Connect with us

Life

Το Μπίζ-Μπώλ από τα παιχνίδια της παλιάς εποχής

Δημοσιεύτηκε

στις

Την παλιά εποχή, δεν ήταν και τόσο εύκολο να βρει κανείς μια μπάλα για να παίξει, είτε για να την κλωτσήσει η να παίξει με τα χέρια με την παρέα του…


Κλασσική μπάλα εποχής, ήταν η καλτσόμπαλα

Ήταν κάλτσα, μάλλινη , η έτοιμη η πλεχτή και τη γεμίζανε μέσα κουρέλια, ρούνια και τη δένανε σφιχτά γύρω γύρω με ένα σπάγκο, η τη ράβανε για περισσότερη αντοχή.

Αυτή τη μπάλα την κλωτσούσαν και έβαζανε γκόλ σε κάποιο τερμα.

Για αυτό το ποδόσφαιρο τότε το έλεγαν κλωτσοσκούφι!

Για να παίζουν όμως με τα χέρια δεν ήταν εύκολο να έχουν τα παιδιά μια ελαφριά μπάλα…

Ιδανική σε αυτή την περίπτωση λύση, ήταν η χοιρόφουσκα!

Τα παιδιά στα χοιροσφάγια περίμεναν υπομονετικά πως και πως, για να παραλάβουν την …ουροδόχο κύστη του χοίρου, και να την φουσκώσουνκαι να την κάνουννα παίξει ρόλο μπάλας!

Ήταν αλαφριά η φούσκα, και τα παιδιά κάνανε ένα κύκλο και την πέταγαν ο ένας στον άλλο, και σε όποιου του έπεφτε η μπάλα έχανε και πήγαινε στην άκρη!

Απ’ τα πιο ευχάριστα παιγνίδια εκείνης της εποχής ήταν το μπέιζ μπώλ, (baseball)

Eμείς τότε Κρήτη χάριν απλότητας, το λέγαμε ”μπίζ-μπώλ”, και καμία σχέση δεν είχε με το σημερηνό μπεηζ- μπώλ της Αμερικής με τα ρόπαλα και τις ειδικές οβάλ ραφτές μπάλες, και τις ειδικές στολές!

Εμείς τότε το παίζαμε στο δημοτικό στην αυλή του σχολείου, όπως και ενα άλλο παιγνίδι το κλέφτες και αρματωλοί.

Παιζόταν τότε και από αγόρια και από κορίτσια με ενα ελαφρύ τόπι.

Ήταν εύκολο και ευχάριστο παιγνίδι.

Σε μια αλάνα χαράζανε ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο τον χώρο του παιγνιδιού, και ορίζανε τα δύο τέρματα.

Στη μέση του παραλληλόγραμμου χαράζανε μια γραμμή. Οι παίχτες της μιας ομάδας ήταν ανάμεσα στη γραμμή του κέντρου και του αντιπάλου τερματοφύλακα, το ίδιο και η άλλη ομάδα.

Οι ομάδες ήταν ισάριθμες και τοποθετούσαν τον τερματοφύλακα τους αντίθετα.

mpiz-mpol-6

Έτσι οι παίχτες κάθε ομάδας βρισκόταν ανάμεσα στον αντίπαλο τερματοφύλακα, και στην αντίπαλη ομάδα.

Το παιγνίδι άρχιζε, αφού πρώτα ”ενίκερναν” ποιά ομάδα θα πάρει την καλτσόμπαλα.

Το ”νικάρισμα” πάλι γινόταν με τον γνωστό τρόπο, δηλαδή με μια πλακουτσή πέτρα που την έφτυναν από την μια πλευρά και την πετούσαν ψηλά! Αν τύχαινε το σαλιωμένο κέρδιζε το χλωρό, αν η άλλη πλευρά κέρδιζε το ξερό!

Μόλις ένας παίχτης έπαιρνε την μπάλα πχ της Α ομάδας, την πετούσε σε παίχτη της Β ομάδας.

Αν τον χτυπούσε και δεν την έπιανε, τότε έφευγε και πήγαινε με τον τερματοφύλακα της ομάδος του.

Αν όμως έπιανε την μπάλα, τότε χτυπούσε τους παίχτες της αντίπαλης ομάδας.

Για να πολιορκήσουν τους παίχτες, δίνανε πάσες ο τερματοφυύακας στους παίχτες της ομάδος του και αντίστροφα.

Αλλά και οι τερματοφύλακες ”χτυπούσαν” τους παίχτες της αντίπαλης ομάδας πετώντας τους τη μπάλα και να ακουμπήσει στο σώμα τους.

Με τα αλληλοκτυπήματα, οι παίχτες της μιας ομάδας, όσοι είναι χτυπημένοι ειχαν μαζεύονται στον τερματοφύλακα τους, το ίδιο γινοόαν και με την άλλη ομάδα.

Σε όποια ομάδα οι παίχτες είχαν χτυπηθεί όλοι, αυτή ήταν και η νικημένη.

Κάποτε κάποτε έμενε από ένας παίχτης κάθε ομάδας που ήταν οι πλέον αχτύπητοι, και τότε γινόταν μεγάλος χαβαλές για το ποιος θα νικήσει στο τέλος, και έτσι να να κερδίσει η ομάδα του το παιγνίδι.

Βέβαια, αυτός που χτυπά, απαγορευόταν να πατά τις γραμμές , αλλά και ούτε οι παίχτες έπρεπε να βγουν έξω από τις χαραγμένες γραμμές.

Ενώ προσπαθεί ένας παίχτης να πιάσει την μπάλα, αλλά αυτή του πέσει, τότε θεωρείται χτυπημένος,

Αν πάλι ενώ κρατά την μπάλα, προσπαθεί να την πετάξει στον αντίπαλο αλλά η μπάλα του πέσει, πάλι θεωρείται χτυπημένος!

Γενικά το μπέηζ μπώλ ήταν ένα παιγνίδι, ευχάριστο, και απαιτούσε σβελτάδα,γρηγοράδα, ευστοχία, επαγρύπνηση, αιφνιδιασμό, πολύ ευκινησία για να μην κερδίσει ο αντίπαλος.

 

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Life

Ο ”θησαυρός” του γέρου…

Δημοσιεύτηκε

στις

Μαθήματα ζωής…


Έντεκα κοπέλια αρσενικά και θηλυκά είχενε ο γέρο Δημητρός από το Πανωχώρι, που δεν επέρασε και πολύς καιρός σά και ξεπερδικίσανε και επαντρευτήκανε και τα ένδεκα, αφού οι καλύτεροι γαμπροί τσι πάντας του του κλέψανε τα θηλυκά, ενώ και τα αρσενικά εβρήκανε και κείνα το σειρά ντως και ετσά επήγαινε το κάθ’ ένα κοπέλι, στο δικό ντου σπιτικό.

Επόμεινε το λοιπόν στο πατρικό σπίτι ολομόναχο το ζευγάρι, ο Δημητρός δηλαδή με τη κερά ντου την Αθηνιά.

Αλλά αμοναχοί ετσά που επομείνανε, είντα θα λα πρωτοπρολάβουνε οι μαύρο κακομοίτσιδες, αφού οι δουλειές απού ξετρέχανε ήτονε πολλές.

Τα έχνη, τσ’ ελιές, τα αμπέλια, τα φαβόρουβα, είντα να προλάβουνε πλια μπροστά, αφού και τα χρόνια απού είχανε στην καμπούρα τους δεν ήτονε και λίγα.

Εσκεφτήκανε το λοιπόν μια βραδιά ο Δημητρός και η Αθηνιά, να καλέσουνε τα κοπέλια ντως, να τους σε μοιράσουνε ούλα τα υπάρχοντα, να ξεμπλέξουνε και κείνοι από τσι πολλές δουλειές, μα γερόντοι απού ήτονε και ετσά απού δεν είχανε άλλες υποχρεώσεις και ας πούμενε και με το χαμομήλι ακόμα θα τηνέ περνούσανε!!

Όπως και εγίνηκε.

Εκαλέσανεντα και τα ένδεκα κοπέλια μια βραδιά και τους σε λέει ο γέρο Δημητρός.

– Μπρε σεις κοπέλια. Εμεγάλωσα σας, επάντρεψα σας, επήγετε στο δικό σας σπιτικό, κάτσετε δα να μοιράσετε και τα χωραφάκια απού έχομε, να πάρει το κάθ’ ένα τη πάρτε ντου, λίγη πολύ ότι είναι, γιατί εγώ με τη μάνα σας, δεν μπορούμε μπλιο να τα σάχνωμε.

Καλοανεθρεμμένα τα κοπέλια όπως ήτονε, εκάτσανε και τα μοιράσανε με το καλύτερο τρόπο και επαίξανε και κλήρο και επήρενε το καθ’ ένα κοπέλι, το δικό ντου μοιράσι και στο τέλος δεν είχενε κιανένα παράπονο.
Εκάμανε όμως ένα λάθος και τα μοιράσανε ούλα, χωρίς να αφήσουνε κάπχοιο κομμάτι των γερόντων, για να βγάζουνε και κείνοι πράμα για τη πέραση ντως, αλλά ούτε εξοικονόμηση δεν εσκεφτήκανε να τους σε κανονίσουνε.

Ο γέρο Δημητρός βέβαια είχενε κατά νου πως, ένδεκα είναι αυτά τα κοπέλια, δεν μπορεί αν δεν βρεθεί έστω και ένα να του δίνει μια ουλιά σημασία, μιας και δεν του βγάλανε γεροντομοίρι.

Αλλά δυστυχώς λίγο αργότερο αποδείχτηκε πως και τα ένδεκα, εξανοίγανε τα κοπέλια ντως και τσι δουλειές ντως και εποξεχάσανε εντελώς τσι γερόντους των.

Εμπαγαλιάσανε το λοιπόν και οι δύο γερόντοι να τρέχουνε στην εξοχή και να βρίσκουνε βρούβες, χοχλιούς και ασκορδουλάκους, αλλά και ότι άλλο τους επάντυχνε, για νά ‘χουνε να βάνουνε πράμα στο τσικάλι.
Στο γύρισμα του χρόνου όμως, πχιάνει την Αθηνιά πνευμονία και εκόρδισε τ’ ατζί τζι, τση μαύρο κακομοίτσας και ετσά επόμεινε ολομόναχος ο γέρο Δημητρός στο σπιτικό ντου.

Τα πράματα όμως μέρα με τη μέρα εντακάρανε και εχειροτερεύγανε ακόμα παραπάνω, αφού και γέρος ήτονε ο Δημητρός και εισόδημα δεν είχενε.
Όπως πολλές φορές, έτσι και τώρα, καθώς ”η ανάγκη τέχνες κατεργάζεται” και με την εμπειρία τση ζωής ο Δημητρός, εσκέφτηκε πονηρά και γι’ αυτό εξαναμάζωξε τα κοπέλια ντου στο σπίτι, για να τους σε πει τα ”καθ’ έκαστα”.

– Κοπέλια μου καλά μου κοπέλια!! Σήμερο με βρίσκετε πολύ χαρούμενο, καθ’ όσον μετά το αναπάντεχο θλιβερό γεγονός που μας βρήκενε ούλους μας οπέρυσι και χάσαμε τη μακαρίτισσα τη μάνα σας και επόμεινα και εγώ ολομόναχος σαν τη καλαμιά στον κάμπο, οφέτος ο Θιός ήθελε να μου δώσει λίγο χαρά , να ”ξεσφακώσει” και μένα το στόμα μου, να μην είμαι ετσά απού ήμουνα μέχρι εδά κακομοιργιασμένος και μού ‘πεψε τα ελέη ντου, μού ‘πεψε ένα θησαυρό και θα τονέ δοξάζω ίσαμε να ζω!!

Οπροχθές το μεσημέρι το λοιπόν, να ιδείτε απού ο σκύλος μας ήσκαφτε ασταμάτητα εκέ όξω στην ελιά από κάτω και για μια στιγμή εξεπρόβαλε άνα βίσαλο και επήρα το ντελόγο και εγώ τη σκαλίδα και ήσκαψα πλια βαθιά και να ιδείτε απού εξέθαψα ένα μεγαλοπό πιθαράκι, απού τελικά ήτονε γεμάτο χρυσές λύρες και επήγατο το ντελόγο και τό ‘χωσα στη πέρα αποθήκη, αναμεσώς στα λαδοπίθαρα μας!!

Εσκέφτηκα το λοιπόν μιας και έχω εδά πολλά λεφτά και μιας και είμαι αμοναχός, να πληρώνω μια ξένη γυναίκα να με σάχνει εδά στα γεράματα μου, να μην τυραννούμαι, ετσά που ετυραννούμουνα μέχρι εδά!!
Αλλά εσκέφτηκα και πάλι πως, σιγά σιγά εκείνη νά η γυναίκα, μπορεί να μου ”ξαφρίσει” ούλες τσι λύρες και κρίμα δεν είναι;;

Να πιάσετε θέλει, λέω ‘γώ, να μου φέρνετε φαϊ να τρώγω και οντό θα ποθάνω, θα μοιράσετε τσι λύρες;;

Μα γρικάτε όμως, θα τσι μοιράσετε μετά που θα ποθάνω και μετά που θα μου κάνετε τα σαράντα!!

– Κιαμέ κιαμέ;; Εμείς θα σου φέρνουμε φαϊ και θα σε σάχνουμε κι’ όλας και να τσ’ αφήσεις ορνικέ ντως εκείνες σάς τσι λύρες, φωνιάζανε ούλα μαζί τα κοπέλια ντου!!

Είντα εγινότανε στη συνέχεια δεν περιγράφεται.

Συνοριτό επαίζανε, πιο κοπέλι θα του πήγαινε το καλύτερο πιάτο φαϊ.
Και του ”πουλιού το γάλα” του πηγαίνανε!!

Λίγα χρόνια όμως αργότερα, επόθανε και ο γέρο Δημητρός!!
Μετά τα σαράντα του εμαζωχτήκανε και πάλι ούλα τα κοπέλια στο πατρικό ντως σπίτι, για να ανοίξουνε το πιθαράκι και να μοιραστούνε τσι λύρες!!
Ανοίγουνε το λοιπόν το πιθαράκι και μέσα σ’ αυτό εβρήκανε, ένα μεγάλο μεγάλο σφυρί και ένα χαρτί απού ήγραφε:

”Απού μοιράσει τώ παιδιώ
καί δέ κρατήξει πράμα,
θέλει μέ τούτο τό σφυρί,
η κεφαλή ντου σπάμα”!!

Μήπως δεν είχενε δίκιο ο γέρο Δημητρός;; Αφού και η παροιμία του σοφού λαού μας ανάλογα μας μαρτυρεί;; Απού λέει:

”Αποκράθιε γέρο νά ‘χεις,
τη τιμή, όπου κι αν λάχεις”.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης Μέλος της ΠΑ.Ε.ΔΗ. και ΜΜΕ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Life

«Έφυγε» ο Πρόεδρος της Κρητικής Εστίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Σήμερα η Κρητική Εστία αποχαιρετάει ένα πολύ σημαντικό μέλος της οικογένειάς της


Ο κύριος Σαλβαράκης, ο Πρόεδρός της Κρητικής Εστίας, έφυγε από τη ζωή τη Δευτέρα το μεσημέρι χάνοντας τη μάχη με την καρδιά του.

Ο άνθρωπος αυτός όμως θα μείνει για πάντα στις δικές μας καρδιές σαν εκείνο τον άνθρωπο που έβαλε με το δικό του τρόπο το λιθαράκι του στην κρητική παράδοση , στην κρητική εστία.

Με κόπο και θυσία ως και το τελευταίο λεπτό δινόταν στην εστία παρ’ολα τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε.

Όποτε χρειαζόταν ο κύριος Πρόεδρος παρευρισκόταν στην εστία, ελέγχοντας και διασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία του ιδρύματος.

Ήταν με το δικό του τρόπο δίπλα στα παιδιά, χωρίς υπερβολικές εκρήξεις αγάπης και μελοδραματισμούς, και φρόντιζε να εκδηλώνει το ενδιαφέρον και την αγάπή του με έναν άλλο τρόπο, δικό του και μοναδικό.

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το ενδιαφέρον του για το σπίτι μας, που για άλλους λέγεται Κρητική Εστία.

Κάποιοι θυμούνται ακόμη τα λόγια του σαν συμβουλές: “Προσέχετε την εστία, είναι σπίτι σας. Ό,τι κάνετε στο σπίτι σας, θα κάνετε κι εδώ”.

Αυτό ήταν που ήθελε και γι’αυτό τον ευχαριστούμε για όλα.

Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στην οικογένεια του εκπλειπώντος που συνεχίζει να στηρίζει την εστία και να συνεχίζει το έργό του, ζητώντας δωρεά χρημάτων στην Κρητική Εστία, αντί κατάθεσης στεφάνων.

Καλό σας παράδεισο Πρόεδρε, με τιμή όπως σας αξίζει.

Τα παιδιά σας!

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Life

Τα «Αποκριγιώματα» της Καθαράς Δευτέρας στη Γέργερη

Δημοσιεύτηκε

στις

«Τσι μεγάλες Αποκρές, κουζουλαίνονται και οι γρες» είναι το δίστιχο που ακούγεται ευρέως σε όλη την Κρήτη, τις ημέρες της Αποκριάς, περιγράφοντας τη διάθεση για διασκέδαση απ’ όλες τις ηλικίες


Ένα από τα αποκριάτικα έθιμα, που σώζονται μέχρι σήμερα στον νομό Ηρακλείου, είναι τα Αποκριγιώματα της Γέργερης, ένα χωριό στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ψηλορείτη.

Πρόκειται για ένα έθιμο που έχει έντονο διονυσιακό χαρακτήρα και πραγματοποιείται την Καθαρά Δευτέρα, για τον αποχαιρετισμό της Αποκριάς.

Τα «Αποκριγιώματα» είναι ένα υπαίθριο και ολοήμερο γλέντι στο οποίο τραγόμορφοι και ζωόμορφοι κουδουνοφόροι, οι λεγόμενοι «αρκουδιάρηδες» που είναι ντυμένοι με προβιές αιγοπροβάτων, με μαύρα πρόσωπα και κουδούνια, δεμένοι με σκοινιά και αλυσίδες, επιδίδονται σε έναν ξέφρενο χορό, που ξεσηκώνει ολόκληρη την περιοχή.

Το έθιμο περιλαμβάνει μια ιδιαίτερη παράσταση γάμου, που παραπέμπει στα αρχαία Ανθεστήρια. Παραδοσιακά το ζευγάρι είναι «αταίριαστο» και η τελετή περιλαμβάνει σόκιν λόγια. Τα «Αποκριγιώματα» περιλαμβάνουν και την εκφορά πεθαμένου, τον οποίο κλαίνε, με σόκιν μοιρολόγια και τον ανασταίνουν με ρακή και σατυρικά τραγούδια.

Το καλωσόρισμα στην Γέργερη από τους «Αρκουδιάρηδες» γίνεται με κέρασμα ρακής και το λεγόμενο «μουτζούρωμα», το βάψιμο δηλαδή του προσώπου όλων των επισκεπτών, σα σημάδι που έχουν όλοι όσοι συμμετέχουν στο έθιμο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη