Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ένα εκπληκτικό Καφενείο στην Αρχαία Ελεύθερνα με ιστορία 100 χρόνων

Δημοσιεύτηκε

στις

Η απογευματινή Κυριακάτικη βόλτα μας έβγαλε στο Αρκάδι


Ήταν όμως κλειστό το περίπτερο και αφού είδαμε από απόσταση τα κρι-κρι, το ελάφι και τη στρουθοκάμυλο, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε προς την Αρχαία Ελεύθερνα.

Περνώντας από το επιβλητικό μουσείο δεν μπορείς παρά να κόψεις ταχύτητα, να το χαζέψεις και να φουσκώσεις από υπερηφάνεια.

Η βόλτα μας έβγαλε στο χωριό της Αρχαίας Ελεύθερνας και με την άκρη του ματιού μου είδα ένα πολύ όμορφο καφενεδάκι, ενώ λίγο πιο κάτω φαινόταν και μία όμορφη εκκλησία.

Εδώ είναι το κατάλληλο μέρος για να σταματήσω, σκέφτηκα. Έκανα μία βόλτα και χάζεψα την εκκλησία και συνέχισα προς το καφενείο.

Ένα παραδοσιακό καφενεδάκι, ανακαινισμένο με σύγχρονες πινελιές με κέρδισε αμέσως. Άνθρωποι ζεστοί, όμορφοι, χαμογελαστοί και έτοιμοι να σου πουν την ιστορία τους μας δέχθηκαν και αμέσως αισθανθήκαμε την κρητική φιλοξενία.

Γι΄ αυτό ξεχωρίζει ο τόπος μου. Ένα ζεστό καλωσόρισμα, ένα χαμόγελο, μια καλή κουβέντα.

«Café Filio» έγραφε ο μικρός πίνακας που σου έδειχνε όσα προσφέρει το μαγαζί. «Μόλις ανοίξαμε» μου απάντησε η κα Βασιλική στο σχόλιό μου «τι όμορφο που το έχετε φτιάξει».

Δύο άνθρωποι αποφάσισαν να γυρίσουν στον τόπο τους από την Αθήνα και να ανακαινίσουν το καφενείο που υπήρχε για 100 χρόνια. Ήπια μια γουλιά καφέ και άρχισα να βγάζω φωτογραφίες. «Να ‘ρθείτε και μέσα, αρκεί να τις κοινοποιήσετε!», μου είπε με χαμόγελο ο κ.Γιώργος.

Θα κάνω κάτι ακόμα καλύτερο, σκέφτηκα από μέσα μου, και θα δείξω αυτήν την ομορφιά σε όσους μπορώ.

Έμαθα την ιστορία του καφενείου και έδωσα την υπόσχεση στον εαυτό μου ότι θα ξαναπάω, να δοκιμάσω και το φαγητό.

Μα πάνω από όλα θα ξαναπάω, γιατί δύο άνθρωποι άφησαν τη μεγαλούπολη, την Αθήνα και αντί να βγάλουν ένα εισιτήριο για το εξωτερικό, αποφάσισαν να γυρίσουν στον τόπο τους και να προσφέρουν.

Γιατί έκαναν την αποκέντρωση πράξη όπως μου είπαν.

Γ.Κ.

daynight.gr

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η Κανελάδα – Γεννήθηκε στον Ψηλορείτη και σήμερα κατέκτησε τα νησιά μας!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η κανελάδα που λέγεται και χιονάδα, ως γνωστόν είναι ένα δροσιστικό ρόφημα, με βάση το σιρόπι κανέλας και χιόνι


Ψάχνοντας την ιστορία της, έχουμε πληροφορίες για την πώληση της στα παζάρια, από το 1700 περίπου μΧ .

Πρωτοεμφανίστηκε δε στα ορεινά του Ψηλορείτη, κυρίως στην περιοχή των Βοριζίων αφού βασικό της συστατικό της είναι το χιόνι.

Οι βοσκοί αξιοποιούσαν το χιόνι, και γενικά τα δροσερά μέρη μέσα στα σπήλαια, αφού ήδη είχαν εκεί τα τυροκέλια τους για φυσική ωρίμανση του τυριού.

Ο Ψηλορείτης είχε πάντα το προνόμιο να έχει χιόνι χειμώνα καλοκαίρι.

kanelada1

Σ’αυτό το μαρτυρεί βέβαια και ο παλιός στίχος:

”Στου Ψηλορείτη την κορφή
ποτές δε λείπει χιόνι,
ώσπου να λιώσει το παλιό
καινούργιο το πλακώνει!”

Πρόσβαση στο χιόνι το καλοκαίρι, είχαν μονάχα οι βοσκοί στα ορεινά, στα Ακόλητα, και σε άλλους βοσκότοπους του Ψηλορείτη εκείνα τα χρόνια.

Το καλοκαίρι το χιόνι , διατηρείτο μέσα σε βαθιές χαράδρες χαμηλά, η σε σπήλαια τους λεγόμενους τάφρους.
Για να συλλέξει κανείς χιόνι, έπρεπε να κατέβει στην τάφρο με σχοινιά, γύρω στα 20 μέτρα, σε περιβάλλον κατάψυξης.

Αφ’ ότου έκοβε μια κολόνα ο άνθρωπος στην τάφρο μέσα με τον σάρακα, φώναζε και την ανέσυραν πάνω, κοκ.
Αν δεν άντεχε κάποιος στο κρύο, κατέβαινε άλλος στη θέση του.

Πολλοί είχαν λιποθυμήσει από την πολύ παγωνιά, προσπαθώντας με τον σάρακα να χαράξουν και να κόψουν μια κολόνα χιονιού.

Η ομάδα ανέβαινε στο βουνό με διο τρία μουλάρια, στα οποία είχαν φορτώσει από 4 έως 5 κολόνες χιονιού στο κάθε ένα.
Διέσχιζαν δύσβατα εδάφη, χωρίς δρόμο, ανάμεσα σε κατσοπρίνια, σκίνους, και πολλά θαμνώδη που δυσκόλευαν την διέλευση όλων.

Γνωρίζουμε οικογένειες κανελάδων, που αρχικά ζούσαν στα Βορίζα, κοντά στον Ψηλορείτη δηλαδή, αλλά μετά κατέβηκαν νοτιότερα, στη Γαλιά, στις Μοίρες και τα γύρω χωριά.

Μία από αυτές τις οικογένειες που γνωρίζουμε, ήταν και η οικογένεια του Εμμανουήλ Χουστουλάκη που πωλούσαν κανελάδες προ δύο και βαλε αιώνων!

Σήμερα έχουμε πέμπτη και έκτη γενιά της ίδιας οικογένειας που πουλάνε ακόμα κανελάδες στο παζάρι των Μοιρών η όπου χρειαστεί.
Ο Γεώργιος Χουστουλάκης, γιός του Εμμανουήλ, συνέχισε την πώληση κανελάδας, και εγκαταστάθηκε πλέον στη Γαλιά Ηρακλείου.

Την πώληση της κανελάδας συνέχισε μετέπειτα και ο γιος του, Εμμανουήλ Χουστουλάκης, όπου τυγχάνει να ήταν και παππούς του γράφοντος.

Ο δε παππούς Μανώλης η Ρετζεπομανώλης, έβαλε στην πώληση κανελάδας και όλα του τα αρσενικά παιδιά, Αλέκο, Στάθη Μιχάλη, Αντώνη (γαμπρός του) , μέχρι σήμερα, που ο τελευταίος απόγονος της γενιάς αυτής που πουλούνε κανελάδες, που είναι ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης, γιος του Αντώνη.

Ένας δε γιος του Μανώλη Χουστουλάκη, ο Μιχάλης, η Μιχαήλος, με την εφευρετικότητά του, ανέβασε την όλη διαδικασία της πώλησης σε υψηλά επίπεδα.

kanelada-palia

Το 1945 μετά τον πόλεμο, έφτιαξε ένα ειδικό τραπέζι, πρακτικό για κανελάδες!

Το τραπέζι αυτό είχε δύο συρτάρια με μεταλλική επένδυση μέσα στα συρταράκια αυτά, και από ένα βρυσάκι το κάθε συρτάρι.

Συνήθως στην πώληση υπήρχαν τρία άτομα. Ο υπεύθυνος που διαλαλούσε φωναχτά την πραμάτια του, έβαζε και το σιρόπι στα ποτήρια.

Ο άλλος συνήθως έβαζε στα ποτήρια το χιόνι από το σακί, και ο τρίτος της παρέας άνοιγε το βρυσάκι από τα συρτάρια που ήταν γεμάτα νερό, και ξέπλενε τα ποτήρια.

Το νερό που έπεφτε στο ξέπλυμα, έμπαινε μέσα σε έναν τσίγκινο κουβά.

Ο Μιχαήλος, είχε κάνει επίσης μια ειδική κατασκευή πάνω στο τραπέζι που σώζεται ακόμα, με δυο τάβλες πάνω κάτω τρύπιες.

Οι τάβλες αυτές στηριζόταν στο πλάι του τραπεζιού.

Τα μπουκάλια όρθια, το κάθε ένα σε μια τρύπα, ήταν τοποθετημένα μπρούμυτα με το στόμιο προς τα κάτω, και το κάθε ένα είχε και μικρό βρυσάκι από κάτω, προσαρμοσμένο στο φελλό.

Στη σειρά λοιπόν τα μπουκάλια εστραμμένα προς τα κάτω λεμονάδες και πορτοκαλάδες, και ότι θέλει ο πελάτης διάλεγε!

Ο καλλίφωνος τότε αλλά και μερακλής, ο μακαρίτης πλέον Μιχαήλοςς διαφήμιζε φωναχτά την δικιά του κανελάδα με τα παρακάτω….

-Κρύο και παγωμένο
κι απ το βουνό φερμένο!
Τρέξτε κοπελιές να πείτε,
να καλοπαντρευτείτε!
Τρέξτε μικροί μεγάλοι
τα φράγκα είναι χαλάλι!

Και μετά ο Μιχαήλος χαμήλωνε τη φωνή του, και έλεγε με χιούμορ…

-Και σείς οι παντρεμένοι
καλή ψυχή καημένοι….
Πιό μετά θα έλεγε :

-Γλυκό γλυκό το φτιάχνω
για αυτό και δεν προκάνω!

Κρύο κρύο είναι μπούζι,
γλυκό σα το καρπούζι!

Τρέξτε μικροί μεγάλοι,
τα φράγκα είναι χαλάλι!

kanelada-palia1

Υπήρχε αρκετό κέφι για εργασία, αφού ο πάγκος με τις κανελάδες άφηνε πολύ κέρδος τα χρόνια εκείνα.

Σημειωτέον, ο πωλητής κανελαδας, είχε στον πάγκο του και την παγωνιέρα με τα υπέροχα παγωτά κασάτα, μέσα σε ξύλινη κατασκευή σαν βαρελάκι.

Γύρο γύρω από την παγωνιέρα έως την ξύλινη κατασκευή, υπήρχαν άχυρα για μόνωση.

Παράλληλα πολλοί πωλητές κανελάδας, στον πάγκο με τις κανελάδες, δίπλα είχαν και άλλο ένα πάγκο με τα ζαχαρωτά.

Καραμέλες σισαμόπιττες, παστέλια είχαν πολύ απήχηση στον κόσμο, αφού σε πολλές κωμοπόλεις της Κρήτης δεν υπήρχαν ακόμη ζαχαροπλαστεία.

Τα παλαιότερα χρόνια, εικάζουμε πριν τριακόσια, οι βοσκοί του Ψηλορείτη, που ήταν οι μόνοι που είχαν την πολυτέλεια να φέρνουν χιόνι στο κονάκι τους και να το διατηρούν για μέρες στα άχυρα, που παρεμπιπτόντως είναι άριστο μονωτικό υλικό.

Στο σπίτι τους η στο κονάκι οι βοσκοί, έφτιαχναν διάφορα δροσιστικά ποτά με βάση το χιόνι.

Έπιναν τη ρακή τους που έριχναν μέσα και χιόνι.

Έφτιαχναν διάφορους χυμούς φρούτων που τους πρόσθεταν στο ποτήρι με το χιόνι.

Ο πιο συνηθισμένος χυμός ήταν από λεμόνι.

Η χιονάδα λεμονιού, μπήκε στην πώληση στους πάγκους για αρκετά χρόνια, μέχρι περίπου το ’55 εως το 60 που μπήκαν τα αναψυκτικά στην κυκλοφορία, οπότε και σταμάτησε.

Στη χιονάδα λεμονιού, έβαζαν σιρόπι το οποίον φτιαχνόταν βράζοντας στο νερό και χυμό λεμονιού με ζάχαρη..

Έμεινε όμως η κανελάδα και μέχρι τις μέρες μας, σαν παραδοσιακό προϊόν τοπικό.

Σήμερα όμως κατέκτησε και πολλά ελληνικά νησιά, γιατί αρέσει στους τουρίστες, έστω κι αν αντί χιόνι σερβίρουν αλεσμένα παγάκια!

Το παράδοξο βέβαια δεν είναι τα αλεσμένα παγάκια, αλλά που την κανελάδα την θεωρούν πως είναι ”τοπικό παραδοσιακό ποτό” του νησιού τους!

Το χιόνι όμως δεν ξέρω τα παλιά χρόνια που το έβρισκαν καλοκαιριάτικα!

Στην Μεσαρά όμως παραμένει παραδοσιακό δροσιστικό και αυτό το μαρτυρούν πολλά.

Οι φωτογραφίες που σώζονται του 1925, το τραπέζι του 1940, αλλά και το ότι οι παραδοσιακές οικογένειες που πουλάνε σήμερα κανελάδα δεν χρειάζονται σχετική άδεια αφού είναι παραδοσιακό προϊόν πολλών ετών στην περιοχή Μεσαράς.

Απ’ ‘οτι μας είπε και ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης, επειδή σε έφοδο συνελείφθησαν με τα αδέρφια του να πουλάνε κανελάδες χωρίς άδεια, τους πήγε ο υπεύθυνος της εφορίας δικαστικά.

Το δικαστήριο τους άφησε ελεύθερους, επειδή ο δικαστής ανέφερε πως ένα τέτοιο είδος δεν θα πρέπει να χαθεί, αφού είναι παράδοση στον τόπο μας και δει στην Μεσαρά υπόθεσης.

Δεν γνωρίζουμε αν αυτό γινόταν σε άλλο νησί αν ο δικαστής έβγαζε αθωωτική απόφαση.

Η κανελάδα , τα παλιά χρόνια, καθώς και τα ζαχαρωτά άφηναν καλά κέρδη στον πωλητή, εν αντιθέσει με το σήμερα, που όπως μας είπε ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης, η κανελάδα δεν αφήνει χρήμα, πέρα από ένα φτηνό μεροκάματο, κι αυτό μονάχα τα Σάββατα στο παζάρι.

 

Κείμενο – φωτογραφικό υλικό: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ενθυμήματα από τον παλιό Κλήδωνα στην Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη (Mέρος α’)


O Κλήδονας ήταν ένα πανάρχαιο έθιμο, με πολλές παραλλαγές, όχι μονάχα στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, και αναφέρεται σαν λέξη στα περισσότερα αρχαία βιβλία, ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου σαν λέξη σημαίνει μαντικό σημάδι.

Το έθιμο ξεκίναγε την παραμονή του Αϊ Γιαννιού του Λαμπατάρη ή Ριγανά, Φανιστή ή Ριζικάρη στις 23 Ιουνίου, και τελείωνε την επομένη το βράδυ. Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη.
Στο κείμενο μας θα αναφερθούμε στο πώς γινόταν στη Μεσαρά ο Κλήδονας τον περασμένο αιώνα, παίρνοντας πληροφορίες μας από παλιούς Μοιριανούς, Φανερωμιανούς και Γαλιανούς, όπως τα έζησαν οι ίδιοι, μια και εμείς οι περισσότεροι δεν τα ζήσαμε.

Τι ήταν όμως ο Κλήδονας?

Ο Κλήδονας σαν έθιμο, θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν υπόθεση κυρίως των γυναικών, και μάλιστα των ανύπαντρων κοριτσιών, που διακαώς επιδίωκαν να βρουν τρόπους να μαντέψουν κάποια στοιχεία από τον μέλλοντα σύζυγό τους! Ο μοναδικός και κύριος σκοπός της γυναίκας τότε ήταν ο γάμος, δηλαδή να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω χρονικά, και κυρίως στον Μεσαίωνα, ο Κλήδονας είχε πολλά τελετουργικά και πολλά εθιμοτυπικά. Αντίθετα με τα χρόνια, τα έθιμα του Κλήδονα λιγόστευαν, και απλοποιήθηκαν, οπότε μετά την κατοχή έμεναν κάποια βασικά του εθίμου.
Το έθιμο του Κλήδονα ήταν ένα από εκείνα, που αποσκοπούσαν στην μαντική του μέλλοντος, και αυτήν επεδίωκαν τα κορίτσια. Ήταν έθιμο ομαδικό, και εξελίσσονταν με κάποιες διαφορές ανά χρονιά σε χρονιά. Συνήθως δεν γινόταν πάντα το ίδιο, και πολλές φορές είχαμε διαφοροποιήσεις στη πραγματοποίηση του εθίμου αυτού, στην προσπάθεια τους να το καλυτερεύσουν, ακόμα και στο ίδιο χωριό. Άλλοτε γινόταν ομαδικά από όλο το χωριό, και άλλοτε ανεξάρτητα ανά γειτονιά, αν το χωριό ή η πόλη είχαν πολλούς κατοίκους.
Όπως και να γινόταν η συνάθροιση, το έθιμο αποσκοπούσε σε δυο πράγματα, την πρόβλεψη κάποιων στοιχείων από τον μέλλοντα γαμπρό, όνομα, επάγγελμα κλπ, αλλά και στη διασκέδαση και ψυχαγωγία όλων των παρευρισκομένων! Αυτό γιατί ο Κλήδονας ήταν ένα από τα λίγα έθιμα που πρόσφερε χαρά και διασκέδαση, αλλά και από τις ελάχιστες ευκαιρίες που έδινε στους ανύπαντρους νέους και τις νέες του χωριού την δυνατότητα να βρεθούν πολύ κοντά μεταξύ τους!
Στην διάρκεια διεξαγωγής του εθίμου, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε τέσσερα βασικά σημεία του, τα οποία και θα εξηγήσουμε ένα – ένα χωριστά. Δηλαδή α) την ώρα που πήγαιναν οι κοπελιές να φέρουν το «αμίλητο νερό» το πρωί στις 23 Ιουνίου, β) στις φωτιές του Άη Γιάννη το βράδυ της ίδιας μέρας, γ) το άνοιγμα του Κληδώνου στις 24 ανήμερα του Αϊ Γιαννιού την επ’ αύριο το μεσημέρι, και δ)το άδειασμα του αμίλητου νερού στο πηγάδι το βράδυ.

Ο Κλήδονας στην Γαλιά

Η Γαλιά ως γνωστόν (έχουμε ξαναπεί), ήταν χωριό που κράτησε μέχρι τελευταία τα παλιά έθιμα της Κρήτης, και αυτό διότι οι κάτοικοι είχαν έρθει και μετοίκισαν εκεί από τα Βορίζα, μια ελεύθερη περιοχή από τους διάφορους κατά καιρούς κατακτητές. Στα Βορίζα σαν ορεινό χωριό, τα παλιά έθιμα διασώθηκαν για πολλά χρόνια! Από την άλλη οι Γαλιανοί είχαν όρεξη να κρατήσουν και εκείνοι τα έθιμα τους, όπου και βάσταξαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60. Πέτυχαν λοιπόν έτσι να μην ξεχαστούν ή να αλλοιωθούν τα διάφορα έθιμα του τόπου, που ένα από αυτά είναι και ο Κλήδονας.

Φέρνοντας από την πηγή το αμίλητο νερό

Για τον Κλήδονα της Γαλιάς, ο 94χρονος σήμερα ο κος Μύρωνας Μαραγκάκης, μια ζωντανή σήμερα μαρτυρία, μας λέει τα εξής:

Τη παραμονή του Αϊ Γιαννιού το πρωί, είτε ο Κλήδονας γινόταν σε κάθε γειτονιά, είτε σε ένα μέρος όλοι μαζί, εκεί μαζευόταν μερικές ανύπαντρες κοπέλες, για να ετοιμάσουν όλα τα σχετικά που χρειαζόταν για να γίνει ο Κλήδονας.
Να έχουν δηλαδή έτοιμο το σταμνί, να έχουν βρει το κοριτσάκι που να βάζει μέσα στο σταμνί το χέρι του και να τραβάει τα φρούτα. Το κοριτσάκι μάλιστα αυτό αν είναι δυνατόν να το λένε και Μαρία (το όνομα της Παναγίας), και να ζούνε και οι δύο γονείς του, και να είναι πρωτοστέφανοι. Όμως αντί στάμνα, για πιο πρακτικούς λόγους, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και μια πήλινη κουρούπα με ανοιχτό μεγάλο στόμιο, αν τον Κλήδονα τον έκαναν μεγάλοι, διότι εκεί άνετα χωρούσε να βάλουν το χέρι τους μέσα! Αυτό γιατί στο κανονικό σταμνί δεν χωρούσε το χέρι των μεγάλων, παρά μονάχα των μικρών παιδιών! Επίσης έπρεπε να έχουν έτοιμα και άλλα πράγματα για το «κλείδωμα» της στάμνας, όπως ένα κόκκινο πανί για να το σκεπάσουν τη νύχτα, μια αλυσιδίτσα και ένα μικρό λουκετάκι, ένα μικρό κλειδάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί! Για τον λόγο αυτό, στη Μεσαρά ήταν «κλείδωνας» αντί «κλήδονας», επειδή θεωρούσαν ότι την νύχτα «κλείδωνε»! επίσης ένα μεγάλο κόκκινο πανί, για να σκεπάσουν και το πηγάδι
Το πρωί οι κοπέλες που οργάνωναν τον Κλήδονα, έπαιρναν το σταμνί, ένα μεσαίου ή κυρίως μεγέθους, και πήγαιναν σε μια κοντινή πηγή, όπου έβαζαν νερό, μέχρι τη μέση, ώστε να μπορούν να το σηκώνουν. Το αμίλητο νερό έπρεπε να το φέρνουν παρθένες (ανύπαντρες) κοπέλες , αλλά χωρίς όμως να βγάζουν μιλιά στο δρόμο!
Το νερό που θα έφερναν οι κοπελιές λεγόταν και «αμίλητο νερό», γιατί σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να μιλήσουν, ούτε καν να γελάσουν στο δρόμο επιστρέφοντας, αν θέλανε να πιάσουν τα μάγια του! Αν συνέβαινε αυτό, έπρεπε να αδειάσουν επιτόπου το σταμνί, και να γυρίσου πάλι πίσω και να τα γεμίσουν ξανά»!
Στο χωριό μας τη Γαλιά, νερό έφερναν από την πηγή της Κουτσουνάρας, ή από τη Γαλιανή Βρύση στη Μεσοχωριά, ή από κρήνη στα Καπελωνιανά. Έλα όμως που το καλούσε το έθιμο, και όταν τα κορίτσια είχαν φέρει ήδη το αμίλητο νερό, οι νεαροί παραφύλαγαν κάπου, και προσπαθούσαν με χίλια δυο αστεία πειράγματα και χωρατά, να τα κάνουν να γελάσουν, αλλά κυρίως να μιλήσουν, και έτσι εκείνα, αν μιλούσαν, μπορούσε μέχρι και τρείς φορές να αδειάσουν το σταμνί επιτόπου και να γυρίσουν πίσω, και να φέρουν άλλο «αμίλητο» νερό!
-«Πχιά μεγάλο είναι το σταμνί παρά σένα! Ή έλεγαν για παράδειγμα:
Αγλάκα – αγλάκα το Μαργιώ ήβρεξε το φουστάνι
και που την ε πειράζουμνε, αυτή μιλιά δε βγάνει!
-Μη γελάσεις κακομοίτσα Μαργιώ και σε πάρω στο λαιμό μου, γιατί εγώ είμαι καλό κοπέλι, και δε θέλω να ξαναγλακάς μπρός πίσω και πονέσει ο ώμος σου!
-Χά χα χαχα! (γελά το Μαργιώ και γυρίζει πίσω)
Όταν πήγαιναν στο σπίτι που οργάνωναν τον Κλήδωνα, το αμίλητο νερό, συνεχίζει ο κος Μαραγκάκης, εκεί σιγά – σιγά οι ανύπαντρες κοπέλες, άρχιζαν να μαζεύονται. Ρίχνανε μέσα η κάθε μια ένα φρούτο μήλο ή αχλάδι ή αντικείμενο, το οποίο «εκάτεχε η κάθε μια ποιο ήταν το δικό τζη», επειδή είτε είχε κάποιο μοναδικό αντικείμενο στο είδος, είτε θα έγραφε ή χάραζε τα αρχικά γράμματα του ονόματος της, για να το γνωρίζει. Ακόμα μπορούσαν να ρίξουν και από άλλα φρούτα, βερίκοκο, μπουρνέλα, απίδι, μούσμουλο, μια ρόγα από σταφύλι, ή ξηρούς καρπούς όπως κάστανο φιστίκι, ή όσπριο κουκί φασόλι, αλλά ακόμα και άλλα αντικείμενα όπως κουμπιά, πενηνταράκια, δεκάρες, ψεύτικα δαχτυλιδάκια κλπ. Όλα αυτά λεγόταν «ριζικάρια», διότι θα φανέρωναν το μέλλον δηλαδή το ριζικό της κάθε μιας κοπέλας.
Όταν έριχναν τα ανύπαντρα κορίτσια τα ριζικάρια τους, οι ιέρειες της διοργάνωσης έπαιρναν τη στάμνα και γύριζαν το χωριό, και όσες άλλες κοπέλες που συναντούσαν έριχναν κάτι και αυτές στο σταμνί.
Αφού έμπαιναν περίπου 15, 20 έως 30 ριζικάρια στο σταμνί, τότε το βράδυ το σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανάκι που το τύλιγαν γύρω – γύρω από πάνω στο λαιμό, και με ένα αλυσιδάκι το έδεναν.
Στη συνέχεια επάνω στο πανί τοποθετούσαν ένα μικρό λουκετάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί, για να παραμείνει όλο το βράδυ «κλειδωμένος» ο Κλήδονας. Στη συνέχεια η παρθένα κοπελιά, το ανέβαζε τη νύχτα στην ταράτσα , ή σε ένα ξέφωτο μέρος για «να το δούν τα άστρα»! Μόνο έτσι θα έπαιρνε το νερό τις «μαγικές του ιδιότητες», και να μπορεί την επ’ αύριο που θα «άνοιγαν τον Κλήδονα», να έχει τις προφητικές και μαντικές ιδιότητες, ώστε να είναι σε θέση να «μιλήσει» ο Κλήδονας, και να εντοπίσουν οι κοπέλες κάποια στοιχεία του μέλλοντα γαμπρού, όνομα επάγγελμα κλπ!
«Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικρό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι
Κλειδώσετε τον κλήδονα με δόξα και με χάρη,
Κι απού ’χει μήλο κόκκινο ταχυτέρου (αύριο) να το πάρει. Ή:
Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ’ Άη -Γιαννιού τη χάρη
κι όποια ‘χει καλοριζικό να δώσει να το πάρει».

Το πρωί του Αι Γιαννιού, και άνοιγμα του Κληδόνου

Συνεχίζοντας ο κος. Μαραγκάκης αναφέρει:
Το πρωί της ημέρας του Αγίου, πήγαιναν όλα τα κορίτσια, στην εκκλησία όπου έκαναν κάποιες ευχές στον Άη-Γιάννη, που στην πραγματικότητα ήταν οι ερωτικές τους επιθυμίες.
Στη συνέχεια πηγαίνουν στο καθιερωμένο σπίτι της συνάθροισης τους, όπου η (παρθένα) κοπέλα, που καλό ήταν να είναι και αυτή Μαρία, ανέβαινε στη ταράτσα του σπιτιού της, και κατέβαζε το σταμνί. Όλες προσπαθούσαν να ετοιμαστούν πλέον, για να το μεταφέρει η Μαρία σιγά – σιγά το σταμνί, με συνοδεία τη παρέα της στο σημείο της τελετής.
Στη Γαλιά αυτό το σταμνί ήταν ειδικό σταμνί – κλήδονας, που ήταν σαν το κοινό σταμνί μεν, αλλά το ήταν ειδική παραγγελία στον σταμνά, να είναι η κατασκευή του σαν σταμνί μεν, αλλά να έχει μεγαλύτερο στόμιο, και να χωράει μέσα άνετα το χέρι ενός μεγάλου! Αυτό γιατί σχεδόν πάντα τον Κλήδονα τον άνοιγαν μεγάλες κοπέλες και όχι παιδιά.
Ο σταμνάς του χωριού, πάντα είχε στην άκρη συν τοις άλλοις και κάποια τέτοια σταμνιά – Κλήδονες έτοιμα!
Στη Γαλιά συνήθως πήγαιναν τη στάμνα με το αμίλητο νερό για να την ανοίξουν, είτε σε συγκεκριμένο αλώνι στη περιοχή «Καλύβι», είτε έξω στην πλατεία της εκκλησίας. Μπορούσε βέβαια να γινόταν ο Κλήδονας και σε άλλη ανοιχτή πλατεία, είτε στην εξοχή, είτε στου «Παπαγιάννη το Καμίνι», ή οπουδήποτε υπήρχε κατάλληλος χώρος. Καταλήγανε συνήθως τις περισσότερες φορές έξω από την εκκλησία, γιατί με τη θρησκεία πάντα τα είχαν καλά οι Γαλιανοί, αλλά και από πρόληψη τυχόν πυρκαγιάς στην εξοχή λόγω της φωτιάς του Κλήδωνα! Ακόμα και για κάποιον άλλο λόγο, γιατί ήταν κοντά και μπορούσαν να έρχονται ευκολότερα και οι γριές και οι άλλες ευπαθείς ομάδες, που επιθυμούσαν να τον παρακολουθήσουν!
Για την συνέχεια, το πώς πήγαιναν στην πλατεία της εκκλησίας να ανοίξουν τον Κλήδονα, θα μας τα πει η κα Αμαλία Φαραγκουλιτάκη –Λεβεντάκη:

Όταν ερχόταν η ημέρα του Αϊ Γιαννιού και η κατάλληλη ώρα για να ξεκινήσει ο Κλήδονας από το σπίτι που ήταν συγκεντρωμένες οι κοπέλες, η παρθένα ανύπαντρη κοπελιά, στολισμένη με τα γιορτινά της, έπαιρνε τη στάμνα και την πήγαινε προς το μέρος που θα άνοιγε ο Κλήδονας, σε αλώνι ή στην πλατεία της εκκλησίας ανάλογα. Προχωρούσε μπροστά η κοπέλα με τη στάμνα στον ώμο της πάνω από ένα κεντητό προσώμι. Πίσω της οι λυράρηδες την ακολουθούσαν παίζοντας τα όργανα σιγοτραγουδώντας μαντινάδες, σαν να ήταν περίπου γάμος, σαν η νύφη να πήγαινε στην εκκλησία! Πίσω ακολουθούσαν όλοι της παρέας πηγαίνοντας προς την πλατεία, όπου εκεί μαζευόταν σιγά – σιγά όλος ο κόσμος. Η κοπελιά σαν έφθανε στην πλατεία, ακουμπούσε την στάμνα στο μέρος που είχαν στρώσει ένα χαλί, και γονάτιζε για να ακουμπήσει τη στάμνα κάτω. Το άνοιγμα του Κληδόνου θεωρείται πως ξεκινάει, από την στιγμή που η κοπέλα θα γονατίσει να «ξεκλείδωνε τον Κλείδωνα». Αφαιρούσε δηλαδή το λουκετάκι , το μικρό κλειδάκι, ή το μεγάλο κλειδί, και φυσικά έλυνε και την αλυσίδα και αφαιρούσε και το κόκκινο πανί . Την στάμνα την τοποθετούσε στη συνέχεια η κοπέλα επάνω σε ένα τραπέζι στολισμένο με λουλούδια και όμορφο κεντητό τραπεζομάντηλο, εκείνη τη στιγμή ακριβώς άρχιζαν επίσημα και ζωηρά να παίζουν τα όργανα!
Οι οργανοπαίχτες στο κέντρο, και οι παρευρισκόμενοι το έστρωναν στο χορό σε κύκλο, και πάντα πρώτος τον έσυρε ως συνήθως ο παππάς του χωριού! Σιγά – σιγά μαζευόταν και άλλοι χωριανοί όλων των ηλικιών, για να παρακολουθήσουν το θέαμα που θα ακολουθήσει!
Μια γυναίκα ή άνδρας μαντιναδολόγος ξεκίναγε με τη πρώτη μαντινάδα, που άρχιζε συνήθως με το «ανοίξετε τον Κλείδωνα…» όπως οι παρακάτω:
–Ανοίξετε το Κλείδωνα, στ’ Άη Γιαννιού τη Χάρη, κι απού ‘χει ριζικό καλό, ας έρθει να το πάρει.
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη, κι απ’ έχει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να πάρει το δικό του καθείς να δει τη τύχη του, να δει το ριζικό του»
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγάλουμε τα μήλα, να δούμε ποιά απ’ όλες μας είναι η καλομοίρα
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει η μηλιά με τ’ άνθη, να βγει σγουρός βασιλικός που μ’ έβαλε στα πάθη
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και τ’ αχλαδάκι να δω αν είν’ τσ’ αγάπης μου γιατί το ‘χω μεράκι
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη να πάρω ‘γω το μήλο μου κι η νιά το παλικάρι
– Δώστε μου τα αργυρά κλειδιά με το μαργαριτάρι, να ανοίξουμε τον Κλείδωνα στου Άη Γιαννιού τη Χάρη.
Μετά την πρώτη μαντινάδα, πλέον «ξεκλείδωσε ο Κλείδονας» η στάμνα δηλαδή ανοίχτηκε, και με την βοήθεια κι άλλης κοπέλας έβγαζαν εκ περιτροπής τα ριζικάρια, πότε δηλαδή η μία πότε η άλλη. Συνήθως στη Γαλιά έβγαζαν ότι φρούτο η οτιδήποτε είχε βάλει η κάθε μια, και μετά ακολουθούσε η μαντινάδα. Αν για παράδειγμα έβγαζαν οι κοπέλες ένα αχλάδι, αλλά υπήρχαν δυο τρία άλλα ακόμα μέσα, ήξερε ποιας ήταν δικό της , γιατί το είχε σημαδέψει με τα αρχικά της γράμματα. Όταν κάποια στιγμή τελείωναν τα ριζικάρια, έβαζαν στην άκρη τα συμπράγκαλα του Κληδόνου και συνεχιζόταν κανονικά το γλέντι.
Ο χορός συνέχιζε με τις μαντινάδες να λέγονται τραγουδιστά και να επαναλαμβάνουν οι υπόλοιποι. Ειδικοί μαντιναδολόγοι με ταλέντο είχαν καλεστεί, ώστε όχι μονάχα να λένε παλιές μαντινάδες αλλά και να σκαρώνουν και νέες επιτόπου! Συνήθως γινόταν το μεσημέρι το άνοιγμα του Κλείδωνα, αλλά εν ανάγκη μπορούσε και το απογευματάκι.
Στον Κλήδονα έλεγαν και πολλές σατιρικές μαντινάδες ακόμα και πειραχτικές, αλλά λόγω της ημέρας κανείς δεν παρεξηγούσε! Καμιά φορά κρατούσαν και μήνες οι σχολιασμοί για τις καυστικές μαντινάδες του κάθε κλήδονα!

Μαντινάδες του Κλείδωνα

Οι μαντινάδες που έλεγαν ήταν φυσικά πολλές, άλλες αυτοσχέδιες, και μπορούσε να είναι προφητικές, είτε σοβαρές, είτε αστείες και ιδιαίτερα πειραχτικές!
Κλασικές όμως μαντινάδες που μίλαγαν για τον Κλήδονα ή τον Αϊ Γιάννη είχαμε πάρα πολλές όπως τις παρακάτω.
–Να ‘μουνα και που να ‘μουνα εκεί που πάει ο νους μου, εκεί που τρώει και γλέντα ο γιος του πεθερού μου
– Βγαίνει το μήλο τ’ άρχοντα του πρώτου μας λεβέντη, του πρώτου μας ντελικανή στα λούσα και στο γλέντι
– Το μήλο κατακόκκινο στο Κλείδωνα θα βάλω , στον Άη Γιάννη έταξα άντρα μου να σε πάρω
– Το αρχοντικό σου όνομα έγραψα στο απίδι, να σ’ αποκτήσω άντρα μου να σ’ έχω νοικοκύρη
– Κοριτσόπουλα κοπελιά με το σταμνί στον ώμο, φέρε τ’ αμίλητο νερό, μα πρόσεχε στο δρόμο
– Ας πιεις τ’ αμίλητο νερό εμένα μη μου δώσεις, για να σου λέω ‘’σ’ αγαπώ’’, μέχρι να ξημερώσει
– Πού ‘σουν οψές πού ‘σουν προχθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Κλειδώνου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου και πως δα ζω του χρόνου
– Πού σουν οψές κι αντιπροθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Πνεμάτου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου αθέ του μαλαμά του.
– Σεβντά βαστώ, σεβντά πουλώ, σεβντάδες καμπανίζω, τον εδικό σου το σεβντά δεν τονε νταγιαντίζω– Σήμερο πουν’ τ’ Αϊ-Γιαννιού μια χάρη θα μου κάνει , του χρόνου σαν και σήμερο να βάλομε στεφάνι
– Σήμερα που ν’ Αϊ-Γιαννιού βάλε αρχή κερά μου, του χρόνου σαν και σήμερο να ‘σαι στην αγκαλιά μου
Άλλες:
– Σε είδα οψές την ν-ταχινή και ράγισε η καρδιά μου κι ορκίστηκα στην Παναγιά να σ’ έχω εγώ δικιά μου
– Ήθελα και να κάτεχα ήντα καπνό φουμάρεις , τέτοιο καλό ντελικανή, πότε θα τον ε-πάρεις
– Θα καβαλικέψω τ’ άλογο να ‘ρθω στο παραθύρι, για να σε κλέψω κοπελιά κι ας γίνουμε σεϊρι
– Κουρούπα σκεπασμένη μου τον πόνο μου τον ξέρεις, απόψε στην αγκάλη μου πέσ’ μου πως θα τον φέρεις
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και το δικό τζη, θαρρώ πως δεν αντέχει μπλιό, από το σκυλεμό τζη!

Οι φωτιές του Άη Γιάννη

Όπως και στην υπόλοιπη χώρα, έτσι και στη Κρήτη είχαμε φωτιές τη παραμονή του Άη Γιάννη. Το ίδιο είχαμε και στη Μεσαρά και φυσικά στις Μοίρες. Στη Γαλιά όμως, δεν είχαμε τις φωτιές το βράδυ του Αι Γιάννη, αλλά την επ’ αύριο με την συγκέντρωση του κόσμου στον Κλήδονα, μια και γίνεται περισσότερος σαματάς, αφού ήδη είναι όλοι εκεί παρόντες!
Το μεσημέρι ή και το πρωί λοιπόν του Αι Γιαννιού, τα νεαρά παιδιά έπιαναν τις γειτονιές, και ζητούσαν από τις νοικοκυρές να τους δώσουν τον ξερό πλέον Μάη τους, που είχαν κρεμάσει πίσω από την πόρτα από την Πρωτομαγιά.
-Θεία, να πάρουμε το Μάη, γιατί θα τον –ε κάψουμε σήμερο?
-Ναι παιδί μου, πάρτε τονε!
Ο «Μάης» μπορεί να ήταν μαργαρίτες περασμένες επάνω σε τέλι, σε σπάγκο, είτε ματσάκια με λουλούδια στερεωμένα σε λυγερό ξύλο ή αγκάθινο ξύλο, είτε ένα απλό ματσάκι με διάφορα λουλούδια της εξοχής. Τον «Μάη» δεν τον κατεβάζανε ποτέ από την πόρτα σε καμία περίπτωση, ακόμα κι αν ασβεστώνανε το σπίτι, και παρέμενε εκεί μέχρι τη μέρα του Κληδόνου! Όλους τους αποξηραμένους Μάηδες, τα παιδιά τους μάζευαν και τους έκαναν στο τέλος ένα σωρό, είτε στην εκκλησία απ’ έξω, είτε στη πλατεία, είτε σε κάποιο αλώνι, ή σε κάποια ανοιχτάδα που γινόταν και ο Κλήδονας. Άναβαν λοιπόν φωτιά και έκαιγαν όλους τους «Μάηδες» του χωριού, και τα παιδιά έπειτα πηδούσαν επάνω στις φλόγες! Πίστευαν πως σαν καιγόταν οι «Μάηδες», έφευγαν μακριά όλα τα κακά πνεύματα, και οι γλωσσοφαγιές κάθε σπιτικού! Πίστευαν πολύ στο κακό από γλωσσοφαγιά, και έτσι πηδώντας στις φωτιές ξόρκιζαν όλο αυτό το κακό στη ρίζα του. Δεν έκαιγαν στη Γαλιά κλαδιά θυμάρια κλπ, παρά μονάχα «Μάηδες».

Ο πρώτος που συναντούν στο δρόμο

Η μαρτυρία της κας Αμαλίας Φαραγκουλιτάκη, μας λέει τι γινόταν όταν οι ανύπαντρες κοπελιές έφευγαν από την τελετή του Κλήδονα σαν τελείωνε με δικά της λόγια:
-Τελειώνοντας η γιορτή του Κλήδονα , αλλά και πιο νωρίς αν θέλαμε, εμείς τα κορίτσια βάζαμε αμίλητο νερό στο στόμα μας και φεύγαμε. Όλες οι κοπέλες χωριζόμαστε και γυρίζαμε στο χωριό, και οι χωριανοί ξέρανε ότι είχαμε το αμίλητο νερό στο στόμα. Γνωρίζοντας λοιπόν εκείνοι το έθιμο, μας έλεγαν υποχρεωτικά ένα ανδρικό όνομα, στην τύχη!
Αν ήμασταν ας πούμε για παράδειγμα τρία κορίτσια στη παρέα μας, φώναζαν: Αμαλία – Γιώργο! Μαρία – Νίκο! Ελένη Κώστα κλπ. Όποιο όνομα τους κατέβαιναν έλεγαν αυτοί που συναντούσαμε! Αφού έλεγαν το όνομα, τότε μονάχα εμείς φτύναμε το νερό! Τώρα πόσο ήταν αλήθεια δεν ξέρω, μα σε μένα πάντως βγήκε πράγματι αληθινό!
Θυμάμαι όταν γυρνούσα στο χωριό με το στόμα μου γεμάτο αμίλητο νερό, συνάντησα πρώτο – πρώτο τον θείο μου τον Τσικνόσαβα, και μου φώναξε: «Αμαλιό – Γιώργος»!
Και όντως τον άνδρα που πήρα τον έλεγαν Γιώργο!
Σε άλλα βέβαια μέρη ίσχυε το εξής: «Όποιο όνομα ακούσουν πρώτο στο δρόμο τα κορίτσια εκείνη την ημέρα, αυτό θα ήταν και του άνδρα τους»!
Μάλιστα πολλά αστεία συνέβαιναν εκείνη την ημέρα.
Οι νεαροί στα καφενεία όπου έβλεπαν κοπέλες με γεμάτο το στόμα τους αμίλητο νερό, ή να κρατάνε στον ώμο τη στάμνα με το αμίλητο νερό, τις κορόιδευαν με διάφορα πειράγματα, φωνάζοντας στα ψέματα διάφορα ονόματα!
Μια γυναίκα από κάποιο άλλο χωριό, θυμάται σήμερα τότε που ακόμα ήταν δεκάχρονο κοριτσάκι, ήθελε να παίξει με το έθιμο, και να μιμηθεί τους μεγάλους! Έτσι αντί να πάρει νερό στο στόμα της από τον Κλήδονα, γέμισε το στόμα του με νερό από τη βρύση και έπιασε τις ρούγες! Ξαφνικά ακούει μια γυναίκα από μακριά να φωνάζει δυνατά τον άνδρα της:
-Κώστα!!!!!
Και όμως κατά στανική σύμπτωση, ο άνδρας που πήρε και εκείνο το κοριτσάκι σαν μεγάλωσε τον λέγανε πράγματι Κώστα!

Μπροστά στον καρφίχτη

Πολλά από τα νεαρά ανύπαντρα κορίτσια της Γαλιάς, μάθαιναν και διάφορα άλλα μυστικά, έθιμα κι αυτά του Κλήδονα από τις μεγαλύτερες ανύπαντρες γυναίκες, που ήταν κάτι σαν ταμπού της εποχής. Ένα από αυτά ήταν και το παρακάτω με τον καρφίχτη (καθρέφτη) της ντουλάπας. Ουδέποτε βέβαια αυτά έπεφταν στην αντίληψη των υπολοίπων μελών της οικογένειας, επειδή ήταν άκρως εμπιστευτικά!
Σχετικά με τον καθρέφτη η Γαλιανή κα Αμαλία μας λέει:
-Για τον καθρέφτη θυμάμαι πως πρέπει να ήταν οπωσδήποτε δώδεκα η ώρα, είτε μεσημέρι είτε το βράδυ τα μεσάνυχτα. Έφευγε η κοπέλα από τον Κλείδωνα, πήγαινε στο σπίτι δίχως να μιλά, γδυνόταν δίχως να μιλά και στεκόταν τσίτσιδη μπροστά από ένα μεγάλο καρφίχτη! Εκεί μπροστά γυμνή, έκλεινε τα μάτια και έκανε από μέσα της μια ευχή: -«Για τα’ Άϊ Γιαννιού τη Χάρη, δείξε μου καθρέφτη μου, ποιός λεβέντης θα με πάρει»!
Τότε ανοίγοντας τα μάτια της, έβλεπε δίπλα στο σώμα της μια μορφή, που η μορφή αυτή θα είχε σχέση με τον μέλλοντα άντρα της! Φυσικά εννοείται πως, «εάν δεν ήταν παρθένα δεν θα έβλεπε τίποτα στον καρφίχτη, ή κι αν έβλεπε κάτι δεν θα της έβγαινε», όπως έλεγαν τότε. Εμένα πάντως στη ζωή μου βγήκαν όλα! Στο καθρέφτη εγώ είδα ένα ναύτη, και πράγματι ο άνδρας μου όταν τον γνώρισα ήταν στο στρατό υπηρετούσε στο ναυτικό.
Η μακαρίτισσα η Μελίνα Μερκούρη τον είχε προσωπικό οδηγό στο αυτοκίνητό της, και μια μέρα ο άνδρας μου την πήγαινε στον μέλλοντα σύζυγό της, τον Τζον Ντασέν. Με εντολή του Ντασέν, ο μέλλων άνδρας μου περίμενε στο αυτοκίνητο, ενώ έτυχε να περάσω εγώ από εκεί τυχαία και με είδε …!
Ήταν το τυχερό μου για να μου βγει αληθινός ο Κλήδονας!

Το αμίλητο νερό και το πηγάδι

Το μεσημέρι 12 η ώρα ή βράδυ πάλι στις 12 τα μεσάνυχτα, πήγαινε η παρέα των νέων στο πιο κοντινό πηγάδι όπου ήταν και αυτό από βραδύς σκεπασμένο κι αυτό από βραδύς με ένα κόκκινο σεντόνι ή άλλο μεγάλο κόκκινο πανί.
Εκεί ξεσκέπαζαν το κόκκινο πανί , και η κάθε νέα ή και νέος από τους παρευρισκομένους έριχνε μέσα από λίγο από το αμίλητο νερό που είχε το σταμνί, ανασηκώνοντας ελαφρά το κόκκινο αυτό πανί.
Πέφτοντας στο πηγάδι το αμίλητο νερό, αν ήταν μεσημέρι και υπήρχε ήλιος, τότε οι αχτίνες που έπεφταν στο πηγάδι, έκαναν κάποια σχέδια ανάμεσα στους κυματισμούς του νερού στην επιφάνεια του, που έμοιαζαν με κάποια αντικείμενα ή κάποιες περίεργες μορφές!
Λέγανε πως τα κυματάκια σχημάτιζαν τη μορφή του μέλλοντα συντρόφου!
Αν ήταν νύχτα, ανασήκωναν πάλι λίγο το πανί, έριχναν πάλι λίγο αμίλητο νερό, και το φώς του φακού, για να δούν και εδώ τα σχήματα αυτά. Κάθε μια λοιπόν από τις ανύπαντρες κοπέλες έριχνε από λίγο νερό, και δοκίμαζε έτσι να δει τη τύχη της, πως θα είναι η μορφή αυτού που θα πάρει!
Σε άλλα χωριά βέβαια πίστευαν πως μπορούσε να δούν και πεθαμένους ή ακόμα και φαντάσματα, πράγμα που στη Γαλιά δεν ίσχυσε αυτή η εκδοχή, εκτός αν το έλεγαν αυτά κάποιοι νεαροί πλακατζήδες αστειευόμενοι!
Στη Γαλιά το πιο κοντινό πηγάδι ήταν στα Ληδιανά, όπου πήγαιναν του Κληδόνου, και ήταν του Ζαχαρία Δαμιανάκη. Υπήρχαν και άλλα, όπως στου Αγγέλου, και στου Βελούδη.

Συνεχίζεται….

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Εύα Λεβεντάκη για τις δυο φωτογραφίες που μας έστειλε.

Κείμενο – Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Λέντας, το Ασκληπιείο και η ”τρύπα του Ασκληπιού”!!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Λέντας είναι οικισμός στο δήμο Γόρτυνας του νομού Ηρακλείου


Εκεί βρίσκεται η αρχαία Λεβήν, λιμάνι στα παράλια της επαρχίας Καινούργιου προς το Νότιο Κρητικό Πέλαγος.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ένα από τα λιοντάρια που έσυρε την άμαξα της Ρέας έγινε πέτρα από τη θέση αυτή και γι’ αυτό ονομάστηκε Λεβήν.

Το πιθανότερο όμως είναι ότι, το όνομα οφείλεται στο παρακείμενο ακρωτήριο το οποίο μοιάζει με λιοντάρι από τη συγκεκριμένη θέση στην οποία βρίσκεται.

Το αρχαιότερο μνημείο της Λεβήνος είναι ο Θησαυρός, τετράγωνο πηγάδι βάθους 1.090 μ. που χρονολογείται από το 2ο ή τον 1ο αιώνα π. Χ. Ανατολικότερα στο βάθος 3,30μ. βρέθηκε η πηγή του νερού με θεραπευτικές ιδιότητες.

Υπήρχαν επίσης κολυμπήθρες , οι οποίες επικοινωνούσαν, μέσα στις οποίες λούζονταν οι ασθενείς.

Η Λεβήν ήκμασε στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, ως λιμάνι της Γόρτυνας αλλά και ως ιερή πόλη, όπου λατρευόταν ο Ασκληπιός και η Υγιεία Σώτειρα.

Το Ασκληπιείο ήταν στην ακμή του κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια της Ρώμης και ο χώρος αυτός εξελίχτηκε σε θεραπευτικό κέντρο.

Κανείς δεν έπρεπε να μάθει τις μυστικές θεραπείες που γίνονταν εδώ και γι’ αυτό συνηθιζόταν στα Ασκληπιεία να δίνουν όρκο σιωπής, όπως γινόταν, δηλαδή, και στα Ελευσίνια μυστήρια!

Στα Ασκληπιεία σε όλη την Ελλάδα κατέφευγαν συνήθως ασθενείς με την ελπίδα να θεραπευτούν.

Πράγματι, τις περισσότερες φορές γιατρεύονταν μέσα από μια ολοκληρωμένη και εντατική θεραπεία που περιλάμβανε δεήσεις, ειδική δίαιτα, χειρομαλάξεις, λουτροθεραπεία, χειρουργικές επεμβάσεις ως και ψυχοθεραπεία με την ακρόαση μουσικών και θεατρικών παραστάσεων!

Το τελευταίο στάδιο της θεραπείας στα Ασκληπιεία της αρχαιότητος στην Ελλάδα, εφόσον βέβαια αυτό ήταν απαραίτητο, ήταν η εγκοίμηση. Τότε ο ασθενής, ενώ κοιμόταν σε ειδικό χώρο, έβλεπε σε όνειρο τον ίδιο το θεό Ασκληπιό να του φανερώνει τη θεραπεία για την ασθένειά του.

Έτσι έχουμε τη διαδικασία της θεραπείας του Πλούτου κατά την εγκοίμηση… όπως τη διασώζει ο Αριστοφάνης: Καρίωνας: «Μετά (ο θεός) πήγε και κάθισε δίπλα στον Πλούτο. Πρώτα του έπιασε το κεφάλι κι ύστερα με ένα πανί Του σφούγγισε τα ματόφυλλα.

Η Πανάκεια με κόκκινο ύφασμα του σκέπασε την κεφαλή κι όλο το πρόσωπο. Έπειτα ο θεός εσφύριξε. Πετάχτηκαν από το ιερό δυό φίδαροι να!»

Γυναίκα (του Χρεμύλου): «Πώωπω, θεούλη μου!»

Καρίωνας: «Χώθηκαν κάτω από το κόκκινο ύφασμα Και θαρρώ του έγλειψαν τα βλέφαρα. Λοιπόν, κυρά, προτού προλάβεις να πιεις κανά δυο κιλά κρασί, σηκώθηκε ο Πλούτος κι είχε το φως του. Απ’ τη χαρά μου χτυπάω παλαμάκια και ξυπνώ τον αφέντη. Ευθύς, θεός και φίδια γίναν άφαντοι στο ναό».

(Αριστοφάνης, Πλούτος, στ. 727-741) Μερικές φορές, μάλιστα, η θεραπεία γινόταν όσο ο ασθενής κοιμόταν και όταν ξυπνούσε από το βαθύ του ύπνο, ήταν και πάλι απολύτως υγιής! Κάπου μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, με τη θεραπευτική επέμβαση του θεού ή με τη δύναμη της αυθυποβολής, επιτυγχανόταν τις περισσότερες φορές η θεραπεία των ασθενών.

Ωστόσο ο Ασκληπιός εδώ στο Λέντα είχε μια παρεμφερή τεχνική με τα άλλα Ασκληπιεία της Ελλάδας, αλλά ολότελα δική του, που δεν την συναντούμε πουθενά σε κανένα Ασκληπιείο, εις το να θεραπεύσει δηλαδή τους ασθενείς του, καθώς περιγράφεται στο λαογραφικό που ακολουθεί:

Ο Ασκληπιός του Λέντα, πάντα υποσχόταν σε όλους τους ασθενείς του ότι θα τους κάνει καλά, έχοντας ως σύμμαχο, το ξεχωριστό κλίμα του Λέντα, το φημισμένο του νερό , αλλά και ακόμα μια ”μαγική” τρύπα!!

Συνιστούσε λοιπόν στους ασθενείς του να τον επισκεφτούν και να μείνουν μαζί του ένα μήνα, κρατώντας τρόφιμα ικανά για να περάσουν, όλον αυτό τον μήνα. Μόλις πήγαινε εκεί ο ασθενής, ο Ασκληπιός τον έβαζε σε πρόγραμμα και του έλεγε τα παρακάτω λόγια:

– Για να πάνε όλα καλά, θα πρέπει να σηκώνεσαι το πρωϊ και να πηγαίνεις να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως καλά και θα πίνεις νερό απ’ αυτήν εδώ την πηγή και μετά θα πηγαίνεις εκεί στην τρύπα και θα κοιτάζεις, μήπως δεις να ξεπροβάλει ένας όφις. Αν δεις να ξεπροβάλει ο όφις, τα νέα θα είναι δυσάρεστα!! Φυσικά θα πεθάνεις!! Αν δεν δεις τον όφι, όλα θα πάνε καλά!! Μετά θα πηγαίνεις να κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι. Το μεσημέρι θα πηγαίνεις πάλι να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως και θα πίνεις πάλι από αυτό το ίδιο νερό και στη συνέχεια θα πηγαίνεις πάλι στην τρύπα και να ξανοίγεις μήπως δεις να ξεπροβάλει ο όφις. Μετά θα πηγαίνεις πάλι για ύπνο. Το ίδιο ακριβώς πράγμα θα κάνεις και το βράδυ. Με αποτέλεσμα όποιος πήγαινε εκεί, ξεκουραζόταν αρκετά, έκανε τα μπάνια του για ένα ολόκληρο μήνα, έτρωγε και έπινε από το φημισμένο νερό του Λέντα, ενώ ποτέ του δεν έβλεπε τον όφι να βγαίνει από την τρύπα!! Εφόσον λοιπόν δεν είχε δει τον όφι να βγαίνει από την τρύπα, δεν είχε νε κανένα φόβο για να πεθάνει!!

Στο τέλος του μήνα, βρισκότανε ξεκουρασμένος, ξεχασμένος από την πρώην καθημερινότητα, ενώ ο οργανισμός του είχε νε τονωθεί από τα μπάνια τη καλοπέραση και το καλό νερό, μα πάν’ απ’ όλα, τη καλή ψυχολογία, που δεν είδε νε τον όφι να ξεπροβάλει!!

Τελικά έφευγε για το σπίτι του, υγιέστατος και πολύ ικανοποιημένος, από τον γιατρό Ασκληπιό!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη