Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η φυσηχτήρα και η παραστιά, το παλιό καιρό, στο σπίτι του Κρητικού

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φυσηχτήρα ήτονε ένα από τα λιγοστά εργαλεία τση παραστιάς του παλιού κρητικού σπιθιού


Ενώ η παραστιά ήτονε το μέρος που ανάβανε τη φωτιά, που συνήθως βρισκότανε στην κουζίνα του σπιθιού και σε μια γωνιά αυτού.

Ήτονε απλά κτισμένη, σε σχέδιο ”Π”, με πελεκητές πέτρες, σαράντα περίπου πόντους ύψος, τοποθετημένες σε απόσταση που να μπορεί να πατεί το τσικάλι απάνω σ’ αυτές και κάτω από το τσικάλι να μπορούνε να μπαίνουνε εύκολα τα ξύλα, για να καίγονται.

Πολλές φορές υπήρχανε, δυο παραστιές ταίρι ταίρι, στον ίδιο χώρο, για διαφορετικού μεγέθους τσικάλια.

Το τσικάλι βέβαια επάταγε σε όλο το ”Π”, επάταγε όμως συνάμα και σε ένα οριζόντιο σίδερο, που το βάζανε στη μπροστινή μεριά τση παραστιάς.

Να φανταστούμενε δηλαδή πως επάταγε το τσικάλι, γύρω γύρω.

Ο τοίχος που ήτονε γύρω από την παραστιά, ελεγότανε, ”πυρόμαχος”.

Γύρω από τον πυρόμαχο και την παραστιά, ήτονε χτισμένος ένας χαμηλός τοίχος, με μια μική σκεπή απάνω, που περιέκλειε την παραστιά, για να ξεχωρίζει από το λοιπό σπίτι.

Πάνω από τη μική αυτή σκεπή, εξεκίναγε η καμινάδα τση παραστιάς, που εξεπιτηρούσενε πάνω από το δώμα του σπιθιού και πάνω από αυτό εσυνέχιζε και ορθωνότανε η εξωτερική καμινάδα.

Η εξωτερική καμινάδα ήτονε σκεπασμένη συνήθως με μια μεγάλη πλακωτή πέτρα, ενώ από τσι τρύπες, κάτω από τη πλακωτή αυτή πέτρα, που σκόπιμα αφήνανε, ήβγενε ο καπνός.

Απ’ αυτή τη καμινάδα ”ήμπαινε ο Άι Βασίλης τη Πρωτοχρονιά, για να φέρει στα μικιά κοπέλια τα δώρα, για τον καινούργιο Χρόνο”!!

Ενώ πάνω από τη παραστιά και σε ύψος δυο με τριών περίπου μέτρων, φυσικά μέσα στην καμινάδα, υπήρχενε τοποθετημένο ένα οριζόντιο σίδερο, που σ’ αυτό απάνω εκρεμούσανε τα απάκια και τα λουκάνικα τα Χριστούγεννα, για να στεγνώσουνε και για να καπνιστούνε με τα αρωματικά φυτά, που συνήθως εκαίγανε γι’ αυτό το σκοπό, όπως ήτονε η φασκομηλιά κι’ οι αλιματσές.

Σ’ αυτήν λοιπόν τη παραστιά, η σπιτονοικοκερά εμαγείρευε ούλα τα φαγιά τση οικογένειας, αλλά και ήβραζε νερό, για ούλες τσι δουλειές.

Εδώ τα βράδια μετά το μαγείρεμα του βραδινού φαγητού, εμαζωνότανε ούλη η οικογένεια για ναποσπερίσει, να ζεσταθεί και να κουβεντιάσει για τα διάφορα καθημερινά προβλήματα, αλλά και να πει μερικές ιστορίες και παραμύθια, για να περάσει πιο ευχάριστα η βραδιά.

Ούλα αυτά βέβαια, κάτω από το αμυδρό φως του λυχναριού γή τση λάμπας του πετρελαίου.

Πέρα όμως από τσι ιστορίες και τα παραμύθια αυτά, εψήνανε πολλές φορές στα κάρβουνα, οφτά κουκιά και κάστανα, αλλά και οφτά αυγά στην αθούβαλη.

Ενώ είχανε διάφορα παρατηρήματα όπως, όταν εβλέπανε στο πυρόμαχο απάνω να ανάβουνε μπουλούκι μικές μικές σπίθες, που τσι λέγανε ”γαμιλιώτες”, ελέγανε πως θα λά χιονίσει.

Επίσης δεν αφήνανε τα κοπέλια να παίζουνε με αναμμένα ξύλα, προφανώς για να μην καούνε, που για να τα πείσουνε ετσά λογιώ τως ελέγανε: ”άστο το αφτούμενο ξύλο στη φωθιά, μη το πηγαινοφέρνεις, γιατί θα κατουρηθείς τη νύχτα”!!

Ενώ όποιο κοπέλι ήπαιζε με τον άθο, το παρανομοιάζανε ”αθοκουτάλι”, μόνο και μόνο για να ντραπεί και να σταματήσει να παίζει με τον άθο.

Η φωθιά όμως τσι παραστιάς, για να συντηρείται συνέχεια και να παραμένει αφτούμενη, εχρειάζετο να τη φυσά κάποιος πότε πότε, που συνήθως την εφύσαγε με τη φυσηχτήρα.

Η φυσηχτήρα ήτονε φτιαγμένη από ένα ξερό καλάμι, δυο ή τριών κοντύλων.

Ο κάτω κόντυλας ήτονε στην άκρα τση φυσηχτήρας και τον είχανε τρυπημένο με ένα σουβλί κι’ από κειά ήβγαινε ο αέρας.

Τρυπημένοι ήτονε εσωτερικά και οι μεσακοί κόντυλοι, ενώ στην απάνω μεριά δεν υπήρχενε κόντυλας και ετσά ήμπαινε ελεύθερα ο αέρας.

Από κειά, από την απάνω μεργιά, εφυσούσανε με τη μπούκα ντως, όσον εμπορούσανε αδυνατά, ενώ ο αέρας επερνούσενε από τσι τρυπημένους κοντύλους και ήφτανε στον τελευταίο, που ήτονε στην άκρα άκρα και ο αέρας απού ήβγαινε όξω, ήβγενε με ορμή και ήναφτε τη φωθιά πλια πολύ, απού λαβουρδάνιαζε!!

Να πούμενε ότι τη φωθιά την ανάβανε με παραπάνω από ένα ξύλα, γιατί αμοναχό ένα κι’ αν ήτονε και χοντρό, δεν ήναφτε.
Για όποιον επροσπαθούσενε να ανάψει τη φωθιά με ένα ξύλο και επειδή δεν τα κατάφερνε, τον εκοροϊδεύγανε και του λέγανε τη παρακάτω κοροϊδία:

”Μοναχοδάβλι στη φωθιά, στο κώλο ντου απ’ τη φυσά”!!
Υπάρχει και η παροιμία, απού λέει: ”Δεν κάνει η παραστιά ντου άθο” και απευθυνότανε σ’ αυτόν απού δεν είχενε κάνει χαέρι στη ζωή ντου.

Να πούμενε βέβαια πως το καιρό τσι τουρκοκρατίας, οι Έλληνες απού πιανότανε και ανάβανε φωθιά τα βράδια στη παραστιά, επληρώνανε ειδικό χαράτσι, διαφορετικά εφυλακίζοντο.

Αυτό ήτονε ένα μέτρο καταπίεσης, γιατί όσο πλια πολλές καμινάδες εβγάνανε καπνό σε ένα τόπο, ετοσονά πλια πολύ ζωή εφαινότανε πως είχενε ο τόπος αυτός.

Σ´’ αυτό εδώ το σημείο, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε και να αναφερθούμε, στο Αρχαίο ρητό από τα Ομηρικά έπη και από την Οδύσσεια, το ”Καπνόν άνω θρώσκοντα”, που δηλώνει την λαχτάρα του Οδυσσέα, να γιαγύρει οπίσω στην πατρίδα ντου την Ιθάκη, που ήθελε να ιδεί έστω και από μακρυά το καπνόν τση καμινάδα του σπιθιού ντου να ανεβαίνει απάνω και ας θά λά αποθάνει!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *