Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η παλιά ταμπακιέρα

Δημοσιεύτηκε

στις

Έζησα μαθώς σε άλλους καιρούς και εγώ


Από το πρωί σα κάναμε πάψες τα κοπέλια στα σκολιά για τσοι καλοκαιρινές διακοπές, μου ‘λεγε ο πατέρας μου:

-Ανε θες αύριο πήγαινε στου παππού σου να πάτε στα έχνη, να του κάνεις παρέα, και πάρε και συ τη γαϊδάρα με τσι κατσίκες να τσι βοσκίσετε, να περάσει η ώρα σου.
Ντελόγο εγώ ήκανα χαρά, και τη ταχινή ήστρωνα πρωί – πρωί τη γριά μας γαϊδάρα μας, ήδενα τσι αίγες με τα κοντοδέματά τους από τη μουράγια και την άλλη άκρα του σκοινιού στα σκαρβέλια του σομαργιού. Καβάλα πήγαινα στα Ληδιανά που ήταν το σπίτι του παππού μου του Ρετζεπομανώλη, και τον περίμενα να ετοιμαστεί κι αυτός και να ξεκινήσουμε παρέα. Έκανα πολύ χαρά γιατί μου άρεσε ο χαραχτήρας του παππού.

Ήταν άνθρωπος ντόμπρος, σταθερός χαραχτήρας, καλόψυχος δίκαιος, πράος, χαμηλών τόνων, υπομονετικός, σοφός, και λίγο φιλόσοφος!

Εκείνος ήτανε 93 χρόνων τότε, κι όμως ακόμα είχε πολλά να κάνει! Έτσι ήταν και ο πατέρας του παππού μου, έζησε πολλά χρόνια και έφτασε τα 120 για να πεθάνει! Γενιά αιωνόβιων, γιατί και ο παππούς πέθανε 107 χρονώ. Και θα ζούσε και εκείνος τα 120 αν δεν τον κουτούλαγε τελικά ο τράγος και να χρειαστεί εγχείριση!

Είχε εκείνο τον καιρό ο παππούς ένα ήσυχο γαϊδουράκι τρείς κατσίκες, ένα μεγάλο τράγο με τεράστια κέρατα, τρείς μαρώπες, και τρία τέσσερα ζυγούρια. Κάποια από αυτά τα είχε δεμένα στο γαϊδούρι και τα ζυγούρια τα είχε μολαριτά και κλουθούσανε δεξά ζερβά του Γαϊδάρου. Όλα όμως και τα δεμένα και τα λυτά ήτανε μουστρουχωμένα με αυτοσχέδια μουστρουχινάκια συρμάτινα, ακόμη και ο γάιδαρος. Ήταν η ταχτική του παππού τέθοια να σέβεται τον κόσμο, προπάντως στις ζημιές! Ποτέ στο δρόμο αξεμουστρούχωτο οζό, ας είναι και μικιό αρνάκι!

Όπως δεν ήθελε να τον ε πειράζουν οι άλλοι έτσι δεν επήραζε και αυτός. Έκανε τον χριστιανισμό πράξη γιατί ήταν θεοσεβούμενος. Ποτές του δεν ήδωκε αφορμή να τον- ε καταγγείλει κάπχοιος, και ποτές δε -ν εκατήγγειλε άθρωπο! Έκανε πάντα το σταυρό σα ξυπνούσε και πλενότανε ξανοίγοντας αθώ την Ανατολή, και τον -ε ξανάκανε πάλι σα ξεκινάγαμε για την εξοχή.

Δρόμο – δρόμο πηγαίναμε αργά – αργά με το πάσο μας κουβεντιάζοντας, εκείνος να περπατεί με τα πόδια βοηθώντας τον το μπαστουνάκι του, ήσερνε παράλληλα και το γαϊδουράκι του από το σκοινάκι του χαλιναριού, που είχε φορτωμένα τα τζιμπράγαλα ούλα.

Εγώ καβαλίκευα τον εδικό μου και ακλουθούσα ξωπίσω. Τα αρνιά του περνούσαν κι από τα σπαρμένα χασίλια, από αρακαδιές, από μουρέλα, αλλά δεν έκαναν ζημιά γιατί δεν μπορούσαν να φάνε με τα μουστρουχήνια. Αυτό που με εντυπωσίαζε τότεσάς, δεν ήτανε απου δεν εκαβαλίκευγε, μα μιλούμε πως πήγαινε περπατώντας μέχρι τη Κορφή! Μιλούμε για μια περιοχή, περίπου 4 χιλιόμετρα δύσβατη. Ανέβαινε με τα πόδια μέχρι το Κακόσκαλο, που είναι βουνό, έχει πολλά ανεβολέματα δύσκολα, και κακούς δρόμους με ργυακοφαώματα με πλακούρες, «κακόσκαλα» τα είπανε. Κι όμως αυτός ταχτικά πήγαινε εκεί με τα πόδια! Ή εκεί πήγαινε και πότε στου Ρετζέπη το λάκκο, που είχε κει εκεί μεγάλο χωράφι όπως και στη Κορφή.

Όντε τον ερωτούσα γιατί δε καβαλικεύγει, μου έλεγε πως δε θέλει να κουράσει το γαίδουράκι του γιατί είναι λέει γέρικο. Στο χωράφι σαν φτάναμε, έπιανε κάθε ζωντανό λυτό οζό και του έδενε το κοντόδεμά του στο χαλκά της μουράγιας, και το τζένιωνε στη βοσκαριά. Α δεν είχε χωματσούρα να καρφώσει το ξύλινο τζένιο το έδενε σε ένα θυμαράκι, σκίνο ή κατσοπρίνι, και πότε – πότε τα μετάδενε. Το ίδιο και το γαϊδούρι του. Ξεκρέμαγε μετά τη βούργια από τα σκαρβέλια του σομαργιού, τα σταμνιά με το νερό, και το φλασκάκι με το κρασί και τα πήγαινε και τα κρέμαγε στον ασκιανό κάτω από μια γέρικη χαρουπιά. Εκεί ελημερίζαμε μέχρι να πάει αργά να φύγομε.

Για να περάσει η ώρα ο παππούς κατασκεύαζε καθισμένος σε μια πέτρα διάφορα. Έφτιαχνε κάθε φορά και κάτι διαφορετικό. Ή που θα ήκοβγε με το σαρακάκι κατάλληλα ξύλα και θα τα πελεκούσε με το μαναράκι και το σκεπερνάκι του να τα κάνει τζένια, ή θα έφτιαχνε καινούργιο μπαστούνι . Έβλεπα πως διάλεγε την άγρια αγρουλιδένια βέργα, πως άναβε φωθιά και τη ζέσταινε στη στάχτη, πως τη λύγιζε σιγά – σιγά με το τέλι. Και σα της έδιδε σχήμα μετά τη πελεκούσε να τη κάνει γυαλιστερή. Εγώ ναι μεν εθώρουνα, μα ήβλεπα και τη γαϊδάρα μου με τσι αίγες δεμένες να μην απομακρυνθούνε πολύ και τα χάσω. Μα εκείνη η γαϊδάρα ήτανε πραγιά , και είχε μάθει και πάντα κάπου κοντά μου θα τριγύριζε.

Μόνο που ξέσερνε πότε – πότε, και πήγαινε όπου είχε βοσκαριά κα έτρωγε και αυτή και οι αίγες.

Στην εξοχή ο παππούς πελεκούσε και έφτιαχνε σχεδόν τα πάντα. Έφτιαχνε και μαχαιράκια τσακάκια δηλαδή τα χερούλια ντως, έσαζε ή διόρθωνε σπασμένα πλαϊνά του σομαργιού, έφτιαχνε μουστρουχινάκια, πελεκούσε πέτρες και έφτιαχνε γούρνες των ορνιθώ , σταμνοστάθια, καλάθια, μαδαράκια, ακόμα και αδράχθια και σφεντύλια! Μια φορά μου ΄σασε μια φλογέρα, και μου ‘δειχνε να παίζω το « σκοπό τση νύχτας» του Λευτέρη, γη τον Ερωτόκριτο. Μαζί του είχε πάντα τα απαραίτητα εργαλεία για να κατεργάζεται το ξύλο και τη πέτρα. Είχε και λίμες ταναλάκια σουβλιά τσακάκια τσαπραζάκια και πολλά άλλα χρήσιμα εργαλεία.

Ενώ εδούλευγε και απασχολιούτανε, ή που θα μου ΄λεγε ιστορίες για τσοι Τούρκους, ή για το στρατό, ή θα φιλοσοφούσε για τη νέα ανθρωπότητα.

Σαν έφτανε η ώρα του κολατσού μου φώνιαζε:

-Γιωργιό έλα παέ να χαφτούμε μνια μπουκιά!

-Έρχομαι παππού!

-Κάτσε παιδί μου επαδά να ΄ράξομε στον ασκιανό τση χαρουπχιάς να φάμε πράμα!

Τότε ξεκρέμαγε τη βούργια με το φαγητό, που συνήθως πάντα ήταν το ίδιο μενού. Τι είχε η βούργια μέσα? Υπήρχε ένα πετσετάκι που είχε τυλιμένο μαύρο ψωμί, που πάντα ήτονε εφτάζυμο ζυμωτό στο φούρνο του, και ήταν ξεροί ντάγκοι κριθαρένιοι ανάμειχτοι με ταγή!

Είχε ένα δυό κρεμμύδια, ένα κομμάτι λαδοτύρι, και ένα φλασκάκι κρασί, και ένα λαηνάκι τσίγκινο με χερούλι.

Ο παππούς μου ‘διδε ένα ντάγκο να τον βρέξω στο λαήνι, το ίδιο και αυτός, αλλά αν και βρεμμένο δεν μαλάκωνε πολύ και δεν μπορούσε να το μασήσει, γιατί είχε μια ρίζα αντόντι όλο κι όλο! Εγώ ήτρωγα χαζεύοντας τον παππού το πως έπαιρνε μια πέτρα πλακωτή, έβαζε απάνω το ψωμί και το κοπάνιζε καλά , και μετά αφού μαλάκωνε κάπως , το έβαζε στο στόμα του. Δτο μασούσε καλά έτσι ίσα απού το σάλιωνε και το κατάπινε! Άπλωνε τη πετσετάκι που ήταν τυλιγμένο το ψωμί, και έβαζε πάνω και μερικές ελιές, που κι αυτές τις έβγαζε από ένα σκούρο πάνινο σακουλάκι που σούφρωνε με ένα σπαγούλι, κατασκευή της γιαγιάς. Έβαζε και τα κρομμύδια κομμένα στα τέσσερα, η άμα είχε και καμπιλιές η κιανένα ραπανάκι έβάστα κι αποκιανά. Νερό είχε σε διό σταμνάκια για να ποτίζει το μεσημέρι και τα ζωντανά σε ένα μικρό κουβαδάκι

Η απόλαυση του αυτού του απλού φαγητού στη φύση ήταν μεγάλη υπόθεση και η στιγμή ιερή. Ήβανε στο κύπελλο και κρασάκι και πίναμε. Είχαμε και επαδά πολλούς συχωρεμούς, και των αποθαμένω γονέω, και τω ζωντανώ. Ευχαριστίες στο Θεό που μας έχει γερούς, και παρακλήσεις να μας -ε ξεμιστεύγει από τη κακή ώρα και το κακό συναπάντημα.

Σα κι εποτρώγαμε έβγαζε από τη τσέπη του σακακιού του μια παμπάλαιη ταμπακιέρα οβάλ σχήμα μεταλλική, που στο πλάι είχενε ένα κουμπάκι που το πατούσε και άνοιγε. Μέσα είχε δυό τρία τσιγάρα άφιλτρα κομμένα στη μέση. Έπαιρνε ένα κομμένο τσιγάρο το έβαζε στη πίπα του και το κάπνιζε. Όλη μέρα έκανε ένα δυό τέθοια τσιγάρα. Μια μέρα μπήκα στο πειρασμό και τον -ε ρώτηξα:

-Μα γιάντα δα παππού το κόβγεις στη μέση το τζίγαρο?

-Θα σου πω παιδί μου, γιατί ο καπνός παιδί μου κάνει μεγάλη εζημιά, και ούλα στη ζωή πρέπει να γίνονται με μέτρο!

Άμα είναι να ποθάνω παιδί μου ήθελα τη ταμακιέρα αυτή να τη κρατήξεις εσύ να με θυμάσαι!

Πρώτα έμαθα από τον παππού το «παν μέτρον άριστον» παρά απ’ το σκολειό!

Κάθε που έβγαζε από τη τσέπη του τη νταμπακιέρα του ο παππούς, ήταν και η αρχή για αμέτρητες ιστορίες, που περιπλέκονταν με το καπνό. Ιστορίες που αν τις είχα καταγράψει και εγώ και όλα τα τότε παιδιά, σήμερο θα ήμαστε όλοι πολύ πιο σοφότεροι, και περισσότερο τα νέα παιδιά.

Ευτυχώς κάποιες απ’ αυτές τις κρατήσαμε στη μνήμη μας…

Όμως δεν ήτοεν τυχερό να γίνει πραγματικότητα η επιθυμία του παππού να πάρω τη ταμπακιέρα στα χέργια μου, ακόμη κι αν μου την έταξε, γιατί πόθανε ενώ εγώ ήμουνα στην Αθήνα και δεν μπορούσα να κατεβώ στο χωργιό. Ήμαθα μετά πως τη- ν εβάλανε λέει στο –ν τάφο του για να καπνίζει κιανένα τσιγαράκι και …εκειά απού θα πάει!

Ο Θεός να τον αναπαύσει!

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *