Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όλα για τις παλιές παρασύρες

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Κάποτε οι σκούπες λεγόταν «παρασύρες» στην Κρήτη και τις έφτιαχναν συνήθως οι ίδιες οι γυναίκες μόνες τους


Οι σκούπες του σπιτιού

Κάποτε οι σκούπες λεγόταν «παρασύρες» στην Κρήτη, και τις έφτιαχναν συνήθως οι ίδιες οι γυναίκες μόνες τους. Σαν λέξη το ρήμα «παρασέρνω»,προέρχεται από το παρά +σαρώνω, και η ένια της είναι πιο ορθή από εκείνης του «σκουπίζω», που έχει γενική ένια, όπως σκουπίζω τη μύτη μου, σκουπίζω τα δάκρυά μου, και λοιπά. Η παρασύρα όμως κάνει και εκείνη πραγματική «σάρωση» του χώρου, ανάλογη με εκείνη μιας σαρώτριας λυχνίας παλιάς τηλεοράσεως, ή όπως ο λίβας που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του!
Ανάλογα την εργασία και τον χώρο που προβλέπεται το παράσερμα (σάρωμα- σκούπισμα), ήταν ανάλογη και η σκούπα. Μια μεγάλη σκούπα με κοντάρι , ήταν γνωστή και σαν «ο ο παράσυρος», όπως υπήρχε και το μικρό «παρασυράκι» που έπαιζε ρόλο ανάλογο με το σημερινό σκουπάκι, το οποίο βέβαια το είχαν και τα παιδιά για να μαθαίνουν από μικρά, κυρίως τα κορίτσια, να γίνονται σωστά νοικοκυραδάκια!.
Εν ολίγοις είχαμε πάρα πολλά είδη από διαφορετικές σκούπες. Σούπες για το σπίτι, για το αλώνι, σκούπες για τον οψιγιά, σκούπες με κοντάρι ή χωρίς κοντάρι, σκούπες μαλακές ή σκληρές. Επίσης σκούπες επίπεδες και σκούπες ίσιες σε σχήμα μάτσο αναδιπλούμενο.
Είχαμε σκούπες αγοραστές και σκούπες αυτοσχέδιες! Είχαμε τη «σκούπα την καλή» και τη «σκούπα τη κακή τη φαωμένη ή παλιά σκούπα», (μισοκατεστραμμένη δηλαδή από την πολλή χρήση)!
Έτσι είχαμε σκούπες κατά καιρούς, που ανάλογα την αντοχή του φυτό προέλευσης, ήταν και πιο γνωστές και σε ιδιαίτερη προτίμηση από τον κόσμο. Οι πιο συνήθης λοιπόν σκούπες που προτιμούσε ο κόσμος ήταν οι νταρένιες. Ακολουθούσαν οι μουντένιες ή φιλοκαλένιες, μετά οι βρουλένιες, οι σκούπες σπάρτου, οι αθινοκαλένιες . Είχαμε επίσης σκούπες από ερείκους, από θυμάρι, από αντωνανίδα, από άγριο σταμναγκάθι, από αγούδουρα, και λοιπά. Δεν θα ήταν παράξενο σε μια περίπτωση που δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική στην εξοχή, για να καθαρίσει κάποιος το κάρο του ή την καρότσα του αυτοκινήτου, να έφτιαχνε επιτόπου μια πρόχειρη σκούπα ας πούμε χαρουπιδένια ή ελένια, σκηνένια κλπ, και μόνο για μία χρήση.
Η γκάμα λοιπόν ήταν τόσο μεγάλη, που σχεδόν τα πάντα έκαναν για σκούπα! Απλά τέσσερις πέντε κατηγορίες ήταν πιο γνωστές , γιατί αυτές προτιμούσαν όλοι οι άνθρωποι της υπαίθρου.
Το σημερινό άρθρο έχει γραφτεί περισσότερο, για να μάθει ο κόσμος από ποιά φυτά έκαναν οι παλιοί τις σκούπες τους, να τα αναγνωρίσουν και σήμερα στην φύση μέσω των φωτογραφιών. Παράλληλα οι νεότεροι να προσπαθήσουν να κατασκευάσουν σκούπες και οι ίδιοι, αφού είναι εύκολο και δεν κοστίζουν τίποτα! Είναι σχεδόν σίγουρο πως οι σκούπες αυτές εάν φτιαχτούν σωστά, κάπου θα χρειαστούν!
Οι σκούπες όλες ήταν είτε με ξύλινο κοντάρι ένα με ενάμιση μέτρο, είτε χωρίς. Το κοντάρι της σκούπας του σπιτιού, το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι γριές για να μην σκύβουν

Nταρένιες σκούπες
Οι πιο επίσημη και καθαρή σκούπα από εκείνες του σπιτιού, ήταν η λεγόμενη «νταρένια» σκούπα, γιατί φτιαχνόταν από ένα ειδικό φυτό το «σκουπόχωρτο», γνωστό σαν «νταρί». Το νταρί βέβαια οι παλιοί το έσπερναν στον κάμπο, όπου υπήρχε άφθονο νερό. Ήταν παρόμοιο με το καλαμπόκι, και μπορούσε να φθάσει από ενάμιση, μέχρι και τα τρία μέτρα ύψος! Τι φυτό κάνει άνθη σε πολύκλαδη ταξιανθία, αλλά για τη σκούπα έκοβαν μονάχα το επάνω μέρος του άνθους του φυτού. Καμιά φορά το νταρί φύτρωνε και μόνο του στη φύση, σε κάποια μέρη του κάμπου. Οι επίπεδες νταρένιες σκούπες ήταν σχετικά οι πιο ελαφριές και πιο όμορφες από τις σκούπες, ιδανικές για ελαφριά σκουπίσματα. Υπήρχε όμως και η νταρένια σκούπα, σε μάτσο αναδιπλούμενο, και αυτή ήταν για πιο δύσκολα σκουπίσματα όπως χώματα, κοπριές, βρεγμένα φύλλα. Ήταν ακόμα χρήσιμη και για τον στάβλο.
Συνήθως τις νταρένιες σκούπες του εμπορίου, τις κατασκεύαζαν βιοτέχνες, και υπάρχουν ακόμα και σήμερα στο εμπόριο. Το νταρί της Κρήτης είναι το γνωστό «σόργο», ή «σόργον το σάρωθρον», και έχουμε σκούπες σε διάφορα μεγέθη, μεγάλες, μεσαίες και μικρές.

Φινοκαλένιες ή μουντένιες σκούπες
Το μουντί όλης της Κρήτης , γνωστό και σαν πλευριτόχωρτο, στην Αν Κρήτη (Λασίθι) έχει πολλές ονομασίες, εκτός από μουντί! Ονομαζόταν «φιοκαλίδα», «φινοκαλίδα», «φινοκάλα» ή «φιλοκάλα», «φινοκάλιον» «φινοκάλι». Αυτή είναι η «φινοκαλένια σκούπα». φιλόκαλος είναι «ο φιλών το καλόν, το ωραίον». Στην ουσία μια σκούπα από φιλοκαλιά τηρούσε αυτήν την προσδοκία ,και έδινε ομορφιά και κάλος στο σκουπισμένο μέρος! Η δε επιστημονική ονομασία της φινοκαλιάς, φιοκαλίδας ή νταρί, είναι osyris alba. Το μουντί ή φινοκαλιά, φυτρώνει σε θαμνότοπους ή πετρώδη μέρη, και φτάνει σε ύψος από 040 εκ μέχρι ένα 1.20 εκ. Κάνει ανεξάρτητα κλαδιά, τα οποία αρχίζουν και διακλαδίζονται σε μικρότερα παρακλάδια από το ύψος των 20 έως 30 εκ. περίπου, και δίνουν έτσι μιαν ομορφιά στον θάμνο αυτό. Έχει πολύ κοντά πράσινα λογχοειδή φυλλαράκια, περίπου ένα εκ. Την άνοιξη ανθίζει και κάνει κιτρινοπράσινα μικροσκοπικά ανθάκια, που παράγουν κατακόκκινους σπόρους! Το κάθε ένα βλαστάρι από μόνο του μοιάζει εμφανισιακά με ένα μικρό σκουπάκι! Με κάποια μικρή σχετικά τέχνη , θα μπορέσει κάποιος με δυο ή τρία βλαστάρια μαζί, να φτιάξει μια μουντένια σκούπα, που θα είναι και ιδιαίτερης αντοχής και διάρκειας.

Βρουλένιες σκούπες.
Σκούπες δέσμης εκτός από το νταρί, έφτιαχναν και από βρούλα, και ήταν οι λεγόμενες «βρουλένιες σκούπες».
Όπως μαρτυρεί και η λέξη, οι σκούπες αυτές κατασκευάζονταν από βούρλα, τα οποία υπάρχουν άφθονα και σήμερα στα ποτάμια. Οι σκούπες αυτές δέσμης, ήταν πιο ευαίσθητες από τις φινοκαλένιες, επειδή φαγώνονται γενικά πιο εύκολα. Το βρούλο σαν φυτό, δεν είναι και τόσο αντοχής όσο το σκληρό ξύλο του μουντί. Βρουλένιες σκούπες χρησιμοποιούνταν κυρίως για το καθάρισμα σε αυλές σε αλώνια σε χωμάτινα δάπεδα των σπιτιών, σε δρόμους πλατείες κλπ.

Πώς φτιάχνουμε μια βρουλένια σκούπα
Παρ όλο που φαίνεται εύκολο να φτιάξει κάποιος μια βρουλένια σκούπα, εν τούτοις δεν είναι τόσο εύκολο στην πράξη, αν δεν ρωτήσει πρώτα μια γριά που να ξέρει να του πει!
Ο λόγος γιατί δεν έκαναν όλα τα βρούλα για σκούπες. Δεν έκαναν βασικά τα μυτερά βρούλα, αλλά όσα είχαν ανθάκια μπροστά στην άκρη, όπως και το νταρί. Για να φτιαχτεί μια σκούπα από βρούλα, πρέπει να τα βρει κάποιος, να διαλέξει τα πιο καλά, και να τα κάνει μια δέσμη σε μάτσο. Να τα κόψει όλα στο ίδιο ύψος, και να τον δέσει έπειτα σφιχτά είτε με σπάγκο είτε με τέλι , περίπου 10 εκ από την άκρη. Πρέπει στη συνέχεια να τα κοπανίσει πάλι 10 με 15 εκατοστά μπροστά από το δέσιμο καλά- καλά με ένα κόπανο ή ένα πλαστικό σφυρί, και αυτό για να μπορούν να λυγίζουν εύκολα. Αν δεν το κάνει αυτό δεν θα λυγίσουν και απλώς θα σπάσουν. Τέλος πρέπει να τα πιάσει λίγα – λίγα, τρία – τρία, τέσσερα – τέσσερα, και να τα λυγίσει προς τα πίσω στρίβοντάς τα. Το ίδιο ομοιόμορφα και κυκλικά τα κάνει σε όλα γύρω – γύρω. Αφού τα γυρίσει όλα προς τα πίσω, τότε τα δένει ξανά σφιχτά, πάλι 10 με 15 εκατοστά πιο πάνω με τέλι ή σπάγκο, και η σκούπα θα είναι έτοιμη!

Σκούπες από σπάρτο
Το σπάρτο είναι κι αυτός ένας όμορφος θάμνος της Άνοιξης, γνωστός για τα κατακίτρινα λουλούδια του! Γίνεται σαφώς ψηλότερος από το μουντί, αφού φτάνει και το ενάμιση μέτρο, ! Αυτός είναι και ο λόγος που μπορούν να φτιαχτούν μεγαλύτερες σε μέγεθος σκούπες και μεγάλοι παράσυροι! Παλιά το σπάρτο με ειδική επεξεργασία, και βάζοντάς το στο νερό για ένα μήνα, το στέγνωναν, το κοπάνιζαν μετά, και έβγαζαν ίνες για σχοινιά. Το ίδιο έκαναν και στα φύλλα αθάνατου ή φοινικιάς. Οι δυο θάμνοι, μουντί και σπάρτο, κάνουν σκούπες παρόμοιες με τα κλαριά τους, και για αυτό πολλοί τις μπερδεύουν! Δεν μπορούσαν να τις ξεχωρίσουν, και όλες αυτές τις λέγανε απλά «μουντένιες»! Όμως η σκούπα από μουντί διαφέρει, γιατί είναι πιο μικρή και ξεχωρίζει από το σκούρο μαύρο χρώμα της. Το σπάρτο από την άλλη φυτρώνει σε άκρες των δρόμων σε πλαγιές κλπ. Την Άνοιξη που κάνει τα πολλά κίτρινα λουλουδάκια, ο κόσμος μπαίνει σε πειρασμό και κατεβαίνει από τα αυτοκίνητα για να κόψει άνθη για το ανθοδοχείο του σπιτιού. Τις σκούπες από σπάρτο όπως και από μουντί όταν τις έφτιαχναν τις πλάκωναν με μια πλάκα μερικές μέρες για να πάρουν το επίπεδο σχήμα της σκούπας.

Σκούπες από ερείκους
Μια άλλη σκούπα για διάφορες χρήσεις γινόταν και από ερείκους . Ο έρεικας είναι θάμνος αειθαλής που έχει πλούσιους θυσάνους, και είναι όμορφος όταν ανθίζει φθινόπωρο και Χειμώνα με τα γνωστά τους μωβ λουλούδια. Οι θάμνοι αυτοί φυτρώνουν πολλοί μαζί, εκεί όπου υπάρχουν και άλλα θαμνοειδή. Γνωρίζουμε τον θάμνο σαν «η ερείκη» «ο έρεικας» «το ερείκι – ρείκι» κλπ (Erica). Από τη γύρη των ανθέων των 800 είδη ερείκων, γίνεται το καλύτερο μέλι, το ερεικόμελο, με λιγότερο μάλιστα γλυκεία γεύση, και αυτός είναι ο λόγος που συστήνεται για διαβητικούς . Πολλές φορές έφτιαχναν σκούπες από ερείκους επειδή ήταν ιδιαίτερα φουντωτοί και απαλοί θάμνοι, και σκούπιζαν καλύτερα εξωτερικούς κυρίως χώρους και αυλές ,από τυχόν φύλλα που έπεφταν κλπ.

Αθινοκαλένιες σκούπες
Ένας άλλος όμορφος και ιδιαίτερα απαλός στην αφή θάμνος, είναι και η «αθινοκαλιά» ή «φιοκαλιά» στην Μεσαρίτικη ντοπιολαλιά. Από αυτήν γινόταν η «αθινοκαλένια σκούπα», που ήταν η πιο κατάλληλη σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις , δηλαδή όπου χρειαζόταν απαλό και ανάλαφρο σκούπισμα. Για παράδειγμα, επάνω από ένα σωρό με καρπό ανάμεικτο με άχυρα ή σκύβαλα, μπορεί μια αθινοκαλένια σκούπα να αφαιρεί μονάχα τα φύλλα και σκύβαλα, και δεν παρασύρει και τον ίδιο τον καρπό!
Για τον σκοπό αυτό διάλεγαν μεγάλες μαλακές αθινοκαλιές και έκοβαν τα μεγάλα βλαστάρια, τα έδεναν σφιχτά με σύρμα ή σπάγκο με κοντάρι ή χωρίς, και άφηναν τη σκούπα δυο τρείς μέρες κάτω από μια πλάκα για να γίνει επίπεδη.
Σε κάποια μέρη στης Κεντρικής Κρήτης τη λένε και «αθυμοκαλιά» ή «θυμοκαλιά»,και αυτή η τελευταία ονομασία θα μπορούσε να δικαιολογήσει και την ονομασία της, σαν θύμος + κάλος, δηλαδή ένας «όμορφος θύμος» (θυμάρι), που πράγματι είναι!
Η αθινοκαλιά ήταν ο θάμνος που αντικαθιστούσε κάποτε τον σπάγκο για τους αγρότες. Τραβούσαν τις φλοίδες του θάμνου τις έστριβαν λίγο, και έκαναν τους λιγοδέτες, δεματικά που ήταν πολύ γερά για τα δεμάτια τους, είτε ήταν σανοί στάχυα ή και ξύλα.
Άλλη λοιπόν είναι η φιλοκαλιά ή φιλοκαλίδα της Αν Κρήτης που είναι το μουντί, και άλλη η αθινοκαλιάή θυμοκαλιά ή φινοκαλιά της Κεντρικής Κρήτης)!

Σκούπες για τον στάβλο
Ο στάβλος είχε κοπριές και δεν θα βόλευε μια νταρένια σκούπα, που έπρεπε να είναι μάλιστα και καθαρή! Για αυτό είχαν ειδικές σκούπες είτε από «μουντί» ( φινοκαλένια) που είναι πολύ γερή σκούπα, ή ακόμα σκούπα από σπάρτα ή από βρούλα.

Σκούπες για το αλώνι
Στο αλώνι χρειαζόταν δυο ή τριών λογιών σκούπες, σκούπες διαφορετικής αντοχής σε δύναμη για να σπρώχνουν τον καρπό τα σκύβαλα ή τα άχυρα. Κατάλληλη για τον καρπό θα ήταν μια από σπάρτα ή από μουντί, με κοντάρι είτε χωρίς, για να μπορεί να σπρώχνει τον καρπό σε σωρό στο κέντρο. Για την διαλογή όμως άχυρου επάνω από τον καρπό, κατάλληλη θα ήταν μια σκούπα από αθινοκαλιά. Με το πέρασμα της επάνω στο στον σωρό με τον καρπό γινόταν η διαλογή άχυρου ή σκύβαλων, και παρέμενε μονάχα ο καρπός. Για σκούπισμα του άχυρου θα χρειαζόταν μια πλατειά σκούπα ή παράσυρος από νταρί ή έρεικα. Σκούπες πάντως από αθινοκαλιά χρησιμοποιούσαν και στο «βούτσωμα του αλωνιού». Όταν είχαν δηλαδή τους σωρούς από βουτσιές σκόρπιους μέσα στο αλώνι, σε κάθε σωρό έκαναν ένα λάκκο, όπου έριχναν νερό να μαλακώσει. Σκορπούσαν έπειτα τις βουτσές με ένα ξύλινο ΤΑΥ, και στη συνέχεια την σκορπούσαν παντού με τον παράσυρο αθινοκαλιάς. Την πήγαιναν πότε από δω πότε από εκεί μέχρι να στρωθεί ομοιόμορφα σε όλο το αλώνι. Κατάλληλες μαλακές σκούπες γινόταν και από θυμάρι. Μαλακή σκούπα επίσης έφτιαχναν και από ανωνίδα (ononis), από σταμναγκάθι και από αστιβίδα, που ήταν ελαφρώς αγκαθωτοί. Αν δεν υπήρχαν οι θάμνοι αυτοί, θα μπορούσαν να κάνουν δουλικά και με έναν αγούδουρα , για την διαλογή πάλι άχυρου από τον καρπό. Ένας ξερός αγούδουρας βέβαια με ένα κομμάτι καλάμι για κοντάρι , και θα μπορούσε να είναι η πιο ανάλαφρη σκούπα, κατηγορίας φτερού, για να σκουπίσει κάποιος ξεκούραστα τα ξερά φύλλα από ένα αλώνι ή μια αυλή κλπ, χωρίς να τον κουράσει! Ακόμα και από μόνος του ένας αγούδουρας μοιάζει αλλά και λειτουργεί σαν σκουπάκι!

Οι σκούπες του βοσκού
Ο βοσκός είχε και αυτός τις δικές του σκούπες, που τις έφτιαχνε μόνος του, ανάλογα με την κάθε περίπτωση, για το κονάκι του ή τον στάβλο. Για το κονάκι κατάλληλες ήταν και οι νταρένιες, από σπάρτα, από ερείκους. Όμως για τον στάβλο χρειαζόταν πιο δυνατές σκούπες, έτσι είχαν τις μουντένιες, ή τις βρουλένιες σκούπες, για να μπορούν να σπρώχνουν τα χώματα ή την κοπριά.

Οι σκούπες για τον οψιγιά
Για τη σταφίδα στον χώρο αποξήρανσης των σταφυλιών (οψιγιάς), είχαν και εκεί γερές σκούπες που να μπορούν να σκουπίζουν πρώτα τον χώρο ώστε να είναι καθαρός από φύλλα και κλαριά, αλλά και στο σκούπισμα της σταφίδας, ώστε να συγκεντρώνεται σε σωρούς. Πάλι και εδώ μια γερή σκούπα από μουντί με κοντάρι ή χωρίς, ή από σπάρτο, μπορούσαν να κάνουν εύκολα σωρούς , αλλά και να σκουπίζουν τα άχρηστα ξερά στράφυλα έξω από το χώρο. Στον σωρό πάλι με την σταφίδα που υπήρχαν άχρηστα ξερά κομμάτια από στράφυλα και ξερά φύλλα, χρειάζονται πάλι σκούπες πιο απαλές, που να τα χωρίζουν από την καθαρή σταφίδα. Θα μπορούσε λοιπόν και εδώ να είναι από αθινοκαλιές, από θυμάρια ερείκους κλπ.
Σκούπες αυτοσχέδιες δεν είχαμε μονάχα στις περιπτώσεις που αναφέραμε παραπάνω. Είχαν τις δικές τους σκούπες και τα καφενεία, οι εκκλησίες τα εξωκλήσια, αλλά και οι φάμπρικες, και οι νερόμυλοι της εποχής για το σκούπισμα των χώρων τους.

Παλιές οι δοξασίες γα σκούπες και άλλα λαογραφικά
Η σκούπα έχει συνδεθεί από παλιά με τα κακά πνεύματα, είτε τα διώχνει είτε τα φέρνει μέσα στο σπίτι.
Στο ποδαρικό για παράδειγμα στην Κρήτη, πετούσαν μια σκούπα στην πόρτα, για να την πατήσει ο επισκέπτης! Πίστευαν έτσι πως η σκούπα καταπατώντας την, διώχνει το κακό έξω από το σπίτι!
Σε άλλη πάλι περίπτωση, δεν έπρεπε να δρασκελίσει κάποιος μια σκούπα, γιατί θα του έφερνε κακοτυχία.
Δεν έπρεπε να τσακώνονται δυο κόρες με σκούπες, γιατί τότε δεν θα παντρευτούν. Προφανώς το έλεγαν αυτό οι μανάδες στις κόρες τους, απλά για να αποφεύγουν να τσακώνονται!
Σε κάποια μέρη δεν επιτρέπονταν όταν σκουπίζει κάποιος, να ακουμπά η σκούπα στο παπούτσι ή στο πόδι του άλλου, ούτε κατά λάθος! Μπορεί αυτός που τον ακούμπησε η σκούπα, να πάθει κάτι κακό, ή να φύγει από τη ζωή! Αν τύχαινε να συμβεί αυτό, τότε έπρεπε ο «σκουπισένος» να πατήσει μια φορά με την μύτη του παπουτσιού του την άκρη της σκούπας , για να εξορκίσει έτσι το κακό και να μην τον βρει!
Κάποιοι άλλοι πίστευαν, πως δεν πρέπει να σκουπίζουν οι γυναίκες σε σπίτι που ταξιδεύει κάποιος οικείος τους, γιατί θα φέρει κακοτυχία σε αυτόν που ταξιδεύει, όπως ατύχημα κλπ.
Παραμονές γιορτών Χριστούγεννα ή Πάσχα, οι νοικοκυρές είχαν την συνήθεια στην Κρήτη να σκουπίζουν το σπίτι μέσα και ώστε έτσι όλα να είναι πεντακάθαρα!
Δεν σκούπιζαν όμως ποτέ τις Κυριακές και τις μεγάλες αργίες, ούτε την Μ. Πέμπτη. Σκούπιζαν την Μ. Τρίτη τις αυλές τους, άσπριζαν με ασβέστη το σπίτι, τους μαντρότοιχους, και ότι άλλο νομίζουν αυτές, για να υποδεχτούν καθαροί την Ανάσταση.
Καθάριζαν εκτός από τις αυλές, και τους δρόμους, όλα τα στενά και τα σοκάκια!
Είχαμε όμως και πολλές παροιμίες.
Μια παλιά παροιμία από αυτές λέει: «Το σπίτι το αδιάρμιστο περ(ι)μένει μουσαφίρη». Δηλαδή το σπίτι το ασκούπιστο ή ασυγύριστο, περιμένει επισκέπτη.
Μια άλλη λέει:
«Η καινούρια παρασύρα παρασέρνει καλά, μα η πιο παλιά γνωρίζει καλιά και τη κάθε γωνιά».
Λέμε τη φράση: «Όσα σέρνει η σκούπα» και εννοούμε μεγάλη συλλογή. Ή και μόνο με τη λέξη «σκούπα» ή «επιχείρηση σκούπα» και εννοούμε όλα ανεξαιρέτως.
Είχαμε και παιδικά αυτοσχέδια τραγούδια όπως: «Ένα δυο τρία, πήγα στην κυρία, μου ‘δωσε ένα μήλο, μήλο δαγκωμένο. Το ‘δωσα στην κόρη και έκανε αγόρι . Το ‘βγαλε Θανάση σκούπα και φαράσι»!
Υπάρχουν και αρκετά αινίγματα για τη σκούπα όπως:
«Έξω πάει και φωτίζει μέσα πάει και καθίζει» (η σκούπα) Ή:
«Γυρίζει – γυρίζει και στη γωνιά καθίζει» (η σκούπα)
«Όποιος σκουπίζει το κρατεί και ύστερα τ’ αφήνει αλλά άμα του κόψεις το λαιμό ζεστό φαί θα γίνει» (σκούπα – σούπα).
Μια άλλη φράση που ακούγαμε κάποτε από τους παλιούς, και κυρίως από τους γονείς μας, έδινε τις παρακάτω συμβουλές:
«Παράσυρε το σπίτι σου να σου φανεί μεγάλο».
«Στόλισε τη γυναίκα σου να σου φανεί κοπέλα», και
«ανάραψε τα ρούχα σου να σου φανούν καινούρια»!
Με τη σκούπα η κοπελιά καθαρίζει την αυλή της για να υποδεχτεί τον αγαπημένο της, ο οποίος έρχεται με τους προξενητές να τη ζητήσει σε γάμο.
Όταν πλησίαζε η ώρα του ερχομού του γαμπρού στο σπίτι, παρότρυναν τα πεθερικά:
«Για παρασύρετε τα αυλές κι αδειάσετε τσι ρούγες,
γιατί ο γαμπρός σας έρχεται να τον καλοδεχτείτε»!

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Μ. Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *