Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όταν στη Μεσαρά οι παλιοί έπιαναν αχέλια και καβρούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάμε στην εποχή που οι Μεσαρίτες είχαν στο τραπέζι τους πολλά αχέλια ή χέλια και καβρούς – Πως τα ψάρευαν όμως;


Ήταν μια εποχή που ο κάμπος της Μεσαράς, ήταν όλο ζωντάνια από το πολύ νερό, που το συναντούσες ακόμα και στο πιο μικρό ρέμα!

Όλο το χρόνο Χειμώνα  – Καλοκαίρι, όλα τα ποτάμια και ρέματα στη Μεσαρά έτρεχαν άφθονα τρεχούμενα νερά.

Όταν ήρθε ο αναδασμός στο κάμπο της Μεσαράς μονοπάντησε τα χωράφια των ανθρώπων και τους τα έδωσε σε ένα τόπο.

Ανά  160 μέτρα έκανε ένα δρόμο και στη μέση έκανε ένα ρέμα. Όλα τα  ρέματα αυτά, κατέληγαν στη “Γριά Σαίτα” και από εκεί τα νερά κατέληγαν στη θάλασσα.

Σε μια ηλικία από 10 έως 17, η δική μας εποχή της δεκαετίας ´80, η νεολαία δεν είχε και με πολλά πράγματα να ασχοληθεί (βλέπεις δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε) και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να περνάμε την ώρα μας.

Η καλύτερη ασχολία που είχαμε ήταν το κυνήγι σε αυτά τα ρέματα, που ταλέγανε και σαίτες. Τι κυνηγούσαμε? Φυσικά αχέλια και καβρούς!

Ο καλύτερος μεζές για τους πιο πολλούς Μεσσαρίτες και κυρίως Πετροκεφαλιανούς, που τα είχανε στα πόδια τους,  ήταν τα χέλια και οι καβροί!

Τα χέλια τα ψαρεύαμε συνήθως τα Καλοκαίρια, ή τις ημέρες που ήταν αποκριές, επειδή το κρέας του θεωρείται νηστίσιμο.

Τα χέλια σύχναζαν στο τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε κολύμπες, στα ποτάμια σε φράγματα η λίμνες, και φυσικά στις σαΐτες της Μεσαράς.

Το χέλι του άρεσε να τρέχει κόντρα στο ρέμα και όπου έβρισκε κολύμπα, εκεί και φώλιαζε και άφηνε τα αυγά του.

Ο κόσμος τότε μικροί ή μεγάλοι, κυνήγαγαν τα χέλια για τον εκλεκτό μεζέ τους, μια και το κρέας ήταν δύσκολο να βρεθεί στο τραπέζι.

Υπήρχαν διάφοροι τρόποι ψαρέματος του χελιού

Ψάρεμα με φλόμο

Σε κάποιες περιοχές της Μεσαράς όπως στα Κάτω περβόλια, υπήρχαν άφθονα  φλομάκια, που τα μάζευαν και τα πήγαιναν να τα ρίξουν στα μέρη που υπήρχαν χέλια.

Ο φλόμος όταν τον κόψεις βγάζει ένα τοξικό γάλα, δηλητηριώδες, που αυτό κάνει το νερό να μυρίζει, και το χέλι να βγάλει έξω το κεφάλι του. Τότε με ένα πιρούνι στο χέρι, τα κάρφωναν, και τα πέταγαν έξω.

Ψάρεμα με αλισανδρούλα

Υπήρχε ένα άλλο φυτό που το έλεγαν αλισανδρούλα, που ανήκει και αυτό στα δηλητηριώδη φυτά. Αλλού τον λένε καλάνθρωπο και είναι ένα φυτό με πλατιά φύλλα, και γίνεται όρθιο πάνω από ένα μέτρο. Και αυτό το φυτό βέβαια, βάσει της φυτολογίας, ανήκει στη γενική κατηγορία του φλόμου.

Το φυτό αυτό το έκοβαν και το πήγαιναν εκεί όπου είχε χέλια. Εκεί το κοπανίζανε καλά με μια πέτρα και αυτό έβγαζε ένα ζουμί, και κατόπιν το πέταγαν στο νερό.

Λέγεται πως το ζουμί αυτό έχει την ιδιότητα να καταστρέφει το οξυγόνο του νερού, και τα χέλια μη μπορώντας να αναπνεύσουν έβγαζαν και πάλι το κεφάλι τους έξω από μια γωνιά, και τότε τα κάρφωναν με ένα πιρούνι πάλι, και τα πέταγαν έξω!

Φυσικά το χέλι, μόλις βρεθεί δυο λεπτά έξω από το νερό, πεθαίνει όπως και το ψάρι.

Ψάρεμα με τα κερτάρια  ή κούρτα

Άλλος σπουδαίος τρόπος ψαρέματος χελιού, ήταν και το ειδικά καλαθάκια, που τα λέγανε κερτάρια ή αλλού κούρτες.

Η κούρτα η το κερτάρι, ήταν σαν καλαθάκι στενόμακρο και πλεχτό από ειδικά άγρια βρούλα που ήταν μυτερά στην άκρη.

Η κατασκευή αυτή , είχε μια στενή τρύπα από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια τάπα, σαν πορτάκι, που άνοιγε για να μπαίνει το χέρι να πιάνει το χέλι.

Τις κούρτες τις βάζανε από βραδύς στο νερό με διάφορες τροφές μέσα για να προσελκύσουν τα χέλια.

Το πρωί πήγαιναν και τα κοίταζαν να δουν τι χέλια είχαν πιάσει.  Το χέλι ήταν το ψάρι της εποχής!

Έτσι πολλές φορές, αυτό γινόταν πιο οργανωμένα. Έφτιαχναν πεντ’ έξη κούρτες, και τις πήγαιναν σε διάφορα σημεία που είχε κολύμπες,  και τις έριχαν στο νερό σε διαφορετικές περιοχές.

Το πρωί που πήγαιναν και τα μάζευαν, μπορούσε να είχαν μαζέψει καμιά δεκαριά χέλια, για να χορτάσει όλη η οικογένεια. Τα έκαναν συνήθως τηγανιτά η στα κάρβουνα.

Ψάρεμα με την καβούλα

Σκάβοντας στο χώμα βρίχναμε σκουλήκια τα οποία στη συνέχεια πιάναμε κλωστή και τα μπρουλιάζαμε φτιάχνοντας έτσι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο κλωστή με σκουλήκια. Στη συνέχεια το τυλίγαμε όπως το σχοινί, το δέναμε σε μια πετονιά και το πετούσαμε στο νερό. Το σύστημα αυτό λεγόταν καβούλα.

Όταν τσιμπούσαν τα χέλια με μια απότομη κίνηση τραβούσαμε την πετονιά με αποτέλεσμα η κλωστή να μαγκώνει στα δόντια του χελιού και το τραβούσαμε έξω.

Τα αχέλια και τα πιτσιρίκια στην εξοχή

Στην εξοχή, τα παιδιά που βλέπανε τα έχνη, (αιγοπρόβατα), σαν πεινούσαν πήγαιναν να πιάσουν 3 έως 5 χέλια για να φάνε τον εκλεκτό τους μεζέ.

Άναβαν πρώτα μια φωτιά για να είναι έτοιμη, και κατόπιν πήγαιναν στο νερό είτε με φλόμο, είτε με τα χέρια, είτε χτυπώντας τα με ένα ξύλο, τα έπιαναν και επιτόπου τα πήγαιναν για ψήσιμο!

Έκοβαν μια βέργα από αγριελιά και την έκαναν μυτερή μπροστά με ένα τσακί, σαν σούβλα.

Εκεί τα πέρναγαν ολόκληρα τα χέλια όπως είναι, ζικ – ζακ σαν λουκάνικα. Το χέλι δεν έχει λέπια, οπότε το έβαζαν όπως είναι πάνω σε δυο πέτρες στη φωτιά

Πολλές φορές όμως όταν έτρωγαν πολλά χέλια, τα βάραινε το στομάχι τους, γιατί το χέλι ανήκει στα βαριά δυσκολοχώνευτα φαγητά.

Πως χάθηκε και το τελευταίο χέλι από τον κάμπο της  Μεσαράς!

Έφτασε μία εποχή, που τα νερά πλέον λιγόστεψαν στα ρέματα και νερά.

Έβλεπες πλέον αχέλια, μόνο στις κολύμπες που είχαν φτιάξει η αγρότες, για να αντλούν τα νερά ποτίζοντας τις καλλιέργειες τους.

Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κολύμπες είχαν εγκλωβιστεί και τα τελευταία χέλια μην μπορώντας να πάνε αλλού πουθενά!

Όλο το χωριό αποφάσισε τότε, πως αυτά τα χέλια έτσι και αλλιώς θα ψοφούσαν μετά από λίγο καιρό που θα στέρευαν οι κολύμπες.

Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, και  μπαίνοντας οι πιο τολμηροί μέσα στις κολύμπες και με σαρακάκια, σκότωναν τα αχέλια και συγχρόνως τα πετούσαν στους υπόλοιπους χωριανούς που ήταν απέξω,  που κι αυτοί με την σειρά τους, τα έβαζαν στα τσουβάλια!

Θυμάμαι ότι από εκείνη την κολύμπα βγάλαμε πάνω από 300 κιλά αχέλια!

Από τι θυμάμαι οι πιο “φανατικοί” Πετροκεφαλιανοί δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αχέλια και για πολλά χρόνια μαζεύονταν παρέες και έκαναν μια διαδρομή πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας κοντά στο Πρέβελη, στο Κουρταλιώτικο φαράγγι και ψάρευαν εκεί αχέλια, έτσι ώστε να ξεθυμαίνει λίγο η επιθυμία τους για αυτό τον θεσπέσιο μεζέ.

Αυτό λοιπόν ήταν και το τέλος μιας εποχής η οποία θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας.

Το ψάρεμα του καβρού στον ποταμό

Ο καβρός, κοινός καβούρι, για να πιαστεί ήθελε καλό μάστορα!

Στα χωριά όλοι, από παιδιά όμως είχαν εκπαιδευτεί στο ψάρεμα του καβρού, και σπάνια θα πήγαινε κάποιος και να μην φέρει κάμποσα καβούρια στο σπίτι.

Ο λόγος που τα κυνήγαγαν ήταν για το πολύ νόστιμο κρέας του, που μοιάζει με αστακού η γαρίδας.

Ο απλός τρόπος ψαρέματος

Συνήθως τα παιδιά που δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα, πήγαιναν στα ποτάμια και ξυπόλητα με τα κοντά παντελονάκια, ανασήκωναν πέτρες η πλάκες στο νερό, και κοίταζαν αν έχει από κάτω «καβρούλια». Έτσι συνήθως έπιαναν μικρά δεύτερα αδέσποτα καβούρια, ή θηλυκά που σύχναζαν κάτω από πλακωτές πέτρες μέσα στο νερό.

Τρόπος ψαρέματος με το βρούλο

Ένας παμπάλαιος τρόπος για να πιάσει κάποιος καβρούς η καπατσέλες (μεγάλους καβρούς), μέσα στην τρύπα τους (φωλιά τους), ήταν να βρει ένα έξυπνο τρόπο να τα ξεγελάσει, γιατί το ίδιο το καβούρι είναι πανέξυπνο, και η

παραμικρή λάθος κίνηση θα το αφήσει κρυμμένο για ώρες μέσα στη φωλιά του! Ο τρόπος λοιπόν είναι «το κόλπο με το βρούλο»!

Έβρισκαν λοιπόν ένα βρούλο που στην άκρη να έχει το δικό του ανθάκι, η ένα άλλο άριο βρούλο μυτερό, που στην άκρη έδεναν σφιχτά με σπάγκο ένα φτερό!

Εντόπιζαν την καβροτρυπχιά, και με πολύ αργές κινήσεις την πλησίαζαν.

Γονάτιζαν με προσοχή να μην τρομάξει ο καβρός, και με προσοχή πολύ, κρατώντας με το δεξί χέρι το βρούλο, το κατεύθυναν προς τον καβρό αργά αργά, που ακόμα φαινόταν ελάχιστα στην τρύπα του.

Αρχίζοντας ένα αργό σφύριγμα μακρόσυρτο. «Φιούουου», και ξανά «φιούουουου», αργά και χαμηλόφωνα, και παράλληλα άρχιζε ένα γαργάλημα με το φτερό στα πόδια του καβρού διακριτικά και πολύ απαλά…

Ο καβρός επεξεργάζοντας στο μυαλό του τα «νέα στοιχεία» που έχει μπροστά του, νομίζει πως το φτερό είναι κάποιο έντομο είναι και θέλει να περάσει μέσα στην τρύπα του!

Έτσι ο καβρός κάνει την πρώτη κίνηση ένα βήμα προς τα έξω, για να είναι πιο κοντά «στη λεία του»!

Όμως το βρούλο όλο και το τραβά πιο έξω το χέρι, και δόστου και βγαίνει και ο κάβουρας προς τα έξω!

Όταν έχει βγει ολόκληρος ο καβρός έξω, κάνει μια με το αριστερό ο εκάστοτε καβροκυνηγός, και το αρπά και το πετά έξω μακριά από την φωλιά του!

Έτσι πλέον με ευκολία, πιέζοντας το στη πλάτη του, και με τέχνη το πιάνει το καβούρι και το βάζει στο καλαθάκι του, που από πάνω είναι δεμένο με ένα πανί, να μη φύγουν όσα έχει μέσα.

Ψάρεμα με την σαρδέλα

Ένας άλλος τρόπος και πιο αποτελεσματικός, ήταν το ψάρεμα με την σαρδέλα. Δέναμε τη παστή σαρδέλα από την ουρά με ένα σπάγγο, και στην συνέχεια την ρίχναμε στο νερό,.

Η μυρωδιά  της σαρδέλας φυσικά  τραβούσε τους καβρούς, και πήγαιναν να την φάνε.

Δολώματα βάζαμε σε πολλά σημεία και το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να πηγαίνουμε να πιάνουμε τους καβρούς, που προσπαθούσαν να φάνε τη σαρδέλα, που συνήθως σε κάθε δόλωμα ήταν δύο και τρεις καβροί μαζί!

Στη μέθοδο αυτή, είχαμε ένα μόνο πρόβλημα, αν καθυστερούσαμε λίγο παραπάνω να πάμε στο επόμενο δόλωμα, δεν προλαβαίναμε, και οι καβροί έτρωγαν την σαρδέλα!

Όμως και σε αυτό το πρόβλημα βρήκαμε λύση. Βάζαμε τη σαρδέλα μέσα σε  κάλτσα, έτσι ώστε οι καβροί να προσπαθούν να κόψουν την κάλτσα, χωρίς  όμως να προλαβαίνουν να φάνε και τη σαρδέλα!

Τρόποι για να μεταφέρουν τα καβούρια στο σπίτι

Εκτός από το καλαθάκι η κουβά, με το πανί από πάνω, ήταν και το σταμνί, με το στενό λαιμό, που δεν μπορούσε να βγει ο καβρός από εκεί.

Συνήθως τα παιδιά που δεν είχαν ούτε σταμνί, ούτε καλαθάκι, μόλις τα έπιαναν, τους άνοιγαν τον αφαλό που έχουν στην κοιλιά, και εκεί τους κάρφωναν ένα ξύλο, και το καβούρι πέθαινε αμέσως, και άρα ήταν ακίνδυνο να δραπετεύσει! Έτσι εν ανάγκη τα έβαζαν και στις τσέπες τους!

Χέλια και καβούρια στο ρεφενέ!

Πολλές φορές στα καφενεία, που δεν ήθελαν να πιούνε το κρασάκι με σκέτες ελιές και κριθαρόνταγκο, έλεγαν σε κάποιον…

-Πετάξου μπρε Μανώλη μέχρι το μποταμό, να φέρεις καμιά δεκαριά καβρούς, η πράμα χέλια να πχιούμε ένα (γ)κρασί !

Πήγαινε ο εκάστοτε Μανωλιός, και τα έφερνε στην παρέα και ο καφετζής τα έψηνε, η βραστά η τηγανητά η στα κάρβουνα.

Φυσικά εκείνος που πήγαινε και τα έφερνε, δεν πλήρωνε ρεφενέ στο μερίδιό του!

Ήταν βλέπεις και εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία, τα κρέατα σπανίζανε, και αυτοί οι μεζέδες ήταν ιδιαίτερα εκλεκτοί για όλους!

Έτσι ο φτωχός κόσμος στα χωριά, κατεργαζόταν άλλα πράγματα για να κάνει τη ζωή του καλύτερη!

Κάτι ανάλογο, γινόταν και όταν υπήρχαν εργάτες σε διάφορες δουλειές, σε αμπελοσκάματα, σε τρυγητούς η σε έργα της κοινότητας, κλπ.

Όταν σχόλαγαν αργά, έστελναν κάποιον να πάει να χελέψει, η να πιάσει καβρούς, να περάσουν το βράδυ τους όμορφα πίνοντας τα κρασάκια τους πλέον με θεσπέσιους μεζέδες!

Σήμερα φυσικά ο κόσμος δεν ασχολείτε  πλέον με αυτά τα σπόρ, και γιατί δεν υπάρχουν πλέον στη φύση, αλλά κι αν υπάρχουν ελάχιστα, τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων έχουν αλλάξει προς άλλες κατευθύνσεις.

Έτσι χέλια και καβροί, μας άφησαν τουλάχιστον σε μας τους παλιότερους πολλές αναμνήσεις…

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γεώργιο Χουστουλάκη για την πολύτιμη βοήθειά του 

Κέιμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος ΧουστουλάκηςΙορδάνης Μπιτσακάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

5 τραγούδια θρηνούν ακόμα για την Κύπρο

Δημοσιεύτηκε

στις

Συμπληρώνονται, σήμερα, 45 χρόνια από την αποφράδα 20η Ιουλίου 1974 και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Οι Τούρκοι σκότωσαν, βίασαν, λεηλάτησαν, εκτόπισαν και συνεχίζουν να κατέχουν με τη βία το 36% της μαρτυρικής Μεγαλονήσου


20 Ιουλίου 2016. Σήμερα, η Κύπρος ξύπνησε, υπό τους ήχους των σειρήνων. Ως ένδειξη μνήμης για την αποφράδα 20η Ιουλίου 1974. Τη μέρα που οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες πάτησαν τα χώματα της Κερύνειας και ο “Αττίλας” ξεκίνησε την παράνομη εισβολή του στη Μεγαλόνησο.

Οι σειρήνες ήχησαν στο νησί, σήμερα, για δεύτερη φορά, μετά από πέντε μέρες. Είχαν προηγηθεί εκείνες της 15ης Ιουλίου. Άλλη μια ημερομηνία σημειωμένη με μαύρο χρώμα στο ημερολόγιο της Κύπρου. Δίπλα της, γράφει:

“Προδοτικό Πραξικόπημα”. Της χούντας των Αθηνών και των Ελληνοκύπριων συνεργατών της.

Πέρασαν κιόλας 42 χρόνια. Απ’ άκρη σ’ άκρη του νησιού, οι θύμησες ζωντανεύουν ξανά. Θύμησες πολέμου, θανάτου, προδοσίας. Θύμησες χαμού, ξεριζωμού και απώλειας. Θύμησες που φαίνεται να ξεθωριάζουν, όσο περνάει ο πανδαμάτωρ χρόνος, μέσα στο τρέξιμο της καθημερινότητας και το ζοφερό κλίμα της εποχής της κρίσης.

Αλλά δεν σβήνουν. Δεν γίνεται να σβήσουν. Παραμένουν ζωντανές. Στις καρδιές και στον νου των Κυπρίων που τις περνούν από γενιά σε γενιά, περιμένοντας τη λύτρωση.

Πέραν της ιστορικής αναδρομής, παραθέτουμε 5 τραγούδια που φανερώνουν το συναισθηματικό “ταξίδι” κάθε Κύπριου, εδώ και 42 χρόνια. Τις αναμνήσεις, τη θλίψη, την οργή, το παράπονο, την ελπίδα…

Πατρίδα (Στίχοι – Ερμηνεία: Αλκίνοος Ιωαννίδης)

Λογαριάσατε λάθος (Στίχοι: Θεοδόσης Πιερίδης – Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Πενταδάκτυλέ μου (Στίχοι: Κώστας Μόντης – Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Η δική μου η πατρίδα (Στίχοι: Νεσιέ Γιασίν – Ερμηνεία: Μάριος Τόκας)

Καρτερούμεν (Στίχοι: Δημήτρης Λιπέρτης – Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

*To άρθρο αναδημοσιεύεται κάθε 20η Ιουλίου από το pathfinder.gr, κάθε φορά με την ελπίδα ότι θα είναι η τελευταία.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τσούτσουρος – Το εντυπωσιακό φαράγγι του Μίντρη

Δημοσιεύτηκε

στις

Πρόκειτε για ένα στολίδι της Κρητικής γης


Το φαράγγι του Μίντρη με το ποτάμι που εκβάλει στον σημερινό Τσούτσουρο θα μπορούσε πολύ εύκολα να χαρακτηριστεί και ως το φαράγγι των Μυστηρίων λόγω των αμέτρητων διηγήσεων για παράξενα φώτα, φαινόμενα και ιπτάμενα αντικείμενα που έχουν καταγραφεί εκεί.

Πρόκειτε για ένα στολίδι της Κρητικής γης που είναι εντελώς παραμελημένο από τις αρχές παρά την ιστορία και αρχαιολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει. Κατά τους Κλασικούς χρόνους εκεί υπήρχε υπερυψωμένος δρόμος για άμαξες που ένωνε τις πόλεις Πριανσό με Ίνατο.

Σήμερα ελάχιστα κομμάτια σώζονται από αυτό το τεράστιο έργο το οποίο σιγά σιγά εξαφανίζεται από τις βροχές και κατολισθίσεις. Αν βρεθείτε στον Τσούτσουρο μην αμελήσετε να το περπατήσετε.

Επισκεφτήκαμε το φαράγγι λίγες ώρες μετά την βροχή και μέρος του θεάματος που αντικρύσαμε σας παραδίδουμε στις φωτογραφίες …

Ναυσίνοος Αδριανός Adrianos Bezouglof

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Περίεργες, εμπορικές συναλλαγές και ”γιατροσόφια”, στο πέρασμα του χρόνου!!

Δημοσιεύτηκε

στις

”Εργαλεία τω γυναικώ, πουλώ”!!


Χώρες και χωργιά ήπχιανε ο Μονοχωργιανός Σωμαροσταυρούλης, διαλαλόντας ολημερνίς τση μέρας τη πραμάτεια ντου.
Ειντά τονε όμως μρέ εκείνη δα, η πραμάτεια;;
Απ’ ότι εφώνιαζε ο ίδιος, ήλεγε:
”Εργαλεία τω γυναικώ πουλώ”!!
Αλλά δεν εφαινόντανε όμως, είντα εργαλεία επουλούσενε, αφού τα είχενε μέσα σε μια βουργίδα για να μη φαίνονται και άλλοτε την είχενε κρεμασμένη στα σκαρβέλια του σωμαργιού του γαϊδάρου ντου και άλλοτε την εφόραγε στη πλάτη ντου και εγύρναγε τσι γειτονιές, ακόμη και τα Σαββάτα στην αγορά των Μοιρών.
Όμως ετρέχανε όποιοι και να τονε γροικούσανε και άνδρες και γυναίκες, για να δούνε τσι πλια πολλές φορές από περιέργεια, ειντά τονε εκειανά τα ”εργαλεία τω γυναικώ”.
Πρώτοι πρώτοι εφτάνανε οι άνδρες, για να τα δούνε και από κοντά!!
Ξαοπίσω εφτάνανε και οι γυναίκες, να δούνε και αυτές είντα εργαλεία ήτονε και που θα τως εχρησιμεύγανε.
Εγλακούσανε όμως από περιέργεια και τα κοπέλια, αλλά οι μανάδες ντως τα ζυγώνανε πλια πέρα, φοβούμενες μπας και ήτονε πράμα, το πονηρό.

Αλλά τελικά είντα θα ‘λεγες, αφού ήτονε: σαϊτες και καβαλάροι, μασούργια, αρδάχτια και σφεντίλια και ότι άλλο ξύλινο εργαλείο υπήρχενε και που εχρησιμοποιούσανε η νοικοκεράδες την εποχή εκείνη δά στ’ αργαστήρι ντως, απού ο ίδιος εφιλοτεχνούσενε;;

Το φάρμακο για τσι κάλους

Προπολεμικά στην αγορά τω Μοιρώ εμφανίστηκε, ετσά ξεκάρφωτα από το πουθενά, ένας τύπος, με ένα δρουβά γεμάτο!!
Τον είχενε κρεμασμένο στον ώμο ντου και εδιαλαλούσενε παντού:
”Φάρμακο για τσι κάλους τω ποδιώ πουλώ”!!
Άντε δα που ούλοι σχεδόν είχανε κάλους και ούλοι εσκεφτότανε πως ευρέθηκε η λύση στο πρόβλημα ντως!!
Το φάρμακο το πούλαγε φθηνά!!
Πενήντα λεπτά μόνο!!
Τό ‘χενε μέσα σε μια ειδική χάρτινη συσκευασία και μόλις επούλαγε ένα φάρμακο, εξαφανιζόντανε και βολίδα επήγαινε σε μια άλλη παρέα και ούτω καθ’ εξής.
Οι γι-άνθρωποι το παίρνανε από περιέργεια, για να δούνε είντα τελικά ήτονε εκεινονά το ξαρτάρικο φάρμακο!!
Αλλά μόλις ανοίγανε τη συσκευασία, εβλέπανε σε ένα χαρτάκι γραμμένο:

”Στενά παπούτσα να βάνεις”!!

Καθαρός είναι ο λαδικός

Η φράση ετούτη νά λέγεται μέχρι και την σήμερον ημέρα και είναι από αληθινή ιστορία.
Παντοτινός τως οι Κρητικοί τα παλιά τα χρόνια στα χωργιά τση Κρήτης, το λάδι που καταναλώνανε το βάζανε στο πιθάρι, το σκεπάζανε καλά μ’ ένα καθαρό πανί, ενώ κυκλικά εστερεώνανε το πανί με ένα έλασμα για να το κρατεί σταθερό και πάνω από αυτό ετοποθετούσανε ένα κατάλληλα διαμορφωμένο ξύλινο καπάκι.
Ούλα ούλα ετούτα νά, για να μη σαλτάρει μέσα κιανείς ποντικός και τσι ψακώσει.
Αν κιαμιά φορά όμως ήμπαινε ποντικός στο πιθάρι, το λάδι το δίνανε παντοτινός τως για τρυγές, που προοριζότανε για σαπούνι.
Ένας όμως όνομα και μη χωργιό, ελυπήθηκε να το δώσει για σαπούνι, μιας και στο πιθάρι ντου μέσα είχενε νταλτήσει μια ποντικάλα.
Με αποτέλεσμα να το βάλει σε ένα λαδικό και να το πάει στο παζάρι των Μοιρών, για να το πουλήσει.
Κάποια στιγμή τονέ ρώτηξε, ένας:

  • Μρε κουμπάρε!! Καθαρό είναι το λάδι;;
    Εκείνος όμως, για να δώσει απάντηση λίγο ειλικρινή, γιατί δε του επήγαινε όμορφα, που ψαρά ντονε τα γένια ντου, του απάντησε στα ντρέτα:

– Καθαρός είναι κουμπάρε, ο λαδικός!!

Η αίγα στη παρέλαση

Από ένα χωργιό τση Μεσαράς, ήφερε ένας την αίγα ντου στη ζωαγορά των Μοιρών, για να τηνέ πουλήσει.
Να τον κιόλας απού βρέθηκε το ντελόγο και ο μουστερής και τονε ρώτηξε:

  • Για πούλημα κουμπάρε την ήφερες την αίγα;;
    Ενώ αυτός του απήντησε για μιας με τη χαρακτηριστική Βορζανή φωνή, απού τον εδιέκρινε:

– Κια με για παρέλαση μωρέ κουμπάρε την ήφερα;;

Κατά τη πλερωμή θα ν-είναι και η υγειά

Αρρωστάρικο ήτονε το κακορίζικο το Μανωλιό τσι Ουρανίας και γι’ αυτό εσκέφτηκε να το πάει στο πραχτικό γιατρό, που κείνος με λόγια και ευκές ούλους ”τσι γιάτρευε”, αλλά ποτέ ντου όμως τζάμπα.
Μόλις τό ‘φταξε, του διάβασε εκείνος την ”πρέπουσα ευκή” και στη συνέχεια τσι λέει:
”Ούλα καλά συντέκνισσα”!!

  • Δηλαδή, να γενεί θέλει καλά το ντελόγο, το κοπέλι μου;;

Αυτά συντέκνισσα πάνε, ”κατά τη πλερωμή και η υγειά”!!

Το θαυματουργό χαμαϊλι

Ειδικότητα του ήτονε τα χαμαϊλια και ξακουστός για τα ”εντυπωσιακά και καλά αποτελέσματα” απού είχανε.
”Σώζανε” ανθρώπους από κάθε αρρώστια και κακιά ώρα, όπως ισχυριζόντανε!!
Ετσά του πήγαινε απού λέτε και η πανέμορφη νεαρή Τερψιχόρη το Γιαννιό ντζη, απού πολλά εξανθήματα είχενε βγαρμένα στο πρόσωπο ντου.
Ο ”γιατρός” επήρενε ιδιαιτέρως το κοπέλι, το ”εξέτασε” και βάσει του πορίσματος ήκαμε με μαύρο πανί ένα τριγωνικό χαμαϊλι και του τό ‘δεσε με ένα μαύρο σπάγκο, στον υφασμάτινο ιμάντα τση φανέλας του.
Μετά που του κρέμασε το χαμαϊλι ”ο γιατρός”, σε τρεις μέρες κιόλας είχενε γενεί το κοπέλι καλά και δεν είχενε το παραμικρό!!
Ούλοι εσταυροκοπιούντονε και εδίδανε ευκές, σ’ αυτόν ”τον άγιο άνθρωπο”, απού ήτονε η αιτία για να γενεί το κοπέλι καλά και ετσά στα ντάκα ντάκα κιόλας!!
Η παιδική περιέργεια όμως κιαμιά φορά ανατρέπει τα πάντα.
Το κοπέλι, χωρίς να το πάρει κιανείς χαμπάρι, ήκοψε με ένα τσιτρέτο το σπάγκο του χαμαϊλιού και στη συνέχεια το ξερούνιασε.
Ούλοι όμως μόλις το είδανε, εμείνανε με ανοιχτό το στόμα!!
Είδανε ότι μέσα στο χαμαϊλι είχενε ένα απλό χαρτί, που ήτονε γραμμένη η φράση:
”Γα@@ τη μάνα σου ανέ γιάνεις και αν δε γιάνεις”!!

Σύνταξη κειμένων, διάσωση ιστοριών, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη