Πολλοί πιστεύουν πως ντουκιάνι σημαίνει καφενείο, και ηταν απλώς μια παλιά ονομασία, που επεκράτησε, κυρίως επί τουρκοκρατίας.
Όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Ένα ντουκιάνι εποχής, ήταν μεν και καφενείο, άλλα είχε και πολλά είδη πρώτης ανάγκης!
Είχε καπνό, τσιγάρα και οπωσδήποτε μερικούς ναργιλέδες.
Είχε αλάτι, διάφορα μπαχαρικά, είχε βελόνες, κλωστές, μολύβια σπίρτα, πετρέλαιο, οινόπνευμα κλπ.
Πολλοί λοιπόν πήγαιναν για να περάσει η ώρα τους πίνοντας τον καφέ τους, άλλοι όμως πήγαιναν για να ψωνίζουν κάτι απαραίτητο για το σπίτι, αφού εκτός από καφενείο, ήταν και ένα είδος ψιλικατζίδικου.
Πήγαιναν εκεί κάποιοι, γιατί απλώς τους άρεσε η παρέα του καφετζή, ή γιατί απλώς, εκεί σύχναζαν στο ίδιο αυτό καφενείο και οι φίλοι τους.
Εκεί έπιαναν τη κουβέντα, έκαναν τα αστεία τους, έπαιζαν πρέφα ή κολιτσίνα, ακόμα και τυχερά παιγνίδια, αν ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς!
Εκεί μάθαιναν τα νέα του χωριού αλλά και παραπέρα.
Έπαιρναν και συμβουλές από γεροντότερους, αφού εκείνοι είχαν περισσότερη πείρα.
Ο καφετζής του χωριού, στήριζε κι αυτός ποικιλοτρόπως τους συνανθρώπους του, και μάλιστα αφιλοκερδώς!
Πολλές φορές φιλοξένησε ο ίδιος ξένους, που έτυχε να βρεθούν στο χωριό του, παρέχοντας τους φαγητό και ύπνο.

Δεν ήταν μόνο αυτό.
Ο καφετζής ήταν και άνθρωπος του σασμού.
Έμπαινε ανάμεσα σε δύο εχθρούς, και προσπαθούσε να τους συμβιβάσει.
Όταν ένας από τους δύο εχθρούς, δεν είχε πρόβλημα να γίνει συμβιβασμός τότε αυτός ο συμβιβασμός, θα ήταν πιο εύκολος.
Έλεγε λοιπόν στον έναν, εκείνον που απέφευγε να συμφιλιώσει με τον άλλον:
«Η παρέα εκεί του φίλου σου, που μάλιστα εσύ του έκλεψες κάποια πράγματα , και δεν του μιλάς κιόλας, θα περάσει κάποιος τρεις φορές από το τραπέζι σου, και θα σου πει μια καλησπέρα.
Και τις τρεις φορές θα σε καλέσει στο τραπέζι τους.
Εσύ δεν θα πας ούτε στη πρώτη φορά, ούτε στη δεύτερη.
Στη τρίτη όμως, θα πας, θα πιείτε ένα κρασί, και εκεί θα φιλιώσετε».
Οι καφετζής όμως, είχε επωμιστεί και έναν άλλον σπουδαίο ρόλο εκείνα τα χρόνια, αυτόν του εξομολογητή!
Ήξερε να ακούει με προσοχή το πρόβλημα του κάθε ενός πελάτη, να δίνει τις δικές του συμβουλές, και προπάντων ήξερε να είναι εχέμυθος.
Μετά τον παπά του χωριού δηλαδή, ο καφετζής ερχόταν να συμπληρώσει το έργο αυτό του παπά, εξίσου καλά!
Πολλές φορές στο χωριό, γινόταν αγοραπωλησίες, κυρίως σε κτήματα, σπίτια οικόπεδα κλπ.
Τύχαινε η πληρωμή να σε γίνεται στο καφενείο.
Κανονικά έπρεπε να πάνε σε συμβολαιογράφο και να πληρώσουν για να κάνουν συμβόλαια.
Σηκωνόταν όμως επάνω ο καφετζής, και έλεγε δυνατά στους θαμώνες:
«Ο Τάδε συγχωριανός μας, πούλησε το χωράφι του στον Τάδε, τόσες χιλιάδες δραχμές!
Μάρτυρες ήσαστε όλοι εσείς»!
Σε καμμία περίπτωση δεν μπορούσε να αθετήσει τη συμφωνία ο ένας από τους δύο, γιατί η μαρτυρία του καφετζή και των παρευρισκομένων, είχε ήδη ισχύ συμβολαίου!
Πολλές φορές λοιπόν ο καφετζής έδινε λύσεις στα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων, από την άποψη μιας άλλης ματιάς.
Πολλοί είναι οι νοσταλγοί εκείνων των εποχών, που ο άνδρας μετά την εκκλησία, πήγαινε στο ντουκιάνι να πιει τον καφέ του, να ξεκουραστεί, και να μάθει τα νέα της ημέρας!
Κείμενο: Γεωργιος Χουστουλακης




Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

































