Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το ασκημάκι…

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Κακομούτσουνο άπλυτο και κακοποδομένο

του Αντώνη Κουκλινου

Οι μύξες του εσυρόνανε από τσι μύτες του και τα ρούχα ντου εμαγαρίζανε, απου τη ν’ ανυπλησά.
Να θώργιες τα μαλλιά ντου, να κρέμουνται άπλυτα, στσι κουτάλες του, μπερδεμένα κόμπους, κόμπους.
Τα γόνατά ντου και οι αγκώνες του, σαφή μισερωμένα, απου τσι καβγάδες με τ’ άλλα κοπέλια.
Η μάνα ντου δε ν’ εκάτεχε να μοιράσει δυό γαιδάρω ν’ άχερα, μα κοπέλια εμόλερνε, κάθε χρόνο κι ένα.
Σ’ εκεινά τη μπάντα τ’ αθρώπου δε χρειάζεται φαίνεται, μνυαλό
Θέτεις από βραδύς και το πρωί κοιλιοπονάς.
Θηλικό κοπέλι, σε έτσά σπίτι, Θέ μου και γιάϊντα το’ πεψες.
Μα και ίντα δύναμη είχενε, δε λέγεται.
Έσερνε τη ν’ αίγα απου το κοντόδεμα και κόνευγε έτσά που τη βολόσερνε να τη πνίξει.
Εκαβαλίκευγε το γάδαρο ανάποδα, τσ’ άρεσε να πηγαίνει με τη ν’ όπισθεν και το’ κανε και με τα πόδια.
Με τη δασκάλα, δε ντα βρίχνανε ποθές.
Δε ν’ ήθελε γράμματα, μούδε σε θρανίο άλλο κοπέλι, δίπλα ντου.
Κουτσά στραβά, εκατάφερε να γράφει σκιάς τ’ ονομά ντου, με χίλια βάσανα.
Τα σερνικά αδερφάκια ντου κι αυτά τα ίδια και χειρότερα, μη θαρρείς…σε εκειονά το σπίτι μέσα, ούλοι κουτουλούνε ο γης το ν’ άλλο.
Ετσά τσι βρήκανε μπουνταλάδες και τσι κουκουλώσανε για να να μη τσί ‘χουνε στα πόδια ντως.
Η πρώτη φορά είναι κοντώ..? απου για να ξεμπλέξουνε τα συμπεθεργιά κουκουλώνουνε τη χαμηλοβλεπούσα με το ν’ άπλανο απου θα βρούνε να τση ταιργιάζει..?
Το μυαλό δε λειτρουγά μα τα κοπέλια τα σπέρνουνε σα ντο κριθάρι…!
Ετσά αθρώποι θένε τη ν’ υπομονή ντως και να κατέχεις να τως αρμηνέψεις για να μάθουνε τουλά’ι’στο τα απαραίτητα.
Η κοπελιά ετούτη νέ σά’ι’κα δε μπουνταλίζει, μα με τσι αποδέλοιπους στο σπίτι ξαγριγεύγει.
Εκοντοσήμωνε τα είκοσι μπλιό και ήρθενε προξενιό και καλά καλό.
Ο νιός απου τη ρέχτηκενε, δε ντο ν’ έγνοιαζενε, πως ήτονε αγράμματη και άπλυτη.
Τση καρδιάς του εφρουκάστηκενε και αυτό έκαμε.
Εκόψανε τη (γ)κλωστή που λένε και επήρε τη (γ)κοπελιά ντελόγω μαζί ντου.
Δε ν’ ήθελε. να του κλουθά και ετσίνα, μα ήτονε μαγλιδώνης και εκατάφερε να μερώσει το αγρίμι.
Γιατί αγρίμι ανεμάζωξε, μα είχενε το σκοπό ντου και την υπομονή.
Η κοπελιά εντάκαρε με τη βοήθεια τση αμπλάς του να αθρωπίζει ένα ψιχάλι, εφίλεψε με το νερό, έμαθε να κάνει και πλεξούδες στα μαλλιά τζη.
Ενοικοκύρεψέντη νε και μέσα σε λίγες μέρες δε τη γνώριζες.
Εξάσπρισε το σώμα τζη και εφανήκανε τα ζουμπούλια τζη.
Είχενε τα κάλλη τζη η πατσάβρα, μα στην ανυπλησά μέσα δε ντα θώργιενε άθρωπος.
Λένε κιαμνιά φορά πως… έκειά που θωρεί η καρδιά, τα μάθια είναι ολόστραβα.
Ετοιμάσανε το γάμο και έκαμε μνιά νύφη, απου τη μπεγεντίσανε ούλοι οι ‘’στραβοί’’ ντελικανίδες απου τη κατέχανε.
Στο σπίτι του κύρη τζη, επι τέλους, εμπήκενε μνιά τάξη και εντακάρανε να αθρωπίζουνε κι’ οι αποδέλοιποι.
Εστρωθήκανε τα ασερνικά στη δουλειά και σα δε μπιτίζει ογλήγορα θα βρούνε και νυφάδες τση προκοπής.
Παντέρμη αγάπη… κάνεις και καλές πράξεις, άμα φωλιάζεις στσι καρδιές τω ν’ αθρώπω κι ας είναι κι’ άπλυτοι.
Ο κάθα εις κι η μοίρα ντου, μα κι αν έχεις τύχη διάβαινε….ετσά γροικώ και λένε….αντώνης κουκλινός

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *