Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το παράπονο της γριάς Φροσύνης: “Έχω χρόνια να ιδώ άνδρες αγκαλιασμένους”

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γελαστή και ηλικιωμένη πλέον Φροσύνη, δεν θυμίζει σε τίποτα την αεράτη και ζωηρή Φροσύνη του ’50, με την έντονη κρυστάλλινη και καθαρή αλλά και γλυκιά φωνή


Όμως ένα πράγμα έμεινε βαθειά αναλλοίωτο και βαθειά ριζωμένο στη ψυχή και στη καρδιά τση, από όλα εκείνα τα παλιά όμορφα χρόνια. Είναι αυτές οι παλιές συνήθειες των χωριανών της, που σμίγανε, για να ιδούνε «πως θα το κάμουνε», μα και για να περνούνε όλοι καλά μονιασμένοι.

Ο άνδρας τση ο Γιάννης Νικολακάκης, γνωστός και σαν “Νικολακογιάννης”, ήτανε αρχηγός της Γαλιανής ομάδας της αντίστασης στη κατοχή. Είδανε πολλά τα μάθια τση! Γέμισε και η ίδια πολλά κοφίνια τρόφιμα για να τα πέψει ο άνδρας τση στο αντάρτικο.

Δε μπορεί σήμερο με τίποτα να πιστέψει, πως αλλάξανε ετσά τα πράματα, και ήρθανε τα πάνω κάτω! Μπορεί να πέρασε πολλώ λογιώ δυσκολίες και λαχτάρες στη ζωή τση, αλλά επέρασε και πολλές χαρές. Πέρασε ικανοποίηση γιατί είχε τον άνδρα τση που ήταν παλληκάρι, είχε και το μοναχογιό τση που τον σπούδαζε στην Ιταλία. Χαιρόταν που ο μακαρίτης ο άνδρας τση ήταν θαρραλέος και βοηθούσε κι αυτός με τον τρόπο του στην αντίσταση. Μόνο οι άνδρες οι πραγματικοί τα κάνουν αυτά!

Όμως είχε σε ούλη τη ζωή τση «ένα χωργιό» δίπλα τση!

Είχενε ούλα τα κοπέλια του χωργιού κοπέλια τση! Είχε όλους τσοι χωργιανούς αδέρφια τση!

Εδά είναι σχεδόν κατάκοιτη. Ίσα απου σέρνεται, με τρεμάμενη πλέον η φωνή, δίχως κιανένα εδικό τση στο πλάι της. Πού και πού ανε φανεί κιανείς…

Ένας μονάχα πηγαίνει και τηνε θωρεί αργά ταχιά, ο κατά όλους εξαίρετος και ιδιαίτερα σεμνός άνθρωπος και οικογενειάρχης, ο Αλέκος Φανουράκης. Ο Αλέκος είναι γείτονας και ήταν ο παλιός μεγάλος λαουτιέρης του χωργιού!

Χρόνια και αυτός «εργάτης» του λαούτου, και «μεροκαμαθιάρης » στα γλέντια, πρόσφερε τα απαραίτητα στην οικογένειά του. Πάει και τη θωρεί πού και πού τη γειτόνισσά του τη Φροσύνη.

Πάει να ιδει πως είναι η υγεία τση, και να τση κάνει μιαολιά παρέα. Και αυτό, γιατί ακόμα νοιώθει άθρωπος. Αυτόν δεν τον αλλάξανε ετεσές οι ανάποδες εποχές! Μα και η Φροσύνη ήτανε χρυσός άνθρωπος στη ζωή τση, και χρυσός παρέμεινε!

-Καλημέρα Ευφροσύνη, πώς είσαι σήμερο?

-Καλώς το γείτονα, το καλό μας τον Αλέκο! Να ‘σαι καλά μπρέ Αλέκο, που εσύ τουλάχιστο, θυμάσαι και μένα, που και πού και φαίνεσαι (εμφανίζεσαι)!

-Αχ μπρέ Ευφροσύνη! Πότες επεράσανε κακορίζικο τα χρόνια μας, που μια βολά (φορά) επετούσαμε! Πως επερνούσαμε μια φορά και ένα καιρό, επαέ στη γειτονιά μας! Σα κι οψές θυμούμαι Φροσύνη και ‘ποσπερίζαμε εκειέ αοπάνω στο αυλιδάκι σας! Θυμούμαι πως εγλεντούσαμε ένα φεγγάρι, πόσο γελαστή και κεφάτη ήσουνα μπρέ Φροσύνη, απου σε καμάρωνε ούλο το χωργιό με το γέλιο σου, και τη καλοσυνάδα σου!

-Αχού Αλέκο, μου φαίνεται πως περάσανε πεντακόσα χρόνια απο ντα -ν ήμαστε κοπέλια!
Μα τοτεσάς αλλοιώς ήτονε τα πράματα. Σήμερο πως αποδώκαμε ετσά λογιώ! Μα δεν εποδώκαμε θαρρώ πως μόνο εμείς, η κοινωνία ούλη ξάνοιξε (κοίταξε )πως εκακοπόδωκε! Εμείς τουλάχιστο, ούλα εκειανά τα όμορφα χρόνια, τα περάσαμε και τα χορτάσαμε καλά – καλά! Μα ετσά που ζει σήμερο ο κόσμος, είναι σκέτο τρελοκομείο! Πραγματικώς είναι για λύπηση! Πού ‘ναι μπρέ Αλέκο εκείνοι οι καλοσυνάτοι αθρώποι που συνέχεια εγελούσανε, συνέχεια εκάνανε τροζάδες, και στελειώνανε στο κεφτό παρέες – παρέες εσμίγανε από σπίτι σε σπίτι!

Αχι Αλέκο, πως εποδώκαμε ετσά λογιώ ετανέ τα χρόνια! Φύγανε και δε γιαγέρνουνε πίσω, ούλα εκειανά τα όμορφα χρόνια που περάσαμε. Εδά ο κόσμος είναι πχιά δυστυχής από μας κι ας έχει και τα νιάτα ντου και τα καλημέντα του!

Πού ‘ναι μπρέ Αλέκο εκείνοι οι χαρούμενοι αθρώποι, που συνέχεια εγελούσανε, εσμίγανε, πότες στο ένα σπίτι πότε στο άλλο,και το χωρό τον εστήνανε στο λεφό, φτάνει να βρεθεί λύρα γη πικάπ, ακό,α και με το ράδιο! Χαιρότανε και αυτοί τη ζωή ντως, και τσι καμάρωνε και οι οικογένειες τους οντε -ν εγελούσανε με τη καρδιά ντως, ως και τα κοπέλια έχαίρουντο με τα αστεία ντως!

Πόσο καιρό Αλέκο, έχω να ιδώ διό άντρες αγκαλιασμένους και αγαπημένους, με πραγματική αδερφική φιλία, χωρίς ζήλιες, χωρίς μίση και διαφορές. Ούλοι μαζί με μια ψυχή εσμίγανε να κάνουνε το παρεάκι ντως, και πίνανε το κρασάκι ντως όξω καρδιά, και μετά να τραγουδούνε ούλοι μαζί! Το κρασί και το τραγούδι τσι ‘φερνε ακόμα πιο κοντά τον ένα ν-το ν’ άλλο. Δε ήθελε πολλά – πολλά η γ- αθρωπχιά!

Μα πόσο καιρό Αλέκο, έχω να ακούσω καντάδα από μνια παρέα μέσα στα δίκαια μεσάνυχτα από δυό τρείς τσούμαρους (έφηβους) λεβέντες , που «τα’ χανε σουφρώσει», και μέσα ντως έβραζε και λαβουρντάνιαζε ο έρωντας τση ψυχής τως! Αγκαλιασμένη η πατούλια να γέρνουνε το ίσα πάνω τραγουδώντας, « Αντές αντές- όπα όπα μικιό μελαχρινό μου», κι … όπου τσι βγάλει!

Εκανταδίζανε σε ούλο το χωργιό, και δεν αφήνανε κιαμνιάς όμορφης το σπίτι να μη τση πούνε μαντινάδες!

Κιαμνιάς ζόρικης μελαχρινή, κιαμνιάς πεισματάρας καστανή δεν την αφήνανε “σε χλωρό κλαρί” που να μη τση τα πούνε τραγουδιστά! Μόνο ετσά εβγάζανε το «άχτι τους»! Ότι ήτανε να πούνε τση κοπελιάς, το λέγανε με μαντινάδες!

Ο καθένας τως με το μυαλό του είχε μπολιασμένη μια γ-κοπελιά, και με τη καντάδα ήτανε σαν να κάνανε μια «δέηση στο Θεό», που περάσανε ωστόσο-να καλά, και τόσον-α όμορφα περάσανε τη βραδιά ντως!

Πούνε μπρέ Αλέκο τα χρόνια που το σκολιό μας εκειέ από πάνω, ήτονε στην αυλή τούτο νεώνειο κοπέλια, που φωνιάζανε κι αγλακούσανε σα μικρά θεργιά, και πότε επαίζανε «σκλαβγιά», «μπιζ-μπωλ», πότε «αμάδες» και «ντελιμά»? Πότε με τα ποδήλατα να σβουρίζουνε σα τσι σφίγγες Και εδά δε θωρείς, οξω μόνο αμάξα να ‘γλακούνε πέρα πόδε, μα άθρωπο δε θωρείς!

Που ναι τα χρόνια που επερνούσανε τα χτήματα (γαϊδούρια – μουλάρια) φορτωμένα στάχυα και τα ξωλαλούσανε οι νοικοκυραίοι με τη χαχαλόβεργα, φωνιάζοντας τους δυνατά να μη μαχώσουν σε και-να τοίχο: «Όξω να, μέσα νά»! Από πίσω να κλουθούνε μια δεκαριά κατσικοπρόβατα και να καταχτυπούν τα κουδούνια ντους? Κάποτε εθάρρουνα πως τα κοπέλια εκάνανε μόνο βαβουρανιά(φασαρία), και τα ζα βρομίζανε με τσι κοπρές τως ούλο το χωργιό. Εδά τα ανεζήτηξα ζάβαλε Αλέκο ούλα αυτανά, και τα γαϊδουροπρόβατα, και τα κοπέλια.

Μα αναστοράσαι πόσα χρόνια έχομε-νε να ακούσομε να γκανίζει γάιδαρος στο χωργιό μας, γ-ή αελιά (αγελάδα), γή να μουγκρίζει χοίρος τα Χριστούγεννα! Εδά μαθώς απου δε θωρώ και άθρωπο γεννημένο μπλιό επαέ μέσα, φοβούμαι πως θα μου ‘ρθη να τροζαθώ!

Να ποθάνω θέλω Αλέκο, μα το μυαλό μου ανε κάνει μνιά σταλιά κουράγιο είναι απου ανεστορούμαι ακόμα ούλα κειανά τα καλά απού περάσαμε!

Κείμενο – φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *