Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι χοχλιοί ο «μεζές» των φτωχών!

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι χοχλιοί μέσα από την λαογραφία της Κρήτης


Η ζωή του Κρητικού ήταν και είναι στενά συνδεδεμένη με τους χοχλιούς από την Μινωική εποχή μέχρι σήμερα, καθ ότι δεν κόστιζε στο τραπέζι του τίποτα, αφού είναι δώρο της φύσης, και ειδικά δώρο για την φτωχολογιά, την οποία ο χοχλιός έχει σώσει σε δύσκολους καιρούς, ειδικά στην κατοχή, αλλά ακόμα και στην τωρινή κρίση.
Το ότι είναι νηστίσιμοι οι χοχλιοί το γνωρίζουν όλοι, και πάντα θα υπάρχει η λαχτάρα να βρεθεί στο τραπέζι. Εύκολη κατά κάποιο τρόπο τροφή, να βγάλει τις νηστείες του χρόνου η φτωχή οικογένεια με πιο πολύ άνεση, αλλά και εν ανάγκη να πουλήσει και μερικά κιλά στον μπακάλη για ένα χαρτζιλίκι.
-«Για δες τε πάλι το Μαργιώ ένα μασκαραλίκι
να προσπαθεί απ τσοι χοχλιούς να βγάλει χαρτζιλίκι»!
Θα μας πει μια παλιά σατυρική μαντινάδα. Η δε κατοχική μάνα θα πει:
-«Εμείς κάποτε όλες τις νηστείες με χοχλιούς τη βγάζαμε»!
Όλη τη βδομάδα τα Καλοκαίρια η φτωχή οικογένεια μάζευε χοχλιούς στο χωράφι που ήταν η εκάστοτε εργασία τους, συγκέντρωναν τέσσερα πέντε κιλά, και το Σάββατο κατέβαιναν στο παζάρι και τους πουλούσαν, ή τους έδιναν στον μπακάλη χωριού. Ερχόταν κάποτε μεγαλέμποροι από τις μεγάλες πόλεις και τους χοχλιούς που αγόραζαν τους έστελναν συνήθως στη Γαλλία. Οι Γάλλοι πάντα λάτρευαν τους χοχλιούς της Κρήτης.

Τα χοχλίδια του …ούζου!

Τα μικρά χοχλίδια έχουν την ιδιότητα να μην κρύβονται, και τα Καλοκαίρια σκαρφαλώνουν επάνω σε πασσάλους, σε κλαριά σε θάμνους, σε δένδρα ανά δεκάδες και προκαλούν μάλιστα σε πολλούς και ένα εντυπωσιακό θέαμα!
Εκτός από τους χονδρούς χοχλιούς και τους λιανούς, πριν και μετά την κατοχή την τιμητική τους είχαν οι λιανοί χοχλιοί που ήταν νοστιμότατοι πιλάφι ή με χόνδρο, αλλά και τα μικρά χοχλίδια βραστά! 
Τα μικρά αυτά καμπίσια χοχλίδια ήταν μικρά μεν αλλά περιζήτητα, και για τα παιδιά ένα σπορ συναγωνισμού, στο ποιο παιδί θα καταφέρει να φάει πιο πολλά! Τα ονομάζανε μάλιστα και «χοχλίδια του ούζου», γιατί ήταν ίσως ο εκλεκτότερος μεζές να συνοδέψει το ούζο της παρέας. Στη κατοχή πριν αλλά και μετά, ήταν στις Μοίρες δυο καφενεία που εκτός από καφέδες, πρόσφεραν και διάφορους μεζέδες, από κρέας μέχρι χοχλιούς! Εκεί συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες σέρβιραν χοχλίδια! Σέρβιραν λιανούς χοχλιούς βραστούς για κρασί, αλλά σέρβιραν επίσης και τα πολύ μικρά χοχλίδια για συνοδεία του ούζου! Όταν πήγαινε παρέα να καθίσει, επάνω στο μεταλλικό στρογγυλό τεζιάκι , τους άφηνε ο καφετζής τα ποτήρια με το κρύο νερό που διατηρούσε από το ψυγείο του πάγου, έφερνε ένα καραφάκι ούζο με τα ποτήρια του, και ένα πιατάκι με χοχλίδια. Τα χοχλίδια έλεγαν ήταν ο αποκλειστικός «μεζές για μερακλήδες»! Μέχρι τουλάχιστον το ΄55 συνέβαιναν αυτά, όπου σιγά – σιγά ξεχάστηκαν.
Όμως για πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα οι καφετζήδες βράζουν χοχλιούς χονδρούς ή λιανούς, και σερβίρουν για το κρασί ή την μπύρα της παρέας.

Το ξύγκι του χοχλιού!

Ο χοχλιός ο χονδρός λένε τη Κρήτη πως αποτελείται από τη γλώσσα, το ξύγκι στη μέση και στο πίσω μέρος το λεγόμενο «αποκόλι» που είναι κάπως στριφτό. Το αποκόλι αν ο χοχλιός έχει φάει τροφή είναι μαύρο και έχει μια γεύση σαν χώμα. Το καλύτερο όμως και πιο νόστιμο σημείο του χοχλιού όταν είναι παχύς είναι το λεγόμενο ξύγκι του, το οποίο βέβαια είναι σε στερεά μορφή, και ανοιχτού χρώματος. Κάποτε μάλιστα υπήρχε στα χωριά μια φράση που έλεγε το εξής:
-«Το ξύγκι του χοχλιού του βάλανε στα μάθια και τον εποστραβώσανε, που δεν ήφεγγε ο κακομοίρης να δει ήντα ‘κανε»! 
Η ιδιωματική βέβαια φράση αυτή ήθελε να πει εν ολίγοις, πως κάποιον τον ξεγελάσανε κάποιοι τον κορόιδεψαν, και δεν έβλεπε την κατάσταση, για το τι έχε κάνει!
Όσο και να φαίνεται παράξενο, υπάρχει η λογική εξήγηση της φράσης αυτής, διότι πράγματι το ξύγκι του χοχλιού κάποτε έπαιζε το ρόλο του, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.
Τα παιδιά στα χωριά τα έστελναν κάποτε τους καλοκαιρινούς μήνες οι γονείς τους στα έχνη, δηλαδή στη βοσκική των οικόσιτων ζώων του σπιτιού.
Συνήθως δεν πήγαινε μόνο του το κάθε ένα παιδί, αλλά μαζί με άλλα παιδιά αδέρφια ή ξαδέρφια για παρέα. Κάποιο όμως παιδί που βαριόταν να βλέπει τα ζώα, δηλαδή να προσέχει, προτιμούσε να την αράξει στον ύπνο κάτω από ένα παχύ και δροσερό ίσκιο μιας μεγάλης χαρουπιάς!
Τα υπόλοιπα παιδιά που δεν τους άρεσε αυτή η κατάσταση, και αφού ήταν όλα διαολάκια, σκαρφίζονταν το εξής τραγελαφικό:
Τα παιδιά έσπαγαν με μια πέτρα ένα χονδροχοχλιό, έβγαζαν το ξύγκι του, το μάλασαν με τα δάχτυλα να λιώσει, και στη συνέχεια το έβαζαν να στάξει επάνω και στα δυο μάτια του κοιμισμένου!
Το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα σε μια ώρα περίπου να σκληραίνει πολύ και να γίνεται κολλώδης ουσία! Έτσι όταν το παιδί πήγαινε να ανοίξει τα μάτια του δεν μπορούσε, αφού είχαν κολλήσει τελείως μεταξύ τους τα ματοτσίνορα, και το παιδί κατατρομαγμένο νόμιζε πως είχε στραβωθεί! 
Έτσι μετά την πρώτη λαχτάρα, αφού ζούσε με την αγωνία του τυφλού, ότι κάτι έπαθε δηλαδή στα μάτια και στραβώθηκε, οι άλλοι του έφερναν νερό να ξεπλύνει τα μάτια του, και φυσικά να πάρει το μάθημά του και να μην κοιμηθεί ξανά!
Δεν τολμούσε βέβαια πλέον το υπναλέο παιδί να ξανακοιμηθεί στα έχνη, αλλά και κανένα άλλο παιδί της παρέας, από τον φόβο μην του κάνουν τα ίδια! Έτσι αν κάποιο από τα παιδιά σκεφτόταν να την αράξει για ύπνο, τότε πήγαινε κάπου μακριά σε ένα μυστικό σημείο να την πέσει, που να μην μπορούν να το ανακαλύψουν τα άλλα!

Το φάρμακο για το έλκος

Από την αρχαιότητα και την εποχή του Ασκληπιού, γνώριζαν οι άνθρωποι πως τα λιπαρά έκαναν καλό στο στομάχι. Σε πόνους του στομαχιού παλιά μας έδιναν οι μανάδες μας μια κουταλιά λάδι με ζάχαρη, και ο πόνος πέρναγε αμέσως!
Το ξύγκι του χοχλιού ή χοχλιδόξυγκο, ήταν κι αυτό αποδεδειγμένα το τέλειο φάρμακο για το έλκος και πόνους στο στομάχι, γιατί απλούστατα και αυτό είναι λίπος. Ο άρρωστος με έλκος παλιά, έβραζε μια τσικαλιά χοχλιούς, και έτρωγε μόνο το ξύγκι! Αυτό αν το έκανε δυο τρείς φορές, τότε το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα να κάθεται στα τοιχώματα της κοιλιάς και να κλείνει τις πληγές, και ο πόνος τους πέρναγε οριστικά αφού οη πληγές της κοιλιάς έκλειναν.

Ο χοχλιός και το… τσιμπούκι!

Τα παιδιά τους άρεσε να μαζεύουν χοχλιούς για να πάρουν αργά την ευκή της μάνας τους, και εκείνη να τους ψήσει αργά να φάνε κι αυτά και η οικογένεια. Πρόσεχαν όμως ιδιαιτέρως πού έβαζαν τα χέρια τους σε κουφάλες ή τρύπες, μην τυχόν κρύβεται κάποιος σκορπιός ή φίδι. 
Τα διαβολόπαιδα βέβαια κάποτε κάνανε πολλά σαν βρίσκονταν στην εξοχή στα έχνη. Μπορούσαν να πάρουν ένα κονσερβοκούτι να του βάλουν νερό και να βράσουν χοχλιούς και να τους βγάζουν με μια μεγάλη αγκάθα αγριαχλαδιάς, ή ένα ξυλάκι που το έκαναν σαν οδοντογλυφίδα ξύνοντας το στην άκρη. Συνήθως τους έτρωγαν χωρίς αλάτι και σχεδόν ζωντανούς, ίσα να είχαν άρει μια βράση! Καμιά φορά κάποια παιδιά έφερναν αλάτι από το σπίτι, αλλά και αυτό ήταν δύσκολο, γιατί το απαγόρευε η μάνα, καθ’ ότι το αλάτι όπως και τα σπίρτα και το οινόπνευμα, ανήκαν στο μονοπώλιο του κράτους, και ήταν εξαιρετικά δυσεύρετα εκείνα τα χρόνια! 
Άλλες φορές τα παιδιά άναβαν μια μικρή φωτιά σε κάποια καλλουργιά, και έκαναν οφτούς μερικούς χοχλιούς και τους έτρωγαν, σπάζοντάς τους με μια πέτρα.
Από τους βραστούς χονδροχοχλιούς που έτρωγαν, διάλεγε κάθε παιδί από έναν μεγάλο, τον τρυπούσαν στο πλάι, περνούσαν στην τρύπα μια καλαμιά, και έκαναν τον χοχλιό αυτό τσιμπούκι!
Σαν διαβολόπαιδα και τότε, ήθελαν να μιμούνται τους μεγάλους, και έτσι στο τσιμπούκι έβαζαν τρίματα από διάφορα δένδρα ή θάμνους. Έκοβαν μικρά κλαριά ελιάς, σκίνου, μυρτιάς, φασκομηλιάς ή ότι άλλο αρωματικό φυτό υπήρχε κοντά και με το μαχαιράκι έξυναν τρίματα και γέμιζαν το χοχλιδοτσιμπούκι τους! Άναβαν τα τρίμματα με ένα σπίρτο και κάπνιζαν τον χοχλιό σαν κανονικό τσιμπούκι! Βέβαια με τα τρίμματα αυτά μπορούσαν αν είχαν χαρτί να τα κάνουν και τσιγάρο!

Οι χοχλιοί του Μάρτη

Του Μάρτη οι χοχλιοί ήταν κατάλληλοι για φαγητό, γιατί ήταν παχείς, αφού χόρτα υπήρχαν άφθονα. Οι χοχλιοί τον Μάρτη έβγαινα την νύχτα μετά από μια βροχούλα, η αν η βραδιά είχε πολύ δροσούλα. Ο πατέρας έπαιρνε ένα δυο παιδιά του με τα καλαθάκια τους, και πήγαιναν νύχτα στους χοχλιούς. Για να βλέπουν κρατούσαν στο χέρι με φαναράκια θυέλης, αργότερα λουξ, και καμιά φορά φακούς. Οι χοχλιοί σαλεύγανε παντού, στα πλάγια σε δρόμους, σε πλαγιές λόφων, σε τράφους, κοντά σε σωρούς με πέτρες, και περνώντας, έναν – έναν τον πετούσαν στο καλάθι. Μόλις όμως έβγαινε ο ήλιος ή φύσαγε αέρας, οι χοχλιοί εξαφανιζόταν, γιατί κρυβόταν και δεν φαινόταν. Έτσι ή θα έπρεπε να πάνε από τις 10 με 12 τη νύχτα για δυο ώρες, ή ξημερώματα το πρωί, να προλάβουν να βρουν μισό καλάθι και να τους πάνε στο σπίτι. Δεν τους μάζευαν όλους, για να μπορούν πάλι να αναπιαστούν, έτσι πατέρας έλεγε στα παιδιά, να μην τους μαζεύουν από τους δαμάκους (λοξές πλαγιές, γκρεμούς), μια και υπήρχε κίνδυνος να γλιστρήσουν και να πέσουν. Τέλος έφεραν τους χοχλιούς στο σπίτι αλλά επειδή είχαν φάει άγνωστα χόρτα, δεν ήταν σίγουροι για τυχόν δηλητηρίαση. Έπρεπε λοιπόν να τους «σακάσουν», δηλαδή να τους ταΐσουν μια καθαρή τροφή, και αφού την αποβάλουν, τότε μπορούσαν να φαγωθούν ελεύθερα. Έτσι τους έβαζαν σε ένα καλάθι ή κοφίνι, και τους έριχναν μέσα τραχανά από σιτάρι, ζυμάρι από αλεύρι σε τρίματα, η εν ανάγκη πέταγαν μέσα και ένα θυμάρι, που είναι ακίνδυνο και ο χοχλιός θα πάρει και από το άρωμα του. Οχι όμως αλμυρες τροφες όπως μακαρόνια γιατί έχουν αλάτι, το οποίο ψοφάει το χοχλιό αν τυχόν φάει. Όταν έτρωγαν αυτές τις κατάληλες τροφές οι χοχλιοί, σε δυο τρείς μέρες ήταν έτοιμοι για μαγείρεμα. Για να μην φεύγουν όμως οι χοχλιοί από το καλάθι ή το κοφίνι, έβαζαν σε ένα ντενεκάκι ελάχιστο νερό και πολύ αλάτι, και με ένα πανί έβρεχαν με αλατόνερο το εσωτερικό στο πάνω μέρος του καλαθιού ή της κοφίνας, και όταν έφτανε έως εκεί ο χοχλιός τον ενοχλούσε το αλάτι και ξαναγύριζε πάλι πίσω! Έτσι δεν μπορούσαν να δραπετεύσουν!
Όταν η μητέρα έψηνε στο σπίτι χοχλιούς, συνήθως τα μικρά παιδιά τους σιχαινόταν, γιατί τους θύμιζαν κάτι σαν σκουλήκια! Όμως οι γονείς επέμεναν να φάνε σαλιγκάρια, γιατί «είχαν ασβέστιο», και αν φάε θα κάνουν γερά κόκκαλα, όμορφα δόντια! Τα δε κορίτσια αν φάνε θα κάνουν όμορφα κατσαρά μαλλιά, ωραία κορμοστασιά, και έτσι τα ξεγελούσαν για να τους φάνε!
Όμως τα εκπαίδευαν κιόλας να μην ρουφάνε τους χοχλιούς και καταπιούν κανέναν και πνιγούν, κι αν τον ρουφήξουν τους έλεγαν να τον κρατάνε σφιχτά με το χέρι! Είχαν μάλιστα φτιάξει και ειδικά πιρούνια ανοίγοντας περισσότερο το πρώτο δόντι, και αφού ήταν λιγάκι πιο ανοιχτό, διευκόλυνε έτσι ώστε να μπαίνει εύκολα στη κούπα του χοχλιού, και να τον «ξεφκαρώνει» ( βγάζει)! 
Από τον χοχλιό έτρωγαν όπως έλεγαν τη γλώσσα και το ξύγκι, το αποκόλι το πέταγαν γιατί περιείχε τα κόπρανα του χοχλιού, ειδικά όταν ήταν μαύρο, οπότε θα ήταν και πικρό.
Τις άδειες χοχλιδόκουπες τις πέταγαν στη φωτιά να καούν, ή τις κοπάνιζαν και τις έριχναν στις κότες.
Για τον χοχλιό πάντα λέγανε πολλά καθώς και πολλές μαντινάδες.
Χοχλιδοβολοσέρματα δε θέλω μπλιό μαζί σου,
γιατί είδα αλλονού χοχλιού, σημάδια στο κορμί σου!

Θα έλεγα να τελειώσουμε και το σημερινό θέμα με μια συνταγή, πώς φτιάχνουμε χοχλιούς στιφάδο και κοκκινιστούς!

Πως κάνουμε τους χοχλιούς στιφάδο

Πάλι θα μας τα πει η κα Αμαλία Φραγκουλιτάκη από τη Γαλιλα πως τους μαγειρεύει η ίδια στιφάδο, που την ευχαριστούμε:
-Για να φτιάξω στιφάδο ένα κιλό χοχλιούς, ξεκολλώ έναν – έναν τον χοχλιό, και κοιτάζω προσεκτικά αν υπάρχει κανένας χαλασμένος. 
Πλένω τους χοχλιούς καλά, αφού τους έχω ξύσει τα πολλά – πολλά ξένα σώματα με το μαχαιράκι, και περιμένω να βγούνε από τα καπάκια τους.
Ξεχωρίζω όσους σαλεύουν, που έτσι είμαι σίγουρη πως είναι όλοι ζωντανοί! 
Βάζω νερό στη κατσαρόλα με αλάτι μέχρι να βράσει. Ρίχνω αλάτι στους χοχλιούς για να ξαναμπούνε στο καβούκι τους, και τους ρίχνω στη κατσαρόλα για πέντε λεπτά βράσιμο. 
Με μια τρυπητή κουτάλα βγάζω τα σάλια, και στη συνέχεια μετά τα πέντε λεπτά τους κατεβάζω και τους πλένω πάλι καλά.
Με μαχαίρι πάλι καθαρίζω ότι έχει απομείνει στο κέλυφος, μια και με το βράσιμο έχουν ήδη μαλακώσει, και βγάζω και τα στουμπώματα τους. 
Όταν τους έχω καθαρίσει πολύ καλά, τους ξεπλένω πάλι, και τους τρυπάω έναν ένα με το πιρούνι από πίσω τους. 
Οι λιανοί ειδικά θέλουν τρύπημα οπωσδήποτε. Στη συνέχεια αφού τους ξεπλύνω από τα τρίμματα που δημιουργούνται με το τρύπημα με δυο τρία νερά, τους στραγγίζω στο σουρωτήρι. 
Στη κατσαρόλα βάζω λάδι αναλόγως την ποσότητα, και μόλις ζεσταθεί το λάδι, όχι να κάψει, ρίχνω τους χοχλιούς. 
Ρίχνω αλάτι και ανακατεύω με χαμηλή φωτιά. 
Έχω έτοιμα ένα κιλό κρεμμύδια κομμένα μακρόστενα, ανάλογα πάντα τους χοχλιούς, ή πέντε μεγάλα κρεμμύδια. Δεν με πειράζει αν τα κρεμμύδια είναι και δυο κιλά. 
Έχω καθαρίσει και δέκα ντομάτες μικρές στον τρίφτη ή πέντε έξη μεγάλες.
Ρίχνω τα κρεμμύδια στο τσικάλι και ανακατεύω για πέντε λεπτά.
Στη συνέχεια ρίχνω και την ντομάτα, όχι νερό γιατί η ντομάτες κατεβάζουν!
Εάν βάλουμε ντομάτες από κουτί βάζουμε ένα κουτί της ντομάτας κονσέρβας ψιλοκομμένη, ή ένα κουτάλι της σούπας πελτέ, δυο φύλλα δάφνης, αλάτι πιπέρι, ένα κουταλάκι κύμινο και μισό κουταλάκι μπαχάρι. Αν θέλουμε σβήνουμε με κόκκινο κρασί, το στιφάδο θέλει κρασί.
Όποιος θέλει βάζει και δυο πατάτες αν έχει παιδιά, γιατί οι πατάτα συνήθως αρέσει σε όλα τα παιδιά.
Βέβαια το κανονικό στιφάδο χοχλιούς είναι μόνο κρεμμύδια κομμένα σε κομμάτια και όχι ολόκληρα. Τα ολόκληρα κρεμμυδάκια μπαίνουν μόνο στα κρέατα και στις σουπιές όταν είναι να τα κάνουμε στιφάδο.
Ψήσιμο μισή ώρα έως μια ώρα, και δοκιμάζουμε αν ξευκαρώνει (βγαίνει ολόκληρος) ο χοχλιός!

Κοκκινιστοί χοχλιοί

Η διαδικασία του πλυσίματος είναι ίδια και για κοκκινιστούς χοχλιούς, πάλι ενός κιλού.
Η διαφορά αρχίζει στο τσιγάρισμα. Ένα μεγάλο κρεμμύδι το ετοιμάζουμε στο μπλέντερ, και το ρίχνουμε στην κατσαρόλα με τους χοχλιούς με το λάδι λίγο να τσιγαριστούν μαζί. 
Το λιωμένο κρεμμύδι, θα μας κάνει πιο νόστιμη τη σάλτσα μας! Βάζουμε 6 μεγάλες ώριμες ντομάτες ή δέκα περίπου μικρές έως μεσαίες φρέσκες, κομμένες κομματάκια. Ένα κουταλάκι της σούπας πελτέ, αλάτι πιπέρι, λίγο μπαχάρι και πάπρικα γλυκιά, όχι καυτερή γιατί μπαίνει το πιπέρι. 
Ρίχνουμε και ένα φλιτζάνι νερό άμα δούμε ότι έφυγε το νερό της ντομάτας, και τα βάζουμε για μια ώρα ψήσιμο σε σιγανή πάντα φωτιά. Βέβαια ο συνολικός χρόνος στο να φτιάξουμε κοκκινιστούς χοχλιούς είναι περίπου τρεις ώρες μαζί με την προετοιμασία, για αυτό πρέπει να αρχίσουμε να τους ετοιμάζουμε από νωρίς.
(Ευχαριστούμε και πάλι τον κ Μύρωνα Μαραγκάκη για τις πληροφορίες με τις συνήθειες της εποχής του, καθώς και την μαγείρισα κα Αμαλία για τις δυο συνταγές και τις φώτο στιφάδο και κοκκινιστούς)

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ενθυμήματα από τον παλιό Κλήδωνα στην Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη (Mέρος α’)


O Κλήδονας ήταν ένα πανάρχαιο έθιμο, με πολλές παραλλαγές, όχι μονάχα στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, και αναφέρεται σαν λέξη στα περισσότερα αρχαία βιβλία, ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου σαν λέξη σημαίνει μαντικό σημάδι.

Το έθιμο ξεκίναγε την παραμονή του Αϊ Γιαννιού του Λαμπατάρη ή Ριγανά, Φανιστή ή Ριζικάρη στις 23 Ιουνίου, και τελείωνε την επομένη το βράδυ. Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη.
Στο κείμενο μας θα αναφερθούμε στο πώς γινόταν στη Μεσαρά ο Κλήδονας τον περασμένο αιώνα, παίρνοντας πληροφορίες μας από παλιούς Μοιριανούς, Φανερωμιανούς και Γαλιανούς, όπως τα έζησαν οι ίδιοι, μια και εμείς οι περισσότεροι δεν τα ζήσαμε.

Τι ήταν όμως ο Κλήδονας?

Ο Κλήδονας σαν έθιμο, θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν υπόθεση κυρίως των γυναικών, και μάλιστα των ανύπαντρων κοριτσιών, που διακαώς επιδίωκαν να βρουν τρόπους να μαντέψουν κάποια στοιχεία από τον μέλλοντα σύζυγό τους! Ο μοναδικός και κύριος σκοπός της γυναίκας τότε ήταν ο γάμος, δηλαδή να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω χρονικά, και κυρίως στον Μεσαίωνα, ο Κλήδονας είχε πολλά τελετουργικά και πολλά εθιμοτυπικά. Αντίθετα με τα χρόνια, τα έθιμα του Κλήδονα λιγόστευαν, και απλοποιήθηκαν, οπότε μετά την κατοχή έμεναν κάποια βασικά του εθίμου.
Το έθιμο του Κλήδονα ήταν ένα από εκείνα, που αποσκοπούσαν στην μαντική του μέλλοντος, και αυτήν επεδίωκαν τα κορίτσια. Ήταν έθιμο ομαδικό, και εξελίσσονταν με κάποιες διαφορές ανά χρονιά σε χρονιά. Συνήθως δεν γινόταν πάντα το ίδιο, και πολλές φορές είχαμε διαφοροποιήσεις στη πραγματοποίηση του εθίμου αυτού, στην προσπάθεια τους να το καλυτερεύσουν, ακόμα και στο ίδιο χωριό. Άλλοτε γινόταν ομαδικά από όλο το χωριό, και άλλοτε ανεξάρτητα ανά γειτονιά, αν το χωριό ή η πόλη είχαν πολλούς κατοίκους.
Όπως και να γινόταν η συνάθροιση, το έθιμο αποσκοπούσε σε δυο πράγματα, την πρόβλεψη κάποιων στοιχείων από τον μέλλοντα γαμπρό, όνομα, επάγγελμα κλπ, αλλά και στη διασκέδαση και ψυχαγωγία όλων των παρευρισκομένων! Αυτό γιατί ο Κλήδονας ήταν ένα από τα λίγα έθιμα που πρόσφερε χαρά και διασκέδαση, αλλά και από τις ελάχιστες ευκαιρίες που έδινε στους ανύπαντρους νέους και τις νέες του χωριού την δυνατότητα να βρεθούν πολύ κοντά μεταξύ τους!
Στην διάρκεια διεξαγωγής του εθίμου, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε τέσσερα βασικά σημεία του, τα οποία και θα εξηγήσουμε ένα – ένα χωριστά. Δηλαδή α) την ώρα που πήγαιναν οι κοπελιές να φέρουν το «αμίλητο νερό» το πρωί στις 23 Ιουνίου, β) στις φωτιές του Άη Γιάννη το βράδυ της ίδιας μέρας, γ) το άνοιγμα του Κληδώνου στις 24 ανήμερα του Αϊ Γιαννιού την επ’ αύριο το μεσημέρι, και δ)το άδειασμα του αμίλητου νερού στο πηγάδι το βράδυ.

Ο Κλήδονας στην Γαλιά

Η Γαλιά ως γνωστόν (έχουμε ξαναπεί), ήταν χωριό που κράτησε μέχρι τελευταία τα παλιά έθιμα της Κρήτης, και αυτό διότι οι κάτοικοι είχαν έρθει και μετοίκισαν εκεί από τα Βορίζα, μια ελεύθερη περιοχή από τους διάφορους κατά καιρούς κατακτητές. Στα Βορίζα σαν ορεινό χωριό, τα παλιά έθιμα διασώθηκαν για πολλά χρόνια! Από την άλλη οι Γαλιανοί είχαν όρεξη να κρατήσουν και εκείνοι τα έθιμα τους, όπου και βάσταξαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60. Πέτυχαν λοιπόν έτσι να μην ξεχαστούν ή να αλλοιωθούν τα διάφορα έθιμα του τόπου, που ένα από αυτά είναι και ο Κλήδονας.

Φέρνοντας από την πηγή το αμίλητο νερό

Για τον Κλήδονα της Γαλιάς, ο 94χρονος σήμερα ο κος Μύρωνας Μαραγκάκης, μια ζωντανή σήμερα μαρτυρία, μας λέει τα εξής:

Τη παραμονή του Αϊ Γιαννιού το πρωί, είτε ο Κλήδονας γινόταν σε κάθε γειτονιά, είτε σε ένα μέρος όλοι μαζί, εκεί μαζευόταν μερικές ανύπαντρες κοπέλες, για να ετοιμάσουν όλα τα σχετικά που χρειαζόταν για να γίνει ο Κλήδονας.
Να έχουν δηλαδή έτοιμο το σταμνί, να έχουν βρει το κοριτσάκι που να βάζει μέσα στο σταμνί το χέρι του και να τραβάει τα φρούτα. Το κοριτσάκι μάλιστα αυτό αν είναι δυνατόν να το λένε και Μαρία (το όνομα της Παναγίας), και να ζούνε και οι δύο γονείς του, και να είναι πρωτοστέφανοι. Όμως αντί στάμνα, για πιο πρακτικούς λόγους, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και μια πήλινη κουρούπα με ανοιχτό μεγάλο στόμιο, αν τον Κλήδονα τον έκαναν μεγάλοι, διότι εκεί άνετα χωρούσε να βάλουν το χέρι τους μέσα! Αυτό γιατί στο κανονικό σταμνί δεν χωρούσε το χέρι των μεγάλων, παρά μονάχα των μικρών παιδιών! Επίσης έπρεπε να έχουν έτοιμα και άλλα πράγματα για το «κλείδωμα» της στάμνας, όπως ένα κόκκινο πανί για να το σκεπάσουν τη νύχτα, μια αλυσιδίτσα και ένα μικρό λουκετάκι, ένα μικρό κλειδάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί! Για τον λόγο αυτό, στη Μεσαρά ήταν «κλείδωνας» αντί «κλήδονας», επειδή θεωρούσαν ότι την νύχτα «κλείδωνε»! επίσης ένα μεγάλο κόκκινο πανί, για να σκεπάσουν και το πηγάδι
Το πρωί οι κοπέλες που οργάνωναν τον Κλήδονα, έπαιρναν το σταμνί, ένα μεσαίου ή κυρίως μεγέθους, και πήγαιναν σε μια κοντινή πηγή, όπου έβαζαν νερό, μέχρι τη μέση, ώστε να μπορούν να το σηκώνουν. Το αμίλητο νερό έπρεπε να το φέρνουν παρθένες (ανύπαντρες) κοπέλες , αλλά χωρίς όμως να βγάζουν μιλιά στο δρόμο!
Το νερό που θα έφερναν οι κοπελιές λεγόταν και «αμίλητο νερό», γιατί σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να μιλήσουν, ούτε καν να γελάσουν στο δρόμο επιστρέφοντας, αν θέλανε να πιάσουν τα μάγια του! Αν συνέβαινε αυτό, έπρεπε να αδειάσουν επιτόπου το σταμνί, και να γυρίσου πάλι πίσω και να τα γεμίσουν ξανά»!
Στο χωριό μας τη Γαλιά, νερό έφερναν από την πηγή της Κουτσουνάρας, ή από τη Γαλιανή Βρύση στη Μεσοχωριά, ή από κρήνη στα Καπελωνιανά. Έλα όμως που το καλούσε το έθιμο, και όταν τα κορίτσια είχαν φέρει ήδη το αμίλητο νερό, οι νεαροί παραφύλαγαν κάπου, και προσπαθούσαν με χίλια δυο αστεία πειράγματα και χωρατά, να τα κάνουν να γελάσουν, αλλά κυρίως να μιλήσουν, και έτσι εκείνα, αν μιλούσαν, μπορούσε μέχρι και τρείς φορές να αδειάσουν το σταμνί επιτόπου και να γυρίσουν πίσω, και να φέρουν άλλο «αμίλητο» νερό!
-«Πχιά μεγάλο είναι το σταμνί παρά σένα! Ή έλεγαν για παράδειγμα:
Αγλάκα – αγλάκα το Μαργιώ ήβρεξε το φουστάνι
και που την ε πειράζουμνε, αυτή μιλιά δε βγάνει!
-Μη γελάσεις κακομοίτσα Μαργιώ και σε πάρω στο λαιμό μου, γιατί εγώ είμαι καλό κοπέλι, και δε θέλω να ξαναγλακάς μπρός πίσω και πονέσει ο ώμος σου!
-Χά χα χαχα! (γελά το Μαργιώ και γυρίζει πίσω)
Όταν πήγαιναν στο σπίτι που οργάνωναν τον Κλήδωνα, το αμίλητο νερό, συνεχίζει ο κος Μαραγκάκης, εκεί σιγά – σιγά οι ανύπαντρες κοπέλες, άρχιζαν να μαζεύονται. Ρίχνανε μέσα η κάθε μια ένα φρούτο μήλο ή αχλάδι ή αντικείμενο, το οποίο «εκάτεχε η κάθε μια ποιο ήταν το δικό τζη», επειδή είτε είχε κάποιο μοναδικό αντικείμενο στο είδος, είτε θα έγραφε ή χάραζε τα αρχικά γράμματα του ονόματος της, για να το γνωρίζει. Ακόμα μπορούσαν να ρίξουν και από άλλα φρούτα, βερίκοκο, μπουρνέλα, απίδι, μούσμουλο, μια ρόγα από σταφύλι, ή ξηρούς καρπούς όπως κάστανο φιστίκι, ή όσπριο κουκί φασόλι, αλλά ακόμα και άλλα αντικείμενα όπως κουμπιά, πενηνταράκια, δεκάρες, ψεύτικα δαχτυλιδάκια κλπ. Όλα αυτά λεγόταν «ριζικάρια», διότι θα φανέρωναν το μέλλον δηλαδή το ριζικό της κάθε μιας κοπέλας.
Όταν έριχναν τα ανύπαντρα κορίτσια τα ριζικάρια τους, οι ιέρειες της διοργάνωσης έπαιρναν τη στάμνα και γύριζαν το χωριό, και όσες άλλες κοπέλες που συναντούσαν έριχναν κάτι και αυτές στο σταμνί.
Αφού έμπαιναν περίπου 15, 20 έως 30 ριζικάρια στο σταμνί, τότε το βράδυ το σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανάκι που το τύλιγαν γύρω – γύρω από πάνω στο λαιμό, και με ένα αλυσιδάκι το έδεναν.
Στη συνέχεια επάνω στο πανί τοποθετούσαν ένα μικρό λουκετάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί, για να παραμείνει όλο το βράδυ «κλειδωμένος» ο Κλήδονας. Στη συνέχεια η παρθένα κοπελιά, το ανέβαζε τη νύχτα στην ταράτσα , ή σε ένα ξέφωτο μέρος για «να το δούν τα άστρα»! Μόνο έτσι θα έπαιρνε το νερό τις «μαγικές του ιδιότητες», και να μπορεί την επ’ αύριο που θα «άνοιγαν τον Κλήδονα», να έχει τις προφητικές και μαντικές ιδιότητες, ώστε να είναι σε θέση να «μιλήσει» ο Κλήδονας, και να εντοπίσουν οι κοπέλες κάποια στοιχεία του μέλλοντα γαμπρού, όνομα επάγγελμα κλπ!
«Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικρό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι
Κλειδώσετε τον κλήδονα με δόξα και με χάρη,
Κι απού ’χει μήλο κόκκινο ταχυτέρου (αύριο) να το πάρει. Ή:
Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ’ Άη -Γιαννιού τη χάρη
κι όποια ‘χει καλοριζικό να δώσει να το πάρει».

Το πρωί του Αι Γιαννιού, και άνοιγμα του Κληδόνου

Συνεχίζοντας ο κος. Μαραγκάκης αναφέρει:
Το πρωί της ημέρας του Αγίου, πήγαιναν όλα τα κορίτσια, στην εκκλησία όπου έκαναν κάποιες ευχές στον Άη-Γιάννη, που στην πραγματικότητα ήταν οι ερωτικές τους επιθυμίες.
Στη συνέχεια πηγαίνουν στο καθιερωμένο σπίτι της συνάθροισης τους, όπου η (παρθένα) κοπέλα, που καλό ήταν να είναι και αυτή Μαρία, ανέβαινε στη ταράτσα του σπιτιού της, και κατέβαζε το σταμνί. Όλες προσπαθούσαν να ετοιμαστούν πλέον, για να το μεταφέρει η Μαρία σιγά – σιγά το σταμνί, με συνοδεία τη παρέα της στο σημείο της τελετής.
Στη Γαλιά αυτό το σταμνί ήταν ειδικό σταμνί – κλήδονας, που ήταν σαν το κοινό σταμνί μεν, αλλά το ήταν ειδική παραγγελία στον σταμνά, να είναι η κατασκευή του σαν σταμνί μεν, αλλά να έχει μεγαλύτερο στόμιο, και να χωράει μέσα άνετα το χέρι ενός μεγάλου! Αυτό γιατί σχεδόν πάντα τον Κλήδονα τον άνοιγαν μεγάλες κοπέλες και όχι παιδιά.
Ο σταμνάς του χωριού, πάντα είχε στην άκρη συν τοις άλλοις και κάποια τέτοια σταμνιά – Κλήδονες έτοιμα!
Στη Γαλιά συνήθως πήγαιναν τη στάμνα με το αμίλητο νερό για να την ανοίξουν, είτε σε συγκεκριμένο αλώνι στη περιοχή «Καλύβι», είτε έξω στην πλατεία της εκκλησίας. Μπορούσε βέβαια να γινόταν ο Κλήδονας και σε άλλη ανοιχτή πλατεία, είτε στην εξοχή, είτε στου «Παπαγιάννη το Καμίνι», ή οπουδήποτε υπήρχε κατάλληλος χώρος. Καταλήγανε συνήθως τις περισσότερες φορές έξω από την εκκλησία, γιατί με τη θρησκεία πάντα τα είχαν καλά οι Γαλιανοί, αλλά και από πρόληψη τυχόν πυρκαγιάς στην εξοχή λόγω της φωτιάς του Κλήδωνα! Ακόμα και για κάποιον άλλο λόγο, γιατί ήταν κοντά και μπορούσαν να έρχονται ευκολότερα και οι γριές και οι άλλες ευπαθείς ομάδες, που επιθυμούσαν να τον παρακολουθήσουν!
Για την συνέχεια, το πώς πήγαιναν στην πλατεία της εκκλησίας να ανοίξουν τον Κλήδονα, θα μας τα πει η κα Αμαλία Φαραγκουλιτάκη –Λεβεντάκη:

Όταν ερχόταν η ημέρα του Αϊ Γιαννιού και η κατάλληλη ώρα για να ξεκινήσει ο Κλήδονας από το σπίτι που ήταν συγκεντρωμένες οι κοπέλες, η παρθένα ανύπαντρη κοπελιά, στολισμένη με τα γιορτινά της, έπαιρνε τη στάμνα και την πήγαινε προς το μέρος που θα άνοιγε ο Κλήδονας, σε αλώνι ή στην πλατεία της εκκλησίας ανάλογα. Προχωρούσε μπροστά η κοπέλα με τη στάμνα στον ώμο της πάνω από ένα κεντητό προσώμι. Πίσω της οι λυράρηδες την ακολουθούσαν παίζοντας τα όργανα σιγοτραγουδώντας μαντινάδες, σαν να ήταν περίπου γάμος, σαν η νύφη να πήγαινε στην εκκλησία! Πίσω ακολουθούσαν όλοι της παρέας πηγαίνοντας προς την πλατεία, όπου εκεί μαζευόταν σιγά – σιγά όλος ο κόσμος. Η κοπελιά σαν έφθανε στην πλατεία, ακουμπούσε την στάμνα στο μέρος που είχαν στρώσει ένα χαλί, και γονάτιζε για να ακουμπήσει τη στάμνα κάτω. Το άνοιγμα του Κληδόνου θεωρείται πως ξεκινάει, από την στιγμή που η κοπέλα θα γονατίσει να «ξεκλείδωνε τον Κλείδωνα». Αφαιρούσε δηλαδή το λουκετάκι , το μικρό κλειδάκι, ή το μεγάλο κλειδί, και φυσικά έλυνε και την αλυσίδα και αφαιρούσε και το κόκκινο πανί . Την στάμνα την τοποθετούσε στη συνέχεια η κοπέλα επάνω σε ένα τραπέζι στολισμένο με λουλούδια και όμορφο κεντητό τραπεζομάντηλο, εκείνη τη στιγμή ακριβώς άρχιζαν επίσημα και ζωηρά να παίζουν τα όργανα!
Οι οργανοπαίχτες στο κέντρο, και οι παρευρισκόμενοι το έστρωναν στο χορό σε κύκλο, και πάντα πρώτος τον έσυρε ως συνήθως ο παππάς του χωριού! Σιγά – σιγά μαζευόταν και άλλοι χωριανοί όλων των ηλικιών, για να παρακολουθήσουν το θέαμα που θα ακολουθήσει!
Μια γυναίκα ή άνδρας μαντιναδολόγος ξεκίναγε με τη πρώτη μαντινάδα, που άρχιζε συνήθως με το «ανοίξετε τον Κλείδωνα…» όπως οι παρακάτω:
–Ανοίξετε το Κλείδωνα, στ’ Άη Γιαννιού τη Χάρη, κι απού ‘χει ριζικό καλό, ας έρθει να το πάρει.
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη, κι απ’ έχει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να πάρει το δικό του καθείς να δει τη τύχη του, να δει το ριζικό του»
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγάλουμε τα μήλα, να δούμε ποιά απ’ όλες μας είναι η καλομοίρα
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει η μηλιά με τ’ άνθη, να βγει σγουρός βασιλικός που μ’ έβαλε στα πάθη
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και τ’ αχλαδάκι να δω αν είν’ τσ’ αγάπης μου γιατί το ‘χω μεράκι
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη να πάρω ‘γω το μήλο μου κι η νιά το παλικάρι
– Δώστε μου τα αργυρά κλειδιά με το μαργαριτάρι, να ανοίξουμε τον Κλείδωνα στου Άη Γιαννιού τη Χάρη.
Μετά την πρώτη μαντινάδα, πλέον «ξεκλείδωσε ο Κλείδονας» η στάμνα δηλαδή ανοίχτηκε, και με την βοήθεια κι άλλης κοπέλας έβγαζαν εκ περιτροπής τα ριζικάρια, πότε δηλαδή η μία πότε η άλλη. Συνήθως στη Γαλιά έβγαζαν ότι φρούτο η οτιδήποτε είχε βάλει η κάθε μια, και μετά ακολουθούσε η μαντινάδα. Αν για παράδειγμα έβγαζαν οι κοπέλες ένα αχλάδι, αλλά υπήρχαν δυο τρία άλλα ακόμα μέσα, ήξερε ποιας ήταν δικό της , γιατί το είχε σημαδέψει με τα αρχικά της γράμματα. Όταν κάποια στιγμή τελείωναν τα ριζικάρια, έβαζαν στην άκρη τα συμπράγκαλα του Κληδόνου και συνεχιζόταν κανονικά το γλέντι.
Ο χορός συνέχιζε με τις μαντινάδες να λέγονται τραγουδιστά και να επαναλαμβάνουν οι υπόλοιποι. Ειδικοί μαντιναδολόγοι με ταλέντο είχαν καλεστεί, ώστε όχι μονάχα να λένε παλιές μαντινάδες αλλά και να σκαρώνουν και νέες επιτόπου! Συνήθως γινόταν το μεσημέρι το άνοιγμα του Κλείδωνα, αλλά εν ανάγκη μπορούσε και το απογευματάκι.
Στον Κλήδονα έλεγαν και πολλές σατιρικές μαντινάδες ακόμα και πειραχτικές, αλλά λόγω της ημέρας κανείς δεν παρεξηγούσε! Καμιά φορά κρατούσαν και μήνες οι σχολιασμοί για τις καυστικές μαντινάδες του κάθε κλήδονα!

Μαντινάδες του Κλείδωνα

Οι μαντινάδες που έλεγαν ήταν φυσικά πολλές, άλλες αυτοσχέδιες, και μπορούσε να είναι προφητικές, είτε σοβαρές, είτε αστείες και ιδιαίτερα πειραχτικές!
Κλασικές όμως μαντινάδες που μίλαγαν για τον Κλήδονα ή τον Αϊ Γιάννη είχαμε πάρα πολλές όπως τις παρακάτω.
–Να ‘μουνα και που να ‘μουνα εκεί που πάει ο νους μου, εκεί που τρώει και γλέντα ο γιος του πεθερού μου
– Βγαίνει το μήλο τ’ άρχοντα του πρώτου μας λεβέντη, του πρώτου μας ντελικανή στα λούσα και στο γλέντι
– Το μήλο κατακόκκινο στο Κλείδωνα θα βάλω , στον Άη Γιάννη έταξα άντρα μου να σε πάρω
– Το αρχοντικό σου όνομα έγραψα στο απίδι, να σ’ αποκτήσω άντρα μου να σ’ έχω νοικοκύρη
– Κοριτσόπουλα κοπελιά με το σταμνί στον ώμο, φέρε τ’ αμίλητο νερό, μα πρόσεχε στο δρόμο
– Ας πιεις τ’ αμίλητο νερό εμένα μη μου δώσεις, για να σου λέω ‘’σ’ αγαπώ’’, μέχρι να ξημερώσει
– Πού ‘σουν οψές πού ‘σουν προχθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Κλειδώνου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου και πως δα ζω του χρόνου
– Πού σουν οψές κι αντιπροθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Πνεμάτου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου αθέ του μαλαμά του.
– Σεβντά βαστώ, σεβντά πουλώ, σεβντάδες καμπανίζω, τον εδικό σου το σεβντά δεν τονε νταγιαντίζω– Σήμερο πουν’ τ’ Αϊ-Γιαννιού μια χάρη θα μου κάνει , του χρόνου σαν και σήμερο να βάλομε στεφάνι
– Σήμερα που ν’ Αϊ-Γιαννιού βάλε αρχή κερά μου, του χρόνου σαν και σήμερο να ‘σαι στην αγκαλιά μου
Άλλες:
– Σε είδα οψές την ν-ταχινή και ράγισε η καρδιά μου κι ορκίστηκα στην Παναγιά να σ’ έχω εγώ δικιά μου
– Ήθελα και να κάτεχα ήντα καπνό φουμάρεις , τέτοιο καλό ντελικανή, πότε θα τον ε-πάρεις
– Θα καβαλικέψω τ’ άλογο να ‘ρθω στο παραθύρι, για να σε κλέψω κοπελιά κι ας γίνουμε σεϊρι
– Κουρούπα σκεπασμένη μου τον πόνο μου τον ξέρεις, απόψε στην αγκάλη μου πέσ’ μου πως θα τον φέρεις
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και το δικό τζη, θαρρώ πως δεν αντέχει μπλιό, από το σκυλεμό τζη!

Οι φωτιές του Άη Γιάννη

Όπως και στην υπόλοιπη χώρα, έτσι και στη Κρήτη είχαμε φωτιές τη παραμονή του Άη Γιάννη. Το ίδιο είχαμε και στη Μεσαρά και φυσικά στις Μοίρες. Στη Γαλιά όμως, δεν είχαμε τις φωτιές το βράδυ του Αι Γιάννη, αλλά την επ’ αύριο με την συγκέντρωση του κόσμου στον Κλήδονα, μια και γίνεται περισσότερος σαματάς, αφού ήδη είναι όλοι εκεί παρόντες!
Το μεσημέρι ή και το πρωί λοιπόν του Αι Γιαννιού, τα νεαρά παιδιά έπιαναν τις γειτονιές, και ζητούσαν από τις νοικοκυρές να τους δώσουν τον ξερό πλέον Μάη τους, που είχαν κρεμάσει πίσω από την πόρτα από την Πρωτομαγιά.
-Θεία, να πάρουμε το Μάη, γιατί θα τον –ε κάψουμε σήμερο?
-Ναι παιδί μου, πάρτε τονε!
Ο «Μάης» μπορεί να ήταν μαργαρίτες περασμένες επάνω σε τέλι, σε σπάγκο, είτε ματσάκια με λουλούδια στερεωμένα σε λυγερό ξύλο ή αγκάθινο ξύλο, είτε ένα απλό ματσάκι με διάφορα λουλούδια της εξοχής. Τον «Μάη» δεν τον κατεβάζανε ποτέ από την πόρτα σε καμία περίπτωση, ακόμα κι αν ασβεστώνανε το σπίτι, και παρέμενε εκεί μέχρι τη μέρα του Κληδόνου! Όλους τους αποξηραμένους Μάηδες, τα παιδιά τους μάζευαν και τους έκαναν στο τέλος ένα σωρό, είτε στην εκκλησία απ’ έξω, είτε στη πλατεία, είτε σε κάποιο αλώνι, ή σε κάποια ανοιχτάδα που γινόταν και ο Κλήδονας. Άναβαν λοιπόν φωτιά και έκαιγαν όλους τους «Μάηδες» του χωριού, και τα παιδιά έπειτα πηδούσαν επάνω στις φλόγες! Πίστευαν πως σαν καιγόταν οι «Μάηδες», έφευγαν μακριά όλα τα κακά πνεύματα, και οι γλωσσοφαγιές κάθε σπιτικού! Πίστευαν πολύ στο κακό από γλωσσοφαγιά, και έτσι πηδώντας στις φωτιές ξόρκιζαν όλο αυτό το κακό στη ρίζα του. Δεν έκαιγαν στη Γαλιά κλαδιά θυμάρια κλπ, παρά μονάχα «Μάηδες».

Ο πρώτος που συναντούν στο δρόμο

Η μαρτυρία της κας Αμαλίας Φαραγκουλιτάκη, μας λέει τι γινόταν όταν οι ανύπαντρες κοπελιές έφευγαν από την τελετή του Κλήδονα σαν τελείωνε με δικά της λόγια:
-Τελειώνοντας η γιορτή του Κλήδονα , αλλά και πιο νωρίς αν θέλαμε, εμείς τα κορίτσια βάζαμε αμίλητο νερό στο στόμα μας και φεύγαμε. Όλες οι κοπέλες χωριζόμαστε και γυρίζαμε στο χωριό, και οι χωριανοί ξέρανε ότι είχαμε το αμίλητο νερό στο στόμα. Γνωρίζοντας λοιπόν εκείνοι το έθιμο, μας έλεγαν υποχρεωτικά ένα ανδρικό όνομα, στην τύχη!
Αν ήμασταν ας πούμε για παράδειγμα τρία κορίτσια στη παρέα μας, φώναζαν: Αμαλία – Γιώργο! Μαρία – Νίκο! Ελένη Κώστα κλπ. Όποιο όνομα τους κατέβαιναν έλεγαν αυτοί που συναντούσαμε! Αφού έλεγαν το όνομα, τότε μονάχα εμείς φτύναμε το νερό! Τώρα πόσο ήταν αλήθεια δεν ξέρω, μα σε μένα πάντως βγήκε πράγματι αληθινό!
Θυμάμαι όταν γυρνούσα στο χωριό με το στόμα μου γεμάτο αμίλητο νερό, συνάντησα πρώτο – πρώτο τον θείο μου τον Τσικνόσαβα, και μου φώναξε: «Αμαλιό – Γιώργος»!
Και όντως τον άνδρα που πήρα τον έλεγαν Γιώργο!
Σε άλλα βέβαια μέρη ίσχυε το εξής: «Όποιο όνομα ακούσουν πρώτο στο δρόμο τα κορίτσια εκείνη την ημέρα, αυτό θα ήταν και του άνδρα τους»!
Μάλιστα πολλά αστεία συνέβαιναν εκείνη την ημέρα.
Οι νεαροί στα καφενεία όπου έβλεπαν κοπέλες με γεμάτο το στόμα τους αμίλητο νερό, ή να κρατάνε στον ώμο τη στάμνα με το αμίλητο νερό, τις κορόιδευαν με διάφορα πειράγματα, φωνάζοντας στα ψέματα διάφορα ονόματα!
Μια γυναίκα από κάποιο άλλο χωριό, θυμάται σήμερα τότε που ακόμα ήταν δεκάχρονο κοριτσάκι, ήθελε να παίξει με το έθιμο, και να μιμηθεί τους μεγάλους! Έτσι αντί να πάρει νερό στο στόμα της από τον Κλήδονα, γέμισε το στόμα του με νερό από τη βρύση και έπιασε τις ρούγες! Ξαφνικά ακούει μια γυναίκα από μακριά να φωνάζει δυνατά τον άνδρα της:
-Κώστα!!!!!
Και όμως κατά στανική σύμπτωση, ο άνδρας που πήρε και εκείνο το κοριτσάκι σαν μεγάλωσε τον λέγανε πράγματι Κώστα!

Μπροστά στον καρφίχτη

Πολλά από τα νεαρά ανύπαντρα κορίτσια της Γαλιάς, μάθαιναν και διάφορα άλλα μυστικά, έθιμα κι αυτά του Κλήδονα από τις μεγαλύτερες ανύπαντρες γυναίκες, που ήταν κάτι σαν ταμπού της εποχής. Ένα από αυτά ήταν και το παρακάτω με τον καρφίχτη (καθρέφτη) της ντουλάπας. Ουδέποτε βέβαια αυτά έπεφταν στην αντίληψη των υπολοίπων μελών της οικογένειας, επειδή ήταν άκρως εμπιστευτικά!
Σχετικά με τον καθρέφτη η Γαλιανή κα Αμαλία μας λέει:
-Για τον καθρέφτη θυμάμαι πως πρέπει να ήταν οπωσδήποτε δώδεκα η ώρα, είτε μεσημέρι είτε το βράδυ τα μεσάνυχτα. Έφευγε η κοπέλα από τον Κλείδωνα, πήγαινε στο σπίτι δίχως να μιλά, γδυνόταν δίχως να μιλά και στεκόταν τσίτσιδη μπροστά από ένα μεγάλο καρφίχτη! Εκεί μπροστά γυμνή, έκλεινε τα μάτια και έκανε από μέσα της μια ευχή: -«Για τα’ Άϊ Γιαννιού τη Χάρη, δείξε μου καθρέφτη μου, ποιός λεβέντης θα με πάρει»!
Τότε ανοίγοντας τα μάτια της, έβλεπε δίπλα στο σώμα της μια μορφή, που η μορφή αυτή θα είχε σχέση με τον μέλλοντα άντρα της! Φυσικά εννοείται πως, «εάν δεν ήταν παρθένα δεν θα έβλεπε τίποτα στον καρφίχτη, ή κι αν έβλεπε κάτι δεν θα της έβγαινε», όπως έλεγαν τότε. Εμένα πάντως στη ζωή μου βγήκαν όλα! Στο καθρέφτη εγώ είδα ένα ναύτη, και πράγματι ο άνδρας μου όταν τον γνώρισα ήταν στο στρατό υπηρετούσε στο ναυτικό.
Η μακαρίτισσα η Μελίνα Μερκούρη τον είχε προσωπικό οδηγό στο αυτοκίνητό της, και μια μέρα ο άνδρας μου την πήγαινε στον μέλλοντα σύζυγό της, τον Τζον Ντασέν. Με εντολή του Ντασέν, ο μέλλων άνδρας μου περίμενε στο αυτοκίνητο, ενώ έτυχε να περάσω εγώ από εκεί τυχαία και με είδε …!
Ήταν το τυχερό μου για να μου βγει αληθινός ο Κλήδονας!

Το αμίλητο νερό και το πηγάδι

Το μεσημέρι 12 η ώρα ή βράδυ πάλι στις 12 τα μεσάνυχτα, πήγαινε η παρέα των νέων στο πιο κοντινό πηγάδι όπου ήταν και αυτό από βραδύς σκεπασμένο κι αυτό από βραδύς με ένα κόκκινο σεντόνι ή άλλο μεγάλο κόκκινο πανί.
Εκεί ξεσκέπαζαν το κόκκινο πανί , και η κάθε νέα ή και νέος από τους παρευρισκομένους έριχνε μέσα από λίγο από το αμίλητο νερό που είχε το σταμνί, ανασηκώνοντας ελαφρά το κόκκινο αυτό πανί.
Πέφτοντας στο πηγάδι το αμίλητο νερό, αν ήταν μεσημέρι και υπήρχε ήλιος, τότε οι αχτίνες που έπεφταν στο πηγάδι, έκαναν κάποια σχέδια ανάμεσα στους κυματισμούς του νερού στην επιφάνεια του, που έμοιαζαν με κάποια αντικείμενα ή κάποιες περίεργες μορφές!
Λέγανε πως τα κυματάκια σχημάτιζαν τη μορφή του μέλλοντα συντρόφου!
Αν ήταν νύχτα, ανασήκωναν πάλι λίγο το πανί, έριχναν πάλι λίγο αμίλητο νερό, και το φώς του φακού, για να δούν και εδώ τα σχήματα αυτά. Κάθε μια λοιπόν από τις ανύπαντρες κοπέλες έριχνε από λίγο νερό, και δοκίμαζε έτσι να δει τη τύχη της, πως θα είναι η μορφή αυτού που θα πάρει!
Σε άλλα χωριά βέβαια πίστευαν πως μπορούσε να δούν και πεθαμένους ή ακόμα και φαντάσματα, πράγμα που στη Γαλιά δεν ίσχυσε αυτή η εκδοχή, εκτός αν το έλεγαν αυτά κάποιοι νεαροί πλακατζήδες αστειευόμενοι!
Στη Γαλιά το πιο κοντινό πηγάδι ήταν στα Ληδιανά, όπου πήγαιναν του Κληδόνου, και ήταν του Ζαχαρία Δαμιανάκη. Υπήρχαν και άλλα, όπως στου Αγγέλου, και στου Βελούδη.

Συνεχίζεται….

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Εύα Λεβεντάκη για τις δυο φωτογραφίες που μας έστειλε.

Κείμενο – Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Λέντας, το Ασκληπιείο και η ”τρύπα του Ασκληπιού”!!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Λέντας είναι οικισμός στο δήμο Γόρτυνας του νομού Ηρακλείου


Εκεί βρίσκεται η αρχαία Λεβήν, λιμάνι στα παράλια της επαρχίας Καινούργιου προς το Νότιο Κρητικό Πέλαγος.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ένα από τα λιοντάρια που έσυρε την άμαξα της Ρέας έγινε πέτρα από τη θέση αυτή και γι’ αυτό ονομάστηκε Λεβήν.

Το πιθανότερο όμως είναι ότι, το όνομα οφείλεται στο παρακείμενο ακρωτήριο το οποίο μοιάζει με λιοντάρι από τη συγκεκριμένη θέση στην οποία βρίσκεται.

Το αρχαιότερο μνημείο της Λεβήνος είναι ο Θησαυρός, τετράγωνο πηγάδι βάθους 1.090 μ. που χρονολογείται από το 2ο ή τον 1ο αιώνα π. Χ. Ανατολικότερα στο βάθος 3,30μ. βρέθηκε η πηγή του νερού με θεραπευτικές ιδιότητες.

Υπήρχαν επίσης κολυμπήθρες , οι οποίες επικοινωνούσαν, μέσα στις οποίες λούζονταν οι ασθενείς.

Η Λεβήν ήκμασε στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, ως λιμάνι της Γόρτυνας αλλά και ως ιερή πόλη, όπου λατρευόταν ο Ασκληπιός και η Υγιεία Σώτειρα.

Το Ασκληπιείο ήταν στην ακμή του κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια της Ρώμης και ο χώρος αυτός εξελίχτηκε σε θεραπευτικό κέντρο.

Κανείς δεν έπρεπε να μάθει τις μυστικές θεραπείες που γίνονταν εδώ και γι’ αυτό συνηθιζόταν στα Ασκληπιεία να δίνουν όρκο σιωπής, όπως γινόταν, δηλαδή, και στα Ελευσίνια μυστήρια!

Στα Ασκληπιεία σε όλη την Ελλάδα κατέφευγαν συνήθως ασθενείς με την ελπίδα να θεραπευτούν.

Πράγματι, τις περισσότερες φορές γιατρεύονταν μέσα από μια ολοκληρωμένη και εντατική θεραπεία που περιλάμβανε δεήσεις, ειδική δίαιτα, χειρομαλάξεις, λουτροθεραπεία, χειρουργικές επεμβάσεις ως και ψυχοθεραπεία με την ακρόαση μουσικών και θεατρικών παραστάσεων!

Το τελευταίο στάδιο της θεραπείας στα Ασκληπιεία της αρχαιότητος στην Ελλάδα, εφόσον βέβαια αυτό ήταν απαραίτητο, ήταν η εγκοίμηση. Τότε ο ασθενής, ενώ κοιμόταν σε ειδικό χώρο, έβλεπε σε όνειρο τον ίδιο το θεό Ασκληπιό να του φανερώνει τη θεραπεία για την ασθένειά του.

Έτσι έχουμε τη διαδικασία της θεραπείας του Πλούτου κατά την εγκοίμηση… όπως τη διασώζει ο Αριστοφάνης: Καρίωνας: «Μετά (ο θεός) πήγε και κάθισε δίπλα στον Πλούτο. Πρώτα του έπιασε το κεφάλι κι ύστερα με ένα πανί Του σφούγγισε τα ματόφυλλα.

Η Πανάκεια με κόκκινο ύφασμα του σκέπασε την κεφαλή κι όλο το πρόσωπο. Έπειτα ο θεός εσφύριξε. Πετάχτηκαν από το ιερό δυό φίδαροι να!»

Γυναίκα (του Χρεμύλου): «Πώωπω, θεούλη μου!»

Καρίωνας: «Χώθηκαν κάτω από το κόκκινο ύφασμα Και θαρρώ του έγλειψαν τα βλέφαρα. Λοιπόν, κυρά, προτού προλάβεις να πιεις κανά δυο κιλά κρασί, σηκώθηκε ο Πλούτος κι είχε το φως του. Απ’ τη χαρά μου χτυπάω παλαμάκια και ξυπνώ τον αφέντη. Ευθύς, θεός και φίδια γίναν άφαντοι στο ναό».

(Αριστοφάνης, Πλούτος, στ. 727-741) Μερικές φορές, μάλιστα, η θεραπεία γινόταν όσο ο ασθενής κοιμόταν και όταν ξυπνούσε από το βαθύ του ύπνο, ήταν και πάλι απολύτως υγιής! Κάπου μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, με τη θεραπευτική επέμβαση του θεού ή με τη δύναμη της αυθυποβολής, επιτυγχανόταν τις περισσότερες φορές η θεραπεία των ασθενών.

Ωστόσο ο Ασκληπιός εδώ στο Λέντα είχε μια παρεμφερή τεχνική με τα άλλα Ασκληπιεία της Ελλάδας, αλλά ολότελα δική του, που δεν την συναντούμε πουθενά σε κανένα Ασκληπιείο, εις το να θεραπεύσει δηλαδή τους ασθενείς του, καθώς περιγράφεται στο λαογραφικό που ακολουθεί:

Ο Ασκληπιός του Λέντα, πάντα υποσχόταν σε όλους τους ασθενείς του ότι θα τους κάνει καλά, έχοντας ως σύμμαχο, το ξεχωριστό κλίμα του Λέντα, το φημισμένο του νερό , αλλά και ακόμα μια ”μαγική” τρύπα!!

Συνιστούσε λοιπόν στους ασθενείς του να τον επισκεφτούν και να μείνουν μαζί του ένα μήνα, κρατώντας τρόφιμα ικανά για να περάσουν, όλον αυτό τον μήνα. Μόλις πήγαινε εκεί ο ασθενής, ο Ασκληπιός τον έβαζε σε πρόγραμμα και του έλεγε τα παρακάτω λόγια:

– Για να πάνε όλα καλά, θα πρέπει να σηκώνεσαι το πρωϊ και να πηγαίνεις να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως καλά και θα πίνεις νερό απ’ αυτήν εδώ την πηγή και μετά θα πηγαίνεις εκεί στην τρύπα και θα κοιτάζεις, μήπως δεις να ξεπροβάλει ένας όφις. Αν δεις να ξεπροβάλει ο όφις, τα νέα θα είναι δυσάρεστα!! Φυσικά θα πεθάνεις!! Αν δεν δεις τον όφι, όλα θα πάνε καλά!! Μετά θα πηγαίνεις να κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι. Το μεσημέρι θα πηγαίνεις πάλι να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως και θα πίνεις πάλι από αυτό το ίδιο νερό και στη συνέχεια θα πηγαίνεις πάλι στην τρύπα και να ξανοίγεις μήπως δεις να ξεπροβάλει ο όφις. Μετά θα πηγαίνεις πάλι για ύπνο. Το ίδιο ακριβώς πράγμα θα κάνεις και το βράδυ. Με αποτέλεσμα όποιος πήγαινε εκεί, ξεκουραζόταν αρκετά, έκανε τα μπάνια του για ένα ολόκληρο μήνα, έτρωγε και έπινε από το φημισμένο νερό του Λέντα, ενώ ποτέ του δεν έβλεπε τον όφι να βγαίνει από την τρύπα!! Εφόσον λοιπόν δεν είχε δει τον όφι να βγαίνει από την τρύπα, δεν είχε νε κανένα φόβο για να πεθάνει!!

Στο τέλος του μήνα, βρισκότανε ξεκουρασμένος, ξεχασμένος από την πρώην καθημερινότητα, ενώ ο οργανισμός του είχε νε τονωθεί από τα μπάνια τη καλοπέραση και το καλό νερό, μα πάν’ απ’ όλα, τη καλή ψυχολογία, που δεν είδε νε τον όφι να ξεπροβάλει!!

Τελικά έφευγε για το σπίτι του, υγιέστατος και πολύ ικανοποιημένος, από τον γιατρό Ασκληπιό!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ζουρίδα – Η αλεπού της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ζουρίδα δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί η ”αλεπου της κρητικής υπέθρου”


Μία ευκαιρία δούμε το ζώο αυτό που μοιάζει πολύ με τη καλογεννούσα , κοινός νυφίτσα, που οι περισσότεροι γνωρίζουν καλά, λίγοι όμως γνωρίζουν οτι υπάρχει και ένα άλλο είδος κουναβιού που είναι μεγαλύτερο σε διαστάσεις από τη νυφίτσα και ακόμα πιο άγριο, η ζουρίδα!

Η ζουρίδα, αυτό το νυχτόβιο άγριο ζώο, δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί η ”αλεπου της κρητικής υπέθρου”, γίατι κι άν ακόμα είναι μικρότερη σε μέγεθος από αυτήν, κάνει τίς ίδες σχεδόν ζημιές και καταστροφες!

Επιστημονικά λέγεται ”ικτίς”, κοινώς κουνάβι.

Σήμερα στην αναζήτηση της λέξης ”κουνάβι” εμφανίζεται μονάχα η νυφίτσα με τη γνωστή της ιστορία της παράδοσης, γιατί ονομάστηκε έτσι, αλλά καμία αναφορά στην ”ξαδέρφη” της, τη ζουρίδα, που είναι σαφώς πιό μεγάλη σε μέγεθος, και ποιο άγρια απο τη νυφίτσα!

Εχει το μέγεθος γάτας, και σπάνια τη βλέπουμε μέρα στή φύση, γιατι κρύβεται όπως ο ασβός στη φωλιά του που είναι τρύπες και χαλάσματα.

Τη νύχτα όμως, η ζουρίδα βγαίνει για αναζήτηση τροφής, και το πιό πιθανόν, είναι να τη δούμε στη μέση του δρόμου πατημένη από κάποιο αυτοκίνητο, που τη τύφλωσαν τα φώτα γιατι απο σαστισμάρα πάνω του.

Η ζουρίδα σάν αρπαχτικό, δέν εξημερώνεται, δέν είναι φυτοφάγο αλλα αντίθετα, άκρως σαρκοφάγο!

Δέν είναι τρωκτικό, και το μόνο καλό που κάνει είναι να εξολοθρεύει ποντίκια και φίδια

Τρέφεται με τρωκτικά, πουλιά, αυγά, λαγούς και κατά τις νυχτερινές της εξορμήσεις σε αγροτόσπιτα, αρπάζει κουνελάκια κοτόπουλα κλπ που κόβει το λαιμό τους και πίνει το αίμα τους.

Αμα ορμήσει σέ κοτέτσι που δέν έχει περίφραξη μπορεί τάκα τάκα να πνίξει και δέκα κοτόπουλα!

Και τα δύο αυτά άγρια ζώα, και η ζουρίδα και η νυφίτσα, έχουν πολύ καλή ποιότητα γούνας σάν μεταξένια, και κάποτε τίς κυνήγαγαν για το λόγο αυτο. Μέ τη γούνα αυτή, έκαναν εξωτερική επένδυση σε ταμπακιέρες, πορτοφόλια, σε γιακάδες, και γενικά σε μικρής επιφάνειας αντικείμενα.

Στήν Κρήτη, έχει επικρατήσει η ονομασια ”ζουρίδα” επι τουρκοκρατίας. ”Ζουρίδες” = νυχτόβιες επιθέσεις των Τούρκων.

Μέ τόν ίδιο βίαιο και πονηρό τρόπο δρούν και οι αρπαχτικές ζουρίδες, για να εισβάλουν στα χωριά και να τρυπώσουν στο κοτέτσι και να μήν αφήσουν μιά κότα ζωντανή,αλλά ούτε και τα αυγά!

Συνήθως δέν τρώνε όλη την κότα αλλα ρουφάνε το αίμα της.

Πολλοί την κυνηγάνε για να τήν ταριχεύσουν και να στολίσουν μιά γωνιά του σπιτιού.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη