Connect with us

ΘΕΜΑΤΑ

H ΟΠΑΠ ΑΕ ευνοημένη από τη νέα φορολογία στον τζόγο

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Η αύξηση της φορολογίας στα τυχερά παιχνίδια, από 30% σε έως και 35% κλιμακωτά, συμπεριλαμβάνεται στις 7.500 σελίδες, των μέτρων που καλείται να ψηφίσει το Ελληνικό Κοινοβούλιο την προσεχή Κυριακή


Το σχετικό άρθρο προβλέπει ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στα τυχερά παίγνια–δηλαδή η ΟΠΑΠ Α.Ε και οι 24 εταιρείες διαδικτυακού στοιχηματισμού, που διαθέτουν νόμιμη άδεια στην Ελλάδα- θα κληθούν να πληρώσουν, αναδρομικά μάλιστα από 1η Ιανουαρίου 2016, βάσει των μικτών τους εσόδων, επιπλέον 2,5%, εφόσον ο τζίρος υπερβαίνει τα 100 εκατ. ευρώ και φθάνει μέχρι τα 200 εκατ. ευρώ και επιπλέον 5%, εφόσον ο τζίρος υπερβαίνει τα 200 εκατ. ευρώ.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, η ΟΠΑΠ ΑΕ, που κατέχει το μονοπώλιο στα 13 επίγεια τυχερά παίγνια, θα κληθεί να πληρώσει το μεγαλύτερο κομμάτι, δεδομένου του υψηλού τζίρου των παιχνιδιών της, κάτι που έχει προκαλέσει την αντίδραση της ίδιας της εταιρείας που υποστηρίζει ότι οι 24 διαδικτυακοί πάροχοι, ευνοούνται από τη νέα ρύθμιση.

Στην πραγματικότητα όμως, η σύμβαση αποκρατικοποίησης, που είχε υπογραφεί από την κυβέρνηση Σαμαρά, θα επιτρέψει στην ΟΠΑΠ να καταβάλει μόνο τα 2/3 του επιπλέον φόρου που της αναλογεί, γλιτώνοντας δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.

Συγκεκριμένα, η σύμβαση περιλαμβάνει μια ρήτρα, η οποία προβλέπει ρητά ότι για κάθε επιβολή νέας φορολογίας στα έσοδα της ΟΠΑΠ, που υπερβαίνει συνολικά τα 2 εκατ. ευρώ, το Δημόσιο υποχρεούται να επιστρέφει ποσό ίσο με αυτό που προκύπτει από την αύξηση.

Η επιστροφή αυτή αφορά μόνον έναν από τους μετόχους, την τσέχικη κοινοπραξία Emma Delta, που κατέχει το 33% της ΟΠΑΠ ΑΕ και ως εκ τούτου, το Δημόσιο θα κληθεί να επιστρέφει το 1/3 της φορολογίας που θα εισπράττει, στον συγκεκριμένο μέτοχο της ΟΠΑΠ.

Με άλλα λόγια για κάθε τρία εκατομμύρια που προκύπτουν από την νέα φορολογία, η ΟΠΑΠ θα καταβάλει τα δύο, ενώ το τρίτο θα επιστρέφεται από το Δημόσιο σε έναν από τους μετόχους της.

Στην αρχή του χρόνου η ΟΠΑΠ, όταν δεν είχε ακόμη ακυρωθεί το τέλος των 5 λεπτών ανά στήλη των παιχνιδιών της, θα έπρεπε να καταβάλει στα δημόσια ταμεία, περί τα 500 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον (ποσό που θα επιβάρυνε του παίχτες και όχι την ίδια).

Με την ακύρωση του νόμου και την αντικατάστασή του με 35% επί των μεικτών εσόδων, σενάριο που αρχικά είχε υποστηριχτεί, η ΟΠΑΠ ΑΕ θα έπρεπε να καταβάλει 70 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον.

Η κλιμακωτή φορολογία, της δίνει τη δυνατότητα να ‘γλιτώσει’ 7,5 εκατομμύρια, από την στιγμή που, σύμφωνα με τον τζίρο της, οι δύο κλίμακες του 32,5% και του 35%, θα την επιβαρύνουν συνολικά κατά 62,5 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον.

Δεδομένης της ρήτρας στη σύμβαση αποκρατικοποίησης, η ΟΠΑΠ ΑΕ θα κληθεί τελικά να πληρώσει μόλις 43,5 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον, με άλλα λόγια 456,5 εκατομμύρια λιγότερα από αυτά που αρχικά είχαν προβλεφθεί με το τέλος των 5 λεπτών.

Η προνομιακή αυτή μεταχείριση, που με περίσσια οξυδέρκεια είχε προβλεφθεί από την Emma Delta κατά την συγγραφή της σύμβασης αποκρατικοποίησης, δημιουργεί με σαφήνεια έναν ιδιότυπο αθέμιτο ανταγωνισμό, από τη στιγμή που οι υπόλοιπες εταιρείες θα πληρώνουν αναλογικά, κατά 33% περισσότερο φόρο από την ΟΠΑΠ, για τα ποσά που θα φορολογούνται πλέον του 30%.

Είναι επιπρόσθετα, ανασταλτικός παράγοντας για την έλευση στην Ελλάδα, μεγάλων, διεθνών παρόχων διαδικτυακών παιχνιδιών που αναμένουν την επικείμενη τελική ρύθμιση της αγοράς, δεδομένου ότι θα κληθούν να επενδύσουν σε μια αγορά που μια από τις εταιρείες απολαμβάνει προνομιακή φορολόγηση.

Η ρήτρα ήταν εξ’αρχής γνωστή στα οικονομικά κλιμάκια της κυβέρνησης, κρίθηκε, εντούτοις αναγκαία η αύξηση της φορολογίας στον τζόγο, παρά την υποχρέωση επιστροφής χρημάτων σε έναν από τους μετόχους της ΟΠΑΠ.

Ο πρόωρος τερματισμός του μονοπωλίου της ΟΠΑΠ ΑΕ, το 2020, χρονιά που το ελληνικό δημόσιο έχει δικαίωμα απόφασης για συνέχιση ή μη της αποκλειστικής άδειας για τα 13 επίγεια παιχνίδια, φαντάζει πλέον επιτακτικός, δεδομένου ότι η σύμβαση αποκρατικοποίησης, δεν θα επιτρέψει την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής αγοράς, που θα δημιουργούσε συνεχώς αυξανόμενα, μόνιμα έσοδα για το Δημόσιο.