Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ιστορίες παλιές του λαουτιέρη, Αλέκου Φανουράκη

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Μαραγκοκωνσταντής κι ο Κανόνης!

Ο Μαραγκοκωσταντής από τη Γαλιά, ήταν γνωστός στσι παλιούς χωριανούς μας, άγνωστος σε μας τσοι… «νέους»!

Αν και καλό ανθρωπάκι, ήτανε όμως ένας δυστυχής ο καψερός, με χίλια δυο προβλήματα, και ζούσε με τη γυναίκα του ακριβώς από κάτω από την εκκλησία του χωριού μας το Άγιο Γεώργιο, βοήθειά μας! Έμπαινες στο σπίτι του από μια μπόρτα με πέτρινη καμάρα από πάνω, τοξωτή δηλαδή, που υπάρχει όπως ήτανε τότες, ακόμα και σήμερο!

Γείτονα ο Μαραγκοκωσταντής είχε το γνωστό σε όλους εμάς τσοι πχιά παλιούς, το Δημήτρη το Φανουράκη η «Κανόνη» όπως τον κατέχουν όλοι!

Η γυναίκα του ήτανε γνωστή για τσι ιστορίες τση, η Μαραγκοκωνσταντίνα, που τηνε παντρεύτηκε, αλλά δεν ευτυχήσανε να κάμουνε οι δύο ντως παιδιά.

Εκείνη βέβαια είχε ένα κοπέλι από το προηγούμενο τση άντρα.

Το σπίτι του Μαραγκοκωσταντή, είχε από πάνω και ένα ονταδαάκι, που εκειά επήγαινε και έθεκε κάθε αργά (κοιμώταν).

Ο Μαραγκοκωσταντής όμως, από παλιά είχε ένα πρόβλημα στα χέργια, αλλά και στα πόδια.

Ήτανε γαβρωμένα, και δύσκολα μπορούσε να τρέξει γη να πχιάσει πράμα.

Αυτός βέβαια όντε νε μπορούσε, απασχολιούντανε με το ξύλο, και σκάλιζε διάφορα μπιχλιμπίδια, τίποτα μικροκατασκευές, όπως αδράχτια, ασκομαντούρες, τζένια, τέθεια, όπως ήκανε κι ο Πάσπαρος, και τα πούλαγε για χαρτζιλίκι!

Κάπχοιες κακές γλώσσες του χωργιού ελέγανε, οτι έπαιρνε εικόνες από την εκκλησία κρυφά, και έφτιαχνε τα αδράχτια του, και ο Θεός τον τιμώρησε, και του γαβρώσανε και τα χέργια και πόδια!

Γέρασε όμως κάποτες κι ο Κωνσταντής, και εγίνηκε ένα χούφταλο, και δε ντου ήτανε μπλιό εύκολο να ανεβοκατεβαίβει τα σκαλούνια για το ονταδακι, και να πάει να θέσει απάνω στο καδελέτο με τσι τάβλες, που είχε για κρεβάτι!

Την ημέρα καλά καθούντανε πότες στο πεζούλι τση πόρτας και χάζευε τσοι περαστικούς γη ότι άλλο κινείται, και πότες καθούντανε σε μια ξύλινη καθέκλα, γη στο σκαμνάκι, που τα είχε σάξει ο ίδιος με ταβλιά!

Αργά αργά όμως που νύχτωνε είχε πρόβλημα να ανέβει απάνω, για δε μπορούσε να περπατήσει αμοναχός του μπλιό, χωρίς μια βοήθεια.

Τη δουλειά όμως αυτηνά, την είχενε αναλάβει σε καθημερινή βάση ο Κανόνης!

Ο Κωνσταντής εφώνιαζε κάθ’ αργά από απέναντι, τον άκουγε ο Κανόνης , και πήγαινε και τον βοηθούσε!

Αν ήτανε πρωί τον έπαιρνε αγκαλιά και τον κατέβαζε κάτω, και όταν βράδιαζε τον έπαιρνε πάλι αγκαλιά και τον ανέβαζε! Ήτανε βέβαια ο Κωνσταντής κοντός αδύνατος και ελαφρύς, και σαν πούπουλο τον σήκωνε!

Μια χειμωνιάτικη όμως ταχινή, ο Κανόνης σηκώθηκε αξημέρωτα, έστρωσε τα χτήματα, φόρτωσε τα ζυγάλετρα του, γιατί θα πήγαινε πάλι στο χωράφι.

Ήταν ο καλύτερος ζευγάς του χωριού μας, και όλη τη δουλειά του αγρότη και του βοσκού, τα έκάνε στην εντέλεια!
Είχε και ένα πολύ δυνατό και μεγαλόσωμα τράγο, γνωστός σαν «ο τράγος του Κανόνη», ένα βαρβάτο που δεν τον κάνανε καλά, ούλες οι αίγες του χωριού!

Ακόμη θυμούμαι σαν κοπέλια που λέγαμε: «Πές λεμόνι»! «Έ να σε βρεί ο τράγος του Κανόνη»!

Όμως ένα το πρωί, δεν του ντρέτωνε η δουλειά του Κανόνη, είχε καθυστερήσει κιόλας, και ήτανε διαολισμένος!

Μέσα στα νευράκια του λοιπόν ήτονε ο Κανόνης εκείνηνα την ημέρα, και φώνιαζε απο παέ στα χτήματα του που δεν του πηγαίνανε ντρέτα , φώνιαζε από κειέ και στα υπόλοιπα μέλη τση οικογένειας του, για να τσοι ξεσουβγιάσει!

Ε πολύ θέλει για να ‘ναι μαθώς τσιτωμένος ο άθρωπος;

Δεν φτάνανε ούλα τανά, είχε και τον άλλο τον Μαραγκοκωνσταντή, να του φώνιαζει από κάτω!

-Ε Δημήτρη! έλα να με κατεβάσεις κάτω!

Το κορόϊδο ο Δημήτρης!

-Ε Δημήτρη! Μα δεν γρηκάς που σου μιλώ;

Τι να κάνει κι ο Κανόνης, πάει άρον άρον από κάτω προτού φύγει για το χωράφι, και βγιάση βγιάση ανεβαίνει απάνω, τον αρπάζει με μιας στα χέρια ντου, και τον κατεβάζει κάτω!

Όντο ν’ εκατεβήκανε και το τελευταίο σκαλούνι, του λέει ο Κωνσταντής:

-Ε καλά μαι επαέ, μόνο μόλαρε με εδα χάμαι!

Πιάνει και ο Κανόνης και τον μολαιρνει στ’ αλήθεια κάτω όπως του πε, και σκάει κάτω σαν καρπούζι!

Άρχισε τότεσας να τόνε βλαστημά ο Κωσταντής τον Κανόνη!

-Διάλε τσ’ αποθαμένους σου αμπατάριστε και εσβόλωσές με!

Άμέ στσοι χίλιους διάολους και εσκότωσες με!

Τέθεια στολίδια του ήσερνε του Δημήτρη, αλλά εκείνος για να μην τόνε γρηκά εξαφανίστηκε για τη δουλειά!

Γύρισε αργά από το χωράφι ο Κανόνης, που σημασία δεν ήδωκε στσι

φωνές του Κωσταντή!

Πάλι στην αργαντινή ξαναφώνιαζε ο έρμος ο Κωσταντής:

-Μρε Δημήτρη! Έλα μρε να με ανεβάσεις!

Γρηκά ο Κανόνης, μα ήκανε πως δεν ήκουγε!

Ξανά ο άλλος:

-Μπρε συ Δημητρη! Δε γρηκάς μαθώς που σου φωνιάζω; Ελα λέω να με ανεβάσεις!

Σε κάποια φάση, αφού είδε κι απόειδε ο άνθρωπος πως δεν έρχεται να τον ανεβάσει, αρχίνηξε να του μιλεί με πχιά ήρεμο και γλυκό τόνο:

-Μπρε Δημήτρη! Έλα μρε να με κατεβάσεις… Έλα μπρε μα ετσά στο ‘λεγα! Στα ψώματα λέω στο ‘λεγα!

Ωστόσο του πέρασε και του Δημήτρη του Κανόνη, και ξαναπήγε και τονε σήκωσε, και τον ανέβασε πάλι απάνω να κοιμηθεί ο καημένος ο γέρος!

Γιατί όπως και να το κάνουμε, κατά βάθος ο Κανόνης ήταν πολύ πονετικός άνθρωπος, και όπου μπορούσε να κάμει ένα καλό, το έκανε με τη καρδιά του! !

Μαρτυρία: Αλέκο Φανουράκη

Κείμενο – επεξεργασία κειμένου – φωτογραφία με τον Κανόνη με την ποδιά και τα στιβάνια: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *