Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όταν στη Μεσαρά οι παλιοί έπιαναν αχέλια και καβρούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάμε στην εποχή που οι Μεσαρίτες είχαν στο τραπέζι τους πολλά αχέλια ή χέλια και καβρούς – Πως τα ψάρευαν όμως;


Ήταν μια εποχή που ο κάμπος της Μεσαράς, ήταν όλο ζωντάνια από το πολύ νερό, που το συναντούσες ακόμα και στο πιο μικρό ρέμα!

Όλο το χρόνο Χειμώνα  – Καλοκαίρι, όλα τα ποτάμια και ρέματα στη Μεσαρά έτρεχαν άφθονα τρεχούμενα νερά.

Όταν ήρθε ο αναδασμός στο κάμπο της Μεσαράς μονοπάντησε τα χωράφια των ανθρώπων και τους τα έδωσε σε ένα τόπο.

Ανά  160 μέτρα έκανε ένα δρόμο και στη μέση έκανε ένα ρέμα. Όλα τα  ρέματα αυτά, κατέληγαν στη “Γριά Σαίτα” και από εκεί τα νερά κατέληγαν στη θάλασσα.

Σε μια ηλικία από 10 έως 17, η δική μας εποχή της δεκαετίας ´80, η νεολαία δεν είχε και με πολλά πράγματα να ασχοληθεί (βλέπεις δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε) και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να περνάμε την ώρα μας.

Η καλύτερη ασχολία που είχαμε ήταν το κυνήγι σε αυτά τα ρέματα, που ταλέγανε και σαίτες. Τι κυνηγούσαμε? Φυσικά αχέλια και καβρούς!

Ο καλύτερος μεζές για τους πιο πολλούς Μεσσαρίτες και κυρίως Πετροκεφαλιανούς, που τα είχανε στα πόδια τους,  ήταν τα χέλια και οι καβροί!

Τα χέλια τα ψαρεύαμε συνήθως τα Καλοκαίρια, ή τις ημέρες που ήταν αποκριές, επειδή το κρέας του θεωρείται νηστίσιμο.

Τα χέλια σύχναζαν στο τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε κολύμπες, στα ποτάμια σε φράγματα η λίμνες, και φυσικά στις σαΐτες της Μεσαράς.

Το χέλι του άρεσε να τρέχει κόντρα στο ρέμα και όπου έβρισκε κολύμπα, εκεί και φώλιαζε και άφηνε τα αυγά του.

Ο κόσμος τότε μικροί ή μεγάλοι, κυνήγαγαν τα χέλια για τον εκλεκτό μεζέ τους, μια και το κρέας ήταν δύσκολο να βρεθεί στο τραπέζι.

 

Υπήρχαν διάφοροι τρόποι ψαρέματος του χελιού

 

Ψάρεμα με φλόμο

Σε κάποιες περιοχές της Μεσαράς όπως στα Κάτω περβόλια, υπήρχαν άφθονα  φλομάκια, που τα μάζευαν και τα πήγαιναν να τα ρίξουν στα μέρη που υπήρχαν χέλια.

Ο φλόμος όταν τον κόψεις βγάζει ένα τοξικό γάλα, δηλητηριώδες, που αυτό κάνει το νερό να μυρίζει, και το χέλι να βγάλει έξω το κεφάλι του. Τότε με ένα πιρούνι στο χέρι, τα κάρφωναν, και τα πέταγαν έξω.

 

Ψάρεμα με αλισανδρούλα

Υπήρχε ένα άλλο φυτό που το έλεγαν αλισανδρούλα, που ανήκει και αυτό στα δηλητηριώδη φυτά. Αλλού τον λένε καλάνθρωπο και είναι ένα φυτό με πλατιά φύλλα, και γίνεται όρθιο πάνω από ένα μέτρο. Και αυτό το φυτό βέβαια, βάσει της φυτολογίας, ανήκει στη γενική κατηγορία του φλόμου.

Το φυτό αυτό το έκοβαν και το πήγαιναν εκεί όπου είχε χέλια. Εκεί το κοπανίζανε καλά με μια πέτρα και αυτό έβγαζε ένα ζουμί, και κατόπιν το πέταγαν στο νερό.

Λέγεται πως το ζουμί αυτό έχει την ιδιότητα να καταστρέφει το οξυγόνο του νερού, και τα χέλια μη μπορώντας να αναπνεύσουν έβγαζαν και πάλι το κεφάλι τους έξω από μια γωνιά, και τότε τα κάρφωναν με ένα πιρούνι πάλι, και τα πέταγαν έξω!

Φυσικά το χέλι, μόλις βρεθεί δυο λεπτά έξω από το νερό, πεθαίνει όπως και το ψάρι.

 

Ψάρεμα με τα κερτάρια  ή κούρτα

Άλλος σπουδαίος τρόπος ψαρέματος χελιού, ήταν και το ειδικά καλαθάκια, που τα λέγανε κερτάρια ή αλλού κούρτες.

Η κούρτα η το κερτάρι, ήταν σαν καλαθάκι στενόμακρο και πλεχτό από ειδικά άγρια βρούλα που ήταν μυτερά στην άκρη.

Η κατασκευή αυτή , είχε μια στενή τρύπα από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια τάπα, σαν πορτάκι, που άνοιγε για να μπαίνει το χέρι να πιάνει το χέλι.

Τις κούρτες τις βάζανε από βραδύς στο νερό με διάφορες τροφές μέσα για να προσελκύσουν τα χέλια.

Το πρωί πήγαιναν και τα κοίταζαν να δουν τι χέλια είχαν πιάσει.  Το χέλι ήταν το ψάρι της εποχής!

Έτσι πολλές φορές, αυτό γινόταν πιο οργανωμένα. Έφτιαχναν πεντ’ έξη κούρτες, και τις πήγαιναν σε διάφορα σημεία που είχε κολύμπες,  και τις έριχαν στο νερό σε διαφορετικές περιοχές.

Το πρωί που πήγαιναν και τα μάζευαν, μπορούσε να είχαν μαζέψει καμιά δεκαριά χέλια, για να χορτάσει όλη η οικογένεια. Τα έκαναν συνήθως τηγανιτά η στα κάρβουνα.

 

Ψάρεμα με την καβούλα

Σκάβοντας στο χώμα βρίχναμε σκουλήκια τα οποία στη συνέχεια πιάναμε κλωστή και τα μπρουλιάζαμε φτιάχνοντας έτσι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο κλωστή με σκουλήκια. Στη συνέχεια το τυλίγαμε όπως το σχοινί, το δέναμε σε μια πετονιά και το πετούσαμε στο νερό. Το σύστημα αυτό λεγόταν καβούλα.

Όταν τσιμπούσαν τα χέλια με μια απότομη κίνηση τραβούσαμε την πετονιά με αποτέλεσμα η κλωστή να μαγκώνει στα δόντια του χελιού και το τραβούσαμε έξω.

 

Τα αχέλια και τα πιτσιρίκια στην εξοχή

Στην εξοχή, τα παιδιά που βλέπανε τα έχνη, (αιγοπρόβατα), σαν πεινούσαν πήγαιναν να πιάσουν 3 έως 5 χέλια για να φάνε τον εκλεκτό τους μεζέ.

Άναβαν πρώτα μια φωτιά για να είναι έτοιμη, και κατόπιν πήγαιναν στο νερό είτε με φλόμο, είτε με τα χέρια, είτε χτυπώντας τα με ένα ξύλο, τα έπιαναν και επιτόπου τα πήγαιναν για ψήσιμο!

Έκοβαν μια βέργα από αγριελιά και την έκαναν μυτερή μπροστά με ένα τσακί, σαν σούβλα.

Εκεί τα πέρναγαν ολόκληρα τα χέλια όπως είναι, ζικ – ζακ σαν λουκάνικα. Το χέλι δεν έχει λέπια, οπότε το έβαζαν όπως είναι πάνω σε δυο πέτρες στη φωτιά

Πολλές φορές όμως όταν έτρωγαν πολλά χέλια, τα βάραινε το στομάχι τους, γιατί το χέλι ανήκει στα βαριά δυσκολοχώνευτα φαγητά.

 

Πως χάθηκε και το τελευταίο χέλι από τον κάμπο της  Μεσαράς!

Έφτασε μία εποχή, που τα νερά πλέον λιγόστεψαν στα ρέματα και νερά.

Έβλεπες πλέον αχέλια, μόνο στις κολύμπες που είχαν φτιάξει η αγρότες, για να αντλούν τα νερά ποτίζοντας τις καλλιέργειες τους.

Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κολύμπες είχαν εγκλωβιστεί και τα τελευταία χέλια μην μπορώντας να πάνε αλλού πουθενά!

Όλο το χωριό αποφάσισε τότε, πως αυτά τα χέλια έτσι και αλλιώς θα ψοφούσαν μετά από λίγο καιρό που θα στέρευαν οι κολύμπες.

Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, και  μπαίνοντας οι πιο τολμηροί μέσα στις κολύμπες και με σαρακάκια, σκότωναν τα αχέλια και συγχρόνως τα πετούσαν στους υπόλοιπους χωριανούς που ήταν απέξω,  που κι αυτοί με την σειρά τους, τα έβαζαν στα τσουβάλια!

Θυμάμαι ότι από εκείνη την κολύμπα βγάλαμε πάνω από 300 κιλά αχέλια!

Από τι θυμάμαι οι πιο “φανατικοί” Πετροκεφαλιανοί δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αχέλια και για πολλά χρόνια μαζεύονταν παρέες και έκαναν μια διαδρομή πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας κοντά στο Πρέβελη, στο Κουρταλιώτικο φαράγγι και ψάρευαν εκεί αχέλια, έτσι ώστε να ξεθυμαίνει λίγο η επιθυμία τους για αυτό τον θεσπέσιο μεζέ.

Αυτό λοιπόν ήταν και το τέλος μιας εποχής η οποία θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας.

 

Το ψάρεμα του καβρού στον ποταμό

 

Ο καβρός, κοινός καβούρι, για να πιαστεί ήθελε καλό μάστορα!

Στα χωριά όλοι, από παιδιά όμως είχαν εκπαιδευτεί στο ψάρεμα του καβρού, και σπάνια θα πήγαινε κάποιος και να μην φέρει κάμποσα καβούρια στο σπίτι.

Ο λόγος που τα κυνήγαγαν ήταν για το πολύ νόστιμο κρέας του, που μοιάζει με αστακού η γαρίδας.

 

Ο απλός τρόπος ψαρέματος

Συνήθως τα παιδιά που δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα, πήγαιναν στα ποτάμια και ξυπόλητα με τα κοντά παντελονάκια, ανασήκωναν πέτρες η πλάκες στο νερό, και κοίταζαν αν έχει από κάτω «καβρούλια». Έτσι συνήθως έπιαναν μικρά δεύτερα αδέσποτα καβούρια, ή θηλυκά που σύχναζαν κάτω από πλακωτές πέτρες μέσα στο νερό.

 

Τρόπος ψαρέματος με το βρούλο

Ένας παμπάλαιος τρόπος για να πιάσει κάποιος καβρούς η καπατσέλες (μεγάλους καβρούς), μέσα στην τρύπα τους (φωλιά τους), ήταν να βρει ένα έξυπνο τρόπο να τα ξεγελάσει, γιατί το ίδιο το καβούρι είναι πανέξυπνο, και η

παραμικρή λάθος κίνηση θα το αφήσει κρυμμένο για ώρες μέσα στη φωλιά του! Ο τρόπος λοιπόν είναι «το κόλπο με το βρούλο»!

Έβρισκαν λοιπόν ένα βρούλο που στην άκρη να έχει το δικό του ανθάκι, η ένα άλλο άριο βρούλο μυτερό, που στην άκρη έδεναν σφιχτά με σπάγκο ένα φτερό!

Εντόπιζαν την καβροτρυπχιά, και με πολύ αργές κινήσεις την πλησίαζαν.

Γονάτιζαν με προσοχή να μην τρομάξει ο καβρός, και με προσοχή πολύ, κρατώντας με το δεξί χέρι το βρούλο, το κατεύθυναν προς τον καβρό αργά αργά, που ακόμα φαινόταν ελάχιστα στην τρύπα του.

Αρχίζοντας ένα αργό σφύριγμα μακρόσυρτο. «Φιούουου», και ξανά «φιούουουου», αργά και χαμηλόφωνα, και παράλληλα άρχιζε ένα γαργάλημα με το φτερό στα πόδια του καβρού διακριτικά και πολύ απαλά…

Ο καβρός επεξεργάζοντας στο μυαλό του τα «νέα στοιχεία» που έχει μπροστά του, νομίζει πως το φτερό είναι κάποιο έντομο είναι και θέλει να περάσει μέσα στην τρύπα του!

Έτσι ο καβρός κάνει την πρώτη κίνηση ένα βήμα προς τα έξω, για να είναι πιο κοντά «στη λεία του»!

Όμως το βρούλο όλο και το τραβά πιο έξω το χέρι, και δόστου και βγαίνει και ο κάβουρας προς τα έξω!

Όταν έχει βγει ολόκληρος ο καβρός έξω, κάνει μια με το αριστερό ο εκάστοτε καβροκυνηγός, και το αρπά και το πετά έξω μακριά από την φωλιά του!

Έτσι πλέον με ευκολία, πιέζοντας το στη πλάτη του, και με τέχνη το πιάνει το καβούρι και το βάζει στο καλαθάκι του, που από πάνω είναι δεμένο με ένα πανί, να μη φύγουν όσα έχει μέσα.

 

Ψάρεμα με την σαρδέλα

Ένας άλλος τρόπος και πιο αποτελεσματικός, ήταν το ψάρεμα με την σαρδέλα. Δέναμε τη παστή σαρδέλα από την ουρά με ένα σπάγγο, και στην συνέχεια την ρίχναμε στο νερό,.

Η μυρωδιά  της σαρδέλας φυσικά  τραβούσε τους καβρούς, και πήγαιναν να την φάνε.

Δολώματα βάζαμε σε πολλά σημεία και το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να πηγαίνουμε να πιάνουμε τους καβρούς, που προσπαθούσαν να φάνε τη σαρδέλα, που συνήθως σε κάθε δόλωμα ήταν δύο και τρεις καβροί μαζί!

Στη μέθοδο αυτή, είχαμε ένα μόνο πρόβλημα, αν καθυστερούσαμε λίγο παραπάνω να πάμε στο επόμενο δόλωμα, δεν προλαβαίναμε, και οι καβροί έτρωγαν την σαρδέλα!

Όμως και σε αυτό το πρόβλημα βρήκαμε λύση. Βάζαμε τη σαρδέλα μέσα σε  κάλτσα, έτσι ώστε οι καβροί να προσπαθούν να κόψουν την κάλτσα, χωρίς  όμως να προλαβαίνουν να φάνε και τη σαρδέλα!

 

Τρόποι για να μεταφέρουν τα καβούρια στο σπίτι

Εκτός από το καλαθάκι η κουβά, με το πανί από πάνω, ήταν και το σταμνί, με το στενό λαιμό, που δεν μπορούσε να βγει ο καβρός από εκεί.

Συνήθως τα παιδιά που δεν είχαν ούτε σταμνί, ούτε καλαθάκι, μόλις τα έπιαναν, τους άνοιγαν τον αφαλό που έχουν στην κοιλιά, και εκεί τους κάρφωναν ένα ξύλο, και το καβούρι πέθαινε αμέσως, και άρα ήταν ακίνδυνο να δραπετεύσει! Έτσι εν ανάγκη τα έβαζαν και στις τσέπες τους!

 

Χέλια και καβούρια στο ρεφενέ!

Πολλές φορές στα καφενεία, που δεν ήθελαν να πιούνε το κρασάκι με σκέτες ελιές και κριθαρόνταγκο, έλεγαν σε κάποιον…

-Πετάξου μπρε Μανώλη μέχρι το μποταμό, να φέρεις καμιά δεκαριά καβρούς, η πράμα χέλια να πχιούμε ένα (γ)κρασί !

Πήγαινε ο εκάστοτε Μανωλιός, και τα έφερνε στην παρέα και ο καφετζής τα έψηνε, η βραστά η τηγανητά η στα κάρβουνα.

Φυσικά εκείνος που πήγαινε και τα έφερνε, δεν πλήρωνε ρεφενέ στο μερίδιό του!

Ήταν βλέπεις και εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία, τα κρέατα σπανίζανε, και αυτοί οι μεζέδες ήταν ιδιαίτερα εκλεκτοί για όλους!

Έτσι ο φτωχός κόσμος στα χωριά, κατεργαζόταν άλλα πράγματα για να κάνει τη ζωή του καλύτερη!

Κάτι ανάλογο, γινόταν και όταν υπήρχαν εργάτες σε διάφορες δουλειές, σε αμπελοσκάματα, σε τρυγητούς η σε έργα της κοινότητας, κλπ.

Όταν σχόλαγαν αργά, έστελναν κάποιον να πάει να χελέψει, η να πιάσει καβρούς, να περάσουν το βράδυ τους όμορφα πίνοντας τα κρασάκια τους πλέον με θεσπέσιους μεζέδες!

Σήμερα φυσικά ο κόσμος δεν ασχολείτε  πλέον με αυτά τα σπόρ, και γιατί δεν υπάρχουν πλέον στη φύση, αλλά κι αν υπάρχουν ελάχιστα, τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων έχουν αλλάξει προς άλλες κατευθύνσεις.

Έτσι χέλια και καβροί, μας άφησαν τουλάχιστον σε μας τους παλιότερους πολλές αναμνήσεις…

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γεώργιο Χουστουλάκη για την πολύτιμη βοήθειά του 

Κέιμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος ΧουστουλάκηςΙορδάνης Μπιτσακάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το κουρουπάρι της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Κάποιες παλιές συνήθειες των αγροτικών και των κτηνοτροφικών περιοχών της Κρητικής υπαίθρου αναμφισβήτητα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, και δυστυχώς μαζί έχουν χαθεί και κάποιες λέξεις όπως το «κουρουπάρι», που είναι εντελώς άγνωστες κι αυτές στον περισσότερο κόσμο


Εγώ ευτυχώς έτυχε να γνωρίζω τη λέξη από τον παππού μου και τον μακαρίτη τον πατέρα μου, και φυσικά περιέσωσα και τη λέξη αυτή μαζί με χιλιάδες άλλες ντόπιες κρητικές λέξεις, στο ιντερνετικό λεξικό www.cretanlexiko.gr.

Από μια πρώτη ματιά, η λέξη μοιάζει τούρκικη ή αραβική από το curupar, αλλά ωστόσο δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες, και το θέμα χρειάζεται εδώ περισσότερη έρευνα.

Μπορεί να μην γνωρίζει ο κόσμος τη λέξη «κουρουπάρι», αλλά ωστόσο οι περισσότεροι γνωρίζουν την έννοια του για τι πράγμα μιλάει, αφού όλοι γνωρίζαμε πως τα Καλοκαίρια στα ορεινά χωριά της Κρήτης, κάποιοι αγρότες η βοσκοί που διέθεταν τράγο ή κριάρι, συνήθιζαν να δέχονται πρόβατα ή τα κατσίκια του χωριού για να γονιμοποιηθούν, και φυσικά επί πληρωμή!

Έχοντας λοιπόν κάποιοι ένα τράγο η κριάρι, έφτιαχναν μια ειδική μάντρα, που μάντρωναν εκεί τα θηλυκά ζώα μαζί με το αρσενικό, με σκοπό να γονιμοποιηθούν, και έτσι αποκομίσουν κέρδη. Η όλη διαδικασία της γονιμοποίησης αυτής, την ονόμαζαν παλιά «κουρουπάρι».

Πρέπει δε να πούμε, πως οι μεγαλοβοσκοί, και οι αγρότες που είχαν πολλά αιγοπρόβατα, φυσικά και είχαν δικά τους αρσενικά για αναπαραγωγή, και δεν χρειαζόταν να πάνε πουθενά τα θηλυκά τους.

Όσοι όμως αγρότες είχαν λίγα αιγοπρόβατα, απλά για το γάλα των παιδιών και το τυρί της οικογένειας, δεν ήταν απαραίτητο να θρέφουν τζάμπα και επιπλέον αρσενικά ζώα, και έτσι τα αρσενικά τα έσφαζαν από μικρά, ή χρονιάρικα.

Όταν όμως θα ερχόταν η ώρα του ζευγαρώματος, τα θηλυκά ζώα του ο αγρότης θα τα πάει σε κάποιον που να κάνει κουρουπάρι κάπου σε κάποια μάντρα στο χωριό, και φυσικά στο τέλος θα τον πληρώσει ανάλογα τον αριθμό των ζώων που θα του πάει.

Για την εποχή του οίστρου κάποιου αιγοπροβάτου, είχαν δική τους ονομασία στα χωριά. Έλεγαν διακριτικά πως το θηλυκό «αεροσέρνει», «σαλιοφτεί», «γυρεύγει», «θυμίζει» κι από την άλλη το τραγί ή το κριάρι θα το «βατέψει», θα το «μαρκαλέψει», θα το «καλαφατίσει» ή θα το «καταστέσει» κλπ, έτσι ώστε με αυτές τις « κωδικές» λέξεις, να αποφεύγονται βαρύγδουπες ακατάλληλες λέξεις}.

Ο τρόπος που γινόταν το κουρουπάρι, ήταν ο εξής. Κάποιοι που είχε το αρσενικό, έπρεπε να φτιάξουν μια πρόχειρη μάντρα, και αυτοί ήταν κυρίως κάποιοι φτωχοί του χωριού.

Η μάντρα αυτή θα ήταν είτε χτιστή με πέτρες, πρόχειρη με κλαδιά ή με καλάμια. Εφόσον η μάντρα θα ήταν μέσα στο χωριό, έπρεπε να είναι κλειστή γύρω – γύρω ώστε να μην φαίνεται από μέσα , αλλά ούτε και να βλέπουν και τα ζώα από μέσα έξω και τρομάζουν.

Απλά έπρεπε να έχει και μια είσοδο και ένα παραθυράκι για να παρακολουθεί ο ιδιοκτήτης της μάντρας διακριτικά πότε ένα ζώο έχει γονιμοποιηθεί. Με τον τρόπο αυτό έβγαζε ένα καλό μεροκάματο, ή συμπλήρωνε το ήδη εισόδημα του. Το θέαμα φυσικά ήταν ακατάλληλο για παιδιά, και για αυτό ποτέ δεν τα άφηνα να πλησιάσουν την μάντρα, όσο κι αν αυτά επέμεναν και ήθελαν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους! Εξ άλλου το αρσενικό ήθελε ηρεμία, ησυχία και δεν ήθελε να βλέπει ούτε να αισθάνεται κανέναν δίπλα του, για να μπορέσει κάνει τη δουλειά του. Ακόμα και ο … κουρουπάρχης παρακολουθούσε διακριτικά από κάποιο παραθυράκι, ή από απόσταση. Δεν άφηναν παιδιά να πλησιάσουν και για ένα άλλο ένα σοβαρό λόγο, διότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να τραυματιστεί ή να σκοτωθεί κάποιο παιδί από τυχόν κουτουλιές του τράγου ή του κριού, διότι ήταν πολύ δυνατά και βίαια ζώα.

Θα χρειαζόταν πάντως να πάνε τα θηλυκά πολλές φορές στην μάντρα, μέχρι να σιγουρευτεί ο κουρουπάρχης και να δώσει πίσω γονιμοποιημένα πλέον ζώα. Ήταν καλοπληρωμένη δουλειά αυτή, φτάνει να αναλογιστούμε ότι πριν τη κατοχή ήταν 10 δραχμές το ζώο η πληρωμή, το λάδι είχε 15 δραχμές η οκά, σχεδόν δηλαδή όσο μια οκά λάδι το κάθε ζώο. Προσωπικά θυμάμαι στα τέλη του ‘80 που εξέπνευσε και η ασχολία αυτή, η τιμή ανά ζώο ήταν περίπου 50 δραχμές.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Φεύγει η Άνοιξη και έρχεται το Καλοκαίρι, που είναι και ο πιο κατάλληλος καιρός οίστρου, που ζευγαρώνουν τα αιγοπρόβατα.

Η καλύτερη εποχή είναι από 15 Ιουλίου μέχρι 15 Οκτωβρίου. Τα πρόβατα συνήθως αρχίζουν πιο μπροστά δηλαδή Ιούλιο, και τον Αύγουστο συνήθως τα κατσίκια.

Πάντως είναι η καλύτερη εποχή τον Αύγουστο να γονιμοποιηθεί ένα ζώο, διότι, μετά από πέντε μήνες εγκυμοσύνης, θα γεννήσει φυσιολογικά τον Φεβρουάριο. Θα μου πείτε, μα πέντε μήνες κάνει να γεννήσει μια κατσίκα? Τώρα εγώ πως το ξέρω αυτό? Μα φυσικά το γνωρίζω από μια παμπάλαιη παροιμία που ακουγόταν παλιά στα χωριά, που έλεγε:

«Το ούτσι – ούτσι τέσσερα, κι η καρκατούρα πέντε, και το σκυλί και το γατί, εξήντα πέντε μέρες»!

Για όποιον δεν ξέρει, το «ούτσι – ούτσι» ήταν το γουρουνάκι. Η «καρκατούρα» ήταν η κατσίκα, και το ίδιο ισχύει και για το πρόβατο. Έτσι έβρισκαν οι παλιοί τον χρόνο εγκυμοσύνης στα οικόσιτα ζώα τους. Δεν είμαι σίγουρος αλλά τόσο 65 μέρες είναι περίπου ο χρόνος εγκυμοσύνης, και ίσως κάτι λιγότερο.

Με το να γεννήσουν όμως τα αιγοπρόβατα τον Φλεβάρη, μετά από δυο μήνες δηλαδή τον Απρίλη θα ήταν η καλύτερη εποχή να απογαλακτιστούν, και φάνε κι αυτά χορτάρι που θα είναι άφθονο, και έτσι να μεγαλώσουν γρήγορα! Βέβαια το πρώτο – πρώτο γάλα, που το λέγανε «πρωτόγαλο», δεν ήταν κατάλληλο για τον άνθρωπο, και έτσι έβαζαν να το βυζάξουν τα νεογέννητα, και το υπόλοιπο το έχυναν, ή το έδιναν στις κότες. Το πρωτόγαλο αυτό θα κρατήσει γερά τα μικρά για δυο μήνες, μέχρι να φάνε πλέον χορτάρι.

Τον Μάρτη φυσικά και οι ίδιες οι μάνες είχαν άφθονο χορτάρι στην διάθεση τους, ώστε να κατεβάζουν πολύ γάλα, που όλη η οικογένεια και κυρίως τα παιδιά το περίμεναν πως και πως με μεγάλη λαχτάρα! Όλα τα παιδιά αγαπούσαν το γάλα, και ήθελαν να το πίνουν ζεστό πρωί βράδυ, ή να έχουν επιτέλους ένα νοστιμότατο ρυζόγαλο, και φρέσκια μυζύθρα!

Ο ερχομός βέβαια του νεογέννητου, είτε αρνάκι είτε κατσικάκι, ήταν μεγάλη υπόθεση στο σπίτι, διότι έφερνε μεγάλη χαρά στην οικογένεια, και κυρίως στα παιδιά, που πλέον δεν έκαναν τίποτε άλλο από να το χαϊδεύουν, να το παίρνουν αγκαλιά, και να το καμαρώνουν έτσι όπως έτρεχε και χοροπηδούσε, όπως «τζέλλεται», δηλαδή κάνει πηδηματάκια κατά την κρητική ντοπιολαλιά!

Όταν πολύ παλιά έλεγε κάποιος βοσκός: «Οφέτος σκέφομαι να κάνω κουρουπάρι», συνήθως εννοούσε, ότι θα φτιάξει μια μάντρα κάπου έξω από το χωρίο, με καλάμια με κλαριά, ή με ξερολιθιά ή και μεταλλική περίφραξη με στύλους με συρματόπλεγμα ή κοτετσόσυρμα ή πολύ αργότερα με πλέγματα. Διάλεγε ένα παχύ ίσκιο κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά ή ελιά για την μάντρα αυτή, βάζοντας εκεί το κριάρι ή τραγί αφήνοντας μια «ποριά», είσοδο δηλαδή για να μπαινοβγαίνουν. Η πρόθεση του ιδιοκτήτη να κάνει κουρουπάρι γινόταν αμέσως ευρέως γνωστή στην περιοχή, και όλο το Καλοκαίρι του έφερναν τα ζώα τους οι αγρότες από όλα τα κοντινά γύρω χωριά.

Εκεί όμως γινόταν διαφορετικά το κουρουπάρι, από ότι στο χωριό μέσα.

Στο χωριό μέσα πήγαινε ο άλλος τη κατσίκα του ή το πρόβατο καθημερινά, μια δυο πέντε φορές, μέχρι να «βατευτεί», στο τέλος να πληρώσει και να έχει πλέον το ζώο σπίτι του.

Στο κουρουπάρι όμως στην εξοχή, όποιος είχε από ένα μέχρι πέντε έξη αιγοπρόβατα, τα πήγαινε και τα άφηνε εκεί στην μάντρα για 10 ή 15 μέρες ανάλογα, μέχρι να γονιμοποιηθούν όλα, και μετά στο τέλος του μηνούσε ο κουρουππαρχης να έρθει να τα πάρει. Η πληρωμή ανάλογα τον αριθμό των ζώων, γινόταν εδώ με διάφορους τρόπους, αφού παλιά χρήματα δεν υπήρχαν για όλους. Έτσι πλήρωναν είτε με κάποιες οκάδες λάδι, με γάλα, είτε με όσπρια, κουκιά, φακές, φασόλια ρεβίθια, είτε με τυριά κλπ. Άλλες φορές τίποτα από όλα αυτά, απλά κάνανε κάποιες άλλες συμφωνίες.

Όμως το κουρουπαρι γινόταν και για άλλον ένα βασικό λόγο, όσοι ειχαν βοσκοτοπια και καλους ”κριγιους”(κριάρια), μαζευαν τα οικοσιτα προβατα των χωριανων, οχι μόνον για την αναπαραγωγή, αλλα και για να τους διευκολύνουν στο θέρος, ή στην καλλιέργεια του καπνού κλπ.

Μπορούσε ετσι κάποιος να του αφήσει πέντε πρόβατα η κατσικες για δέκα η είκοσι μέρες, και να του φέρει δυο γομάρια,( δηλαδή έξη μεγάλα δεμάθια) σανό, με σκοπό να τα ταίζει όλα αυτά, αλλά και ο κουρουπαρχης τα δικά του, μια και δεν θα ευκαιρούσε να βγάλει τα έξω για βοσκή.
Μπορούσε επίσης να του φέρει τέσσερις πέντε μπάλες άχυρα για τα γαϊδούρια του, ή δυο τρία γομάρια σάκες μεγάλες λουριδάτες με άχυρα.

Ο μαντρατζής κουρουπαρχης ήξερε πότε τα θηλυκά είναι γονιμοποιημένα ή «βατεμενα» όπως έλεγαν, και ειδοποιούσε να έρθει ο ιδιοκτήτης να τα πάρει, αν δεν είχαν ήδη προσυμφωνησει. Δεν ξέρω αν στη συμφωνία ήταν να κρατήσει και το μαλλί και το γάλα όσο διάστημα κρατούσε τα ξένα οζά.

Η δουλειά πάντως αυτή με το κουρουπάρι, ήταν φυσικά κερδοφόρα, αν αναλογιστεί κανείς πως όλοι οι αγρότες είχαν από δυο μέχρι πέντε τουλάχιστο αιγοπρόβατα. Ο μαντρατζής ότι δεν χρειαζόταν για το σπίτι από τα προϊόντα που του κουβαλούσαν, τα πουλούσε και έπαιρνε τα ανάλογα χρήματα, ή τα αντάλλασε με άλλα είδη αναγκαία για το σπίτι.

Με το να μπει όμως ο πολιτισμός στα σπίτια μετά το ΄80, σταμάτησε και το κουρουπάρι, και γενικά σταμάτησαν τα οικόσιτα αιγοπρόβατα στα σπίτια, και όσοι πλέον ήθελαν να έχουν ζωντανά, τα είχαν σε μαντριά έξω από το χωριό, και φυσικά και δικά τους αρσενικά.

Σε οργανωμένα πάντως κοπάδια σήμερα, η γονιμοποίηση πλέον γίνεται με τεχνητά μέσα, και με συμβουλές κτηνιάτρων, με ορμονικό συγχρονισμό της ωορρηξίας με τεχνητά μέσα, ώστε να επιτυγχάνονται γέννες αφενός μεν σε μεγάλο διάστημα, από Οκτώβριο έως και Μάρτιο, αλλά και αυξημένη πλέον παραγωγή γάλακτος, και λιγότερες ασθένειες .

Το κουρουπάρι εκτός που δεν γίνεται πλέον, έχει ξεχαστεί και σαν λέξη προ πολλού, αλλά στο βάθος του μυαλού μας οι περισσότεροι έχουμε χιλιάδες αναμνήσεις από τη ζωή του χωριού και τα αιγοπρόβατα. Εγώ δε, έχω πάρα πολλές τέτοιες αναμνήσεις! Θυμάμαι και εγώ κάποτε τον πατέρα μου που είχε και εκείνος τράγο και έκανε κουρουπάρι σε κάποιο οικόπεδο μας κοντά στο σπίτι. Κάποια οικογένεια όμως φίλου μου, δεν είχαν λεφτά για να φέρουν και εκείνοι τις κατσίκες τους στο σπίτι για ζευγάρωμα. Έτσι είπε του φίλου μου μια μέρα ο πατέρας του:

-Πάρε μωρέ τσι κατσίκες αύριο, και πήγαινε και συ στο χωράφι που θα βόσκει το Γιωργιό τα πρόβατα τους , και άσε τα να κοντοζυγώσουνε τα δικά μας στο τράγο τους, μπας και βατέψει και τα δικά μας!

Πράγματι έτσι και κάναμε κρυφά, αλλά βέβαια με μεγάλο ρίσκο! Αν όλο αυτό, το μάθαινε ο πατέρας μου μπορεί και να με … «χειροτονούσε» δεόντως!
Αλλά εγώ πάντως τι είχα να χάσω, από να κάνω το χατίρι του φίλου μου? Βλέπεις έτσι ήταν η ζωή του χωριού, είχε και τους καλούς είχε και τους πονηρούς, που πηγαίνανε πάντα δια της πλαγίας οδού!

Παροιμίες για αρνιά και πρόβατα

-Μαθημένο είναι τ΄αρνί, να κουρεύεται να ζει.
-Από του διαόλου τα μιτάτα μηδέ τυρί μηδέ μαλάκα
-Από του διαβόλου το μαντρί, μηδέ κατσίκι μηδέ αρνί
-Εβάλανε το λύκο να φυλά τα πρόβατα
-Είπα σου να ποτάξεις χίλια πρόβατα, μα σα δε θες τρίχα
Αν είσαι λύκος να τρώς, αν είσαι αρνί να σε τρώνε
Σαν φύγει το αρνί από το μαντρί, το τρώει ο λύκος

Κείμενο – φωτογραφία: Γεωργιος Χουστουλακης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Κρητικός που σκότωσε τον Γερμανό αλεξιπτωτιστή με μια πέτρα και έγινε σύμβολο της μάχης της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Δεν έγινε ποτέ ξανά στην Ευρώπη ένας άοπλος ή άθλια εξοπλισμένος λαός, να πολεμήσει άρτια εξοπλισμένους και εκπαιδευμένους στρατιώτες


Στη μάχη της Κρήτης ο λαός πολέμησε σκληρά για την πατρίδα και έδωσε ένα σκληρό μάθημα στον κατακτητή.

Η αυθόρμητη αντίσταση των χωρικών προκαλεί ακόμη τον παγκόσμιο θαυμασμό.

Ο πίνακας, με τον χωρικό που σκοτώνει τον εισβολέα με πέτρα, είναι ρεαλιστική απεικόνιση της σκηνής που είδε ο ζωγράφος Πέτρος Βλαχάκης.

Ακόμη και άοπλες γυναίκες σκότωναν αλεξιπτωτιστές που μπλέχτηκαν στα δένδρα.

Ωστόσο, στα αυτοσχέδια νοσοκομεία δεν αρνήθηκαν να περιθάλψουν και τους τραυματίες Γερμανούς….

Για το περιστατικό δείτε το βίντεο στο 26 min 06sec και μετά


ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το σαλέπι και ο Σαλεπιτζής

Δημοσιεύτηκε

στις

Μπορεί να μην το έχουμε δοκιμάσει όλοι, αλλά έχουμε όμως ακούσει για το σαλέπι, ή να έχουμε δει σαλεπιτζήδες να γυρνάνε στις γειτονιές, με ένα μεγάλο μπρούντζινο κλειστό δοχείο στον ώμο, το λεγόμενο «σαμοβάρι»


Τους σαλεπιτζήδες τους έλεγαν και σερμπετάδες, γιατί το σαλέπι ήταν στην ουσία ένα σερμπέτ (γλυκό σιρόπι).
Βέβαια τείνουν να χαθούν όλοι αυτοί οι γραφικοί μικροπωλητές, όπως οι καραμπασάδες, οι στραγαλάδες, οι πλανόδιοι παγωτατζήδες, oι καρεκλάδες, και φυσικά οι σαλεπιτζήδες.

Αντίθετα με τους στραγαλάδες , οι σαλεπιτζήδες δούλευαν περισσότερο είτε τις πρώτες πρωινές ώρες, είτε τις πολύ βραδινές. Ο σαλεπιτζής διάλεγε το στέκι του, με βάση τις περιοχές που σύχναζαν ξενύχτηδες, ή εκείνοι που άρχιζαν τη δουλειά τους αξημέρωτα, όπως οικοδόμοι, εργάτες κλπ.
Στα σημεία όπου επέστρεφαν αργά εργαζόμενοι ή ξενύχτηδες, και οι φυσικά αναζητούσαν κάποιον σαλεπιτζή για απολαύσουν ένα ρόφημα που θα τους βοηθούσε να συνέλθουν από ένα ξενύχτι, ή να ζεσταθούν από την παγωνιά.

Το απλό σαλέπι

Εκείνο το σερμπέτι που πουλούσαν τον χειμώνα τα τελευταία χρόνια στην Κρήτη, ήταν το απλό σαλέπι, δηλαδή ένα μείγμα αλευριού από σουσάμι, κανέλα και γαρύφαλλα, και πρόσθεταν μέσα πετιμέζι και μέλι. Γυρίζανε οι σαλεπιτζήδες με το μπρούντζινο δοχείο στον ώμο, είτε το είχε σε καρότσι και το σέρβιραν ζεστό – ζεστό στον κόσμο.

Το σαλέπι όμως το γνήσιο δεν γινόταν από σουσάμι, αλλά από σκόνη από αποξηραμένους βολβούς διαφόρων ορχεοειδών. Η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα. Το ομώνυμο ποτό είναι θρεπτικό λόγω του αμύλου και της γόμας που περιέχει καθώς και θερμαντικό, λόγω της παχύρρευστης μορφής του.

Ο σαλεπιτζής δεν είχε σταθερό στέκι και γυρνούσε στις γειτονιές και πλατείες ανάλογα που θα βρει την κατάλληλη πελατεία. Κρατούσε στον ώμο το σαμοβάρι, και στο χέρι ένα καλαθάκι, με ποτηράκια και πρόσθετε κατά βούληση. Είχε βράσει ήδη από το σπίτι του το νερό με το σαλέπι, αλλά στη βάση του σαμοβάρι είχε αναμμένα κάρβουνα, ούτως ώστε να διατηρεί το σαλέπι ζεστό, έτοιμο να το σερβίρει στο ποτήρι!

Δίπλα από το σαμοβάρι, είχε το ειδικό τραπεζάκι, για να στηρίζει την ζάχαρη, την κανέλα και το δοχείο με το νερό, για να ξαναφτιάξει, αν του χρειαζόταν. Για το βράδυ, υπήρχε και μια λάμπα (θυέλλης), που φώτιζε τον χώρο. Στην πλάτη, είχε πάντα κρεμασμένο ένα ξύλο, σαν τόξο, για να κρεμάει το σαμοβάρι και τη υπόλοιπη πραμάτεια του. Το σαλέπι είναι βασικά ένα θερμαντικό ρόφημα, παρόμοιο με τα παλιά κρητικά βραστάρια, σπουδαίας διαιτολογικής και φαρμακευτικής αξίας. Το πουλούσαν ζεστό τον χειμώνα σαν τσάι για να ζεσταίνει τον οργανισμό, αλλά όμως πολλοί το πουλούσαν και καλοκαίρι όμως κρύο.

Μπορεί η δουλειά του σαλεπιτζή να είχε άνθιση τον Χειμώνα, από την άλλη όμως, οι σαλεπιτζήδες ή σερμπετάδες κατάφερναν και δούλευαν και το Καλοκαίρι! Εκείνο που πουλούσαν το Καλοκαίρι δεν ήταν το χειμωνιάτικο σαλέπι, αλλά ήταν ένα εντελώς διαφορετικό υγρό, δηλαδή ένα σιρόπι είτε από κανέλα είτε από βύσσινο, και το έριχναν σε ένα ποτήρι όπου είχαν ρίξει πρώτα χιόνι, ή τριμμένο πάγο!

Έτσι έδιναν στον κόσμο μια παγωμένη κανελάδα ή βυσσινάδα, μέσα σε ποτήρι με χιόνι.

Οι σερμπετάδες ή σαλεπιτζήδες, όπως και οι κανελάδες, πήγαιναν και εκείνοι στα βουνά όπου υπήρχε παγωμένο χιόνι, και με πριόνια το έκοβαν σε κολώνες. Κάθε παγοκολόνα την έβαζαν μέσα σε ένα άσπρο λινό σακί, και το σακί αυτό μέσα σε μεγαλύτερο σακί, και γύρω – γύρω έβαζαν άχυρα.

Τα άχυρα λειτουργούσαν σαν μονωτικό υλικό, και το χιόνι βαστούσε μέρες.

Όταν λοιπόν το καλοκαίρι πουλούσαν το σερμπέτι τους όπου υπήρχε κόσμος, είτε στα πανηγύρια, είτε στα παζάρια της αγοράς είτε γυρνώντας στα χωριά, είχαν μαζί τους τα διάφορα σιρόπια και χιόνι από πάγο. Έξιναν μια ποσότητα χιονιού με ένα μπρικάκι, την έβαζαν ανάλογα σε ποτήρι, ότι σιρόπι ήθελε κάποιος, πορτοκάλι, λεμόνι, βύσσινο ή σιρόπι κανέλας (κανελάδα).

Βέβαια δεν ήταν και λίγοι οι σαλεπιτζίδες που τις ώρες που δεν είχαν δουλειά πουλούσαν στραγάλια.

Τι λέει η μυθολογία μας

Στην αρχαιότητα γνώριζαν το σαλέπι, το οποίο γινόταν από τη ρίζα μιας άγριας ορχιδέας, αφού είχε αποξηρανθεί και κονιορτοποιηθεί.

Η ελληνική μυθολογία θέλει τον Όρχι γιο Σατύρου και Νύμφης, να μεταμορφώνεται χαριστικά σε ορχιδέα όταν προσέβαλε (ή σκότωσε) μια Βακχική Ιέρεια. Η εν λόγω ορχιδέα είναι διαδεδομένη ήδη από την αρχαιότητα και για του λόγου το αληθές η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Θεόφραστο ο οποίος έδωσε την ονομασία στις ορχιδέες αυτές, λόγω του σχήμα τους, ενώ την αξία αυτών των ορχιδέων είχαν γνωρίσει περί πολλού ο Ασκληπιός, ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός.

Ο Διοσκουρίδης μάλιστα αναφέρει ότι ο συμπαγής και ευτραφής κόνδυλος είναι ο αρρενογόνος, ενώ ο αδύναμος και καχεκτικός, ο θηλυγόνος. Στην Αρχαία Ρώμη επίσης παρασκεύαζαν ροφήματα και ποτά από τη ρίζα της ορχιδέας, τα οποία μάλιστα ονόμαζαν σατύρια ή πριάπισκα, με τη δεύτερη ονομασία να προέρχεται από τον Πρίαπο, θεό της γονιμότητας μαρτυρία των αφροδισιακών ιδιοτήτων που αποδίδονταν και από εκείνους στο φυτό αυτό.

 

Περισσότερα για το σαλέπι

Το γνήσιο σαλέπι όπως είπαμε γινόταν από σκόνη αλευριού, αλλά όχι από σουσάμι, αλλά από τους ξηρούς κονδύλους πολλών ειδών της οικογένειας των Ορχιδωδών. Το σαλέπι χρησιμοποιείται για την τόνωση των ασθενών κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής τους. Μάλιστα η ορχιδέα από όπου παράγεται το σαλέπι, έχει σχήμα όρχεων. Αν καταφέρναμε πράγματι να ξεπατώσουμε ένα τέτοιο φυτό, τότε θα διαπιστώναμε ότι αντί για ρίζα φέρει δύο περίπου ισομεγέθεις κονδύλους, οι οποίοι μοιάζουν με όρχεις.
Το σαλέπι που προέρχεται με αποξήρανση και κονιορτοποίηση του βολβού του φυτού ορχιδέα, θεωρείται και αφροδισιακό ρόφημα. Αναμεμιγμένο με διάφορα άλλα βότανα, καθώς και κανέλα, μοσχοκάρυδο, γαρίφαλο και βανίλια, το κάνει ιδιαίτερα εύγευστο και αρεστό από τον κόσμο. Μπορεί κάποιος βέβαια να το πιεί και σαν υποκατάστατο του ελληνικού καφέ.

Επειδή το σαλέπι από τους βολβούς της ορχιδέας θεωρείται από την αρχαιότητα αφροδισιακό, για τον λόγο αυτό το φυτό αυτό ονομάστηκε και «αρσενικοβότανο», επειδή όταν ήταν εύρωστο, πίστευαν ότι χάριζε στις γυναίκες αρσενικά παιδιά!
Οι περισσότεροι σαλεπιτζήδες ήταν κυρίως Μικρασιάτες, και γυρνούσαν ντυμένοι στα ζεστά με λευκά ρούχα όπως οι παγωτατζήδες και με σκούφο.

 

Οι ευεργετικές ιδιότητες του σαλεπιού

Ένα ρόφημα από σαλέπι, εκτός της τόνωσης του οργανισμού μετά από επεμβάσεις, έχει και πολλές άλλες ευεργετικές ιδιότητες.

Εκτός του ότι σαν φάρμακο ζεσταίνει τον οργανισμό, δρα κατά της δυσεντερίας και του ξερόβηχα με φλογώσεις.

Είναι άριστο μαλακτικό κατά του βήχα και όλων των παθήσεων του θώρακα, αλλά και του στομάχου και των εντέρων.

Ανακουφίζει από τον έντονο βήχα, του άσθματος και του στομαχόπονου, δρα κατά της δυσεντερίας και του βήχα, ενώ τονώνει σημαντικά το ανοσοποιητικό σύστημα.

Είναι πλούσιο σε άμυλο και μπορεί να χαρίσει ενέργεια και πνευματική διαύγεια σε άτομα που την χρειάζονται, όπως οι μαθητές, οι ηλικιωμένοι, οι έγκυες γυναίκες και σε ασθενείς.

Περιέχει πολύτιμα μεταλλικά άλατα όπως φώσφορο και ασβέστιο.

Βοηθά εξασθενισμένους από αρρώστιες οργανισμούς να ανακάμψουν και να αναρρώσουν γρηγορότερα.

Περιέχει μια κολλώδη ουσία, την βασσαρίνη η οποία όταν βράσει με το νερό, μετατρέπεται σε κολλώδη πηχτή ουσία, μαλακτική, κατά του βήχα και των φλεγμάτων.

Το σαλέπι λόγω της κολλώδους φύσης του αλλά και των επουλωτικών συστατικών του, επιδρά στο στομάχι και το έντερο αναπλάθοντας τα τοιχώματα του πεπτικού συστήματος.

Έτσι λοιπόν, με ένα ρόφημα από σαλέπι, θα έχουμε και τις τονωτικές και αφροδισιακές του ικανότητες , παράλληλα με τις θεραπευτικές του ιδιότητες!

Όλα αυτά εντείνονται χάρη στην προσθήκη και των μυρωδικών όπως της κανέλας, του γαρύφαλλου, της πιπερόριζας, της βανίλιας, που τέλος μας παρέχουν ένα ρόφημα θερμαντικό, εύγεστο και παράλληλα χορταστικό, χωρίς πολλές θερμίδες.

 

Γιατί στην Κρήτη λέμε τη φράση: «Αυτός τα έκανε σαλεπιτζίδικα»?

Πολλοί από εμάς, έχουμε ακούσει στην Κρήτη τη φράση και την έχουμε κρατήσει στα αυτιά μας, «αυτός τα έκανε ούλα σαλεπιτζίδικα», ή «χιαλεπιζίδικα»!

Σαν Κρητικοί βέβαια ξέρουμε, πως θα πει, «τα έκανε άνω – κάτω», ή «τα άφησε ακατάστατα», με λίγα λόγια «τα έκανε ρημαδιό»! Προφανώς κατά την παρασκευή του σαλεπιού, γινόταν κάποια σχετική ακαταστασία στην κουζίνα λόγω των διαφόρων υλικών και συσκευών ! Φυσικά η εργασία ήταν πάντα υπεύθυνη δουλειά, και δεν σήκωνε προχειρότητα, επειδή και εδώ υπήρχε ο ανταγωνισμός όπως και στους καραμπασάδες. Ένας σαλεπιτζής να υπήρξε κάποτε, που να ήταν ακατάστατος στην Κρήτη, ήταν αρκετό προφανώς για να βγει η φράση, όπου και εξαπλώθηκε!
(

Και πάλι ευχαριστούμε τον κ Μαραγκάκη Μύρωνα για τις σχετικές πληροφορίες του)

Πληροφορίες: Μύρων Μαραγκάκης

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη