Connect with us

Γεια, τι ψάχνεις;

Life

Παρατσούκλια παλιών Γαλιανών και από την Μεσαρά

Συνεχίζουμε τα ντόπια παρατσούκλια παλιών ανθρώπων του χωριού μου της Γαλιάς και των περιχώρων, και θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε την προέλευσής τους, πάλι με βάσει κάποιες μαρτυρίες, τις οποίες συλλέξαμε

Μέρος β’

Το παρατσούκλι «Σγουράφος» που στα κρητικά σημαίνει «ζωγράφος», είναι μα παραφθορά της λέξης, όπως λέμε «λέλουδο» το λουλούδι «ντραντραφυλλιά» την τριανταφυλλιά κλπ, που το απέχτησε ο Χουστουλάκης Φανούριος από όταν ζούσε ακόμα στα Βορίζα, παππούς του Μιχάλη Χουστουλάκη. Και ενώ ο εγγονός του ο Φανούριος Χουστουλάκης υποστηρίζει σήμερα πως τον βγάλανε «Σγουράφο», γιατί έκανε ίσιες τις αυλακιές στο χωράφι, ήταν δηλαδή σαν να «ζωγράφιζε» τη γη, εν τούτοις ο Μύρωνας Μαραγκάκης έχει ακούσει, πως στη διάρκεια που ζούσε στα Βορίζα, είχε παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής από τους καλογέρους της Μονής Βαρσαμόνερου, που ήταν μοναστήρι των πρώτων αιώνων της Ενετοκρατίας, από το οποίο όμως σώζεται σήμερα μόνο ο ναός, και υπάγεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Βοριζίων. Λέγεται πως είχε δοκιμάσει να ζωγραφίσει κι ο ίδιος κάποιους πίνακες, όμως δεν τα κατάφερε, γιατί δεν είχε το ταλέντο. Έτσι δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ζωγραφική έκτοτε, όμως ο κόσμος του κόλλησε το παρατσούκλι «ο Σγουράφος».

Ο Κακαβελόκωστας από το Ρογδιανά Γαλιάς, ονομαζόταν Κωστής Μανασάκης, άνθρωπος μετρίου αναστήματος, που περπατούσε με λιγάκι ανοιχτά τα πόδια, από κάποια σκελετική πάθηση, και αυτός που έχει αυτό το βάδισμα, στη τοπική διάλεκτο λέγεται «κακαβέλιος», ενίοτε και «κακασκέλης». Αν για παράδειγμα κάποιο παιδί το πίεζε κάτω στον καβάλο το παντελόνι του και περπατούσε με ανοιχτά πόδια, του έλεγαν: «Μα πως περπατείς έτσα λογιώ σαν το κακαβέλιο». ‘Έτσι ονόμασαν τον Κωστή «Κακαβελόκωστα», με το παρατσούκλι αυτό, που δεν το πήραν οι απόγονοι.

Ο «Κανόνης» δεν ήταν άλλος από τον Γαλιανό Δημήτρη Φανουράκη, ο οποίος είχε και γείτονα τον Λυκούργο Χουστουλάκη, που ήταν και συντέκνοι. Ο Δημήτριος Φανουράκης, είχε στο σπίτι του ένα παλιό κανονάκι, που το είχε πάρει ο πατέρας του ο Μιχελής, από τους Τούρκους! Αυτό το είχε φέρει μια μέρα και στο παλιό σχολείο σε μια θεατρική παράσταση «Το Αρκάδι». Στο τέλος της παράστασης, τοποθέτησαν το κανονάκι στη ρίζα μιας ελιάς το έδεσαν με σχοινιά, και γέμισαν τη κάνη μπαρούτι και αντί οβίδα που θα ήταν επικίνδυνη το γέμισαν μέσα με πανιά! Σύνδεσαν και ένα φιτίλι, και στο τέλος της παράστασης, κεντούσαν το φιτίλι αυτό, και το κανόνι εκπυρσοκροτούσε! Όμως ο Δημήτρης πήγαινε συχνά και στο σπίτι του Λυκούργο, όταν μέθαγαν καμιά φορά, του έβαζαν μπαρούτι και στη κάνη πανιά, και έπαιζαν οι δυο τους μερικές κανονιές, όταν ήθελαν να διασκεδάσουν. Κάθε φορά που τράβαγε ο Λυκούργος άναβε το φυτίλι, φώναζε δυνατά: «Βάρδα Κανόνη»! Από τότε ονόμασαν «Κανόνη» και τον Δημήτρη Φανουράκη!

Ο «Φακής» πάλι που ήταν αδερφός του Κανόνη και του Σιφόκωστα, παιδιά του Μιχάλη Φανουράκη. Η γυναίκα του Μιχάλη δεν ήθελε για κάποιο λόγο να μαρτυρούν τα παιδιά της τι μαγείρευε κάθε μέρα, και έτσι τους είχε παραγγείλει, όταν τα ρωτάνε «ήντα εμαγερέψετε σήμερο», εκείνα να λένε πως εψήσανε φακές! Ο τελευταίος βέβαια γιός ο Στέλιος, αυτό το τηρούσε πιστά, και πάντα όταν το ρωτούσε κάποιος στη γειτονιά:

-Μα ήντα εψήσετε σήμερο Στελιανάκι; Αυτό απαντούσε:

-Εμείς σήμερο εψήσαμε φακές!

Και επειδή το Στελιανάκι το έλεγε αυτό το ίδιο φαί κάθε μέρα πως ψήνανε φακές, τελικά το κόσμος το είχε καταλάβει πως ήταν δασκαλεμένο, οπότε και το βγάλανε «Φακή»!

Ο «Κακαριάς» λεγόταν ο Δημήτρης Παπαδάκης, από τη Γαλιά κι αυτός, και πήρε το παρατσούκλι γιατί όταν έπινε το κρασί το κακάριζε! Κι αυτό το έκανε μονάχα όταν μέθαγε! Έπινε δηλαδή το κρασί αδειάζοντας από ψηλά το μπουκάλι στο στόμα του, κι όταν πέρναγε από το λαιμό του, έκανε το γνωστό ήχο κα κα κα, που στη Κρήτη αυτό λέγεται «κακάρισμα». Έτσι λοιπόν τον βγάλανε «Κακαριά», και τα παιδιά του έγιναν «τα παιδιά του Κακαριά».

Ο «Ζωνιανός», ήταν ο Γαλιανός Μιχάλης Μιχαλομανωλάκης, που είχε κάνει μικρός παραβοσκάκι στα Ζωνιανά Ρεθύμνου σε έναν μεγαλοβοσκό, οπότε όταν ερχόταν στο χωριό, λέγανε οι οι φίλοι του αστειευόμενοι: «Ω καλώς το «Ζωνιανό»! Έτσι τον βγάλανε δια βίου «Ζωνιανό» Ο γιός του ο Γιάννης ήταν ράφτης και τον απόκαλούσαν «ο Γιάννης ο ράφτης» ή ο «Γιάννης του Ζωνιανού», είχε κι άλλα παιδιά, την ! Ελενη το Σίφη, τη Βαγγελιώ, και τον Βενιζέλο. Ο Μιχάλης είχε αδερφό τον Δημήτη τον Λοχία, και ην Χοιραφροδίτη.

Κλάπως έτσι έγινε και με τον Ιωάννη Παπαδάκη από τον Απομαρμά Δήμου Φαιστού, που μικρός τσακώθηκε μια μέρα με το πατέρα του, και του είπε: «Εγώ δε κάνω επαέ, θα φύγω και θα πάω βοσκάκι στον Έκτορα στις Δαφνές»! Πράγματι πήγε εκεί που ο Έκτορας ήταν ένας μεγαλοβοσκός με 2,5 χιλιάδες πρόβατα και έπιασε δουλειά, και οπότε ερχόταν στο χωριό και πήγαινε στο καφενείο λέγανε: «Καλώς τον Έκτορα»! ‘Έτσι τον βγάλανε «Έκτορα»! Ο Γιάννης βέβαια αργότερα ήταν γνωστός και σαν «Κετανές», γιατί έτσι λέγανε παλιά όσους ήταν ψηλοί και ευθυτενείς σαν τον κεντανέ (πράσο), αυτός λέγανε «είναι σαν τον κεντανέ»!

Ο γέρο «Πατρής» ήταν από τα Βορίζα, και πήρε το παρατσούκλι αυτό, γιατί όταν αναφερόταν για την Ελλάδα, πάντα την έλεγε «η πατρίς, η πατρίς», αλλά αυτό το έλεγε συχνά, ώσπου του κόλλησαν το παρατσούκλι «ο Πατρής»! Αδέρφια του ήταν ο Γιάννης και ο Γρηγόρης και είχε και δυο κόρες. Γιός του Γρήγόρη ήταν ο Μανώλης, και ο Δημήτρης ήταν γιός του Γιάννη.

Ο «Ξυλάς», ήταν ο πρώτος από το σόι που ήρθε στη Γαλιά από τα Βορίζα, Μακριδάκης στο επίθετο, και είχε παιδιά τον Κυριάκο, τον Κώστα τον Γιάννη και δυο τρείς κόρες. Επειδή ήταν πολύ φτωχός, το βασικό του επάγγελμα για να βγάζει τα προς το ζην, ήταν να κόβει ξύλα από το βουνό, τα φόρτωνε στο γαιδούρι και να τα πουλάει στους φουρνάρηδες στις Μοίρες αλλά και σε σπίτια για το ζύμωμα στο φούρνο, ή για τα ψητά στους γάμους.

Ο «Κοκόλης» για όσους έχουν και σήμερα το παρατσούκλι, στην πραγματικότητα ήταν ένα χαϊδευτικό του Νικολής. Ο γέρο Κοκόλης που πρώτος ονομάστηκε έτσι, ήταν από το Μονόχωρο.

Ο Νικολής Παπαδάκης ήταν από τα Βορίζα, αλλά επειδή ήταν και παπάς τον ονόμασαν Νικολόπαπα. Υπήρξε κάποτε παπάς και δάσκαλος στη Γαλιά, πριν τον Παπαγιάννη. ΟΙ απόγονοι του λεγόταν «Νικολήδες», Διονύσης Ηρακλής Γιάννης, η Κανάκαινα και άλλοι. Κάποια παιδιά από τους απογόνους, όπως ο δάσκαλος ο Διονύσης και άλλα, έκαναν το «Νικολής» σε «Νικολούδης» σαν επίθετο τους.

Ο «Κισκιντάνης» από τα Βορίζα, ήταν ο Στεφανής Καργάκης. Από μικρός ο Στεφανής του άρεσε πολύ το παιδικό παιγνίδι κίσκιντο, (πεντόβολα), και ήταν εξπέρ στο παιγνίδι αυτό σε όλες του τις εκδοχές, αλλά το κίσκιντο ήταν και η αφορμή να πάρει το παρατσούκλι του.

Ο «Καλτίδης» ήταν ζαχαροπλάστης στις Μοίρες, ήταν Μικρασιατικής καταγωγής, και το όνομά του ήταν Ζαχάρης. Από λάθος όμως νόμιζε ο κόσμος πως ήταν παρατσούκλι το «Καλτίδης», ήταν απλά το επίθετό του, και λεγόταν απλά Ζαχάρης Καλτίδης.

Ο Ηλίας ο «Κούνελος» ήταν από τις Μοίρες, αλλά όμως είχε οχτώ παιδιά, και όπως τα κουνέλια ως γνωστόν κάνουν πολλά κουνελάκια, έτσι τον βάφτισαν κι αυτόν «Κούνελο»!

Το παρατσούκλι «Καμπάνης» το πήρε η γενιά, γιατί ένας γέρος προπάππους τους που ζούσε στα Βορίζα, είχε μια φωνή δυνατή σαν καμπάνα! Ο γέρος ήρθε κι αυτός στη Γαλιά όταν πάντρεψε τον πρώτο του γιό και πήρε του Ροδούση μια θυγατέρα.

Το παρατσούκλι «Τσούκος», το είχε πρώτος ο Φραγκιδοζαχάρης που ήρθε στη Γαλιά από τα Βορίζα, αλλά επειδή είχε και από τις δυο πλευρές κοίλη, και ήταν σαν δυο εξογκώματα τόσο μεγάλα, που έμοιαζαν σαν δυο τσούκοι!

Το παρατσούκλι «Φλασκούρης» προέρχεται από το φλασκί, αλλά το φλασκί όχι το ξύλινο, αλλά αυτό που προέρχεται από τσουκιά. Το είχε αυτό σαν επάγγελμα ο γέρο Φλασκούρης να φτιάχνει φλασκιά με κάποια σχετική επεξεργασία, βάζοντας δηλαδή χαλίκια και κομματάκια γυαλιά και κινούσε το τσούκο, ώστε να φύγει όλο το εσωτερικό επίστρωμα, γιατί διαφορετικά αν έμπαινε νερό ή κρασί, θα έβγαινε πικρό. Παιδιά του γέρο Φλασκούρη, ήταν ο Γιάννης Μπαμπιονιτάκης, ο Δημήτρης Μπαμπιονιτάκης, και 2 ή 3 κόρες

«Κανέλης» ήταν αδερφός του Ντραντραφυλλαλέξη και του Ντραντραφυλλογιάννη, είχε κι άλλα τρία αδέρφια, παιδιά όλα της Ντραντραφυλλιας (Τριανταφυλλιάς) γνωστά κάποτε σαν «Ντραντραφυλλάκια» που ζούσαν όλοι τους στα Βορίζα. Από τα παιδιά όλα ονομάστηκε «Κανέλης» μονάχα ο Μιχάλης Φανουράκης, που έκανε κάποια χρόνια στην Αμερική. Χωρίς να είναι ξεκάθαρο, λέγεται ότι έφερε το παρατσούκλι αυτόν ο Μιχάλης φέρνοντας το από την Αμερική, μια και του το είχαν δώσει εκεί λόγω της δουλειάς του, που κάπου θα είχε να κάνει με την κανέλα. Κάποια στιγμή ήρθε στη Γαλιά, έκτισε σπίτι, και παντρεύτηκε τη Χαριστή Μανασσάκη και έκανε μια κόρη. Η γυναίκα του όμως πέθανε μετά τη γέννα, αλλά και το κορίτσι μετά από λίγο. Αργότερα παντρεύτηκε την Παπουτσάκη Μαρία από το Ζαρό.

Ο Μιχάλης στα κάπου 20 χρόνια που έζησε στη Γαλιά, έκαμε και πρόεδρος ένα φεγγάρι, και τότε λέγεται ότι έφτιαξαν και το παλιό νεκροταφείο που έχει σήμερα το χωριό.

«Μακρής» στην Φανερωμένη ήταν ο Μανώλης Λενιδάκης, πατέρας του Μακρομιχάλη (και παππούς μου από την μητέρα μου, Μιχάλη Λενιδάκη). Ο Μανώλης ήταν πολύ ψηλός άνδρας, ίσως ο ψηλότερος άνδρας στη Μεσαρά, και δεν υπήρχε πουθενά καλαπόδι για τα παπούτσια του σε κανέναν τσαγκάρη! Έτσι είχε παραγγείλει ειδικά καλαπόδια, μόνο για τα δικά του παπούτσια! Ο ψηλός στην κριτική διάλεκτο λέγεται και «μακρύς» ή «μακρύφυλλος». Δεν διασώθηκαν όμως τα καλαπόδια του προπάππου, γιατί ένα χειμωνιάτικο βράδυ που η γιαγιά δεν είχε ξύλα, δυστυχώς τα έβαλε στη φωτιά και τα έκαψε.

Ο «Πνηγάρης», παππούς του Μιχάλη Νικολούδη που γνωρίσαμε από το Μονόχωρο, λέει μια μαρτυρία, πως πήρε το παρατσούκλι αυτό, γιατί απλά έμοιαζε πολύ με έναν Τούρκο αγά ονόματι «Πνιγάρης»! Να θυμίσουμε πως ο αγάς αυτός, ήταν ο επονομαζόμενος «Πνιγάρης», γιατί σε κάποια περιοχή της Κρήτης, είχε εξουσιοδοτηθεί από τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης να καταπνίξει μια ομάδα αγάδων της περιοχής που είχαν συνασπιστεί κρυφά, και απέκρυπταν χρήματα από τη φορολογία που έπρεπε να παραδίδουν κάθε χρόνο στον Σουλτάνο. Τα χρήματα αυτά τα κατακρατούσαν οι ίδιοι για λογαριασμό τους, και αυτό κάποια στιγμή το πήρε είδηση ο Σουλτάνος! Με στρατιωτική ενίσχυση λοιπόν που έστειλε στη συνέχεια ο Σουλτάνος σε έναν άλλο αγά, τον εξουσιοδότησε να ξεκάνει όλους αυτούς τους συνασπισμένους αγάδες! Ο αγάς αυτός με τη δύναμη και την εξουσία που του έδωσε ο Σουλτάνος, κατάφερε και έπνιξε όλους αυτούς τους παράνομους αγάδες , αφού φυσικά τους κρέμασε όλους ένα – ένα και τους έπνιξε με το σχοινί! Τους κρέμασε δηλαδή!

Κείμενο από μαρτυρίες – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε και αυτά

ΚΡΗΤΗ

Δήλωση Περιφερειάρχη Κρήτης για την 108η Επέτειο της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα Ο Περιφερειάρχης Κρήτης Σταύρος Αρναουτάκης σε μήνυμα του για την...

ΚΡΗΤΗ

Με επιτυχία διεξήχθη, από τις 22 έως τις 30 Νοεμβρίου, στην Κρήτη η πολυεθνική άσκηση «Niriis 21» Η άσκηση πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή της Μόνιμης Συμμαχικής Ναυτικής Δύναμης...

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Την ταινία θα προλογίσει ο Σκηνοθέτης Εμμανουήλ Σφακιανάκης Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μέρωνα σε συνεργασία με το Ιστορικό Αρχείο της ΕΡΤ διοργανώνει την προβολή του...

ΚΡΗΤΗ

Τη σορό εντόπισαν δύο τουρίστες που διέσχιζαν το μονοπάτι που οδηγεί στον Άγιο Παύλο Συναγερμός έχει σημάνει στις αστυνομικές αρχές καθώς σύμφωνα με πληροφορίες...