παράλυτο χεράκι του, και εκεί μέσα κρατούσε το φυτίλι από το καντηλάκι που είχε καταπιεί η μάνα του!

Μεγάλο Σαββάτο

Το Μεγάλο Σαββάτο, λένε ο Χριστός στον τάφο, αλλά έλεγαν και το «Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω, που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα». Αυτό και μόνο δήλωνε το αποτέλεσμα της εξουθενωτικής νηστείας! Όμως ο αφέντης του σπιτιού θα σφάξει το αρνί, όπου θα γίνει θυσιαστήριο στη θυσία του Κυρίου, και θα είναι έτοιμο για ανήμερα του Πάσχα,! Αργά η νοικοκυρά θα έχει κι εκείνη έτοιμα τα «κοιλικά», για να ετοιμάσει το παραδοσιακό αυγολέμονο. Τα παιδιά επίσης ξαμολιόταν από νωρίς στις γειτονιές και τη Μ. Παρασκευή, για να μαζεύουν λουλούδια και λεμονανθούς, να τα πάνε στην εκκλησία για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

Την παραμονή επίσης του Πάσχα, αλλά και νωρίτερα, τα παιδιά έπρεπε να γυρνάνε τις γειτονιές και να παίρνουν κρυφά ξύλα από τις αυλές των σπιτιών για το κάψιμο του Ιούδα. Το έθιμο το καλούσε τα ξύλα να είναι κλεμμένα! Τα παιδιά επίσης, κυρίως τα αγόρια, έσμιγαν στις γειτονιές, είχαν μαζί τους ψαλίδι και χαρτοσακούλες , σπίρτα ή μπαρούτι από σφαίρες, και έφτιαχναν τα αυτοσχέδια «σκλαπαντζίκια» . Έκοβαν δηλαδή το χαρτί σε λουρίδες στενόμακρες με το ψαλίδι, μέσα τοποθετούσαν το μπαρούτι, και το τύλιγαν τριγωνικά, και στο τέλος το κολλούσαν με ζυμάρι ή το έδεναν με σπάγκο. Στο τέλος έκαναν μια τρύπα από όπου θα του έβαζαν φωτιά την ώρα της Ανάστασης. Τα μεγάλα παιδιά μάθαιναν την τεχνική στα μικρότερα, κι αν τα σκλαπαντζίκια τα τύλιγαν και με σύρμα, τότε τα λέγανε «συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια». Τα συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια έκαναν δυνατότερο κρότο, αλλά ήταν και σαφώς πιο επικίνδυνα!

Κάθε σπίτι όμως η νοικοκυρά έκαιγε τον δικό της Ιούδα ανάβοντας ένα θυμαράκι ή αχινοπόδι που έκαιγε επάνω στην παλάμη (φτυάρι), ή χάμω στην αυλή.

Πάντως τα παιδιά, μετά από αυτή την αβάσταχτη νηστεία, ήταν φυσικό να μην περιμένουν καν μετά το «Χριστός Ανέστη» να πάνε στην εκκλησία, και να έχουν υπομονή να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε «λεργιά»!

Πηγαίνοντας στην εκκλησία, είχαν στη τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και δυο τρία τσουρέκια! Μόλις ο παπάς έψαλε δυνατά το «Χριστός Ανέστη», εκείνα έβγαζαν επιτόπου το αυγό από την τσέπη και το τσούγκριζαν με τα διπλανά παιδιά, και το έτρωγαν επιτόπου μαζί με τα τσουρέκια, γιατί δεν άντεχαν στην αγωνία και τη μεγάλη λαχτάρα τους, να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε!

Τόση ήταν η λαχτάρα τους για να φάνε επιτέλους κάτι αξιόλογο, καπό το καθημερινό συνηθισμένο φαγητό, που ήταν κυρίως πατάτες τηγανητές, βραστοί χοχλοί, όσπρια νερόβραστα και χόρτα βραστά. Από την Μ. Παρασκευή πάντως ούτε λάδι!!

Βέβαια σε κάποια χωριά όπως στη Γαλιά, προ κατοχικά, ο παπάς του χωριού, που τότε ήταν ο γνωστός Παπά Γιάννης, έβαζε την παπαδιά να βράσει 100 με 150 αυγά, να τα βάψει κόκκινα, τα έβαζε σε ένα πανέρι, και όταν έλεγε πάντα το Χριστός Ανέστη έξω από την εκκλησία, και φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία, αντί για αντίδωρο από το πανέρι έπαιρναν από ένα κόκκινο αυγό, που τα τσούγκριζαν επιτόπου για τα «χρόνια πολλά»!

Την ίδια στιγμή που αναφωνεί ο παπάς το Χριστός Ανέστη, αμέσως άρχιζε το «πολεμικό» κλίμα, τα σκλαπαντζίκια άρχιζαν να πυροδοτούνται από τα παιδιά, ανάβοντάς τα με ένα σπίρτο, που τα πετούσαν στον αέρα, κι εκείνα έσκαγαν με δυνατό κρότο! Άλλα παιδιά αμέσως έβαζαν φωτιά στον μεγάλο σωρό με τα ξύλα, και οι φωτιές αμέσως άρχιζαν να λαμπαδιάζουν σε μεγάλο ύψος, και ο Ιούδας πλέον καιγόταν!

Καμιά φορά γέμιζαν και κανένα παντελόνι και πουκάμισο με άχυρα και έκαναν έναν αχυρένιο άνθρωπο που παρίστανε τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον στερέωναν επάνω σε ένα ξύλινο όρθιο στύλο, και μαζί με τα ξύλα καιγόταν και ο αχυράνθρωπος! Σε κάποια χωριά της Κρήτης πέταγαν επάνω στη φωτιά στο κάψιμο του Ιούδα, και τους «Μάηδες», δηλαδή τα αποξηραμένα λουλούδια της Πρωτομαγιάς, γιατί πίστευαν πως έτσι θα εξόρκιζαν το κακό, και τη γλωσσοφαγιά. Το βράδυ μετά το «Χριστός Ανέστη» κατά την επιστροφή στο σπίτι, αντί μαγειρίτσα στα χωριά της Κρήτης, είχαν ετοιμάσει οι μανάδες ένα άλλο είδος μαγειρίτσας από ποδαράκια αρνιού ή κατσικιού, πατσά και έντερα. Τα ποδαράκια τα τσουδίζανε στη φωτιά να καούν οι τρίχες, τα πλένανε καλά όπως, και τα τυλίγανε με έντερα, το ίδιο και τις κοιλιές και κάνανε τα περιβόητα γαρδουμπάκια. Αυτά τα βράζανε είτε σκέτα με λεμόνι και λάδι, είτε με αγκινάρες και πατάτες είτε σκέτα και τα αυγοκόβανε.

Ήταν το αγαπημένο φαγητό όλων, και παράλληλα με τα κόκκινα αυγά που τσουγκρίζανε, πίνανε το κρασί που το καλούσε η βραδιά, για να ευχηθούν αλλήλους «Χριστός Ανέστη Χρόνια πολλά και του χρόνου, και αύριο με το καλό»!

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία.

Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»!

Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία. Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»! Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Σε Μεσαρίτικη εκδοχή)

Το μοιρολόι της Παναγίας, είναι ένα ποίημα που έχει επικρατήσει και σαν «Κάλαντα της Μ. Παρασκευής», αλλά στα κατηχητικά της εποχής πριν το ’60, αναφερόταν στους μαθητές και σαν «προσευχή της Μ. Βδομάδας». Το ποίημα αναφέρεται στο μοιρολόι της Παναγίας όταν ο Υιός της ήταν ακόμα επάνω στον Σταυρό.

Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει.
Ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον Μονογεννή της.
-Κάνε κυρά μου υπομονή κάνε κυρά μου ανέση (άνεση)
-Και πως να κάνω υπομονή και πώς να κάνω ανέση
απού ‘χω Γιό Μονογενή και Κείνος Σταυρωμένος.
Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβ η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα
έπιασαν το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι
κι άνοιξε η πόρτα του ληστού και η πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά τηρά ζερβά κανένα δεν γνωρίζει
τηρά και δεξιότερα και βλέπει τον Άη Γιάννη.
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του Γιού μου
μην είδες τον Υ(γ)ιόκα μου και σε τον Διδάσκαλο σου?
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω ,
δεν έχω χεροπάλαμο διά να σου τον ε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον τον Γυμνό τον Παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο?
Όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι ?
Εκείνος είν’ ο Γιόκας σου και εμέ Διδάσκαλος μού.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά Τον ερωτούσε.
-Δεν μου μιλεί ς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου?
-Τι να σου πω μανούλα μου, που διαφορά δεν έχει,
μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι
που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνει η γη κι ο ουρανός σημαίνει,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά με τρεις χρυσές καμπάνες !

Υπάρχει βέβαια η δοξασία που θέλει να αγιάζει όποιος μαθαίνει αυτή την προσευχή, όποιος την ακούει να τη λένε, ή τη όποιος τη σώζει για να την μαθαίνουν και οι άλλοι, κι όποιος την διακινεί. Επίσης «βλέπει τον παράδεισο» όποιος τη μελετάει το βαθύτερο νόημα της.
Έτσι η προσευχή τελειώνει ως εξής:

«Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφρουκαστεί παράδεισο θα λάβει .
Παράδεισο και Λίβανο από τον Άγιο τάφο».

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης