Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το παλιό σπίτι του παππού στο χωριό

Δημοσιεύτηκε

στις

Δύσκολο πράγματι να περιγράψει κανείς σήμερα πως ακριβώς ήταν ένα σπίτι στις αρχές του περασμένου αιώνα


Σε πολλά Δημοτικά σχολεία γνωρίζω ότι φέτος έχουν πάει εγκύκλιοι στους δασκάλους, όπου τους προτρέπουν να κάνουν στα παιδιά επίσκεψη σε κάποιο παλιό σπίτι, για να γνωρίσουν κι αυτά πώς περίπου ήταν η διαρρύθμιση ενός τέτοιου σπιτιού, αλλά και ο τρόπος ζωής τους μέσα σε αυτό .

Επειδή αυτό είναι λιγάκι δύσκολο, θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε ένα τέτοιο σπίτι, κάνοντας νοερά επίσκεψη στο σπίτι του δικού μου παππού στη Γαλιά Μανώλη Χουστουλάκη.!

Δύσκολο πράγματι να περιγράψει κανείς σήμερα πως ακριβώς ήταν ένα σπίτι στις αρχές του περασμένου αιώνα, αλλά θα προσπαθήσουμε να το περιγράψουμε από τις αναμνήσεις μας, όπως το πρόλαβε και τα έζησε η δικιά μας γενιά, τη δεκαετία του ’60 σαν ήμαστε παιδιά.

Τα περισσότερα σπίτια τότε ήταν κατά βάση απλά και φτωχικά, και ήταν συνήθως ένα δύο δωμάτια, κι αν υπήρχε τρίτο ή τέταρτο, αυτά θα ήταν ο στάβλος και ο αχυρώνας.

Ένα σπίτι τότε θα είχε οπωσδήποτε πατητήρι, είχε δεν είχε κάποιος αμπέλια, γιατί το πατητήρι εξυπηρετούσε σε πολλά και διάφορα ένα σπιτικό.

Τα δωμάτια ήταν τότε χαμηλοτάβανα, και τα σπίτια σπανίως διώροφα, και μπορούσε κάποιος όρθιος να ακουμπούσε ακόμα και την οροφή με το χέρι του. Καμιά φορά κάποια χαμόσπιτα ήταν τόσο χαμηλά, που σχεδόν ακουμπούσε το κεφάλι κάποιου ψηλού άνδρα στα μεσοδόκια! με οντά Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την ύπαρξη αρχοντικών με οντάδες, πολλά δωμάτια, γιατί παντού υπήρχαν και οι προύχοντες του χωριού. Τα παλιά σπίτια, τα περισσότερα έγιναν βιαστικά μετά από καταστροφές των σπιτιών τους από πολέμους, ή λόγω μετοίκισης από άλλα χωριά που καταστράφηκαν εκεί όλα α υπάρχοντά τους. Έπρεπε λοιπόν βιαστικά να χτίσουν ένα νέο για να στεγάσουν εκεί την οικογένειά τους.

Τα παλιά σπίτια, είτε από πέτρες χτισμένα, είτε από χωμάτινους πλίνθους μαζί με άχυρο, εν τούτοις όμως ήταν όμως ζεστά, και παρείχαν την απαιτούμενη οικογενειακή θαλπωρή. Είναι φυσικό να ήταν ζεστά , γιατί και οι τοίχοι κρατούσαν θερμοκρασία, αλλά και σκεπή που ήταν με μεσοδόκια καλαμωτή, και επάνω λεπιδόχωμα, όλα αυτά όπως ξέρουμε είναι μονωτικά υλικά, αλλά και οικολογικά.

Το παλιό σπίτι του παππού

Θυμάμαι λοιπόν εκείνο το παλιό σπίτι του παππού μου Εμμ. Χουστουλάκη στη Γαλιά , γνωστού σαν «Ρετζεπομανώλη» τη δεκαετία του ’60. Το πέτρινο διώροφο κτίσμα του παππού περιελάμβανε, επάνω δυο δωμάτια και κάτω τη φάμπρικα για να τη δουλεύουν οι τέσσερις γιοί του, τον στάβλο με τον αχυρώνα, δίπλα είχε το φούρνο, και πιο δίπλα ένα δωμάτιο που είχε μέσα τον αργαλειό για τις τρείς κόρες του. Ο Επάνω όροφος ήταν υπερυψωμένος, λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος, και είχε μακριά σκαλιά . Όπως όλα τα σπίτια της εποχής που είχαν σκαλιά, αυτά ήταν από πέτρες μονοκόμματες, καθώς και τα πλατύσκαλα και μπαλκόνια, ήταν με πέτρινες πλάκες . Αντί για κάγκελα γύρω – γύρω όπου υπήρχε σχετικό υψόμετρο, συνήθιζαν να χτίζουν ένα χαμηλό τοιχίο με πέτρες, το λεγόμενο μπεντένι, για προστασία από τυχόν πτώση, το είχαν και για καθιστικό, να κάθονται δηλαδή εκεί έξω τα καλοκαίρια, αλλά και να ακουμπάνε προσωρινά κάποια πράγματα. Η πόρτα εισόδου ήταν ξύλινη διπλή, και έκλεινε με ξύλινο συρόμενο μάνταλο, ή είχε παλιά κλειδαριά με πολύ μεγάλο κλειδί. . Το ένα της φύλλο που δεν άνοιγε συχνά, ήταν στερεωμένο με ένα σίδερο μακρύ, που την κρατούσε σε κόντρα με τον τοίχο, και το έλεγαν κοντομερί. Το ένα φύλλο που δεν ήταν σταθερό είχε ένα πρόχειρο χερούλι από σίδερο ή ξύλο. Δίπλα στον τοίχο εξωτερικά αριστερά, υπήρχε εξογκωμένη πλάκα για να υπάρχει επάνω μια γλάστρα, και επάνω ψηλά στον μπροστινό τοίχο μια σειρά από πέντε – έξη στόμια από σπασμένα σταμνιά, οι λεγόμενες σπουργητοφωλιές, για να τρώνε τα παιδιά τότε σπουργίτια τηγανητά σαν ομελέτα. Κάποια σπίτια είχαν και ξύλινο περιστερώνα.

Κάπου έξω αριστερά από το αυλιδάκι σε μια άκρη επίσης, υπήρχε και ο γύφτικος μύλος ή χειρόμυλος, καθώς και ο αλατσόμυλος, για να αλέθει το χονδρό αλάτσι, (αλάτι). Υπήρχε επίσης έξω και το στερνάκι ή σταρνίτσι ή πλυσταριό, για το πλύσιμο των ρούχων, κατά την μπουγάδα. Όταν ήθελαν πάντως να κάνουν μπουγάδα, προκειμένου να κουβαλάνε νερό με τα σταμνιά, προτιμούσαν οι νοικοκυρές να πηγαίνουν και να πλένουν τα βαριά ρούχα στο ποτάμι.

Στο πρώτο δωμάτιο

Μπαίνοντας στο πρώτο δωμάτιο, αριστερά ένας καρφίχτης (καθρέφτης) κρεμόταν στον τοίχο, με μια πάνινη θήκη πλεχτή για να μπαίνει η τσατσάρα, και από πάνω ο κορνιζωμένος καθρέφτης , που έγραφε τη λέξη «ΚΑΛΗΜΈΡΑ»! Δίπλα ή πίσω από την σταθερή πόρτα σε μια πρόκα κρεμόταν οι πετσέτες προσώπου

Το σοφραδάκι

Στο κέντρο του πρώτου δωματίου, θυμάμαι υπήρχε ένα χαμηλό σοφραδάκι, το οποίο είχε στην άκρη μια τρύπα όπου μπορούσε να κρεμαστεί και στον τοίχο. Εκεί έτρωγαν όλοι στην οικογένεια, και ο παππούς πάνω εκεί έφτιαχνε τα ζαχαρωτά του που τα πουλούσε στα πανηγύρια σε μεγάλες γιορτές, καθώς και τα Σάββατα στο παζάρι.

Έφτιαχνε τα περιβόητα παστέλια με σησάμι αμύγδαλα φιστίκια και μέλι, τις σησαμόπιτες με σουσάμι και μέλι , τα μαντολάτα της εποχής, αλλά και καραμέλες της εποχής, κάποιες ήταν πολύ μεγάλες, και κάποιες πολύ μικρές, και είχαν σε στριφτό χαρτάκι από μια μαντινάδα! Ο παππούς γνώριζε άριστα την τεχνική αυτή ήδη των ζαχαρωτών από αρχές του περασμένου αιώνα, καθώς και πολλά άλλα πράγματα, όπως την τέχνη της κανελάδας και λεμονοχιονάδας, την τέχνη αγγειοπλαστικής, την κατασκευή σαμαριών , σιδηρικών μαχαίρια τζένια, δραπάνια, μουστρουχινάκια και χίλια άλλα δυο! Για αυτό είχε επικρατήσει η φράση: «Ο Ρετζεπομανώλης είναι ένας σοφός άνθρωπος»!

Να αναλογιστεί κανείς πως τότε δεν υπήρχε κανένα ζαχαροπλαστείο στην περιοχή Μεσαράς, ούτε καν στις Μοίρες! Εκεί στο σοφραδάκι η γιαγιά καθάριζε το σιτάρι από την ήρα, τα όσπρια από τα κούφια και αμέστωτα, τις σταφίδες από τον καραμπουζέ. Εκεί γύριζε φύλλο με το ξιλίκι της (μπλάστρι) , και έφτιαχνε τα πιταράκια, το μαγκίρι, τις στριψουλίδες, ή έφτιαχνε τις κουρκουμπίνες ή τα νταγκούλια του ξινόχοντρου. Πιάτα πορσελάνινα και γυάλινα δεν υπήρχαν τότε, τα πιρουνοκούταλα, οι μεγάλες κουτάλες και τα πιάτα ήταν όλα σχεδόν ξύλινα, μονάχα τα τσικάλια και οι μοσώρες (πιατέλες) ήταν πήλινες, και τις έφτιαχναν ο ίδιος ο παππούς σε αυτοσχέδιο δικό του καμίνι που είχε δίπλα στο αλώνι του, στη περιοχή Φτεριά. Εσωτερικά τις πιατέλες τις περνούσαν τότε από ειδικό υλικό, και όταν ψηνόταν γινόταν σαν γυαλί.

Η παρασθιά

Στο δωμάτιο μπαίνοντας αμέσως δεξιά, υπήρχε η παρασθιά, το τζάκι της εποχής δηλαδή, που ήταν λίγο υπερυψωμένη. Δεν υπήρχε τότε σπίτι χωρίς παρασθιά, που ο καπνός έφευγε από την καμινάδα, που συνήθως ήταν απλή με δυο πέτρες πλαγιαστές, αλλά μπορούσε να έχει και κάποιο ύψος.. Όλοι τότε μαγειρεύανε με τα ξύλα, γιατί δεν υπήρχαν ούτε ηλεκ. κουζίνες ούτε γκαζιέρες πετρελαίου. Η παρασθιά είχε τους δυο πυρόμαχους, που εκεί επάνω ακουμπούσαν το τσικάλι, το τηγάνι, ή την πλακόπετρα, όταν ήθελαν να κάνουν πλακόπιτα αντί για ψωμί. Άναβε φωτιά η γιαγιά, ζέσταινε τη πλακωτή πέτρα, μετά άπλωνε επάνω το ζυμάρι, το πίεζε επιτόπου να γίνει μια πίτα με ένα δυο εκατοστό πάχος, και άμα ψηνόταν από τη μια μεριά τη γύρναγε από την άλλη. Αυτό ήταν το αγαπημένο ψωμί όλων τότε, όταν τελείωνε το παξιμάδι. Επάνω στο τζάκι ακουμπούσαν διάφορα πράγματα, όπως το μπρούντζινο χαβάνι, ένα καντηλάκι, κεριά, τα σπίρτα, ενώ από μέσα σε μια γωνιά υπήρχε το λαδικό (ρόι), τα τσικάλια και τα τηγάνια, αλλά όλα αυτά μπορούσαν να κρέμονται και στον τοίχο.

Δίπλα από τη παρασθιά, αλλά πάντως κοντά κρεμόταν το καυκί με το αλάτσι (αλάτι) ή ένας τσούκος που είχε στο πλάι μεγάλη τρύπα στο πλάι για να μπαίνει το χέρι. Το καυκί με το αλάτσι το κρεμούσαν επίτηδες εκεί κοντά στη φωτιά, για να μην κρατάει υγρασία και λασπώνει. Γύρω από γύρω από τους πυρόμαχους κρεμόταν οι μεγάλες κουτάλες, της σούπας και η τρυπητή που ήταν συνήθως μεταλλική. Εκεί κρεμόταν και το φυσιχτήρι, που ήταν ένας στενόμακρος σωλήνας μεταλλικός ή από καλάμι, και με αυτό φυσούσαν τα ξύλα να ξεπάρει η φωτιά. Κάπου εκεί κοντά ήταν και ένα χαμηλό στρογγυλό ή οβάλ παραλληλόγραμμο μαγκαλάκι, για να ζεσταίνει τον χειμώνα.

Η πιατοθήκη

Πιο πέρα από το τζάκι δεξιά, κρεμόταν η απλή πιατοθήκη, και πάνω εκεί τα διάφορα πιατικά και πιρουνοκούταλα. Εκεί στο τζάκι επάνω ακουμπούσαν και τα διάφορα κουτιά, ζάχαρης καφέ, τσαγιού, βάζα με γλυκά, πετιμέζι, αν δεν ήταν επάνω στο τζάκι, και κάποια μπουκάλια με ξύδι , ενώ σ τις θήκες στο κάτω μέρος έβαζαν τα πετσετάκια και τα κανεβάτσα.

Οι καρέκλες ήταν απλές ξύλινες αυτοσχέδιες με ταβλιά και αντί ψάθα είχαν στη βάση τους επίσης ταβλιά. Αργότερα η βάση έγινε ψάθινη. Υπήρχαν δυο τρείς καρέκλες το πολύ στο δωμάτιο, πιο πολλά όμως υπήρχαν σκαμνάκια ή κούτσουρα πελεκημένα για να κάθονται τα παιδιά.
Στη γωνία δίπλα από τη κρεμαστή πιατοθήκη, υπήρχε και ένα χαμηλό μικρό τραπεζάκι, όπου ακουμπούσαν επάνω πολλά και διάφορα, ένα μπουκάλι κρασί, τα ντενεκάκια του νερού, το τσαγιερό, κλπ

Η καντιλιέρα

Πριν ανακαλυφθεί η λάμπα πετρελαίου, ανέκαθεν υπήρχε ο λύχνος (λυχνάρι).

Ο λύχνος κρεμόταν επάνω στη καντιλιέρα. Η καντιλιέρα ήταν ένα κούτσουρο 20 με 25 εκ διάμετρο κυλινδρικό, που στο πλάι του κούτσουρου υπήρχε καρφωμένη μια πήχη όρθια 5 με 6 εκ φάρδος 1 εκ πάχος και 1,5 μέτρο ύψος. Ανά διαστήματα η όρθια πήχη αυτή είχε τρύπες 5 με 6 χιλιοστών, και εκεί κρέμαγαν τον λύχνο (λυχνάρι), σε ύψος ανάλογα το χώρο που ήθελαν να τους φωτίσει ο λύχνος. Την καντιλιέρα (σαν φωτιστικό μέσον), την μετέφεραν όπου ήθελαν το φώς, στο κέντρο του χώρου και ψηλά όταν ήθελαν να φάνε ή να κάνουν κάποια δουλειά, αλλά όταν ήθελε κάποιος να διαβάσει, έφερνε την καντιλιέρα κοντά του, και κρέμαγε το λυχνάρι στη πιο χαμηλή τρύπα για να έχει περισσότερο φως.

Πολλές φορές τα παιδιά τσακώνονταν μεταξύ τους, ποιο θα έχει το φώς να διαβάσει πρώτο, και άλλοτε αναγκαστικά περίμεναν ένα – ένα να διαβάσει κάποιο και να παραλάβει εκείνο το φως. Κάποια νοικοκυρόσπιτα που είχαν λάδι σε αφθονία, είχαν λύχνο με δύο φυτίλια που τον έλεγαν και διπλέρι, ή λύχνο του εργοστασίου ή λύχνο τση φάμπρικας. Δύο τέτοιους λύχνους είχαν και τα καφενεία για να φωτίζουν το χώρο, μέχρι την εποχή που εμφανίστηκαν τα λούξ πετρελαίου. Και ο παππούς είχε λύχνο τση φάμπρικας, αφού είχε και ο ίδιος φάμπρικα. Όμως αντί για λύχνους ή διπλέρια είχαν και το γνωστό φενέρι (φαναράκι). Μέσα το φενέρι είχε ένα μισό μεταλλικό ποτήρι κολλημένο στον πάτο για το λάδι, αλλά και ένα μικρό στρογγυλό γλωσσίδι που κρατούσε το φιτίλι. Όταν πήγαιναν τη νύχτα και από χωριό σε χωριό για να βλέπουν στο δρόμο, κρατούσαν το φενέρι αυτό που δεν το έσβηνε ο αέρας, και είχαν και λάδι μαζί τους σε ένα μπουκαλάκι για να συμπληρώνουν. Επίσης το κρατούσαν όταν φύσαγε αέρας όταν έπρεπε τη νύχτα να πάνε να ταΐσουν τα ζώα τους, ή όταν πήγαιναν νύχτα στους χοχλιούς τον Απρίλη, μετά το κρεμούσαν και πάλι στον τοίχο.

Η φαμελιά του παππού ήταν μεγάλη, αφού είχε εφτά παιδιά, έτσι έτρωγαν όλοι μαζί, κυκλικά, από μια πιατέλα αν ήταν γάλα η σούπα κλπ, και όλοι ένας – ένας με τη σειρά έπαιρνε από μια κουταλιά ή πιρούνια εκ περιτροπής! Ο παππούς τους είχε βάλει σε τάξη, όταν άδειαζε η πιατέλα, συμπλήρωνε η μάνα τους, η γιαγιά μου δηλαδή. Στη περίπτωση που δεν ήταν μεγάλη μια οικογένεια, μπορούσε το κάθε άτομο να έχει στο τραπέζι το δικό του πιάτο.

Ο νεροχύτης και η κρεμαστή βρύση

Στο πρώτου δωμάτιο επίσης , υπήρχε και ένας νεροχύτης, που περίπου ήταν χτιστός και πέτρινος. Από επάνω κρεμόταν η κρεμαστή βρύση (ένα μεταλλικό δοχείο με βρυσάκι).

Ο νεροχύτης είχε με τρύπα για να βγαίνουν έξω τα νερά. Οποιαδήποτε άλλη βρύση δεν υπήρχε παρά μονάχα αυτή η κρεμαστή, που έπαιρνε μέχρι 5 οκάδες νερό, και τη γέμιζαν με το σταμνί, η κατανάλωση νερού γινόταν με φειδώ. Εκεί πλενόταν το πρωί όλοι, αλλά ξέπλεναν και τα πιάτα. Καμιά φορά τη βρύση αυτή την κρέμαγαν και έξω, αλλά την έπαιρναν και στην εξοχή όταν έμεναν στο αλώνι, την περίοδο του αλωνίσματος.

Το σταμνοστάτι

Στο πρώτο δωμάτιο επίσης στη μέση του αριστερού τοίχου, υπήρχε κοίλωμα στον τοίχο σαν ντουλάπι, το λεγόμενο σταμνοστάτι. Ήταν από μισό έως ένα μέτρο ύψος από το πάτωμα, και η εσοχή αυτή είχε πέτρινη βάση, με υποδοχές σκαλιστές για τρία διαφορετικά σταμνιά, ένα μεγάλο, ένα μεσαίο και ένα μικρό.

Υπήρχε βέβαια και η εξής μαντινάδα της εποχής

-Διάλε το σταμνοστάτι σου, τρία σταμνιά ‘χει απάνω
βάλε μου απ το μεσακό, νερό για θα ποθάνω!

Το καλοκαίρι επάνω εκεί στο σταμνοστάτι είχαν το κρυγιοστάμνι, που το είχαν περιτυλίξει από γιούτινο φάρδο, δηλαδή, από σακί που ήταν φτιαγμένο στον αργαλειό από ένα υλικό που ερχόταν από το εξωτερικό, και ήταν από ίνες κοκοφοίνικα. Με το ύφασμα αυτό τύλιγαν το σταμνί και το έβρεχαν με νερό, και έτσι η υγρασία αυτή το διατηρούσε δροσερό. Όταν στέγνωνε το ξανάβρεχαν, διαφορετικά έπρεπε να πάνε σε πηγή για να φέρουν κρύο νερό. Στο στόμιο του σταμνιού είχαν το σταμναγκλάθι ξερό, για να μην μπαίνουν μέσα βλαβερά έντομα.

«Απου στεροπανίσει πλύσει!»

Στο τέλος του φαγητού στα χωριά της Κρήτης, τα κορίτσια από πέντε χρονών και πάνω, πολλές φορές τα μάθαιναν οι γονείς τους να πλένουν εκείνα υποχρεωτικά τα πιάτα, ένα κορίτσια ανά μια ημέρα, με απώτερο σκοπό να μαθαίνουν να γίνονται τα ίδια από μικρά σωστά «νοικοκυραδάκια»! Είχε επικρατήσει σε κάποιες οικογένειες, να συναγωνίζονται τα κορίτσια ποιο θα αποφύγει το πλύσιμο των πιάτων, και έτσι λέγανε τη γνωστή τότε φράση: «Απου στεροπανίσει πλύσει»! Δηλαδή, όποιο κορίτσι «επάνιζε τελευταίο το πιάτο του» δηλαδή τελείωνε τελευταία το φαγητό του, εκείνη θα έπλενε και τα πιάτα! Ένα είδος δηλαδή παιγνιδιού, που στο τέλος την πλήρωναν τα μικρότερα κορίτσια, γιατί δεν ήταν τόσο γρήγορα στο να τελειώσουν πρώτα το φαγητό τους, και μένανε τελευταία!

Έτσι πολλά από αυτά τα μικρά κορίτσια, καταλήγανε στο σημείο να μην τρώνε καθόλου, για να μην μείνουν τελευταία, οπότε θα γλύτωναν τα πιάτα!

Ρήμα που σήμερα έχει καταργηθεί, ενώ κάποτε ήταν στην ημερήσια διάταξη, είναι το ρήμα «πανίζω»! Η μάνα έλεγε του παιδιού: «Να φας ούλο το φαί σου και να μου πανίσεις και το πιάτο σου»! Το «πάνισμα» δε, γινόταν τελευταία με το πέρασμα ψωμιού που φυσικά το έτρωγαν βουτώντας το πολλές φορές στο ζουμάκι, και παρέδιδαν το πιάτο πεντακάθαρο, «να γυαλίζει ο πάτος» όπως έλεγαν!

Στο μέσα σπίτι – το πατητήρι

Ο αγρότης, αφού με πολύ κόπο έφερνε το εισόδημα στο σπίτι, κάπου έπρεπε να τον αποθηκεύσει Στο μέσα σπίτι ή στη μέσα κάμερα όπως το λέγανε, θα υπήρχε το πατητήρι. Αυτό ήταν ένας χώρος κτιστός με εγκοπή μπροστά σαν παράθυρο, για να ακουμπάνε εκεί τις συσκευασίες είτε σακιά με ελιές, είτε κόφες, είτε καλάθια με σταφύλια, για να τα αδειάζουν από εκεί, όταν ήθελα να τα πατήσουν για να βγάλουν κρασί ή ρακή. Τις ελιές τις αποθήκευαν επίσης εκεί, και όταν γέμιζε το πατητήρι, ερχόταν οι φαμπρικάρηδες να τις σακιάσουν και να τις αλέσουν στη φάμπρικα. Μπορούσαν να αδειάσουν στο πατητήρι οτιδήποτε, ακόμα και χαρούπια.

Η κασόνα και η σιταποθήκη

Αν είχε χώρους το σπίτι, μπορούσε να κάνει ο αφέντης διαφόρους σωρούς, ένα για το σιτάρι, ένα για κριθάρι κι άλλο για τη ταγή (σίκαλη). Το ίδιο και αν είχε χώρους που να χωράνε πολλά και μεγάλα πιθάρια. Έτσι όσοι δεν τα διέθεταν αυτά, έκαναν ένα χώρισμα σε ένα δωμάτιο, χτιστό ή τσιμεντένιο με χαμηλά τοιχώματα, από τη μια μεριά του τοίχου, μέχρι την άλλη. Αν αυτή η κατασκευή γινόταν με ξύλινες τάβλες, την έλεγαν κασόνα, και από επάνω έκλεινε με μουκαπόρτα. Η ξύλινη αυτή αποθήκη σιτηρών ή κασόνα δηλαδή, είχε και αυτή τρία τέσσερα χωρίσματα, για σιτάρι, κριθάρι ταγή κλπ.

Συνήθως έβαζαν περισσότερο κριθάρι, γιατί ήταν τα εδάφη κατάλληλα, ενώ το σιτάρι απαιτούσε άροση δυο φορές τουλάχιστον, να αεριστεί καλά το χώμα να αφρατέψει, να μπορεί να αναπτυχτεί καλά και να αποδώσει. Το κριθάρι όμως, και ακόμα περισσότερο η ταγή, δεν ήθελαν ιδιαίτερη καλλιέργεια.

Το ρόβι το λαθούρι και τα υπόλοιπα όσπρια, τα είχαν συνήθως σε σακιά. Σε ένα σακί είχαν το λαθούρι, σε άλλο τη φακή, σε άλλο τα κουκιά, σε άλλο το σουσάμι, σε άλλο το ρόβι, (είδος σόγιας) τα ρεβίθια, τον αρακά κλπ. Αν όμως υπήρχε κατάλληλος χώρος πάλι στην μπορούσαν όλα αυτά να μπουν και σε χωριστά μικρά πιθαράκια ή σε βρασκιά, που ήταν σαν μικρά πιθάρια αλλά ήταν ανοιχτά από επάνω σαν γλάστρες.

Εκτός του κρεβατιού που κοιμόνταν οι γονείς στο πρώτο δωμάτιο, υπήρχαν και άλλοι χώροι που κοιμόταν τα παιδιά. Συνήθως τα μικρότερα κοιμόταν όλα μαζί κάτω στο πάτωμα στη στρωματσάδα! Όμως και η κασόνα στο δεύτερο δωμάτιο και αυτή φιλοξενούσε για ύπνο κυρίως δυο από τα παιδιά! Το ένα κοιμόταν από τη μια μεριά, και το άλλο από την άλλη! Όμως το σιτάρι, και όλα τα σιτηρά, έχουν τη κακή συνήθεια, μετά από ένα διάστημα, να κάνουν ψείρες! Είναι οι γνώστες σε όλους, οι «ψείρες του σιταριού». Μπορεί η κασόνα από τα παλιά χρονιά να γινόταν και ένα ωραία κρεβάτι, αλλά δεν ήταν και ικανή να συγκρατήσει τις ψείρες να μη βγαίνουν απέξω από τις τάβλες, και να πηγαίνουν να περιπατάνε στα πόδια των παιδιών! Έτσι μια και δεν είχαν βγει ακόμα τα φάρμακα, έβαζαν μέσα στον καρπό διάφορα ματσάκια από βότανα που η μυρωδιά τους έδιωχνε τις ψείρες. Εκτός από την κασόνα, επίσης και στο πατητήρι επάνω έβαζαν επίσης μακριές τάβλες όπου εκεί επάνω έστρωναν μπατανίες και μπορούσαν άνετα και εκεί επάνω να κοιμηθούν κάποια άλλα άτομα της οικογένειας.

Άλλα τζιμπράγαλα

Στο δεύτερο αυτό δωμάτιο πάντως του παππού, υπήρχαν δυο ή τρία πιθάρια για το λάδι, κλειστά από πάνω με ξύλινο καπάκι, να μην πέφτουν μέσα ποντίκια. Επάνω στα πιθάρια μπορούσαν να ακουμπάνε αντικείμενα όπως τις σκάφες για το ζύμωμα, τα μπουγαδοτσίκαλα, τα κοφίνια για τα κανίσκια, τον κουνενό για το εφτάζυμο ψωμί, τα μαδαράκια για τα τυριά, και τα καλάθια τα διάφορα είδη κουρούπιών, φαγητού, τα τσιποκούρουπα για το γάλα κλπ. Παλιά τους τούχους κρεμόταν και τα ασκιά, όπου τα χρησιμοποιούσαν για μεταφορά διαφόρων υγρών, λάδι, κρασί, ρακή κλπ.

Υπήρχαν σίγουρα κάπου εκεί και δυο νταμιτζάνες που η μια είχε κρασί και η άλλη ρακή, ντυμένες απ’ έξω με πλεχτή ψάθα. Μπορούσε να υπάρχει εκεί και το κρασοβάρελο στη περίπτωση που ο παππούς είχε ακόμα τα αμπέλια του. Υπήρχαν επίσης διάφορες πήλινες κουρούπες, όπως το λαδοκούρουπο που έβαζαν μέσα σε λάδι τα λαδοτύρια για διατήρηση, και η κουρούπα για τη γλίνα, το λίπος του χοίρου και τα σύγλινα, τη κουρούπα ή πιθαράκι για τις ελιές κλπ.

Από το ταβάνι κρεμόταν με τέσσερα σχοινιά μια μεγάλη τετράγωνη ή στενόμακρη τάβλα ή καλαμωτή, που επάνω έβαζαν τα τυριά που ήθελαν να ξεραθούν ή τον ξινόχοντρο, χωρίς τον φόβο να τα επισκεφτούν τα ποντίκια. Κάποια σππιτια είχαν και το φανάρι, που εκεί φύλασσαν πράγματα από έντομα και ποντίκια. Όμως και εδώ γύρου – γύρου στους τοίχους θα δούμε να κρέμονται και πάλι πολλά και διάφορα, ο καμπανός, τα τσιγκέλια, τα φλασκιά σε διάφορα είδη νερού και κρασιού, οι γαμπάδες, οι βούργιες οι κνισάρες τα κόσκινα, ο βολίστρας, αλλά και ο τσιφτές του παππού , που τον είχε για κυνήγι!

Κάπου εκεί ήταν και η ανέμη της γιαγιάς, το τυλιγάδι το θρομύλι ο άδραχτος, η και ότι άλλα εργαλεία χρησιμοποιούσε για την ύφανση, αλλά υπήρχε και ο στρίποδας που ο παππούς τζαγκάρευε τα σαλβάρια του.

Επικίνδυνα εργαλεία

Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη αίσθηση όταν πήγαινα στου παππού, ήταν το τι υπήρχε επάνω στα μεσοδόκια στο μέσα δωμάτιο!

Τα επικίνδυνα εργαλεία τα κρεμούσαν μεν ψηλά στους τοίχους ψηλά να μην τα φτάνουν τα παιδιά, όμως τα μαγκώνανε και πάνω από τα μεσοδόκια. Έτσι στρίμωχναν εκεί τα κεντριστήρια, τα τσιτρέτα με κοφτερή λεπίδα, τον μπιτσάκο, τα τσαπράζια μικρά ή μεγάλα, όλα τα μεγάλα μαχαίρια, κασαπομάχαιρα, ή τα παραδοσιακά γιαταγάνια που είχαν κληρονομήσει από τους προγόνους.

Στα μεσοδόκια επίσης υπήρχαν στριμωγμένα τα δραπάνια ο σαρακας, τα σκεπάρνια το μικρό κασμαδάκι, το σκεπαρνάκι κλπ.

Τα βραστάρια και τα βότανα

Στον τοίχο εκείνα που εντυπωσίαζαν στο σπίτι του παππού, μπαίνοντας στο δεύτερο δωμάτιο, ήταν τα τσάγια και τα βότανα που κρεμόταν σε ματσάκια, με αυτά έκαναν τα βραστάρια, αλλά τα χρησιμοποιούσαν και στη φαρμακευτική, αφού δεν υπήρχαν φάρμακα. Γνώριζαν οι παλιοί άριστα τις φαρμακευτικές ιδιότητες κάθε βοτάνου, και με ποιο τρόπο μπορούσαν να θεραπεύσουν κάποια πάθηση. Τα πιο συνηθισμένα ήταν εκείνα που γιάτρευαν παθήσεις του στομάχου, των νεφρών, τους πονοκεφάλους κλπ. Έτσι βλέπαμε να κρέμονται στον τοίχο πάρα πολλά ματσάκια που ήταν εντυπωσιακά, από βότανα αποξηραμένα όπως καμηλάκια, (χαμομήλια) τα οποία τότε τα ξεπάτωναν και τα έκαναν ματσάκια. Κρεμόταν τσάγια από ματζουράνα, διόσμο, έρωντας, ( δίκταμον) μαλωτήρα (τσάι του βουνού), ελίχρυσος, αντωνανίδα, λεβάντα, φλισκούνι, μολόχα αποξηραμένη, δάφνη, αρισμαρί (δεντρολίβανο), αμπερόζα (αμπερόριζα) , βασιλικός, φλαμούρι (τίλιο)ματσάκια από φασκομηλιά, από θυμάρι, θρούμπα, αλλά και άλλα τσάγια και βότανα που ακόμα δεν έμαθα τις ονομασίες τους.

Επίσης φύλαγαν σε κουτιά και διάφορους θαυματουργούς σπόρους διαφόρων φυτών όπως εκείνους του φυτού μυρμηγκόχορτου, με το οποίο γιάτρευαν τις μυρμηγκιές

Στο στάβλο

Αν μπορούσαμε να μπούμε στον στάβλο του παππού, μπορεί αυτός ήταν χωριστά από τον αχυρώνα με οριζόντιες μεγάλες τάβλες, και στο ένα μέρος να είναι τα ζώα, και στο άλλο είχε τα άχυρα και τους σανούς. Κάπου σε μια γωνιά θα δούμε όρθιες να ακουμπάνε στον τοίχο οι σκαλίδες, οι κασμάδες τα σκαπέθια, η παλάμη (φτιάρι), το μεγάλο μανάρι (τσεκούρι )για τα ξύλα, ο λοστός η τζουγκράνα η μεγάλη δραπάνα (κοσσά), η βαρειά (βαριοπύλα) τα ξύλινα θρινάκια κλπ. Τα αλέτρια συνήθως τα άφηνα έξω. Στον τοίχο θα κρέμονται οι μουστρουχίνες, τα μικρά μουστρουχινάκια, οι μουράγες τα χαλινάρια , οι κάσοι, τα ζυγάλετρα και τα σκοινιά. Κάπου εκεί ήταν και τα σομάρια, ο βολόσυρος η ξυλόπορτα και όλα τα απαραίτητα γεωργικά εργαλεία.

Οι χώροι πολλές φορές του σπιτιού, δεν ήταν πάντα άνετοι, κι αυτό από πεποίθηση! Ο λόγος γιατί έλεγαν οι παλιοί:

-Χωράφι όσο θωρείς (βλέπεις), και σπίτι όσο χωρείς!

Δίδασκαν δηλαδή οι γεροντότεροι τους νεώτερους, να μένουμε αρχικά σε ένα μικρό σπίτι μέχρι να κάνουν προκοπή, χωρίς πολλές – πολλές πολυτέλειες, να μη χαλάνε τα λεφτά τους στην κατασκευή μεγάλου σπιτιού, διότι τα μεγάλα χωράφια, είναι εκείνα που θα φέρουν μελλοντικά και τα πλούτη!

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη