Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η περίφημη επιγραφή της Γόρτυνας παραλίγο να γίνει… μπάζα για να χτιστεί ελαιουργείο!

Δημοσιεύτηκε

στις

Το μέγαρο της νομαρχίας (νυν περιφέρειας) του Ηρακλείου κατασκευάστηκε από… πέτρες του ανακτόρου της Κνωσού, τη δεκαετία του 1880


Το σπουδαιότερο αρχαιολογικό εύρημα του 19ου αιώνα στην Κρήτη, η Μεγάλη Επιγραφή (ή οι Νόμοι της Γόρτυνας), που βρέθηκε το 1884 από τον Ιταλό επιγραφολόγο Φεντερίκο Άλμπερ, γλίτωσε την τελευταία στιγμή, αφού προορίζονταν για το χτίσιμο… ελαιουργείου!

Στην πραγματικότητα, οι αρχαιολόγοι που άρχισαν να ανασκάπτουν την κρητική γη στα 1884, ξεκινώντας από το Ιδαίο Άντρο, στον Ψηλορείτη, και τη Γόρτυνα, είχαν να δώσουν μάχες με την αμάθεια των χωρικών αλλά και τους «ευγενείς» Ευρωπαίους αρχαιοκάπηλους που τουλάχιστον για δύο αιώνες λυμαίνονταν την αρχαία κληρονομιά του νησιού.
Οι αρχαιολογικές έρευνες, στον Ψηλορείτη και τη Γόρτυνα, στα 1884, ήταν αληθινά ένας πόλεμος! Από τη μια οι χωρικοί, αμαθείς ή πονηρεμένοι, είτε επειδή ήθελαν να υπερασπιστούν τις περιουσίες τους είτε επειδή ήθελαν οι ίδιοι να κερδίσουν πολλά πουλώντας τα αρχαία αντικείμενα στους διεθνείς αρχαιοκάπηλους που περιτριγύριζαν το νησί, προσπάθησαν να εμποδίσουν τις ανασκαφές.
Στο Ιδαίο Άντρο, στον τόπο που κατά τη μυθολογία οι Κουρήτες έκρυψαν τον νεογέννητο Δία, είχαν ήδη πρόσβαση κάτοικοι των Ανωγείων που είχαν ξεκινήσει τις αγοραπωλησίες των αναθημάτων και άλλων αντικειμένων. Και χρειάστηκε ακόμη και η επέμβαση του στρατού για να προφυλαχθεί το πλήρες σπουδαίων αντικειμένων σπήλαιο. Ή χρειάστηκε να επιστρατευθεί από τον Φιλεκπαιδευτικό του Ηρακλείου, τον μόνο φορέα που πραγματικά προσπάθησε να περισώσει εκείνη την εποχή την αρχαία κρητική κληρονομιά, ο Ανωγειανός καθηγητής Γ. Αεράκης προκειμένου να πείσει τους συγχωριανούς του απ’ τη μια να μην εμποδίζουν τις έρευνες κι από την άλλη να παραδώσουν στο Σύλλογο κι όχι στους ξένους αρχαιοκάπηλους τα αντικείμενα που είχαν ήδη στην κατοχή τους. Να τα πουλήσουν, για την ακρίβεια, και μάλιστα αντί μεγάλης αμοιβής, που έφτανε σχεδόν το ύψος του ποσού που δαπανήθηκε στην ανασκαφική εργασία στο σπήλαιο του Δία!

Ο πρόεδρος του Συλλόγου, ο γιατρός και αρχαιολόγος Ιωσήφ Χατζιδάκης στη λογοδοσία του, τον Μάιο του 1886, ανέφερε ότι στους Ανωγειανούς πληρώθηκαν 8.531 γρόσια προκειμένου να εξαγοραστούν τα αντικείμενα, ενώ όλη η ανασκαφή εκείνη την περίοδο κόστισε 9.963 γρόσια! Και μάλιστα δεν εξαγοράστηκαν όλα, αφού πολλά πουλήθηκαν σε ξένους «ευγενείς» για να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Ευρώπη, σε μουσεία ή ιδιωτικές συλλογές…

Αντίστοιχες περιπέτειες έζησαν οι αρχαιολόγοι στη Γόρτυνα. Ο Φεντερίκο Άλμπερ, ο ανασκαφέας της περιοχής, αλλά και ο Ιωσήφ Χατζιδάκης χρειάστηκε να προσπαθήσουν πολύ. Ο Άλμπερ μάλιστα πρόλαβε την τελευταία στιγμή κι έσωσε τη Μεγάλη Επιγραφή, πριν γίνει υλικό για ελαιουργείο! Ήδη όμως κάποια πρώτα τμήματά της είχαν εντοπιστεί να αποτελούν την τοιχοποιία σε σπίτια της περιοχής…

Οι περιγραφές του Χατζιδάκη και τα σχέδια του Άλμπερ

Ο γιατρός, αρχαιολόγος και πρώτος διευθυντής του αρχαιολογικού μουσείου Ηρακλείου, Ιωσήφ Χατζιδάκης

Ακριβείς περιγραφές των πρώτων ανασκαφών στην Κρήτη, αλλά και των προσπαθειών απ’ τη μια να πειστούν οι χωρικοί που κατείχαν τη γη να επιτρέψουν τις εργασίες κι απ’ την άλλη να μείνουν μακριά οι διεθνείς αρχαιοκάπηλοι, μας δίνει ο πρόεδρος του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου, που είχε ιδρυθεί την ίδια εποχή, ο γιατρός και αρχαιολόγος Ιωσήφ Χατζηδάκης. Είναι ο παράγοντας εκείνος που μάλλον είχε τον πρώτο λόγο, ειδικά στην περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, όχι μόνο στο προσκήνιο, ως έφορος αρχαιοτήτων, αλλά και στο παρασκήνιο, για την ανάθεση των εργασιών των ανασκαφών.

Από τη λογοδοσία του ως προέδρου του Φιλεκπαιδευτικού, τον Μάιο του 1886, όσο και από τις αναφορές του στο έργο του «Ιστορία του Κρητικού Μουσείου και των αρχαιολογικών ερευνών εν Κρήτη», που κυκλοφόρησε το 1931, αντλούμε πολύτιμα στοιχεία για την αγωνία των αρχαιολόγων να σωθούν από τις λεηλασίες τα στοιχεία του πολιτισμού της Κρήτης. Γιατί, μπορεί να μην είχε πατήσει στην Κρήτη πόδι αρχαιολόγου για 2 δύο αιώνες, όπως γράφει ο Χατζιδάκης, αλλά η δράση των διεθνών, κυρίως, αρχαιοκαπήλων ήταν εντατική με τεράστιες απώλειες για τον αρχαιολογικό πλούτο του νησιού.

Ο Χατζιδάκης στη λογοδοσία του Μαΐου του 1886 στον Φιλεκπαιδευτικό, που δημοσιεύτηκε στην ηρακλειώτικη εφημερίδα «Μίνως» στις 31 Μαΐου εκείνης της χρονιάς, καταγράφει και τις συγκυρίες που βοήθησαν να ξεκινήσουν οι οργανωμένες ανασκαφές. Πρώτα στο Ιδαίο Άντρο, στον Ψηλορείτη, και στη συνέχεια στη Γόρτυνα. Και στις δύο περιπτώσεις ο αρχαιολόγος που παρενέβη ήταν ο Ιταλός επιγραφολόγος Φεντερίκο Άλμπερ, ο άνθρωπος που έφερε εκείνη την εποχή στο φως τη μεγάλη επιγραφή της Γόρτυνας. Στην πρώτη μαζί με τον Γερμανό Ερνέστο Φαβρίκιο, που βρισκόταν στην Κρήτη από το 1883.

Στη συνέχεια παρουσιάζουμε τις περιγραφές του Χατζιδάκη και την πρώτη φωτογραφία από την επιγραφή της Γόρτυνας, που δημοσίευσε σε ιταλική αρχαιολογικό περιοδικό ο Άλμπερ και μάλλον τράβηξε ο ίδιος.

Την ιστορία στο Ιδαίο Άντρο θα την παρουσιάσουμε σε άλλη ανάρτηση.

Η μεγάλη επιγραφή της Γόρτυνας

Μεγάλη«μάχη» έδωσαν οι αρχαιολόγοι και για τη διάσωση της μεγάλης επιγραφής της Γόρτυνας. Ο Χατζιδάκης, στηριζόμενος στις αφηγήσεις του φίλου του Φεντερίκο Άλμπερ (Χάλμπερ όπως τον έγραφε στη λογοδοσία) παρουσιάζει τις λεπτομέρειες της διάσωσης της πιο σπουδαίας αρχαιολογικής ανακάλυψης στην Κρήτη κατά τον 19ο αιώνα. Η επιγραφή λίγο έλειψε να καταντήσει υλικά ελαιοτριβείου! Ο Άλμπερ, μάλιστα, είχε ήδη εντοπίσει τμήματα της επιγραφής σε τοίχο σπιτιού στην περιοχή!

Αυτή είναι η πρώτη φωτογραφία της Γόρτυνας, πιθανώς τραβηγμένη από τον ίδιο τον Άλμπερ, που φωτογράφιζε τα έργα του Museo italiano di antichità classica (1884/85) (Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη Χαϊδελβέργης)

Γράφει, μεταξύ άλλων στο έργο του «Ιστορία του Κρητικού Μουσείου και των αρχαιολογικών ερευνών εν Κρήτη»:

«Εις την Μεσαράν μεταξύ των χωρίων Άγιοι Δέκα και Μητρόπολις, και πολύ πλησίον των ερειπίων του Βυζαντινού ναού του Αποστόλου Τίτου, κατά το Φθινόπωρον του έτους 1884, κάτοικοι των Αγίων Δέκα ανέσκαψαν εις τον αγρόν των προς εξαγωγήν ξεστών πώρων λίθων, ίνα οικοδομήσωσι ελαιοτριβείον. Οι παρουσιασθέντες λίθοι απετέλουν συνεχή τοίχον σκεπασμένον όλον με γράμματα. Ο καθηγητής Άλμπερ ευρισκόμενος εις Αγ. Δέκα έσπευσεν επί τόπου και είδε την επιγραφήν έμεινε δε έκπληκτος προ του μεγέθους και της σπουδαιότητος της ανακαλύψεως, ήτις ήτο ακριβώς εις τον κύκλον των επιστημονικών του ερευνών. Αμέσως ήρχισε την αντιγραφήν. Οι ιδιοκτήται σπεύσαντες απειλητικοί απήτησαν να απομακρυνθή ο κ. Άλμπερ της επιγραφής. Μετά δυσκολίας δε κατώρθωσεν ούτος δι ολίγων χρημάτων να του επιτραπή να αντιγράψη μόνον ολίγας γραμμάς. Έσπευσε δε να ειδοποιήση τον Πρόεδρον του Συλλόγου. Ήλθε δε και ο ίδιος εις Ηράκλειον απελπισθείς να κατορθώση την αντιγραφήν διότι οι απαιτήσεις των ιδιοκτητών ηύξανον συνεχώς και υπερβολικά.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου, αφού ήκουσε τον καθηγητήν Άλμπερ εσκέφθη ότι το πρώτον που επεβάλλετο ήτο η διάσωσις της επιγραφής. Προς τούτο έσπευσεν εις τον διοικητήν και τον έπεισε να καλέση τους ιδιοκτήτας και τους είπη ότι κατά τον αρχαιολογικόν νόμον του κράτους τα ευρισκόμενα αρχαία ανήκουσιν εις το κράτος δικαιουμένων του ιδιοκτήτου και του ευρέτου εις αποζημίωσιν. Κατέστησε δε αυτούς υπευθύνους δια την φύλαξιν της επιγραφής έως ότου η Κυβέρνησις και ο Σύλλογος αποφασίσωσι τι πρέπει να γίνη. Ώρισε δε και την χρηματικήν αξίαν της επιγραφής εις δυο χιλιάδες μετζήτια (=8.000 χρυσά φράγκα). Εννοείται ότι ο διοικητής, Κούρδος αγράμματος, δεν κατελάμβανε τίποτε από αυτά, αλλ’ ενήργει τυφλώς καθ’ υπαγόρευσιν του προέδρου.

Ούτως εξασφαλίσθη η επιγραφή προσωρινώς. Από τότε δε ο πρόεδρος συνέλαβε το σχέδιον να αγοράση ο Σύλλογος το χωράφι εν ω ευρίσκετο η επιγραφή.

Εις το Ηράκλειον συνηντήθη ο κ. Άλμπερ με τον Γερμανόν Φαβρίκιον, νέον και τούτον και σφριγώντα από επιστημονικόν ενθουσιασμόν. Συνεφώνησαν να μεταβή αμέσως εις Αγ. Δέκα ο Φαβρίκιος ίνα κατορθώση να αντιγράψη το υπόλοιπον της επιγραφής, να την δημοσιεύσωσι δε συγχρόνως και οι δυο. Ο Φαβρίκιος (ως γράφει ο ίδιος εις Ath. Mitteilungen 1884 σελ. 365) κατώρθωσε μετά μακράς διαπραγματεύσεις με τους ιδιοκτήτας να μετριάση τας υπερβολικάς αυτών αξιώσεις και λάβη παρ’ αυτών την άδειαν να αποκαλύψη τελείως την επιγραφήν και αντιγράφη αυτήν.

Ούτως η έκτοτε ονομασθείσα Μεγάλη Επιγραφή αντεγράφη και εδημοσιεύθη από τον Φαβρίκιον εις το Athenische Mitteilungen 1884 και υπό του Comparetti κατά το αντίγραφον του Άλμπερ εις το Monumenti Antichi 1893 (σ. σ.: πάντως εντοπίζουμε ότι ο Άλμπερ έκανε όντως το 1884 ταυτόχρονη δημοσίευση της επιγραφής, με φωτογραφία και σχέδιο, μάλιστα, στο ιταλικό αρχαιολογικό περιοδικό Museo Italiano di antichita classica).

Τον πρόεδρον όμως του Συλλόγου απησχόλει σοβαρώς η διαρκής εξασφάλισις και απόκτησις του ανεκτιμήτου αξίας μνημείου. Ζητήσας και λαβών από την Αρχαιολογικήν εταιρείαν χρηματικήν βοήθειαν κατώρθωσε μετά μακράς διαπραγματεύσεις να αγορασθή ο αγρός της Μεγάλης Επιγραφής υπό του Συλλόγου (Συμβολαιογραφείον εν Ηρακλείω Εμ. Μηλιαρά).

Και ήτο τούτο αναγκαίον γίνη, άλλως η Μεγάλη Επιγραφή θα ήτο κατεστραμμένη ή θα μετεφέρετο ηκρωτηριασμένη εις Κωνσταντινούπολιν. Διότι η μεταφορά ολοκλήρου οικοδομήματος εκ μεγάλων λίθων βέβαια δεν ήτο δυνατή».

Φυσικά οι ταλαιπωρίες των αρχαιολόγων που ερευνούσαν στη Γόρτυνα δεν σταμάτησαν εκεί, αλλά συνεχίστηκαν και λόγω της αμάθειας ενός γενικού διοικητή του νησιού, του Μαχμούτ Τζελάλ Εντίν, ο οποίος το 1889 προσπάθησε να κατασκευάσει ένα οίκημα στην περιοχή που βρέθηκε η επιγραφή, ώστε να την προστατεύσει! Φυσικά παράλληλα θα εμπόδιζε τις ανασκαφές. Χρειάστηκε η παρέμβαση της γενικής συνέλευσης των Κρητών και του αντιπροέδρου της Ι.Κ. Σφακιανάκη για να πειστεί ο πασάς να σταματήσει την κατασκευή και, αντιθέτως, να βοηθήσει τις εργασίες.

candiadoc.gr

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη