Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Μίνως, στου Ντούιντο το Μετόχι!!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Μίνως πήρε οριστική μεταγραφή για το Μετόχι του Ντούϊντο


Ενώ ο Ντούιντος, πέρα πού φιλοδοξεί πως θα γίνουνε καλοί φίλοι με τον καινούριο του μουσαφίρη, του έβγαλε και ένα μικρό ποιητικό, έτσι, λίγο στα πρόχειρα, αφού δεν είναι ούτε τραγουδιστής, μα ούτε και στιχογράφος και ως εκ τούτου δεν ντρέπεται να το παρουσιάσει!! Εξ άλλου ούτε κάποιο ποιητικό βραβείο περιμένει, ενώ τον φτάνει η χαρά ντου, που ο ίδιος ο γάιδαρος είναι το βραβείο!!

”Με λένε Μίνως κι’ αυτό είναι τ’ όνομα μου,
έχω ΄να όνομα, ατόφιο Κρητικό,
στη Μεσαρά με εγέννησε η μαμά μου
και κατοικώ στου Ντούιντο το εξοχικό.

Αφεντικό μού διαλέξανε για να έχω,
το Ντουϊντοφανούριο, από το χωριό Γαλιά,
και ανέ περνώ καλά όμως, δε κατέχω,
εδώ ολομόναχο, στη ξενοχωριά.

Είμαι ‘να όμορφο και πράο γαϊδουράκι,
θα γίνω και πολύ καλός τραγουδιστής,
πιστεύω, να μ’ αγαπήσει το Φανουράκι,
αφού είναι φιλότιμος και μερακλής.

Κι’ άμα περνώ καλά, εδώ στο ξενοχώρι
κι όλα πηγαίνουνε, ας πούμε σ’ ορδινιά,
ας κάμ’ η μαμά μου, ακόμα μία κόρη
και ας τη πέψουνε και κείνη, στη Γαλιά.

Ετσά να έχω και εγώ λίγο παρέα,
ποτέ να μη νοιώθω, έρμο κι’ αμοναχό
μα και να μεγαλώσουμε λίγο το σόι,
για νά ‘ναι το σόι, λιγότερο φτωχό”!!

Μίνως-κείμενο-τραγούδι-φώτο: Φανουρίου Ζαχαριουδάκη

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι μάγειροι στα χωριά της Μεσαράς τα ελιά χρόνια

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι παραδοσιακοί μάγειροι της Κρήτης, ήταν άνθρωποι με φυσικό ταλέντο, με αυξημένη αντίληψη, και με γνώσεις που είχαν μεταδοθεί σε αυτούς από περασμένες γενιές


Οι μάγειροι βοηθούσαν σε γάμους, αρραβώνες βαφτίσεις, εκκλησιαστικές γιορτές σε πανηγύρια, σε ζεύκι, και γενικά σε μεγάλα γλέντια, που οι δουλειά τους ήταν οι ετοιμασίες που σχετίζονται με το μαγείρεμα. Πολλοί στην Κρήτη πίστευαν ότι το μαγείρεμα κανονικά είναι «αντρική υπόθεση», και αυτό το στήριζαν στην αυξημένη αντίληψη, αλλά και αγάπη που είχαν οι άνδρες κάποιο στον τομέα αυτόν. Βέβαια στη μαγειρική στους γάμους πολλές φορές υπήρχαν και γυναίκες, εξ ίσου άξιες και ικανές, που η φήμη τους φτάνει και μέχρι των ημερών μας. Όλοι οι μάγειροι χωρίζονταν σε δύο βασικές κατηγορίες, οι μάγειροι «στο κελαρικό», και οι μάγειροι «στον ξυλοφουρνο». Κοντά στους μάγειρες στα γλέντια είχαμε και τους παραδοσιακούς σερβιτόρους που βοήθαγαν και εκείνοι γενικά στις δουλειές όπως και οι γυναίκες, αλλά κύρια δουλειά τους ήταν το σερβίρισμα.

Στο κελαρικο

Ο άνθρωπος που είχε ειδικά καθήκοντα αλλά και τις γνώσεις να ξεχωρίζει τα κρέατα ανά κατηγορία, λεγόταν «Κελάρης» και η δουλειά του να αναλαμβάνει το λεγόμενο «κελαρικο». Ο Κελάρης ήταν απαραίτητος, και κυρίως στους γάμους, αλλά και σε κάθε εκδήλωση που περιελάμβανε συνεστίαση, γιατί ήταν εκείνος που παρελάμβανε όλα τα κρεατικά από τα κανίσκια, και ξεχώριζε ποια είναι κατάλληλα για την περίσταση. Ξεχώριζε δηλαδή Ο Κελάρης, ποια προορίζονται για ψητά, ποια κάνουν για βραστά και ποια για οφτά ή ψητά.
Τα βραστά θα μπουν σε καζάνια στη παρασθιά, τα ψητά θα μπουν στα ταψιά με πατάτες και στο φούρνο, ενώ τα οφτά σε ταψιά με κλιματόβεργες. Κάθε καλεσμένος στο γάμο, στο κανίκι του μπορεί να είχε εκτός των άλλων και κρέας, συνήθως ένα γουλίδι, μισό αρνί ή ολόκληρο, ανάλογα την συγγένεια, και αμέσως το παρελάμβανε ο Κελάρης. Αρχικά τα κρέατα της ημέρας τα κρεμούσε προσωρινά στα τσιγκέλια, τα οποία βρισκόταν είτε σε κάποιο δένδρο με δροσερό ίσκιο, είτε σε κάποιο ελεύθερο δροσερό δωμάτιο, αποθήκη κλπ. Εκεί ο κελάρης τα ξεχώριζε σε κατηγορίες, όπως αναφέραμε παραπάνω. Επειδή ακριβώς ήθελε η δουλειά αυτή άνθρωπο με μεγάλη εμπειρία να τα κάνει όλα αυτά, για αυτό δεν αναλάμβανε κανείς άλλος, πέραν του κελάρη.
Στο χωριό μας τη Γαλιά είχαμε την τύχη να έχουμε ικανούς κελάρηδες , και ο καλύτερος στο είδος του ήταν σίγουρα ο γνωστός σε όλους Μανώλης Ζαχαριουδάκης η «Κελάρης» όπως τον αποκαλούσαν, επίσης και ο Μανώλης Μαραγκάκης ή « Μαραγκομανωλης».
Ο Μανώλης ο Κελάρης της Γαλιάς που απεβίωσε μάλιστα πρόσφατα, είχε βοηθήσει με τις υπηρεσίες του σε πολλούς γάμους στο χωριό μας. Οι βοήθεια των μαγείρων, και των κελάρηδων γινόταν εθελοντικά και χωρίς πληρωμή. Ο Κελάρης της Γαλιάς ο Μανώλης, είχε βοηθήσει σε πολλά οικογενειακά τραπέζια γάμων και βαφτίσεων, που είναι βέβαιο ότι σε όλους εμάς θα μείνουν αξέχαστα!
Υπάρχει και μια παροιμία του λαού της Κρήτης, και μάλιστα πολύ γνωστή, που λέει:
«Α που ‘καμε ηγούμενος, ήκαμε και κελάρης»!
Η παροιμία ασφαλώς θέλει να πει, πως για να φθάσει κάποιος ψηλά, όπως ένας Ηγούμενος, πέρασε πρώτα και από τα χαμηλά στάδια, όπως το να βοηθάει στο μαγείρεμα, να σερβίρει κλπ. Από χαμηλά ξεκινά συνήθως κάποιος για να μπορέσει να φθάσει ψηλά, εννοεί ο λαός μας.

Στο ξυλοφουρνο

Ο μάγειρας που θα ανελάμβανε τις δουλειές του ξυλόφουρνου, ήθελε και αυτός να έχει αρκετή πείρα! Έπρεπε ανάλογα τα φαγητά στα ταψιά, ανάλογα τα κρέατα, να είναι σε θέση να γνωρίζει το πόσο δυνατό θα κάνει το φούρνο, βάζοντας τα κατάλληλα ξύλα, αλλά και πόση ώρα θα έχει μέσα τα ταψιά, και κάθε πόση ώρα θα τα γυρίζει να ψηθούν και από κάτω. Ένας έμπειρος στο είδος του στη Γαλιά ψήστης δηλαδή, ήταν ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης, η «Ντουιντομανώλης».
Σπουδαίος μάγειρας ήταν και ο Καργάκης Ζαχαρίας από το Μονόχωρο ή Καργοζαχάρης . Δεν είναι εύκολο να μπορεί κάποιος να γνωρίζει τι κρέας ακριβώς είναι στο κανίσκι, αν προέρχεται από γέρικο ζώο και το κρέας του είναι σκληρό, ή από νεαρό χρονιάρικο ή βυζαστάρι , οπότε εξαρτάται και τι χρόνο χρειάζονται κάθε ένα από αυτά στο ψήσιμο.
Ακόμα δύσκολο είναι να είναι σε θέση να μπορεί ένας μάγειρας να βγάλει τις σωστές μερίδες, ανάλογα τους καλεσμένους να ξέρει τι ποσότητα φαγητού να ετοιμάσει.
Οι μάγειροι που ειδικεύονται στον ξυλόφουρνο, είχαν την ικανότητα να φτιάχνουν κρεατικά με πατάτες, αλλά και ψητά σωστά αλατοπιπερωμένα πάλι σε ταψιά, αλλά στον πάτο του ταψιού είχαν τοποθετήσει κλιματόβεργες. Πάνω εκεί ακουμπούσαν τα γουλίδια, και αφότου ψηνόταν, είχαν το χαρακτηριστικό άρωμα του ψητού κρέατος, που στη Κρήτη πάντα είχε την τιμητική του.

 

Από την άλλη, οι μάγειροι στα χωριά, αναλάμβαναν και τα καζάνια για τα βραστά, τα γαμοπίλαφα, και πιο παλιά «τα ροβίθια με τη κοιλιά γιαχνί», που χρόνια τώρα έχει εγκαταλειφθεί. Υπήρχαν και γυναίκες μαγείρισσες για τα βραστά, που έκαναν απίστευτες νοστιμιές, ακόμα και πατάτες που τις τηγάνιζαν σε μπόλικο λάδι αλλά στο καζάνι που τοποθετούσαν στην παρασθιά. Οι πατάτες ψηνόταν στο καυτό λάδι, φούσκωναν, έκαναν δέρμα απ ‘έξω, και είχαν φανταστική γεύση!
Οι μάγειροι στα χωριά ακριβώς λόγω πείρας, πάντα κατάφερναν και έβγαζαν ασπροπρόσωπους τους ανθρώπους που έκαναν το γλέντι, ποτέ δεν συνέβη η παραμικρή στραβή σε κανένα φαγοπότι.
Οι άνθρωποι αυτοί που βοηθούσαν στο κελαρικό, στο ψήσιμο και γενικά στα μαγειρέματα και σερβιρίσματα, είναι ευλογημένοι από το Θεό, ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους συνανθρώπους τους, και για αυτό και πάντα ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς από όλους, διότι τους είχαν συνηθίσει σε ευχάριστα γεγονότα.
Σερβιτόροι στα χωριά υπήρχαν περισσότεροι από τους μάγειρες, καθ ότι δεν απαιτούσε η δουλειά αυτή ιδιαίτερες γνώσεις. Πολλοί ήταν εκείνοι που ήταν ταχτικοί στα σερβιρίσματα, και πήγαιναν σε όλους σχεδόν τους γάμους, πέραν εκείνων που βοηθούσαν έκτακτα.
Οι άνθρωποι βέβαια που καλούσαν μάγειρες κελάρηδες και σερβιτόρους, ποτέ δεν τους άφηναν έτσι χωρίς κάποια δώρα στο τέλος. Φεύγοντας τους έδιναν ότι είχαν, συνήθως περισσεύματα από το γάμο, μια μπουκάλα κρασί, κρέας, γαμοκούλουρα κλπ.
Όλα αυτά βέβαια σιγά – σιγά τείνουν να χαθούν, όπως και τα παραδοσιακά γλέντια, και όλα πλέον τα αναλαμβάνει το κέντρο ή η ταβέρνα.
Όμως για εκατοντάδες χρόνια στα χωριά υπήρχε αυτή η ομαδικότητα, και άνθρωποι βοηθούσαν αφιλοκερδώς, που με λίγα λόγια υπήρχε σωστή αλληλεξάρτηση, φιλαλληλία αλλά και αγάπη μεταξύ των συγχωριανών. Ο κόσμος από την καλή σχέση μεταξύ τους, είχε μονάχα να κερδίζει, γιατί πιο πολύ λειτουργούσε η αλληλοβοήθεια παρά η πληρωμή σε χρήμα.
Όσοι πάντως έτυχε να παρευρεθούν καλεσμένοι σε γάμους στα χωριά της Κρήτης, έχουν να το λένε για τις νοστιμιές, αλλά και τη ποικιλία των φαγητών, που μπροστά στη τεχνική των παλιών αυτών μαγείρων, δεν πιάνουν μια οι σημερινοί σεφ της εποχή μας!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η ζωή στο χωριό – Η κλώσσα με τα κλωσσόπουλα

Δημοσιεύτηκε

στις

Όσοι μεγαλώσατε σε χωριό, σίγουρα θα θυμάστε την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα


Όταν μια κότα κάνει το χαρακτηριστικό ήχο κλου- κλου φουντώνοντας τα φτερά της, κάθεται  όλη μέρα στη φωλιά όπου γεννάει τ’ αυγά, σημαίνει οτι θέλει να κλώσσει.

Μάζεψα φρέσκα γονιμοποιημένα αυγά (δηλ.το κοτέτσι πρέπει να έχει κόκκορα) από τις υπόλοιπες κότες.

Σε μια κότα βάζουμε 12 το πολύ 14 αυγά για να μπορεί να τα σκεπάζει, εγώ της έβαλα 10 αυγά γιατί είναι νάνα.

Έβαλα ένα πλαστικό καφάσι με άχυρα μέσα στο κλουβί και της έβαλα μέσα τα αυγά.

Την πρώτη μέρα δεν τα ήθελε γιατί δεν της άρεσε το κλουβί και την έβγαλα έξω μαζί με το καφάσι και αμέσως έκατσε μέσα.

Το βράδυ την έπιασα στον ύπνο κα8 την έβαλα ξανά μέσα στο κλουβί. (Η απομόνωση είναι απαραίτητη για να μπορέσει η κλωσσού να επιβιώσει κα8 στην συναίνεσα και τα μικρά)

Λένε πως οι παλιές νοικοκυρές καθώς πήγαιναν να βάλουν τ’ αυγά στην κλώσσα, φορούσαν μαντήλι για να κάνουν τα μικρά λοφίο (σαν τσαλαπετεινός).

Αν πριν βάλουν τ’αυγά  φορούσαν κάλτσες  τα πουλάκια γινόταν «τσουραπάτα» δηλ. στα πόδια ήταν ντυμένα με  φτερά ως τα δάχτυλα.

Σημείωσα την ημερομηνία και λογικά μετά από 21 μέρες, τ’ αυγά σπάνε με τη βοήθεια της κλώσσας και τα μικρά ξεπροβάλλουν.

Για το λόγο ότι είναι Χειμώνας και κάνει κρύο είχαμε καθυστέρηση και το πρώτο πουλάκι το είδα σε 23 μέρες και σήμερα 24η μερά είχαν ξεπουλιάσει σύνολο πέντε.

Μέσα στο κλουβί τους έχει βάλει ειδικό φύραμα για πουλάκια και αμέσως πηγαίνουν και τρώνε.

Πείτε μου υπάρχει ομορφότερο θέαμα από αυτό;

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Φτιάχνοντας αναψυκτικά στα Ανώγεια το 1962

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι του 1962 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου, στην επιχείριση παραγωγής αναψυκτικών του Γρηγόρη Σαλούστρου


Τα πάντα γίνονταν χειροκίνητα και η κόρη του Παρή ήταν εξπέρ στο κλείσιμο των μπουκαλιών. Οι νεαροί τότε βοηθούσαμε περιστρέφοντας κυρίως την χειροκίνητη αντλία νερού, και πίναμε τα αναψυκτικά που αποτύγχαναν στο κλείσιμο τους. Την διανομή στα καφενεία την έκανε με το γάιδαρο ο Γιώργης Ανδριαδάκης ή Σαουνάτσος.

Στη φωτογραφία από αριστερά είναι η Ανδρονίκη Νικηφόρου Σαλούστρου, ο γράφων μαθητής Γυμνασίου με το πηλήκιο, η Παρή Σαλούστρου στην εμφιάλωση και η Όλγα Κοντόκαλου στα κιβώτια με τα αναψυκτικά.

Μανώλης Δακανάλης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη