Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Παλιά ξεχασμένα παιχνίδια του 60’

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Γεώργιου Χουστουλάκη


ΟΙ ΨΕΊΡΕΣ

Ένα παιγνίδι του Δημοτικού, για τρία τέσσερα άτομα, ήταν οι «ψείρες» ή «λακουδάκια»! Στο τέλος της περιγραφής θα καταλάβει κάποιος γιατί αυτή η ονομασία!
Συνήθως το έπαιζαν αγόρια, αλλά ενίοτε συμμετείχαν και κορίτσια.
Για το παιγνίδι χρειάζεται ένα μικρό τόπι περίπου σαν του τένις, έδαφος ελαφρώς κατηφορικό, και τρία έως πέντε παιδιά διαθέσιμα για το παιγνίδι! Κάθε παιδί έκανε ένα λακκάκι με ένα ξύλο στο κατηφορικό έδαφος , και όλα τα λακκάκι ήταν όσα και τα παιδιά και φυσικά στη σειρά! Τα λακκάκια γινόταν περίτεχνα, να έχουν ευκολία στο πέρασμα από τον ένα λάκκο στον άλλο, και το μπαλάκι έπρεπε να αφεθεί μόνο του, δέκα με είκοσι εκατοστά πιο πάνω από τον πρώτο λάκκο. Και να κυλήσει ελεύθερα προς τα λακκάκια.
Για να δουλέψει το παιγνίδι, γινόταν μερικές δοκιμές, να δουν τα παιδιά το πως κυλάει το τόπι, και αν πάει σε όλα τα λακκάκια χωρίς δυσκολία, μέχρι και το τελευταίο. Αν κάπου σκάλωνε, έσκαβαν λίγο το χώμα στο σημείο, για να πηγαίνει πιο εύκολα.
Όπως στα περισσότερα παιγνίδια, έτσι και εδώ θα χρειαστεί να αρχίσει κάποιος πρώτος!
Επειδή στα παιδιά άρεσαν οι «δημοκρατικές διαδικασίες», ένας τρόπος ήταν, να πετάξει κάποιος το μπαλάκι ψηλά, και όποιο παιδί κατάφερνε να το πιάσει στον αέρα, ή και από χάμω, αυτό άρχιζε πρώτο! Αρχίζοντας το παιδί να αφήνει το μπαλάκι να κυλήσει, στη σκέψη του, όπως και τη σκέψη κάθε παιδιού, ήταν να δώσει κάποια αμυδρή σχετική ώθηση, ανάλογα, για να πετύχει να σταματήσει στο λακκάκι του!
Το κερδισμένο λοιπόν από το τέστ παιδί, θα αφήσει το μπαλάκι να τρέξει στο κατηφορικό έδαφος πρός τα λακκάκια, και σε όποιο λακκάκι σταματήσει, τότε το παιδί που έχει το λακκάκι, με κάποια γρηγοράδα έπαιρνε το μπαλάκι από το λάκκο του, ενώ οι υπόλοιποι το έβαζαν στα πόδια, και όπου φύγει – φύγει! Οι άλλοι όλοι το έβαζαν στα πόδια, γιατί το παιδί που πήρε το μπαλάκι από το λάκκο του, θα δει ποιος είναι πιο κοντά, σε ποιανού τη πλάτη το βολεύει να το πετάξει επάνω του, και να τον πετύχει! Εδώ τώρα έχουμε τρείς πιθανές περιπτώσεις, ή να τον πετύχει, ή να μην πετύχει κανένα και να πέσει στο έδαφος το μπαλάκι, ή εκείνος που στόχευε να του πετάξει το μπαλάκι, κατάφερνε και το έπιανε στον αέρα!
Αν τον χτύπαγε με το μπαλάκι, τότε ο «χτυπημένος» έπαιρνε μια «ψείρα»! Έπαιρνε λοιπόν ο παίχτης που πέταξε το μπαλάκι ένα μικρό στρογγυλό πετραδάκι, και το έβαζε στο λακκάκι του! Αν δεν πετύχαινε κανένα το παιγνίδι συνεχιζόταν με τον επόμενο στο λακκάκι. Αν όμως το έπιανε στον αέρα ο παίχτης, τότε αυτός κέρδιζε δυο ψείρες, και τις έβαζε στο λακκάκι εκείνου που του το πέταξε!
Το παιγνίδι κυλάει με τον επόμενο παίχτη όταν έχανε κάποιος. Όταν κάποιος πετύχαινε στόχο, ξανάπαιζε μέχρι να χάσει να ρίχνει το μπαλάκι στα λακκάκια άλλος, κ οκ.
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τα λακκάκι είχαν μέσα κάποια πετραδάκια, άλλος πολλά, άλλος λίγα, κι άλλος καθόλου! Εκείνος που είχε τα πιο πολλά πετραδάκια – «ψείρες», ήταν ο μεγάλος χαμένος του παιγνιδιού, και ανάλογα οι υπόλοιποι!
Τα μικρά πετραδάκια τα ονόμαζαν «ψείρες», γα να τα παρομοιάσουν με τις γνωστές ενοχλητικές ψείρες που κάποτε ταλαιπωρούσαν τον κόσμο, για να έχουν μετά να κοροϊδεύουν τον ηττημένο, να τον λένε «ψωριάρη» και διάφορα τέτοια!

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΊΔΙ

Παιγνίδι κοριτσίστικο και με παιδιά του νηπιαγωγείου αλλά και του Δημοτικού, ήταν παιγνίδι το «δαχτυλίδι»!
Τα κορίτσια μιας ομάδας εφτά οκτώ παιδιών, μπορεί και παραπάνω, κάνανε κύκλο, και ένα που έκανε τη «μάνα» κρατούσε το «δαχτυλίδι», το οποίο σπάνια ήταν πραγματικό, τις περισσότερες φορές ήταν μια κλωστή στριφτή και τυλιγμένη πολλές φορές στο δάχτυλο, να μοιάζει με δαχτυλίδι, ή ένα μικρό μαντιλάκι τυλιγμένο στο δάχτυλο με κόμπο, σαν δαχτυλίδι. Εν ανάγκη μπορούσε να κάνει δουλειά και ένα πετραδάκι, ή ένα καπάκι από μπουκάλι! Δαχτυλιδάκι πραγματικό, δεν ήταν εύκολο να βρεθεί εκείνα τα χρόνια.
Τα παιδιά της ομάδας έκαναν ένα κύκλο όρθια, το ένα δίπλα στο άλλο. Όλα τα παιδιά είχαν τα χέρια τους μπροστά στο στήθος, με τις παλάμες ενωμένες, σε στάση προσευχής.
Το παιδί που κρατούσε το δαχτυλίδι και έκανε τη μάνα, πέρναγε μπροστά από κάθε παιδί, με τη σειρά, και σταματούσε μπροστά στο πρώτο παιδί. Παράλληλα όλα τα παιδιά έλεγαν τραγουδιστά τους παρακάτω στίχους
«Πουν το πουν το, το δαχτυλίδι, ψάξε – ψάξε δεν θα το βρεις, δεν θα το βρεις το δαχτυλίδι που ζητείς». Το έλεγαν συνεχώς, μέχρι να περάσει η μάνα από όλα τα παιδιά. Κάθε παιδί που ήταν σε στάση προσευχής, άνοιγε λίγο της παλάμες του, και η «μάνα» έβαζε μέσα ή τη φούχτα του δεξιού χεριού, κάνοντας τη κίνηση ότι αφήνει το δαχτυλίδι, ή είχε και εκείνο τις φούχτες ενωμένες, άνοιγαν τα άλλα ελαφρά τις παλάμες, πέρναγε η μάνα από ανάμεσα τις δικές του παλάμες. Αυτή την ίδια κίνηση, την έκανε σε όλα τα παιδάκια. Σε ένα όμως πράγματι είχε αφήσει το δαχτυλίδι, αλλά κανένα δεν ήξερε σε ποιο! Απλά κάθε παιδί, προσπαθούσε να μαντέψει, ποιο παιδί θα ήταν εκείνο πού πήρε το δαχτυλίδι! Στο τέλος τους έλεγε να γονατίσουν, να είναι δηλαδή κουκουβιστά. Μετά η μάνα έλεγε:
«Σήκω επάνω, κάνε ένα κύκλο, και πιάσε όποιο θες»!
Φυσικά απευθυνόταν στο παιδί που είχε το δαχτυλίδι! Το παιδί τότε με τα δαχτυλίδι, σηκωνόταν όρθιο, έκανε ένα κύκλο, και πήγαινε και έπιανε όποιο παιδί ήθελε, το οποίο μετά θα έκανε την επόμενη μάνα.

ΤΟ ΠΑΓΝΊΔΙ «ΤΖΊΓΚΡΙ – ΤΖΊΓΚΡΙΒΊΤΣΑ»

Παλιό παιγνίδι κοριτσίστικο, από παιδιά δημοτικού και νηπιαγωγείου, ήταν και «Τσιγκριβίτσα», ή η «μικρή Μπριρμπίτσα».
Πάλι και εδώ είχαμε μια ομάδα παιδιών που έκαναν κύκλό. Στο κέντρο ένα παιδί κουκουβιστό έκανε πως κλάιει. Τα άλλα εν χορώ έκαναν κύκλο τραγουδώντας:
«Η μικρή Μπριρμπίτσα κάθεται και κλαίει, που δεν την -ε θένε, οι φιλενάδες της»! Ή:
«Τσίγκρι τσίγκρι βίτσα, η παλικαρίτσα, κάθεται και κλαίει, που δεν την –ε θένε οι φιλενάδες της»!
Στη συνέχεια, αφού κάνουν δυο ή τρείς κύκλους συνεχίζουν λέγοντας:
«Σήκω επάνω, κάνε ένα κύκλο και πιάσε όποια θες»!
Το παιδί τότε σηκώνεται και πιάνει όποιο παιδί θέλει, και αυτό μετά θα καθίσει στο κέντρο και θα κάνει ότι κλαίει!

ΤΟ ΧΩΣΤΌ

Ένα παιγνίδι σχεδόν πανελλήνιο που συνδύαζε πονηριά και τρέξιμο, ήταν και το «χωστό» στη κρητική διάλεκτο, και «κρυφτό» στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Σαν Μεσαρίτης Κρητικός, θα περιγράψω φυσικά πως παίζανε το παιγνίδι «χωστό», τα παιδιά του Δημοτικό, στη περιοχή μας..
Στο παιγνίδι, λαμβάνανε μέρος αγόρια και κορίτσια, κυρίως του Δημοτικού, αλλά μπορεί και του νηπιαγωγείου.
Αν σε μια παρέα βρισκόταν πέντε- έξη παιδιά , ο ένας πάντα έριχνε την ιδέα:
-Κοπέλια παίζουμε χωστό?
-Ναι παίζουμε! Απαντούσαν όλα με μια φωνή!
-Και ποιος θα τα φυλάει?
-Ελάστε κοντά, κάντε κύκλο και θα σας πω εγώ ποιος θα τα φυλάει! Έλεγε το ίδιο παιδί.
«Ανεβαίνω στη συκιά, και πατώ τη καρυδιά
πίνω το γλυκό κρασί, δε με θέλουν άμε σύ»!ή
«πίνω το γλυκό κρασάκι, άμε συ κουτσό ριφάκι»!
Εσύ θα τα φυλάς Μαρία! Εσένα έτυχε ο κλήρος! Λέγοντας το τραγουδάκι, ανά δυο συλλαβές στο κάθε παιδί, με τονισμένη τη πρώτη, και ακουμπώντας ελαφρά με το χέρι σε κάθε παιδί με τη σειρά, σε όποιο τύχαινε η τελευταία συλλαβή, ήταν ο χαμένος, που έπρεπε να πάει στη μάνα και να τη φυλάει!
Επίσης τα μεταγενέστερα χρόνια, για το σκοπό της διαλογής παίχτη, υπήρχε και η εξής φράση:
«Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Εσύ θα τα φυλάς»!
Άλλο σχετικό τραγουδάκι για την περίπτωση ήταν και το:
« Το σπυρί – σπυρί κουκάκι, το μανά – μανά θουλάκι
ποιο να πέψω ποιο να αφήσω, άμε εσύ κουτσό ριφάκι»!
Το τραγουδάκι αυτό ήταν το ποιο συνηθισμένο, και όπως και το πρώτο, λεγόταν φωναχτά και τραγουδιστά! Ήταν όμως κάμποσα τα τραγουδάκια που έλεγαν για αυτό το σκοπό, να βρουν τον χαμένο του παιγνιδιού. Στην υπόλοιπη βέβαια Ελλάδα είχαν για αυτή τη δουλειά, το «α μπέμπα μπλομ – του κίθε μπλομ, α μπέμπα μπλομ – του κίθε μπλομ μπλιμ μπλομ» που δεν είναι άλλο από την αρχαία φράση: ««Απεμπολών, του κείθεν εμβολών» που σημαίνει «Σε απωθώ με το έμβολό μου, σε σπρώχνω», που είχε τότε πολεμική χροιά.
Η Μαρία λοιπόν έπρεπε να πάει να κρύψει το πρόσωπό της με τα χέρια της πίσω από ένα δένδρο ή τοίχο και να μη βλέπει, μέχρι να μετρήσει μέχρι το είκοσι, το τριάντα, ή ότι άλλο αριθμό της πουν!
Άρχιζε λοιπόν η Μαρία να μετράει γρήγορα, «ένα δύο τρία τέσσερα πέντε…»
«Πιο σιγά, πιο σιγά» Της κάνανε παρατήρηση τα άλλα παιδιά, για να προλάβουν να πάνε να κρυφτούν!
Μετά το μέτρημα όλοι έπρεπε να έχουν κρυφτεί, γιατί αν προλάβαινε και έβλεπε κάποιο παιδί, ας πούμε το Γιάννη, τότε του φώναζε δυνατά: «Φτού Γιάννη»!
Ο Γιάννης πλέον θα πήγαινε στη «μάνα» και «να τα φυλάει»! Αφού μετρούσε και αυτός αριθμούς μέχρι να φθάσει στο ίδιο νούμερο, έκανε βόλτες να δει πού έχουν κρυφτεί, και να «φτύσει» όποιον προλάβει να δει! Αν όμως για παράδειγμα ο Βαγγέλης που ήταν κρυμμένος προλάβαινε να τρέξει και να ακουμπήσει τη παλάμη του στη «μάνα», όπου φύλαγε ο παίχτης και φώναζε δυνατά «φτού μάνα»! Τότε τα ξαναφύλαγε ο Γιάννης! Το τρέξιμο έπεφτε όταν ήθελαν να πάνε κάπου να κρυφτούν και έπρεπε να πάνε γρήγορα, αλλά και όταν κάποιος έπρεπε να προλάβει να συναγωνιστεί στο τρέξιμο αυτόν που τα φυλάει, και πάει πρώτος να χτυπήσει τη «μάνα»! Παράλληλα έτρεχε και εκείνος που τα φύλαγε, και όποιος προλάβαινε!
Παιγνίδι δημοφιλές, και ιδιαίτερα αγαπητό από όλα τα παιδιά!

Κείμενο –φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *