Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ήθη και έθιμα της Μεγαλοβδομάδας και ημέρας της Λαμπρής

Δημοσιεύτηκε

στις

Όλα τα ήθη και τα έθιμα της Μεγαλοβδομάδας είναι βγαλμένα μέσα από το πλούτο της παράδοσης του λαού μας, που της προσδίδουν μια ξεχωριστή ομορφιά και την κάνουν πραγματικά Μεγάλη, αυτή τη τελευταία εβδομάδα πριν τη Λαμπρή


Ενώ Λαμπρή εννοούμε τη Λαμπρή ημέρα που Αναστήθηκε ο Χριστός, τη ξεχωριστή αυτή ημέρα από όλες τις άλλες μέρες του Χρόνου.

Λαμπρή είναι λέξη Ελληνική, που σημαίνει, λάμψη, ακτινοβολία, φως, χαρά. Πάσχα, είναι λέξη Εβραϊκή και σημαίνει, μετάβαση.

Υπάρχουνε πολλές μετονομασίες για όλες τις ημέρες της Μεγαλοβδομάδας, που είναι διαφορετικές από τόπο σε τόπο και πιθανών και σε βάθος χρόνου.

Από αυτές, άλλες απευθύνονται στα πάθη του Χριστού και άλλες στα ”πάθη” των ανθρώπων, δηλαδή την ταλαιπωρία των από την παρατεταμένη νηστεία, που τη Μεγαλοβδομάδα ήταν στην αποκορύφωση της.

Έψαξα και βρήκα διάφορες μετονομασίες που αξίζει να τις επαναφέρουμε στη μνήμη μας, ενώ θα αναφέρω και τον τόπο που τις βρήκα.

Θέλω να πιστεύω ότι ο κάθε ένας από εσάς, όλο και κάποια διαφορετική μετονομασία θα έχει.

Ο κόσμος τότε πίστευε περισσότερο στη θρησκεία μας και στη δύναμη του Χριστού, και ότι έκανε το έκανε με πίστη και αφοσίωση, γιατί έτσι το ένοιωθε.

Το κέρδος του βέβαια ήταν πολλαπλό, γιατί έκανε και την απαιτούμενη αποτοξίνωση, καθώς επιτάσσει η θρησκεία μας.

Παρακολουθούσε με κατάνυξη τα Θεία Πάθη του Χριστού όλη τη Μεγαλοβδομάδα, αλλά παράλληλα έκανε και πραγματική Ανάσταση, αφού ένοιωθε ότι κι ο ίδιος είχε αναστηθεί από τα…….πάθη της νηστείας του!!

Έτσι η ημέρα της Λαμπρής ήταν μια πολύ χαρούμενη ημέρα, αφού μπορούσε επί τέλους να απολαμβάνει όλα όσα στερήθηκε τόσες ημέρες!!

Αντίθετα με το σήμερα, που ο πολύς κόσμος έπαψε να πηγαίνει στην εκκλησία, παρά μόνο πέντε λεπτά πριν το Χριστός Ανέστη και μόνο για να πάρει το Άγιο Φως!!!!!

Αλλά να με συγχωρέσετε, γιατί πριν ξεκινήσω και παραθέσω τις μετονομασίες της Μεγαλοβδομάδας, θα αναφέρω για ότι λέγεται την ημέρα των Βαϊων, που ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας. Λέγεται λοιπόν:

”Βάγια, Βάγια των Βαγιών
τρώνε ψάρι και κολιόν
και την άλλη Κυριακή
τρώνε το ψητό αρνί”.

Μετονομασίες της Μεγαλοβδομάδας:

Γαλιά Ηρακλείου

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη Κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Ο κόσμος χαλά και παύτει
Μεγάλη Πέμπτη – Ο κόσμος χαλά και πεύτει
Μεγάλη παρασκευή – Μεγάλη ταραχή
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο
και πως θα σε περάσω,
που έχεις πέντε κολατσά και πέντε μεσημέρια
και πέντε αποτσακίσματα σα με να λάξει μέρα.

Φανερωμένη Ηρακλείου

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – Σηκώνεται και πεύτει
Μεγάλη Παρασκευή – Μεγάλη ταραχή
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο
και πως θα σε περάσω,
που έχεις πέντε κολατσά και πέντε μεσημέρια
και πέντε απομεσήμερα μέχρι να λάξει μέρα.

Τυμπάκι Ηρακλείου

Μεγάλη δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο
Κυριακή του Πάσχα – Ο Χριστός ανάστα

Ρέθυμνο

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Χριστός στο Καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο

Αλικαρνασσού

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Ιησούς εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Ιησούς εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Ιησούς εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Ιησούς στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Ιησούς στον Τάφο
Μεγάλη Κυριακή – Ο Ιησούς θα Αναστηθεί

Κακοδίκι, επαρχίας Σελίνου Χανίων

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – ο Χριστός στο Τάφο

Ζαρός

Μεγάλη Παρασκευή – Σήμερο μαύρος ουρανός,
σήμερο μαύρη μέρα,
σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται.
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω,
που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια
και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα.

Ανώγεια Μυλοποτάμου

Μεγάλη Δευτέρα – Ο Χριστός με τη μαχαίρα.
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη.
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη.
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη.
Μεγάλη Παρσκή – Ο Χριστός στο καρφί.
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο.
Την Αγία Κυριακή Ο Χριστός θα Αναστηθεί.

Κεφαλονιά

Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μέρα.
Μεγάλη Τρίτη, μεγάλη κρίση.
Μεγάλη Τετάρτη, μεγάλο σκοτάδι.
Μεγάλη Πέφτη, δάκρυο πέφτει.
Μεγάλη Παρασκευή, θλίψη πολλή.
Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο.
Μεγάλη Λαμπρή, χάσκα μούσκα αυγό κι αρνί.

Ανεξάρτητα όμως από όλες αυτές τις μετονομασίες, η Μεγαλοβδομάδα είναι Εβδομάδα νηστείας, προσευχή και κατάνυξης. Ενώ η κάθε μέρα έχει τα ξεχωριστά της ήθη και έθιμα και θα προσπαθήσω να τα παραθέσω, όσο μου είναι δυνατόν.

Από τη Δευτέρα κιόλας όλες οι γυναίκες αρχίζουν το καθάρισμα και άσπρισμα των σπιτιών των και όχι μόνο.

Ασπρίζουν βέβαια και όλους τους εξωτερικούς χώρους, καθώς επίσης και όλα τα γυροτρίγυρα σοκάκια, για να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής, που φυσικά δεν θα αργήσει να φανεί.

Τη Μεγάλη Πέμπτη θα ζυμώσουν και θα ψήσουν σε παραδοσιακούς ξυλόφουρνους τα διάφορα λαμπριάτικα κουλούρια κ.α. Ενώ την ίδια μέρα θα βάψουν τα κόκκινα αυγά.
Θα τα βάλουν σε ένα παραδοσιακό καλάθι και θα τα τζουγκρίσουν την ημέρα της Λαμπρής, λίγο πριν το κυρίως φαγητό, για να ευχηθούν Χρόνια Πολλά.

Πολλοί φυλάγουν από αυτά τα κόκκινα αυγά ένα αυγό στο εικονοστάσι. Αν το σπάσουν μετά από εφτά χρόνια, βρίσκουν μέσα μια πολύ καλή γυαλιστερή πέτρα.

Κομποσκοίνι

Τη Μεγάλη Πέμπτη όταν ο Παπάς διαβάζει τα Δώδεκα Ευαγγέλια, πολύς κόσμος κρατώντας μια μαύρη κλωστή, δένει ένα κόμπο κάθε που διαβάζει ένα Ευαγγέλιο. Έτσι στο τέλος έχουν δέσει δώδεκα κόμπους, όσα και τα Ευαγγέλια.

Αυτό το κομποσκοίνι το κάνουν φυλακτό και το κρατούν όπου και να πηγαίνουν, για να τους φυλάγει από τα κακά πνεύματα.

Κιτρολέμονα

Τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν ο Παπάς διαβάζει τα Δώδεκα Ευαγγέλια και συγκεκριμένα το έβδομο Ευαγγέλιο και όταν λέει ότι, ένας από τους παρευρισκομένους στη Σταύρωση πήγε και πήρε ένα σφουγγάρι, το βούτηξε στο ξύδι και αφού το στερέωσε πάνω σε ένα καλάμι έδωσε στο Χριστό να ποιεί, πολύς κόσμος μέσα στην Εκκλησία, κόβει και τρώει κιτρολέμονα, συμπάσχων με αυτό το τρόπο, με τα Πάθη του Χριστού.

Το Αγίασμα, το ξύδι και το Λεμόνι

Στο Χωριό Σκούρβουλα, ακόμα και σήμερα υπάρχει το έθιμο, ”το Αγίασμα, το ξύδι και το λεμόνι”.
Το έθιμο αυτό συνδέεται με τη λατρεία και παρατηρείται κατά την ημέρα της Μ. Παρασκευής.
Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για κάποιο αρχαίοΧριστιανικό έθιμο ή αν δημιουργήθηκε και σταθεροποιήθηκε μέσα στο χρόνο.

Επειδή όμως δεν παρατηρείται σε όλες τις Ενορίες και δεν αναφέρεται στο λειτουργικό τυπικό, καθ’ ότι δεν περιβάλλεται με την ισχύν κανόνος, οικουμενικής ή τοπικής συνόδου, πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για έθιμο τοπικό.

Εξ΄άλλου τέτοια έθιμα διαμορφώνονται και δημιουργούνται κατά καιρούς και τόπους και οφείλονται εις τα αγνά ήθη των Χριστιανών.

Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, ο Ιερέας κρατάει Μ. Αγιασμό από τα Φώτα τον οποίο φυλάσσει εντός του Ναού.

Επίσης στην λειτουργιά της Μ. Πέμπτης χρησιμοποιεί στην Πρόθεση, κατά την προετοιμασία των Τιμίων Δώρων, δώδεκα πρόσφορα(11+1) για να υπάρχει αντίδωρο να παίρνουν οι πιστοί, μετά την μετάληψη του Αγιασμού.
Το εσπέρας της Μ. Πέμπτης, μετά το πέρας της ακολουθίας των παθών, ο Ιερέας παραμένει στο Ναό και ετοιμάζει τα δώρα αυτά.

Δεξιά του Σταυρού τοποθετείται πάνω σε τραπέζι η κολυμβήθρα με τον Αγιασμό και δυο γυάλινα ποτήρια κάτω από τους κρουνούς. Στη συνέχεια το αντίδωρο και ένα δεύτερο τραπέζι, πάνω στο οποίο τοποθετείται μία λεκάνη με ξίδι και μέσα εκεί κόβονται καθαρισμένα λεμόνια σε μικρά κομμάτια.

Η προσέλευσης των πιστών είναι καθολική. Αρχίζει από τις 6 το πωϊ της Μ. Παρασκευής και διαρκεί έως το τέλος της βραδινής ακολουθίας του Επιταφίου.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι οι πιστοί δεν πίνουν ούτε νερό, έως της ώρας εκείνης που θα λάβουν τον Αγιασμό.

Το ξίδι και το λεμόνι πίνεται και τρώγεται, όχι μόνο μετά την μετάληψη του Αγιασμού εντός του Ναού, αλλά και στο σπίτι καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας όπου υπάρχει αποχή απ’ όλες τις τροφές και έχει την έννοια της συμμετοχής των πιστών στο Πάθος του Κυρίου.

Ξωκλήσια – νεκροταφείο

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και τα θυμιάζουν.

Θυμιάζουν επίσης στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, ενώ τους ανάβουν το καντήλι.

Στόλισμα επιταφίου – περιφορά

Ο επιτάφιος στολίζεται τη Μεγάλη Παρασκευή μέσα στην εκκλησία. Στολίζεται κυρίως από νέες κοπέλες, με κάθε λογής λουλούδια της εποχής.

Οι κολαϊνες, από λεμονανθούς εντυπωσιάζουν.

Η περιφορά θα γίνει τη Παρασκευή το βράδυ, γύρω από όλο σχεδόν το χωριό.

Τον επιτάφιο πάντοτε τον σηκώνουν στρατιώτες, εφ’ όσον υπάρχουν.

Όταν θα επιστρέψει ο επιτάφιος στην εκκλησία όλος ο κόσμος θα περάσει κάτω από αυτόν, ενώ θα εύχονται σ’ αυτούς που τον σήκωναν, να είναι καλά και του χρόνου να τον ξανασηκώσουν.

Στη συνέχεια όλος ο κόσμος παίρνει καλορίζικα από τον επιτάφιο, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να φουσκώσουν το προζύμι.

Χτυπούσαν τα σήμαντρα

Στο χωριό Μέλαμπες Ρεθύμνης, τα παλιά χρόνια τουλάχιστον, λίγο πριν να χτυπήσει η καμπάνα για να γίνει η περιφορά του επιταφίου, γύρναγαν σε όλο το χωριό τέσσερα με πέντε άτομα και χτυπούσαν τα σήμαντρα, ενώ πίσω από τα σήμαντρα ακολουθούσαν άλλα άτομα με αναμμένες δάδες.

Σήμαντρο, ήταν ένα κομμάτι σίδερο, κρεμασμένο με ένα σπάγκο, ενώ το χτυπούσαν με ένα άλλο σίδερο.

Οι δάδες ήταν αυτοσχέδια τενεκεδάκια, που τους έβαζαν μέσα στάχτη και πετρέλαιο και μετά τους έδιναν φωτιά.

Καινούρια ρούχα και παπούτσια

Το Μεγάλο Σάββατο οι νονοί στέλνουν στα βαφτιστήρια τους καινούρια ρούχα και ιδιαίτερα παπούτσια, για να μη σκοντάφτουν όλο το χρόνο.

Το σφάξιμο του αρνιού

Το Μεγάλο Σάββατο όλος ο κόσμος θα σφάξει το αρνί για να το ψήσει την επομένη, την ημέρα της Λαμπρής.

Το κάψιμο του Ιούδα

Από πολλές ημέρες πριν, αλλά και την παραμονή της Ανάστασης, όλοι οι νέοι του χωριού κουβαλούν με κάθε μέσο ξύλα έξω από την εκκλησία του χωριού.

Εκεί κάνουν ένα τεράστιο σωρό, που πάνω σε αυτόν στήνουν ένα αχυρένιο αντρίκελο, που συμβολίζει τον Ιούδα.

Το αχυρένιο αυτό αντρίκελο θα καεί στη μεγάλη φωτιά που θα ανάψει από αυτά τα ξύλα την ώρα που θα πει ο Παπάς το Χριστός Ανέστη, μέσα σε ένα πραγματικά ”πολεμικό” κλήμα, αφού χιλιάδες ακούγονται οι μπαλωθιές.

Αλλά και σε κάθε σπίτι, η κάθε κυρά, το Σάββατο το βράδυ, θα κάψει το δικό της Ιούδα, ανάβοντας μια σχετικά μικρή, στην αυλή του σπιτιού της φωτιά, χρησιμοποιώντας λίγους θάμνους, όπως ασκινοπόδια.

Η καύση του Αρφανού

Πρόκειται για ένα μοναδικό έθιμο, το οποίο διαρκεί όλη τη Σαρακοστή και γίνεται στα Ανώγια Ρεθύμνης, με τη συμμετοχή ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας.

Τα ξύλα τα συγκεντρώνουν,ως επί το πλείστον μικρά παιδιά, στις 4 συν μία ενορίες.

Λέγοντας 4 συν μία εννοούμε, την ενορία στο Μετόχι του Άι Δημήτρη, την ενορία του Άι Γιώργη, την ενορία του Άι Γιάννη και την ενορία στο Περαχώρι της Παναγίας. Ενώ η πέμπτη είναι αυτή που δημιουργείται μόνο το Πάσχα, από τον συνασπισμό όλων των μικρών παιδιών, στο Λαγγό (Κομπί).

Τα ξύλα αυτά τα φυλάγουν όλη την νύχτα τα παιδιά, για να μην τα κλέψουν οι μεν, από τους δε.

Λέγεται ότι είναι η πρώτη συλλογική δράση που συμμετέχουν τα παιδιά, στα Ανώγια.

Τα αρφανόξυλα θα μεταφερθούν το Μ. Σάββατο, εκεί που στήνεται ο αρφανός, και θα στηθούν με τη βοήθεια των μεγάλων.

Ο αρφανός θα καεί την ώρα που ο Παπάς λέει το Χριστός Ανέστη, ενώ η φωτιά είναι πρωτόγνωρη.

Τα Ανοιξιάτικα

Στο χωριό Γαλιά την ημέρα της Λαμπρής απ’ ότι θυμάμαι, υπήρχε το έθιμο ανεξάρτητα καιρικών συνθηκών, να φοράνε πολύ ελαφριά ανοιξιάτικα ρούχα.

Όλοι φόραγαν ίσως για πρώτη φορά μέχρι τότε, τα κοντά τους μανίκια! Με τη δικαιολογία;; Για να μην κρυώνουν στη συνέχεια!!

Το Αναστάσιμο φιλί

Ένα από τα ξεχωριστά έθιμα της ημέρας της Λαμπρής, είναι το Αναστάσιμο φιλί, που και ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, έχει υμνήσει, όπως αναφέρεται παρακάτω:

‘Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε…..
…. ανοίξατε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπρός εις τους Αγίους και φιληθείτε!!

Δεύτερη Ανάσταση – Νεκρανάσταση – Κρανάσταση

Την ημέρα της Λαμπρής μετά της δέκα η ώρα, γίνεται η δεύτερη Ανάσταση – Νεκρανάσταση – Κρανάσταση.

Τελειώνοντας, σηκώνουν οι πιστοί όλες τις εικόνες της εκκλησίας, από δύο άτομα την κάθε μία και τις κάνουν περιφορά γύρω από την εκκλησία ή γύρω από μια ευρύτερη περιοχή γύρω από την εκκλησία.

Τέλος τις επιστρέφουν, ενώ τις τοποθετούν στη θέση τους, αφού τις προσκυνήσουν όλοι τους μαζί, ευχόμενοι και του χρόνου με υγεία.

Φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία για το σπίτι του, παίρνει μαζί του και την εικόνα που από την αρχή της Σαρακοστής είχε νε φέρει για να λειτουργηθεί.

Γλέντι και μπαλοτοκόπι

Στη συνέχεια, παντού μπορείς να δεις παρέες, που το κέφι και η διάθεση φτάνει στο απόγειο της, ενώ δεν λείπει και το παραδοσιακό μπαλοτοκόπι.

Μικροεμπόριο – κανελάδες

Τουλάχιστον στο χωριό Γαλιά, απ’ ότι θυμάμαι, τα παλιά τα χρόνια, άνθιζε το μικροεμπόριο, κυρίως από μικρά παιδιά.

Άνθιζε επίσης το εμπόριο της κανελάδας – χιονάδας, που το χιόνι το έφερναν από το Ψηλορείτη.

Το έθιμο της καμπάνας

Στο χωριό Γαλιά, τα παλιά τα χρόνια, την ημέρα της Λαμπρής, όλος ο κόσμος πήγαινε και έπαιζε την καμπάνα της εκκλησίας!!

Έλεγαν: ”Αν θέλεις και εσένα να μεστώσουν τα σπαρτά σου, για να ξεφοινικώσουν των οζώ σου τα κέρατα, άμε να παίξεις τη καμπάνα!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκέψη των παιδιών τις μέρες του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα παιδιά μπορεί να είχαν παντονιάρει κι αυτά μαζί με τους μεγάλους από την παρατεταμένη νηστεία του 40ήμερου του Πάσχα, αλλά παρόλα αυτά, αναλάμβαναν και αυτά τα καθήκοντά τους, και φυσικά όλες τις μέρες τις απολάμβαναν με τον καλύτερο τρόπο!


Περνούσαν μεν δύσκολες μέρες λόγω νηστείας, αλλά μέσα τους είχαν όμορφα συναισθήματα και μια κρυφή χαρά, αφού πολλά όμορφα πράγματα θα άλλαζαν την καθημερινότητά τους.

Περίμεναν πρώτα – πρώτα εκείνες τις μέρες ένα καινούριο ρούχο ή παπούτσια, παντελόνι ή πουκαμισάκι αν ήταν αγόρι, και παπουτσάκια ή φουστανάκι αν ήταν κορίτσι. Όλοι στην οικογένεια έπρεπε να φορέσουν απαραίτητα ένα καινούργιο ρούχο, το «λαμπριάτικο», και με αυτό να εμφανιστούν στην εκκλησία! Με δυο πήχες λοιπόν ντρίλι ή αλατσά, που αγόραζαν οι μανάδες, έφτιαχναν οι ίδιες τα ρουχαλάκια των παιδιών τους,

Όσες δεν τα κατάφερναν πήγαιναν σε άλλες που ήταν πιο ικανές και επιτήδειες στο ράψιμο. Οι γονείς κάποτε είχαν έντονα θρησκευτικά συναισθήματα, και προσπαθούσαν αυτά να τα μεταδώσουν και στα παιδιά τους. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα της νηστείας, τα νήστευαν κι εκείνα, κι αν όχι όλο το 40ήμερο, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Το έκαναν αυτό για να τα μαθαίνουν και τα παιδιά στην εγκράτεια, απαραίτητο προτέρημα για τον άνθρωπο της εποχής.

Οι ροδαριές της Σταυροπροσκήνησης

Τα παιδιά ανταμείβονταν με τις καταστάσεις και δραστηριότητες που ακολουθούσαν τα διάφορα έθιμα, όπως με το να πηγαίνουν χαρούμενα και γελαστά στα σπίτια, την παραμονή της Σταυροπροσκύνησης, αγόρια και κορίτσια σε κάθε χωριό, με τα πανέρια στα χέρια, και να μαζέψουν κάθε λογής λουλούδια και πρασινάδες από τα σπίτια που τους έδιναν οι νοικοκυρές.

Είχε μπει ήδη για καλά η Άνοιξη, και οι καρδιές όλων, ήταν ανοιχτές, γιατί ήταν επηρεασμένες ίσως, και από στις ομορφιές της φύσης.

Τα λουλούδια που ήταν πανέμορφα και πολύχρωμα, ήταν συνήθως, βασιλικοί, γαρύφαλλα, λευκά άνθη από το δένδρο μουρβέρι, κλαριά αρισμαρί και δάφνης, ζουμπούλια, μαντζουράνες, και ότι άλλο ήμερο λουλούδι είχε η κάθε μια στην αυλή της.

Τα λουλούδια αυτά στο χωριό μας, τα πήγαιναν από βραδύς στο σπίτι του παπά, που στη Γαλιά τότε ήταν ο παπά Γιώργης, και τα άφηναν πάνω σε ένα μεγάλο τετράγωνο τραπέζι, που είχε στο ευρύχωρο σαλόνι του.

Ο παπά Γιώργης, συχωρεμένος σήμερα, συνήθιζε να καλεί κάθε χρόνο, συγκεκριμένα άτομα, για να «δέσουν τσι ροδαρές», που θα μοιράσουν την επαύριον στους πιστούς στην εκκλησία την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Όλα αυτά τα λουλούδια το βράδυ θα τα αδειάσει ο παπάς από τα πανέρια στο τραπέζι, και οι καλεσμένοι του σε δύο τρεις ώρες περίπου θα τα είχαν δέσει με τάξη σε μικρά ματσάκια, και θα τα τοποθετούσαν ξανά στα ίδια πανέρια.

Σε όλο αυτό το διάστημα, υπήρχε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, διάθεση για καλαμπούρια, θα λέγονταν αστεία και διάφορα χωρατά, και η ώρα θα περνούσε ευχάριστα!

Σε κάθε ματσάκι έβαζαν και από ένα κλαρί πρασινάδα, δηλαδή βασιλικό, αρισμαρί ή δάφνη, και μετά τα έδεναν με σπάγκο, και η ροδαριά ήταν έτοιμη!

Στις ροδαριές δεν έβαζαν αγριολούλουδα, αλλά ούτε και λεμονανθούς, τους οποίους όμως έβαζαν αργότερα τα κορίτσια στον Επιτάφιο.

Τα παιδιά κυρίως που συμμετείχαν στις ροδαριές, είχαν μέσα τους κρυφή χαρά, γιατί ήξεραν πως στο τέλος της εργασίας, ο παπάς θα άδειαζε στο μεγάλο τραπέζι δυο τεράστιες χαρτοσακούλες αράπικα αλμυρά φιστίκια, και όλοι μετά θα είχαν επιδοθεί, στο να τρώνε αυτά τα υπέροχα καλούδια! Χαράς Ευαγγέλια λοιπόν και για τα παρευρισκόμενα παιδιά, χαράς Ευαγγέλια όμως και για τους μεγάλους, που συνόδευαν τη ρακή τους!
Για τα παιδιά και τις γυναίκες, η παπαδιά, έβγαζε κάποιο αναψυκτικό, λεμονάδα, πορτοκαλάδα, η γκαζόζα.

Πέρναγε ευχάριστα η ώρα, με τους άνδρες να έχουν πιεί τρία τέσσερα ρακάκια, μιας και το καλούσε η βραδιά! Επικρατούσε πάντως η χριστιανική πεποίθηση, πως τα λουλούδια που είχαν οι ροδαριές, επειδή είχαν ευλογηθεί στην εκκλησία, έπιαναν πάντα αν τα φυτέψει κάποιος.

Ωστόσο, πολλές γυναίκες «το είχαν σε καλό», να τα φυτεύουν, συνήθως είχαν επιτυχία, τα υπόλοιπα τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι τους.

Οι Σταυροί των Βαίων

Το ίδιο περίπου σκηνικό, θα επαναλαμβανότανε και την παραμονή των Βαίων, αφού ο παπάς θα ανελάμβανε να στείλει άνθρωπο να πάει να κόψει «Κλάδους Βαίων», από τις βαγιές (χουρμαδιές) του χωριού, αλλά και να κόψει και ένα «κλάδο ελιάς», ο οποίος να είναι εύρωστος, ανθισμένος, για να τον πάει κι αυτόν στην εκκλησία.

Τους σταυρούς, τους έφτιαχναν και εκείνους έντεχνα, κόβοντας από ένα στενόμακρο λευκό σπαθάτο φύλλο, το χώριζαν στα δυο, και εν συνεχεία, έκαναν τις σχετικές αναδιπλώσεις, για να φτιαχτεί αρχικά ο μισός σταυρός.

Έπειτα με ένα άλλο φύλλο γινόταν το ίδιο, ενωνόταν και ο άλλος μισός, και γινόταν ο τελικός σταυρός, που τον τοποθετούσαν στη συνέχεια, έναν – έναν, μέσα στο πανέρι, τον ένα πάνω σ’ άλλο.

Ο παπάς κι η παπαδιά, αναλάμβαναν να φτιάξουν τους δύσκολους και πολύπλοκους σταυρούς για την εκκλησία, καθώς εκείνοι είχαν ειδικότητα.

Και πάλι στο πέρας των εργασιών επακολουθούσε φαγοπότι με ξηρούς καρπούς, τα γνωστά φιστίκια, τα ρακάκια και τα κεράσματα.

Ήταν πια όλα έτοιμοι, για να μεταφερθούν τα πανέρια το πρωί της Κυριακής των Βαίων στην εκκλησία, μαζί με τον κλάδο της ελαίας.
Το έθιμο αυτό, αναπαριστούσε την υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου Τον είχαν υποδεχτεί «Μετά βαίων και κλάδων».

Έτσι, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, φεύγοντας ο κάθε πιστός , μαζί με το αντίδωρο, έπαιρνε κι από ένα σταυρό, έκοβε και ένα μικρό κλαράκι ελιάς και αυτά φτάνοντας στο σπίτι η νοικοκυρά, τα τοποθετούσε στο εικονοστάσι.

Επίσης εκείνη την ημέρα ακουγόταν και η φράση: «Των Βαγιώ – Βαγιώ, τρώνε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή τρώνε το ψητό αρνί», γιατί ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας.

Τη Μεγαλοβδομάδα

Tα συναισθήματα όλων την Μ. Βδομάδα εκφράζονταν στο παρακάτω λαϊκό εβδομαδιαίο φρασεολόγιο:

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στον Τάφο
Κυριακή του Πάσχα –Ο Χριστός Ανάστα!

Οι ανωτέρω φράσεις βέβαια αλλάζουν ριζικά από χωριό σε χωριό αφού έχουμε πολλές εκδοχές, αλλά εμείς αναφέραμε ήδη μια Γαλιανή εκδοχή, την οποία και θα επεξηγήσουμε.

Μ. Δευτέρα

Τη Μεγαλοβδομάδα απέφευγαν τις πολλές δουλειές, και κυρίως τις εξωτερικές, γιατί ήταν περίοδος θρησκευτικής κατάνυξης και νηστείας. Εν τούτοις η Μ. Δευτέρα ήταν η πρώτη μέρα της Μ Βδομάδας που δεν έβγαιναν έξω στα χωράφια, και ήταν ατέλειωτη, γιατί ίσως επειδή δεν ήταν στη δουλειά διέφερε, γιατί απλά εκεί περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν. Τη Μ Δευτέρα πάντως οι γυναίκες ασχολούνταν περισσότερο με το νοικοκυριό του σπιτιού άσπρισμα και καθάρισμα. Άσπριζαν όλους τους εξωτερικούς τοίχους, έβγαζαν έξω τα κρεβάτια και όλα τα υπάρχοντα του σπιτιού, και ασβέστωναν και από μέσα τοίχους και ταβάνια με την μπανανόβουρτσα.

Μ. Τρίτη

Η Μ. Τρίτη είναι «μεγάλη κρίση», γιατί συνεχίζεται η καθαριότητα της Μ. Δευτέρας στο χώρο του σπιτιού καθώς επίσης και όλα τα γύρω σοκάκια, τα οποία καθαρίζουν κι αυτά με τις σκούπες από τυχόν κοπριές ζώων και φύλλα των δένδρων. Εκτός από το σπίτι, και όλα τα στενά πρέπει να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής. Όμως η αγωνία να τα προλάβουν όλα στην εντέλεια, και η συνεχιζόμενη αυστηρή νηστεία της Μ. Βδομάδας , έδιναν εντύπωση «κρίσης»!

Μ. Τετάρτη

Την Μ. Τετάρτη, η νηστεία εξουθένωνε ακόμα περισσότερο σε σημείο να φέρνει ζάλη – ντάλη! Ουσιαστικά όλο αυτό το τριήμερο κινείται στον ίδιο ρυθμό, και από την επ’ αύριο Μ. Πέμπτη θα αρχίσει ουσιαστικά το Θείο Δράμα.

Μ. Πέμπτη

Την Μ. Πέμπτη ο Χριστός που τον είχαν χάσει οι μαθητές του, γιατί είδαν τον τάφο ανοιχτό και δεν ήταν μέσα, τελικά όμως «ευρέθη», αφού η μόνη που τον είδε ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και πήγε να μάλιστα να Τον αγγίξει, και ο Κύριος της είπε το γνωστό εκείνο «μην μου άπτου». Την μέρα αυτή μετά την εκκλησία, πήγαιναν οι νοικοκυρές στο σπίτι να βάψουν τα αυγά τους με (οικολογική) βαφή, από φλοίδες κρεμμυδιού που έβραζαν μαζί με τα αυγά, έβαζαν κανέλα, ή κίτρινες μαργαρίτες για διάφορες αποχρώσεις. Με μια κάλτσα περνούσαν το αυγό που μέσα είχαν προσαρμόσει διάφορα άνθη, όπως μαργαρίτες, χαμομήλια, παπαρούνες , άνθη μολόχας κλπ, αλλά και φύλλα, όπου έπαιρναν το σχήμα τους, όπως τσουκνίδα, μολόχα. Η μέρα σήμερα θέλει τη νοικοκυρά να φτιάχνει τα λαμπροκούλουρα, αλλά και τα λαζαράκια. Τα λαζαράκια τα έφτιαζχναν με ζυμάρι, σχημάτιζαν με τη ζύμη ένα κεφάλι, το σώμα, να είναι ξαπλωμένο, και τα πόδια σχηματίζονταν με μια γραμμή. Στο κεφάλι έκαναν μάτια στόμα με γαρίφαλα, και στο κέντρο στην κοιλιά έβαζαν ένα κόκκινο αυγό, και όλα αυτά τα έψηναν στον ξυλόφουρνο.

Μ. Παρασκή

Την Μ. Παρασκή ο Χριστός είναι ακόμα στο καρφί επάνω στο Σταυρό, αλλά έλεγαν και το εξής: «Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερο μαύρη μέρα, σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται» .Τα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια θα μαζέψουν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο, αλλά και τα καλορίζικα όπου θα τα βάλουν γύρω από το «σώμα» του Χριστού επάνω στον Επιτάφιο.

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και θυμιάζουν, ανάβουν τα καντήλια, καθώς επίσης και στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, θα τους ανάψουν και εκεί το καντήλι.

Οι νεαρές κοπέλες το βράδυ θα πάνε στην εκκλησία ντυμένες στα μαύρα, και τα αγόρια με μαύρα πουκάμισα, θα ψάλουν τον Επιτάφιο Θρήνο μέσα στην εκκλησία, αλλά και έξω στην περιφορά του στο χωριό. Την Μ. Παρασκευή δεν κάνουν δουλειές, δεν σκουπίζουν, δεν κάνουν κουλούρια γιατί αν κάνουν αυτά θα μουχλιάσουν! Ακόμα και την σκούπα την έχουν κάπου κρυμμένη!

Στον Επιτάφιο μνημόνευαν τις ψυχές την Μ. Παρασκευή, όπως και το ψυχοσάββατο, γιατί μαζί με τον Χριστό, και εκείνες είναι αναστημένες.

Στο τέλος φεύγοντας για το σπίτι έπαιρναν καλορίζικα από τον Επιτάφιο, και τα φύλαγαν στο εικονοστάσι σε ένα σακουλάκι. Πίστευαν πως τα καλορίζικα αυτά είναι θαυματουργά. Σήμερα σε κάποιες εκκλησίες τα καλορίζικα τα δίνουν σε ειδικά σακουλάκια.

Πίστευαν πολύ στη δύναμη που έχουν τα καλορίζικα του Χριστού, που κάποιες γυναίκες αν έβαζαν έστω και ένα φυλλαράκι στον κουνενό, αμέσως θα ανέβαινε (φούσκωνε) το ζυμάρι. Μάλιστα μια δοξασία έλεγε πως κάποια γυναίκα που πήγε στην Τήνο να παρακαλέσει την Παναγία για να πιάσει παιδί , έφαγε ένα φύλο από τα καλορίζικα του Χριστού για να μείνει έγκυος. Έφαγε επίσης η γυναίκα εκείνη και το καντηλάκι με το φυτίλι, και παρεκάλεσε την Παναγία να της «πέψει» αγόρι, κι ας ήταν και παράλυτο! Πράγματι έμεινε η γυναίκα έγγειος, έκανε αγόρι, αλλά το ένα του χεράκι ήταν παράλυτο, και το είχε ακινητοποιημένο προς τα πίσω.

Όταν ο παπάς στη βάπτιση του παιδιού πήγε να του βάλει Άγιο Μύρο στο σώμα του σε σχήμα σταυρού, του έβαλε και στο παράλυτο χεράκι στην παλάμη του που είχε από τότε μόνιμα πίσω από το κορμί του. Τελικά μετά το Χρίσμα της Βάπτισης του παπά, το παιδί άνοιξε το παράλυτο χεράκι του, και εκεί μέσα κρατούσε το φυτίλι από το καντηλάκι που είχε καταπιεί η μάνα του!

Μεγάλο Σαββάτο

Το Μεγάλο Σαββάτο, λένε ο Χριστός στον τάφο, αλλά έλεγαν και το «Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω, που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα». Αυτό και μόνο δήλωνε το αποτέλεσμα της εξουθενωτικής νηστείας! Όμως ο αφέντης του σπιτιού θα σφάξει το αρνί, όπου θα γίνει θυσιαστήριο στη θυσία του Κυρίου, και θα είναι έτοιμο για ανήμερα του Πάσχα,! Αργά η νοικοκυρά θα έχει κι εκείνη έτοιμα τα «κοιλικά», για να ετοιμάσει το παραδοσιακό αυγολέμονο. Τα παιδιά επίσης ξαμολιόταν από νωρίς στις γειτονιές και τη Μ. Παρασκευή, για να μαζεύουν λουλούδια και λεμονανθούς, να τα πάνε στην εκκλησία για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

Την παραμονή επίσης του Πάσχα, αλλά και νωρίτερα, τα παιδιά έπρεπε να γυρνάνε τις γειτονιές και να παίρνουν κρυφά ξύλα από τις αυλές των σπιτιών για το κάψιμο του Ιούδα. Το έθιμο το καλούσε τα ξύλα να είναι κλεμμένα! Τα παιδιά επίσης, κυρίως τα αγόρια, έσμιγαν στις γειτονιές, είχαν μαζί τους ψαλίδι και χαρτοσακούλες , σπίρτα ή μπαρούτι από σφαίρες, και έφτιαχναν τα αυτοσχέδια «σκλαπαντζίκια» . Έκοβαν δηλαδή το χαρτί σε λουρίδες στενόμακρες με το ψαλίδι, μέσα τοποθετούσαν το μπαρούτι, και το τύλιγαν τριγωνικά, και στο τέλος το κολλούσαν με ζυμάρι ή το έδεναν με σπάγκο. Στο τέλος έκαναν μια τρύπα από όπου θα του έβαζαν φωτιά την ώρα της Ανάστασης. Τα μεγάλα παιδιά μάθαιναν την τεχνική στα μικρότερα, κι αν τα σκλαπαντζίκια τα τύλιγαν και με σύρμα, τότε τα λέγανε «συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια». Τα συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια έκαναν δυνατότερο κρότο, αλλά ήταν και σαφώς πιο επικίνδυνα!

Κάθε σπίτι όμως η νοικοκυρά έκαιγε τον δικό της Ιούδα ανάβοντας ένα θυμαράκι ή αχινοπόδι που έκαιγε επάνω στην παλάμη (φτυάρι), ή χάμω στην αυλή.

Πάντως τα παιδιά, μετά από αυτή την αβάσταχτη νηστεία, ήταν φυσικό να μην περιμένουν καν μετά το «Χριστός Ανέστη» να πάνε στην εκκλησία, και να έχουν υπομονή να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε «λεργιά»!

Πηγαίνοντας στην εκκλησία, είχαν στη τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και δυο τρία τσουρέκια! Μόλις ο παπάς έψαλε δυνατά το «Χριστός Ανέστη», εκείνα έβγαζαν επιτόπου το αυγό από την τσέπη και το τσούγκριζαν με τα διπλανά παιδιά, και το έτρωγαν επιτόπου μαζί με τα τσουρέκια, γιατί δεν άντεχαν στην αγωνία και τη μεγάλη λαχτάρα τους, να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε!

Τόση ήταν η λαχτάρα τους για να φάνε επιτέλους κάτι αξιόλογο, καπό το καθημερινό συνηθισμένο φαγητό, που ήταν κυρίως πατάτες τηγανητές, βραστοί χοχλοί, όσπρια νερόβραστα και χόρτα βραστά. Από την Μ. Παρασκευή πάντως ούτε λάδι!!

Βέβαια σε κάποια χωριά όπως στη Γαλιά, προ κατοχικά, ο παπάς του χωριού, που τότε ήταν ο γνωστός Παπά Γιάννης, έβαζε την παπαδιά να βράσει 100 με 150 αυγά, να τα βάψει κόκκινα, τα έβαζε σε ένα πανέρι, και όταν έλεγε πάντα το Χριστός Ανέστη έξω από την εκκλησία, και φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία, αντί για αντίδωρο από το πανέρι έπαιρναν από ένα κόκκινο αυγό, που τα τσούγκριζαν επιτόπου για τα «χρόνια πολλά»!

Την ίδια στιγμή που αναφωνεί ο παπάς το Χριστός Ανέστη, αμέσως άρχιζε το «πολεμικό» κλίμα, τα σκλαπαντζίκια άρχιζαν να πυροδοτούνται από τα παιδιά, ανάβοντάς τα με ένα σπίρτο, που τα πετούσαν στον αέρα, κι εκείνα έσκαγαν με δυνατό κρότο! Άλλα παιδιά αμέσως έβαζαν φωτιά στον μεγάλο σωρό με τα ξύλα, και οι φωτιές αμέσως άρχιζαν να λαμπαδιάζουν σε μεγάλο ύψος, και ο Ιούδας πλέον καιγόταν!

Καμιά φορά γέμιζαν και κανένα παντελόνι και πουκάμισο με άχυρα και έκαναν έναν αχυρένιο άνθρωπο που παρίστανε τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον στερέωναν επάνω σε ένα ξύλινο όρθιο στύλο, και μαζί με τα ξύλα καιγόταν και ο αχυράνθρωπος! Σε κάποια χωριά της Κρήτης πέταγαν επάνω στη φωτιά στο κάψιμο του Ιούδα, και τους «Μάηδες», δηλαδή τα αποξηραμένα λουλούδια της Πρωτομαγιάς, γιατί πίστευαν πως έτσι θα εξόρκιζαν το κακό, και τη γλωσσοφαγιά. Το βράδυ μετά το «Χριστός Ανέστη» κατά την επιστροφή στο σπίτι, αντί μαγειρίτσα στα χωριά της Κρήτης, είχαν ετοιμάσει οι μανάδες ένα άλλο είδος μαγειρίτσας από ποδαράκια αρνιού ή κατσικιού, πατσά και έντερα. Τα ποδαράκια τα τσουδίζανε στη φωτιά να καούν οι τρίχες, τα πλένανε καλά όπως, και τα τυλίγανε με έντερα, το ίδιο και τις κοιλιές και κάνανε τα περιβόητα γαρδουμπάκια. Αυτά τα βράζανε είτε σκέτα με λεμόνι και λάδι, είτε με αγκινάρες και πατάτες είτε σκέτα και τα αυγοκόβανε.

Ήταν το αγαπημένο φαγητό όλων, και παράλληλα με τα κόκκινα αυγά που τσουγκρίζανε, πίνανε το κρασί που το καλούσε η βραδιά, για να ευχηθούν αλλήλους «Χριστός Ανέστη Χρόνια πολλά και του χρόνου, και αύριο με το καλό»!

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία.

Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»!

Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία. Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»! Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Σε Μεσαρίτικη εκδοχή)

Το μοιρολόι της Παναγίας, είναι ένα ποίημα που έχει επικρατήσει και σαν «Κάλαντα της Μ. Παρασκευής», αλλά στα κατηχητικά της εποχής πριν το ’60, αναφερόταν στους μαθητές και σαν «προσευχή της Μ. Βδομάδας». Το ποίημα αναφέρεται στο μοιρολόι της Παναγίας όταν ο Υιός της ήταν ακόμα επάνω στον Σταυρό.

Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει.
Ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον Μονογεννή της.
-Κάνε κυρά μου υπομονή κάνε κυρά μου ανέση (άνεση)
-Και πως να κάνω υπομονή και πώς να κάνω ανέση
απού ‘χω Γιό Μονογενή και Κείνος Σταυρωμένος.
Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβ η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα
έπιασαν το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι
κι άνοιξε η πόρτα του ληστού και η πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά τηρά ζερβά κανένα δεν γνωρίζει
τηρά και δεξιότερα και βλέπει τον Άη Γιάννη.
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του Γιού μου
μην είδες τον Υ(γ)ιόκα μου και σε τον Διδάσκαλο σου?
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω ,
δεν έχω χεροπάλαμο διά να σου τον ε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον τον Γυμνό τον Παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο?
Όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι ?
Εκείνος είν’ ο Γιόκας σου και εμέ Διδάσκαλος μού.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά Τον ερωτούσε.
-Δεν μου μιλεί ς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου?
-Τι να σου πω μανούλα μου, που διαφορά δεν έχει,
μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι
που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνει η γη κι ο ουρανός σημαίνει,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά με τρεις χρυσές καμπάνες !

Υπάρχει βέβαια η δοξασία που θέλει να αγιάζει όποιος μαθαίνει αυτή την προσευχή, όποιος την ακούει να τη λένε, ή τη όποιος τη σώζει για να την μαθαίνουν και οι άλλοι, κι όποιος την διακινεί. Επίσης «βλέπει τον παράδεισο» όποιος τη μελετάει το βαθύτερο νόημα της.
Έτσι η προσευχή τελειώνει ως εξής:

«Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφρουκαστεί παράδεισο θα λάβει .
Παράδεισο και Λίβανο από τον Άγιο τάφο».

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκωπτική ποίηση και η “Γαλιανή σχολή”

Δημοσιεύτηκε

στις

Το χωριό μας, η Γαλιά Δήμου Φαιστού, έχει έντονα τα χαρακτηριστικά όσον αφορά τους ανθρώπους της, ήταν ανέκαθεν ζωηροί, εύθυμοι, δρακόντειας αντοχής, δουλευταράδες, γλεντζέδες, αλλά και πιστοί στα ήθη και έθιμα του τόπου τους


Τους άρεσε πολύ το τραγούδι και η ποίηση, και δεν υπήρχε ηλικιωμένος άνθρωπος να μην έχει αποστηθίσει ένα μεγάλο τμήματα του Ερωτόκριτου.

Στα βάθη του χρόνου υπήρξαν πολλοί καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής, αλλά υπήρξαν και πολλοί ποιητές που η δουλειά τους ήταν, ο σατυρικός στίχος, και που απετέλεσαν τη Γαλιανή σχολή.

Καταπιανόταν με διάφορα θέματα που σχετιζόταν με ανθρώπους και ζώα, κυρίως γαϊδούρια και αιγοπρόβατα.

Υπήρξαν πολλά άτομα που είχαν ασχοληθεί στο χωριό μας με το αντικείμενο αυτό και έκτοτε σώζονται ακόμα ποιήματα τους, τα οποία αμέσως τα αγκάλιασε ο κόσμος και τα στήριξε.

Ένα μέρος από τα ποιήματα αυτά τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν, όμως είναι και άλλα ακόμα αδημοσίευτα.

Τα ποιήματα αυτά έχουν ένα δημώδη χαραχτήρα, και επειδή προκαλούσαν γέλιο, καλοπροαίρετα βέβαια, αμέσως διασώθηκαν από στόμα σε στόμα.

Από τους τελευταίους χαρισματικούς ποιητές της σάτιρας ήταν ο Μιχελινός, και ο Ντουϊντομανώλης.

Ένα από τα αδημοσίευτα στα ηλεκτρονικά μέσα και τύπο, σατιρικό ποίημα της Γαλιανής Σχολής, είναι το παρακάτω που ακολουθεί, που σατιρίζει ένα περιστατικό που είχε συμβεί με την αίγα του ”Νικολακογιάννη”, που πάντα ήταν ελεύθερη, με συνέπεια να πηγαίνει στα περιβόλια των χωριανών και να προκαλεί ζημιές.

Ο αγροφύλακας ”Καραμανιτογιώργης”, την ντουφέκισε, ενώ βρισκόταν στο ύψος του χωριού Μονόχωρο, και η αίγα, στην απέναντι από αυτόν πλαγιά και μέσα στα περιβόλια των ανθρώπων.

Η συνέχεια στο απόσπασμα ποίημα, που η πατρότητα του ανήκει στον Ντουϊντομανώλη:

Θρήνος και κλάημα ‘κούστηκε, στο ργιάκι στο πλατάνι
την αίγα ντουφεκίσανε του Νικολακογιάννη.
Εγλάκα κι γυναίκα του και βάστα το λιβάνι
για να τηνε θυμιάσουνε και μπέληκι και γιάνει.
” Άσκημα λόγια σούπανε, Καραμανιτογιώργη
το γκρά είντα τον ήθελες, να το νε νε μαζώνεις ” .
” Άσκημα λόγια σούπανε, μα ‘τανε και πιτίδια
όπλο βαστάς Εγγλέζικο και μια χειροβομβίδα ”.
Ντελόγο τον εκάλεσε, στσι Μοίρες αγρονόμος
” αυτά που κάνεις Γιώργαρη, ποθές δε γράφει ο νόμος ”.
” Αν κάνεις τα περισσινά το γκρά και νεμαζώνεις
να πας να κάνεις κάρβουνα, τσ’ αίγες να μη σκοτώνεις ”.
” Αν θέλεις την αμπελική, πολύ καιρό να κάνεις,
να πα πληρώσεις ίδια δα, το Νικολακογιάννη ”.
Θαρώ πως εφοβήθηκε κι ήταξε πως θα δόσει
ένα εκατομοίριο, την αίγα να πληρώσει………..

Από το αρχείο του: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο παπάς της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Του μακαριστού Μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίου


Η Χριστιανική Ιερωσύνη είναι παντού και πάντα η ίδια. Έχει την αρχή και την προέλευση της στον Αρχιερέα Χριστό, φέρει μαζί της την Αποστολική γνησιότητα και διαδοχή και κηρύσσοντας τις αιώνιες αλήθειες του Ευαγγελίου επιχειρεί τον εκπολιτισμό και καθαγιασμό των ανθρωπίνων γενεών δια μέσου των αιώνων. Στέκει ανάμεσα στην γη και στον ουρανό κι ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, για να παίρνει απ΄εκείνο το φως και να το φέρνει στον κόσμο κι αντίστροφα πάλιν για να παίρνει από τον κόσμον τον πόνον και την αμαρτίαν και να τα εξαγνίζει στην μεγαλοσύνη του Θεού.

Η Χριστιανική Ιερωσύνη είναι μεταφυσικόν λειτούργημα, είναι όμως κι ένα εγκόσμιο έργον, έργον που γίνεται ενεργείται σε χώρες και λαούς, σε πολιτισμούς και κοινωνίες ανθρώπων με μύριες τόσες αποχρώσεις.
Γι’ αυτό ενώ από το ένα σκέλος της (το μεταφυσικό), η Χριστιανική Ιερωσύνη είναι σταθερή και αναλλοίωτη από το άλλο, το εγκόσμιο και το ανθρώπινο, γίνεται μεταβλητή και προσαρμοσμένη ανάλογα με τις συνθήκες του τόπου και του χρόνου. Για αυτό κι απάνω δω στο ιστορικό και πολυβασανισμένο νησί της Κρήτης η Ιερωσύνη έχει βέβαια το γενικό Χριστιανικό Ορθόδοξο στιμόνι της, παρουσιάζει όμως και την “τοπική” παραλλαγή της που οφείλεται στις ιδιαίτερες του ιστορικές και γεωφυσικές ακόμη συνθήκες του τόπου.

Η Κρήτη και μετά τον εκχριστιανισμό της πέρασε πολλές περιπέτειες. Σκλαβώθηκε πολλές φορές κι ο λαός της βασανίστηκε, αγωνίστηκε κι αναστήθηκε μέσα από στις φλόγες, στο αίμα και στα κόκκαλα του. Κι ο παπάς της Κρήτης στην Τριαδική του υπόσταση (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος) που εγνώριζε και γνωρίζει πάντα πως χρέος του Χριστιανού Ιερωμένου είναι “συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού η πρόσκαιρον έχουν αμαρτίας απόλαυσιν” στάθηκε πάντα κοντά στον λαό της Κρήτης και έκαμε το ράσο σημαία και γιαταγάνι το Σταυρό του. Αν σκεφτούμε πως από τα δυο χιλιάδες περίπου χρόνια που αριθμεί ως και σήμερα η Χριστιανική μας Κρήτη τα εννιακόσια τα πέρασε σε σκλαβιά και πολέμους με τους Σαρακηνούς, τους Ενετούς τους Τούρκους και τελευταία με την Γερμανοιταλική κατοχή κι αν σκεφτούμε πως τους αγώνες αυτούς η Εκκλησία της Κρήτης πήγαινε πάντα μπροστά τότε μπορούμε να φανταστούμε τι ήταν αυτός ο Κρητικός Παπάς. Η ιστορία της Κρήτης, τα τραγούδια και τα μοιρολόγια της, είναι γεμάτα από κατορθώματα και θυσίες Ιερωμένων και η γη της Κρήτης είναι το ίδιο γεμάτη από Μνημεία και πράγματα που μιλάνε για τον Παπά της Κρήτης. Εδώ είναι ένα μοναστήρι που το κάψανε οι καλόγεροι του και το κάνανε πύργο με πολεμίστρες, εκεί είναι ένας πλάτανος που δεν μαδεί τον χειμώνα γιατί κρεμάσανε ένα Δεσπότη κι αλλού είναι ένας τοίχος με Σταυρούς γιατί εσφάξανε Παπάδες και Διάκους.

Εδώ ένα γούμενος σηκώνει την επανάσταση, εκεί ένας άλλος γίνεται αρχηγός και πληρεξούσιος της και αλλού Δεσποτάδες, Παπαδες, Καλογέροι πολεμάνε σκοτώνουν φυλακίζονται εξορίζονται και κρεμούνται “για την Ελευθερίαν και του “Χριστού την Πίστην την Αγίαν”.

Έτσι σιγά-σιγά μέσα από στους αγώνες και στους πολέμους της Χριστιανικής Κρήτης σχηματίστηκε ένας ξεχωριστός τύπος Ιερωμένου. Ο Καπετάν Παπάς όπως θα ημπορούσαμεν να τον πούμε, που έχει απάνω του όλη την ψυχή και όλη την λεβεντιά της Κρήτης.

Και στον Καπετάν Παπά αυτόν την Κρήτης η Ιερωσύνη μοιράστηκε τουλάχιστον στο δεύτερο μέρος της- το ανθρώπινο- κι έσμιξε με την παλληκαριά και την λεβεντωσύνη της Κρήτης. Το “καλιμαύχιον” έγινε σκούφια και μαύρο κρουσωτό μαντύλι,. Τα γένεια κόπηκαν στην παλιά δωρική και Καπετανίστικη φόρμα. Το αντερί έγινε σταυρωτή και πλειό κάτω η βράκα ή η γκυλότα κα τα στιβάνια για το λαγοπερπάτημα του πάνω στ’ άγρια βουνά της Κρήτης. Κι απάνω σε αυτήν την λεβέντικη Κρητική φορεσιά τ’ άρματα, τα πολυθρούλητα κρητικά άρματα: Τα φυσεκλίκια, οι μπιστόλες, οι σασοποί, τα μαρτίνια, οι γκράδες, το μαυρομάνικο μαχαίρι.

Και πίσω από την λεβέντικη την παλικαρίσια στολή η ψυχή της Κρήτης, η ψυχή των αντρειωμένων, η ψυχή του Διγενή, του Ιππότη, η ψυχή του μάρτυρα και του Απόστολου.

Ο Κρητικός παπάς δεν εδυσκολεύτηκε καθόλου να συνταιριάσει μέσα του με τον αντρειωμένο και τον Απόστολο, τον πολεμιστή και τον θυσιασμένο.

Γιατί ένας αληθινός απόστολος έχει πάντα του μια ηρωική ψυχή, δεν φοβάται τον θάνατο και το αιώνιο δόγμα του “όλα ή τίποτα” μπορούσε τόσο εύκολα να γίνει το Κρητικό σύνθημα, “Ελευθερία ή Θάνατος”.

Μα για να συμπληρώσουμε την εικόνα του Ιερωμένου που περιγράφουμε πρέπει να προσθέσουμε ακόμη πως ο Παπάς της Κρήτης, ο Καπετάν Παπάς είναι ένας ηθικός και σεμνός άνθρωπος. Η παλληκαριά στην Κρήτη συνδυάζεται πάντα με τον ιπποτισμόν και σεμνότητα. Και ο παπάς της Κρήτης έτσι είναι. Σεμνός, ολιγόλογος, σκεπτικός και συνετός στα λόγια και στα έργα του. Στην λειτουργία του και μπροστά στο θυσιαστήριο του Θεού είναι απλός και δωρικός, του λείπουν ..λαρυγγισμοί και τα θεατρικά καμώματα. Κι έξω πάλιν στο σπίτι του, στον δρόμο και στην παρέα του, είναι το ίδιο σοβαρός, αξιοπρεπείς και σεβάσμιος. Στο χωριό είναι κι ο ίδιος ένας καλός δουλευτής και συχνά τα κτήματα και τα χωράφια του είναι ..πρότυπο στην καλλιέργεια και στην νοικοκυροσύνη. Στους γάμους της Ενορίας του πηγαίνει μπροστά πάνω στ’ άλογο και δίπλα στην ελληνική σημαία, συνοδεύει τον γαμβρό και την νύφη και στην βάπτιση το ίδιο κάθεται στο τραπέζι του συντέκνου και την “πρεπίζει” “τάβλα και την συντροφιά”. Στις χαρές και στις γιορτές συχνά είναι ο πρώτος που αρχίζει το ριζίτικο τραγούδι και σέρνει τους σεμνούς και παλληκαρίσιους κρητικούς χορούς. Και στον θάνατο πάλι, πρώτος αυτός σκυφτός και θλιμμένος θρηνολογεί με τους ψαλμούς της εκκλησίας τον θάνατο των παλληκαριών και τα κηδεύει κάτω από τους ίσκιους των πρίνων και των κυπαρισσιών στα ιερά χώματα της Κρήτης. Έτσι στην εικόνα του παπά της Κρήτης συναντούμε περισσότερο το γνήσιο Κρητικό ανθρώπινο “αντρίστικο”, ΄όπως λέμε στην Κρήτη, τύπο και λιγότερο και λιγότερο προσποιητόν και “φαρισαϊκό” ιερωμένο. Κι αυτό νομίζω δεν είναι ελάττωμα για τον Ιερωμένο. Γιατί πρώτα πρέπει να ναι κανείς άνθρωπος και μετά “άγιος”. Και κείνοι τάχα που δεν τους γνοιάζει καθόλου ο άνθρωπος και βιάζονται να παραστήσουν τους αγίους και τους υπερανθρώπους νομίζω πως κάνουν μόνο μια καρικατούρα και την αποστρέφονται σίγουρα κι ο Θεός κι οι άνθρωποι.

Έτσι ήταν περίπου ως τώρα ο Ιερωμένος της Κρήτης, ο Καπετάν Παπάς. 
Όμως οι χρόνοι περνούν και οι καιροί αλλάζουν. Οι πόλεμοι περνούν κι αυτοί και λιγοστεύουν κι όπως σαν Χριστιανοί ελπίζουμε και προσδοκούμε γρήγορα θα εξαλειφθούν από την ιστορία του ανθρώπου. Οι κοινωνίες και οι άνθρωποι της εποχής μας μεταφέρουν τους αγώνες και τις μάχες των σε άλλα πεδία και χρειάζονται διαφορετικά άρματα. Το νου, τον λόγο, την επιστήμη, την εργασία και την καλή διάθεση.

Έτσι κι ο Ιερωμένος της Κρήτης προσαρμόζεται στις νέες αυτές συνθήκες και δημιουργεί ένα νέο τύπο , τον κοινωνικό Παπά που μεταφέρει την “Καπετανιά” του σε άλλα επίπεδα αγώνων και διακρίσεων. Είναι ο Παπάς που πρωτοστατεί σε κοινωνικά και πολιτιστικά έργα (παιδείας-φιλανθρωπίας) και δίνει ακόμα στην κοινωνία με την οικογένεια του (ο έγγαμος) και εκλεκτά στελέχη, παιδαγωγούς ιατρούς, αξιωματικούς κλπ.
Όμως ο Καπετάν Παπάς δεν έπαψε να ζει. Στα παλιά Κρητικά σπίτια και στους τοίχους σε κάδρα και παλιές φωτογραφίες, τον συναντούμε με τ’ άρματα και τα διπλώματα της ανδρείας του. κι ανάμεσα στους πολλούς κρητικούς παπάδες που ζούνε ακόμη, μπορείς να συναντήσεις ιερωμένους που δεν έχουν ίσως τίποτα να καυχηθούν “για τον Χριστό’ μιλούν όμως με περηφάνια και καμάρι για τις μάχες και τα κατορθώματα των πολέμων των. Και τις υπερβολές αυτές που στον Κρητικό παπά, ο πατριώτης κι ο παλληκαράς ξεπέρασαν ίσως το Χριστιανό και τον Απόστολο, νομίζω ότι μπορούμε να τις ερμηνεύσουμε και να τις δικαιολογήσουμε όταν σκεφτούμε τις ιστορικές μας περιπέτειες. Μην λησμονούμε άλλωστε πως στις μεγάλες και κρίσιμες στιγμές των λαών και των ατόμων δεν μπορούμε να τις μετρούμε με το μέτρο και το “κουμπάσο” μιας στενόψυχης φαρισαϊκής ηθικής. Οι άνθρωποι και οι λαοί που κάνουν μεγάλα και τολμηρά βήματα μπορεί κάπου κάπου να κρεμάσουν τα πόδια των και στον γκρεμό και μέσα στην ίδια την άβυσσο.

Και μεις θα ευχηθούμε όποια κι αν είναι από δω και πέρα η μοίρα της Κρήτης, να μη λείψει ποτέ από τις φλέβες της “ο Καπετάν παπάς” ο ιερωμένος εκείνος που θα χει μέσα στην ψυχή του την παλληκαριά της Κρήτης και την “δύναμη του Σταυρού” για να κτυπά όχι πλειά τους Σαρακηνούς και τους Τούρκους, μα να κτυπά τον πολυμήχανον εχθρόν της αμαρτίας και των κοινωνικών αδυναμιών.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη