Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Μάχη της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Με την ονομασία αυτή έμεινε στην ιστορία η αεραποβατική επιχείρηση, που επιχείρησε η Ναζιστική Γερμανία κατά της Κρήτης στις 20 Μαΐου 1941 και η οποία έληξε δώδεκα μέρες μετά, την 1η Ιουνίου, με την κατάληψη της Μεγαλονήσου


Ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πολλές πρωτιές σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Η απόφαση για την επίθεση στην Κρήτη ελήφθη από το Χίτλερ στις 25 Απριλίου 1941, λίγες μέρες μετά την παράδοση της ηπειρωτικής Ελλάδας στις δυνάμεις του Άξονα, και έλαβε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ερμής» («Unternehmen Merkur»). Ήταν αμυντική και όχι επιθετική επιχείρηση, όπως αποδείχθηκε αργότερα. Οι Γερμανοί είχαν ως στόχο να εξασφαλίσουν τα νοτιοανατολικά τους νώτα, ενόψει της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα (Εκστρατεία στη Ρωσία) και να εξορμήσουν στη Βόρεια Αφρική, με εφαλτήριο την Κρήτη, όπως πίστευαν οι Σύμμαχοι.

Τις παραμονές της επίθεσης, οι Σύμμαχοι είχαν τακτικό πλεονέκτημα σε ξηρά και θάλασσα, ενώ οι Γερμανοί στον αέρα. Έτσι, το γερμανικό επιτελείο αποφάσισε να διεξαγάγει την επιχείρηση από αέρος με τη χρησιμοποίηση δυνάμεων αλεξιπτωτιστών σε ευρεία κλίμακα, για πρώτη φορά στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία. Επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων τέθηκε ο πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, 51 ετών, βετεράνος πιλότος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε στη διάθεσή του 1190 αεροπλάνα (πολεμικά και μεταγωγικά) και 29.000 άνδρες (αλεξιπτωτιστές και πεζικάριους), ενώ οι Ιταλοί θα συνεισέφεραν 3.000 στρατιώτες.

Battle_of_Crete

Την Κρήτη υπερασπίζονταν όσοι έλληνες στρατιώτες είχαν παραμείνει στο νησί και δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιωτικοί), που είχαν διεκπεραιωθεί από την κατεχόμενη Ελλάδα. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, 52 ετών, βετεράνος και αυτός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι υπερασπιστές της Μεγαλονήσου ανήρχοντο σε περίπου 40.000, αλλά είχαν ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό, ιδίως οι Έλληνες.

Στην περιοχή των Χανίων είχε εγκατασταθεί ο Βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση υπό τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Οι Σύμμαχοι γνώριζαν με μεγάλες λεπτομέρειες το γερμανικό σχέδιο επίθεσης, αφού είχαν κατορθώσει για πρώτη φορά να σπάσουν του γερμανικό κώδικα επικοινωνιών («Επιχείρηση Αίνιγμα»). Όμως, το πλεονέκτημα αυτό δεν το εκμεταλλεύτηκαν, εξαιτίας των διαφωνιών του Φράιμπεργκ με τους ανωτέρους του στο Λονδίνο. Οι Αμερικανοί δεν είχαν εισέλθει ακόμη στον Πόλεμο.

Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 8 το πρωί της 20ης Μαΐου 1941, με τη ρίψη αλεξιπτωτιστών σε δύο μέτωπα: στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων. Τα πρώτα κύματα των αλεξιπτωτιστών ήταν εύκολη λεία για τους Νεοζηλανδούς και τους Έλληνες που υπεράσπιζαν το Μάλεμε. Στις μάχες έλαβε μέρος και μεγάλος αριθμός αμάχων με ό,τι όπλο είχε στη διάθεσή του, από μαχαίρια ως όπλα από την εποχή της Κρητικής Επανάστασης.

Οι Γερμανοί δεν υπολόγισαν τη συμμετοχή αμάχων στις επιχειρήσεις.Η συμμετοχή χιλιάδων αμάχων στις επιχειρήσεις ήταν ένας παράγων που δεν είχαν υπολογίσει οι γερμανοί σχεδιαστές της επιχείρησης. Πίστευαν ότι οι Κρητικοί, γνωστοί για τα αντιμοναρχικά τους αισθήματα, θα υποδέχονταν τους Γερμανούς ως ελευθερωτές. Μία ακόμη λανθασμένη εκτίμηση της γερμανικής αντικατασκοπείας υπό τον ναύαρχο Βίλχελμ φον Κανάρις ήταν ο αριθμός των μαχητών στην Κρήτη, τους οποίους υπολόγιζαν σε μόνο 5.000 άνδρες.

Στις 4 το απόγευμα της 20ης Μαΐου ένα νέο κύμα αλεξιπτωτιστών έπεσε στο Ρέθυμνο και μία ώρα αργότερα στο Ηράκλειο. Τώρα, οι μάχες διεξάγονταν σε τέσσερα μέτωπα: Χανιά, Μάλεμε, Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Η πρώτη μέρα της Μάχης της Κρήτης έληξε με μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς και αβέβαια έκβαση. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, πτέραρχος Κουρτ Στούτεντ, απογοητευμένος από την εξέλιξη των επιχειρήσεων, σκέφθηκε ακόμη και την αυτοκτονία, αναλογιζόμενος την υπόσχεση που είχε δώσει στον Φύρερ για μια εύκολη νίκη. Το βράδυ της ίδιας μέρας, μετά από μεγάλες περιπέτειες, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση μεταφέρθηκαν με βρετανικό πολεμικό στην Αίγυπτο.

Από τα ξημερώματα της 21ης Μαΐου οι μάχες συνεχίσθηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα και στα τέσσερα μέτωπα. Οι Γερμανοί επικεντρώθηκαν στην κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε, όπως ήταν ο πρωταρχικός τους στόχος και τα κατάφεραν προς το τέλος της ημέρας. Επωφελήθηκαν από την ασυνεννοησία στις τάξεις των Συμμάχων, αλλά υπέστησαν και πάλι μεγάλες απώλειες. Ανάμεσα στους γερμανούς αλεξιπτωτιστές που κατέλαβαν το Μέλεμε ήταν μια μεγάλη προσωπικότητα του αθλητισμού και της πυγμαχίας, ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών Μαξ Σμέλινγκ, 36 ετών, που έφερε το βαθμό του δεκανέα.

Η κατάληψη του αεροδρομίου ήταν στρατηγικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Οι Γερμανοί άρχισαν να μεταφέρουν μεγάλες δυνάμεις από την Ελλάδα και με τον σύγχρονο οπλισμό που διέθεταν ήταν θέμα χρόνου η κυριαρχία τους στη Μεγαλόνησο. Στις 28 Μαΐου οι Γερμανοί είχαν απωθήσει τις συμμαχικές δυνάμεις προς τα νότια, καθιστώντας τον αγώνα τους μάταιο. Έτσι, το Λονδίνο αποφάσισε την απόσυρση των δυνάμεων της Κοινοπολιτείας από την Κρήτη και τη μεταφορά τους στην Αίγυπτο. Όσες μονάδες δεν τα κατάφεραν, παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Πολλοί Έλληνες μαχητές και μαζί τους 500 Βρετανοί ανέβηκαν στα απρόσιτα βουνά της Κρήτης για να συνεχίσουν τον αγώνα. Την 1η Ιουνίου, με την παράδοση 5.000 μαχητών στα Σφακιά, έπεσε η αυλαία της Μάχης της Κρήτης.

Οι απώλειες για τους Συμμάχους ήταν: 3.500 νεκροί, 1.900 τραυματίες και 17.500 αιχμάλωτοι. Οι Γερμανοί, σύμφωνα με δικά τους στοιχεία, είχαν 3.986 νεκρούς και αγνοούμενους, 2.594 τραυματίες, ενώ έχασαν 370 αεροπλάνα. Σύμφωνα, όμως, με συμμαχικούς υπολογισμούς, οι γερμανικές απώλειες ξεπέρασαν τις 16.000.

Η Μάχη στην Κρήτη ονομάστηκε και «Νεκροταφείο των γερμανών αλεξιπτωτιστών», εξαιτίας των μεγάλων απωλειών τους, γεγονός που ανάγκασε τον Χίτλερ να διατάξει τον τερματισμό κάθε αεραποβατικής επιχείρησης στο μέλλον. Από την πλευρά τους, οι Σύμμαχοι εντυπωσιάστηκαν από τις μεγάλες δυνατότητες των αλεξιπτωτιστών στη μάχη και δημιούργησαν τις δικές τους αεραποβατικές δυνάμεις.

www.sansimera.gr

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ανήμερα της Παναγίας τορπιλίζεται στην Τήνο το καταδρομικό “ΕΛΛΗ”

Δημοσιεύτηκε

στις

Στην προκυμαία της Τήνου όλα έδειχναν να κυλούν φυσιολογικά. Το νησί ήταν για μια ακόμη χρονιά έτοιμο, να υποδεχτεί τους χιλιάδες πιστούς


Οι μικροπωλητές είχαν στήσει τρεις ημέρες πριν, τους πάγκους τους και διαλαλούσαν δυνατά την πραμάτεια τους. Σταυρουδάκια εικόνες, κομποσκοίνια, Αγιασμένο νερό…Κάποιοι πουλούσαν κουλούρια και ζαχαρωμένους λουκουμάδες. Τα καφενεία είχαν γεμίσει ήδη και τα γκαρσόνια έτρεχαν πάνω κάτω αλαφιασμένα να εξυπηρετήσουν.

Το νησί βούλιαζε στην κυριολεξία από πιστούς. ‘Ανθρωποι κάθε ηλικίας, νέοι, ηλικιωμένοι, άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά ανέβαιναν τη μικρή ανηφορίτσα προς την εκκλησιά της Μεγαλόχαρης. Κατάνυξη… Πίστη… Κάποιοι στα γόνατα έκλαιγαν και μονολογούσαν μια προσευχή. Ο καθένας κουβαλούσε μυσταγωγικά τον δικό του Σταυρό. Η Παναγιά η Μεγαλόχαρη γιόρταζε. Όλοι ήθελαν τη χάρη Της. Ήδη 2 νέα επιβατηγά ατμόπλοια γεμάτα με κόσμο, βρίσκονταν αρόδου και περίμεναν τις βάρκες να ξεκινήσουν τη μεταφορά των επιβατων. Ένα πολεμικό αεροπλάνο έσκισε γρήγορα τον ουρανό πάνω από το λιμάνι, διέγραψε μερικούς χαμηλούς κύκλους και χάθηκε προς το νησί της Μυκόνου. Το πλήθος άρχισε να χαιρετά και να επευφημεί Ήταν ένα συναρπαστικό θέαμα…

Στην μπούκα του λιμανιού το ελαφρύ καταδρομικό ΕΛΛΗ, υπερήφανο, με τον «μέγα» σημαιοστολισμό του, τραβούσε τα βλέμματα του κόσμου από την προκυμαία. Στο κατάστρωμα, ναύτες και αξιωματικοί ντυμένοι με στολές «εξόδου» ατένιζαν το νησί της Μεγαλόχαρης και περίμεναν πότε θα πατήσουν στεριά σαν τιμητικό άγημα στην εικόνα.

15 Αυγούστου 1940 ώρα 08.23

Το κλίμα κανονικά θα έπρεπε να είναι χαρούμενο, ωστόσο η κατάσταση στην Ευρώπη είναι έτοιμη να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Οι Γερμανοί έχουν εισβάλει στην Πολωνία. Ο Χίτλερ ξεναγήθηκε σαν κατακτητής στο Παρίσι, η κεντρική Ευρώπη στενάζει κάτω από την μπότα της Βέρμαχτ, ο αητός της Λουφτβάφε, βομβαρδίζει την Αγγλία και η τεράστια γερμανική μηχανή έπαιρνε μπροστά για να κατευθυνθεί Ανατολικά και να κατατροπώσει τους Σοβιετικούς…

Στην Ελλάδα τα πράγματα δεν πάνε καλύτερα. Την εξουσία έχει καταλάβει πραξικοπηματικά 4 χρόνια πριν, ο «μεγάλος απών του Μικρασιατικού πολέμου», ο άνθρωπος που σαν την Κασσάνδρα προμήνυε καταστροφή αλλά ουδέποτε έκανε κάτι να βοηθήσει, ο Ιωάννης Μεταξάς. Στρατιωτικός με γνώσεις στο αντικείμενο του όσο λίγοι, με Γερμανική Παιδεία, που πολύ θα ήθελε να ακολουθήσει το άρμα του Χίτλερ, τον οποίο θαύμαζε, αλλά σκεπτόμενος σωστά, θεώρησε ότι τα συμφέροντα της χώρας, καλύπτονται περισσότερο με μια συμμαχία με την Αγγλία. Στο εσωτερικό της χώρας κυριαρχεί ένα βαρύ κλίμα τρομοκρατίας και ανελευθερίας που μαζί με την φτώχια που μαστίζει την μεσαία τάξη, πνίγει τους ανθρώπους. Την ίδια στιγμή η «φίλη» Ιταλία δεν χάνει ευκαιρία, και προκλητικά κάθε μέρα δείχνει να μας αντιμετωπίζει σαν τον άμεσο περιφερειακό εχθρό της.

Από το ’22 ονειρευόταν την Μεσόγειο σαν μια δική της λίμνη. Στα τέλη του ’30 είχε αποθρασυνθεί. Στις αρχές του ’40 ο ηγέτης της , ο Μουσσολίνι είχε δώσει σαφέστατες εντολές στους επιτελείς του: «Προκαλέστε με κάθε τρόπο αυτούς τους άθλιους Έλληνες. Κάντε τους με κάθε κόστος να απαντήσουν και μετά τσακίστε τους. Καμία δύναμη δεν μπορεί να αντισταθεί στη Νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μας…»

Και πραγματικά οι Ιταλοί, που αν και ιδεολογικά, βρίσκονταν σχεδόν αδελφικά κοντά, με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δεν σταμάτησαν να παίζουνε με τα νεύρα μας και να προκαλούν όποτε έβρισκαν ευκαιρία. Οι Μεγάλες δυνάμεις τους είχαν παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα για κάποιο χρονικό διάστημα και εκείνοι δεν τα επέστρεψαν ως όφειλαν μετά το τέλος της συμφωνίας. Ουδείς τους είπε τίποτε, και αυτό τους έκανε να αποθρασυνθούν στο Ανατολικό Αιγαίο. Ο Ιταλός δικτάτορας ονειρευόταν μια Mare Nostrum…

Ο Μεταξάς καθόλη τη διάρκεια των Ιταλικών προκλήσεων δεν απαντούσε. Απλά προετοίμαζε την άμυνα της χώρας. Μια άμυνα που έπρεπε να είναι σκληρή, και έξυπνη, απέναντι σε έναν υπερπολαπλάσιο εχθρό. Δεν απάντησε όταν οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Κέρκυρα. Δεν απάντησε όταν οι Ιταλοί βομβάρδισαν ανεπιτυχώς, έξω από τη Γραμβούσα το πλοίο ΩΡΙΟΝ και το Αντιτορπιλικό ΥΔΡΑ τον Ιούλιο του 1940. Δεν απάντησε όταν λίγες μέρες μετά, τέσσερα ελληνικά υποβρύχια βομβαρδίστηκαν από Ιταλικά αεροπλάνα στον κόλπο της Ιτέας. Δεν απάντησε όταν απροκάλυπτα, Ιταλικά αεροπλάνα στα τέλη του Ιούλη έριξαν βόμβες κατά των Α/Τ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Δεν απάντησε ακόμη και όταν στις αρχές του Αυγούστου, Λίγες ημέρες πριν τον εορτασμό της Παναγίας, οι Ιταλοί δεν δίστασαν να βομβαρδίσουν την τελωνειακή ακτοφυλακίδα Α6 έξω από την Αίγινα.

ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ DELFINO. εν καταδύσει έξω από το λιμάνι της Τήνου. ΩΡΑ 08.24

Ο κυβερνήτης, Αντιπλοίαρχος Aicardi, δεν ξεκολλούσε το πρόσωπο του από το περισκόπιο. Είχε φορέσει το καπέλο του ανάποδα, με το γείσο προς τα πίσω, και το μάτι του παρακολουθούσε συνέχεια την επιφάνεια της θάλασσας. Βρισκόταν στα όρια του βάθους περισκοπικής κατάδυσης… Μέσα στο κύτος δεν ακουγόταν ούτε ανάσα. Κανένας από το πλήρωμα δεν μιλούσε. Είχαν ιδρώσει. Ο σηματωρός σκούπισε τον ιδρώτα του με την ανάστροφη της παλάμης του και συνέχισε να ακούει το σόναρ του. Ο Aicardi περίμενε. Στον σταυρό του περισκοπίου του ένα ελαφρύ καταδρομικό στην επιφάνεια της θάλασσας, ήταν συνέχεια «κλειδωμένο». Στην αρχή της πλώρης του, δίπλα από την άγκυρα, με μικρά γράμματα, έγραφε ΕΛΛΗ…
Την νεκρική σιωπή έσπασε μια φωνή από τον ασύρματο. Ηταν στα ιταλικά και ο βόμβος έδειχνε πως ήταν από κάποιο αναγνωριστικό αεροπλάνο που πετούσε κάπου κοντά κάνοντας κύκλους…

«Όλα είναι εντάξει μπορείτε να πυροδοτήσετε Σενιορε. Τι άνθρωποι είναι αυτοί στην προκυμαία. Πετούσα από πάνω τους και με χαιρετούσαν… Σενιορε επιστρέφω στη Λέρο. Το πλοίο είναι πλέον δικό σας. Τέλος»
Ο κυβερνήτης του Ιταλικού υποβρυχίου DELFINO, είχε πάρει σαφέστατες διαταγές κατευθείαν από τον Διοικητή των Δωδεκανήσων De Vecci ,ανώτατο στέλεχος του Ιταλικού φασιστικού κόμματος. Ξανακοίταξε μέσα από το περισκόπιο του και έδωσε τη διαταγή: “Fuoco”

ΕΥΔΡΟΜΟ ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΟ ΕΛΛΗ Λιμάνι Τήνου 08.25

Στη Γέφυρα του 98 μέτρων παλαιού σκαριού ο κυβερνήτης, Πλοίαρχος Χατζόπουλος, ενημερωνόταν για τις τελευταίες λεπτομέρειες της απόβασης του τιμητικού αγήματος που θα συνόδευε τη λιτάνευση της εικόνας της Παναγίας στο νησί. Με το χέρι του ήπιε μια μεγάλη γουλιά καφέ, κοίταξε μπροστά την προκυμαία που ήταν γεμάτη κόσμο και χαμογέλασε. Έστρεψε το κεφάλι του στα 2 ατμόπλοια που ξεφόρτωναν κόσμο από τις βάρκες και ρώτησε τον Ύπαρχο του, ποια πλοία είναι αρόδου . « Το ΕΣΠΕΡΟΣ και το ΕΛΣΗ κύριε κυβερνήτα»
Τα λόγια πάγωσαν στον αέρα. Τα αυτιά των ναυτών, των αξιωματικών και του κυβερνήτη στη γέφυρα έκαναν κάποια ώρα να επεξεργαστούν τη φωνή που άκουσαν από τον οπτήρα: «ΤΟΡΠΙΛΗ ακριβώς στη μέση Τορπίλη!!!»
Η φωνή έσβησε. Στη γέφυρα κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους και έτρεξαν έξω. Πρόλαβαν να διακρίνουν το λευκό ίχνος του θανάτου καθώς έσκιζε με ταχύτητα τα νερά λίγο κάτω από την επιφάνεια της σκούρας γαλάζιας θάλασσας. Σιγή επικράτησε για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ακουγόταν μόνο το σκίσιμο των υδάτων από το θανατηφόρο φορτίο της 053 whitehead Fiume τορπίλης που πλησίαζε…

ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΝΟΥ 08.25 15 Αυγούστου 1940

Στην προκυμαία οι μικροπωλητές συνέχιζαν να διαλαλούν την πραμάτεια τους. Οι κουλουρτζήδες φώναζαν για τα σιμίτια τους και στο καφενείο τα γκαρσόνια αλαφιασμένα έτρεχαν να εξυπηρετήσουν τον κόσμο. Οι πιστοί συνέχιζαν να συσσωρεύονται στο λιμάνι και να ανεβαίνουν την ανηφόρα προς την εκκλησία…Η πρώτη έκρηξη έκανε τους πάντες να γυρίσουν… Κοίταζαν αποσβολωμένοι την ΕΛΛΗ να βγάζει καπνούς από το πλάι. Όλοι προσπαθούσαν να δουν καλύτερα τι έχει συμβεί και ανασήκωναν τους λαιμούς τους. Οι άνδρες έβγαζαν τα καπέλα τους και με τις παλάμες τεντωμένες σαν σκιάστρο μπροστά στα μάτια τους, προσπαθούσαν να διακρίνουν .Τα παιδάκια στις μύτες των ποδιών έδιναν τη δική τους μάχη.

Ένας ψίθυρος από άκρη σε άκρη σε όλο το νησί. Η δεύτερη έκρηξη ήταν ισχυρότερη. Έσκασε το καζάνι, ο λέβητας, κάτω από την ίσαλο γραμμή του πλοίου και μια τρύπα διαμέτρου δύο μέτρων ανάμεσα στα δύο φουγάρα, έγινε ορατή ακόμη και από την ακτή. Καπνός …μαύρος πυκνός καπνός κάλυψε τον ουρανό πάνω από το πλοίο. Οι ναύτες πηδούσαν από το κατάστρωμα να σωθούν. Οι φλόγες έβγαιναν απειλητικές από τα σωθικά του καραβιού. Στην προκυμαία ο κόσμος δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Οι βάρκες που πλησίαζαν τα δύο επιβατηγά ατμόπλοια για να παραλάβουν τους επιβάτες, έμειναν με τα κουπιά όρθια. Η απόλυτη καταστροφή. Μετά τις εκρήξεις μια σιωπή έπεσε στο λιμάνι…ακουγόταν μόνο ο αέρας και από μακριά τα ουρλιαχτά των τραυματισμένων ναυτών…

Ξαφνικά ουρλιαχτά και εκκλήσεις στην Παναγιά έσκισαν τον αέρα. Από τα δυο ατμόπλοια τα γεμάτα προσκυνητές ο κόσμος άρχισε να φωνάζει, να κλαίει και να παρακαλάει… Έβλεπαν τον θάνατο να πλησιάζει… Το ιταλικό υποβρύχιο είχε εξαπολύσει δύο άλλες τορπίλες με στόχο τα καράβια… Ο κόσμος από το κατάστρωμα τις διέκρινε καθαρά να πλησιάζουν. Πανικός. Οι ματιές τους μέσα στην αλλοφροσύνη πότε κοίταζαν τις τορπίλες και πότε την ΕΛΛΗ απέναντι τους που είχε πάρει κλίση και καιγόταν…

Ϊσως η χάρη Της , ίσως απλά από τύχη οι τορπίλες δεν βρήκαν στόχο… Η μία πέρασε δίπλα από την πλώρη του ΕΣΠΕΡΟΥ και η άλλη κάτω από τα ύφαλα της ΕΛΣΗΣ…Οι τορπίλες διέγραψαν την πορεία τους και καρφώθηκαν εκκωφαντικά στον λιμενοβραχίονα. Το νερό, και οι πέτρες σηκωθήκαν σε ύψος 40 μέτρων… Το τσιμέντο στην γεμάτη κόσμο προκυμαία, έτρεμε σαν να γινόταν σεισμός.

Η ΕΛΛΗ το τριπλέλικο σκαρί που είχε πάρει μέρος και στην μικρασιατική εκστρατεία, πήρε κλίση 15 μοιρών και φλεγόμενο άρχισε να βυθίζεται μία ώρα και ένα τέταρτο μετά το πρώτο χτύπημα. Η ψυχραιμία του κυβερνήτη που καθοδήγησε με μαεστρία το πλήρωμα και κατάφερε όχι μόνο να τους σώσει αλλά και να απεγκλωβίσει τους τραυματίες μηχανικούς και θερμαστές από τα αμπάρια, ήταν ουσιαστική. Εβδομήντα λεπτά μετά διέταξε την εγκατάλειψη του πλοίου. Ένας αρχικελευστής, δύο κελευστές, ένας υποκελευστής και έξη ναύτες όλοι τους θερμαστές και βρίσκονταν στο σημείο που χτύπησε η τορπίλη ήταν νεκροί.

Ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση των Ιταλών. Η κυβέρνηση πιστή στη γραμμή που είχε χαράξει, δεν απάντησε. Μάλιστα τονίστηκε με κάθε τρόπο στους εμπειρογνώμονες που βρήκαν τα θραύσματα και αναγνώρισαν τις ιταλικές τορπίλες, να μην μιλήσουν. Έπίσημα γινόταν λόγος για υποβρύχιο άγνωστης εθνικότητας. Ανεπίσημα ο κόσμος έβραζε κατά των Ιταλών…Τρεις μήνες αργότερα στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου οι φασίστες του Ντούτσε θα συναντούσαν τη Νέμεση τους… Σκληρή και αδυσώπητη

ΠΗΓΗ: onalert.gr

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

“Ω Παναγιά μου Ανωγειανή…” – Tα Μαρτυρικά Ανώγεια έζησαν το 3ο Ολοκαύτωμα στην ιστορία τους

Δημοσιεύτηκε

στις

Ω Παναγιά μου Ανωγειανή που ‘σουν αυτή την ώρα
οντες εβάναν τη φωθιά στα ξακουσμένα Ανώγεια


Σαν σήμερα στις 13 Αυγούστου του 1944, τα Μαρτυρικά Ανώγεια έζησαν το 3ο Ολοκαύτωμα στην ιστορία τους για την αντιστασιακή τους δράσης (1822, 1867, 1944). Αυτή τη φορά από τους Γερμανούς.

Οι στίχοι του τραγουδιού που ακολουθεί από τον Γιάγκο Χαιρέτη τα λένε όλα.

Εμείς απλώς θα συμπληρώσουμε τη μαντινάδα του Αριστείδη Χαιρέτη:

Την Ιστορία του Χωριού θα πω με λίγα λόγια
ότι το κάψαν τρεις φορές και παλι είν’ Ανώγεια

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

13 Αυγούστου 1944 – Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων

Δημοσιεύτηκε

στις

Κυριακή 13 Αυγούστου 1944. Οι Ναζί περικυκλώνουν τα Ανώγεια. Ψάχνουν να βρουν αντάρτες, αντιστασιακούς


Ψάχνουν, ρωτούν τους κατοίκους, απάντηση δεν παίρνουν και η απόφαση του διοικητή του Φρουρίου Κρήτης, στρατηγού Μίλλερ, ως διαταγή γίνεται άμεση εκτελεστέα. Κάψιμο και ισοπέδωση των Ανωγείων, ένα ολοκαύτωμα που κράτησε μέχρι την 5η του Σεπτέμβρη απλά και μόνο γιατί, όπως ανέφερε η διαταγή: «Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου»…

Είκοσι τρείς ημέρες κάθε πρωί έμπαιναν στο χωριό του Ψηλορείτη οι Γερμανοί και κατά ομάδες λεηλατούσαν τα σπίτια και τις περιουσίες, έκλεβαν, βανδάλιζαν και με δυναμίτες ανατίναζαν ότι φιλοξενούσε και σκέπαζε τους ανθρώπους του ορεινού αυτού τόπου. Η απόλυτη ισοπέδωση, η απόλυτη καταστροφή. «Το χωριό ισοπεδωμένο. Δρόμοι δεν υπήρχαν. Δρόμοι ήταν ανοιχτοί, καινούριοι δρόμοι πάνω από τα χαλάσματα. Ξεπετιούντανε κρεατόμυγες να σε φάνε. Έβλεπες τα σκυλιά τόσανε στο πάχος, να τρώνε πτώματα. Έβλεπες κατσίκες, σκύλους και βόδια ακόμα σκοτωμένα μέσα στο χωριό. ‘Αναβαν δεξά ζερβά, ρούχα, ξύλα και εγροίκας μια μπόχα, μια βρώμα κι απ’ όπου κι αν είχε στραφείς έβλεπες ερείπια, χάλια. Και λέω.. ‘Αραγες, αυτό το χωριό, θα ξαναγίνει χωριό ποτές; Αυτό το χωριό θα ξαναγίνει χωριό πάλι;…», ακούμε τον γέροντα να περιγράφει τις εικόνες που έζησε και δεν ξεχνά στην Κινηματογραφική Καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας των Ανωγείων (1900-1945) «Ο ΉΧΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Λευτέρη Χαρωνίτη.

Εκτελέσεις αμάχων, βία, καταπάτηση κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ακόμη και τους άντρες που χρησιμοποιούσαν ως δούλους μεταφορείς για τα κλοπιμαία τους που μετέφεραν στο χωριό Σείσαρχα και αυτούς μετά τους εκτελούσαν. Μαρτυρίες και καταγραφές φέρνουν στην επιφάνεια ιστορίες ανθρώπων που αρνούμενοι ή ακόμη και ανήμποροι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, δολοφονήθηκαν, εκτελέστηκαν και θάφτηκαν στα ερείπια του μίσους και του ολοκαυτώματος.

Στα χέρια και τις πράξεις των Ναζί, πράξεις παγκόσμιας κατακραυγής, παραδίδονται 940 σπίτια, κόποι μιας ολόκληρης ζωής από ορεσίβιους ανθρώπους ενός σκληροτράχηλου τόπου, που σκεπάστηκε όμως από τη σκληρότητα των κατακτητών καταγράφοντας στην ιστορία το 3ο ολοκαύτωμα των Ανωγείων 120 χρόνια μετά τα ολοκαυτώματα από πλευράς των Τούρκων. «Την ιστορία του χωριού θα πω με λίγα λόγια, πως τρεις φορές το κάψανε μα πάλι είναι Ανώγεια» λέει στη Μαντινάδα του ο Αριστείδης Χαιρέτης.

Όμως… Το χρέος των παππούδων, το γονιών προς τα παιδιά τους, όλων των Ανωγειανών προς τις επόμενες γενιές, δίνει τη δύναμη και πάλι τα Ανώγεια να ξαναχτιστούν… «Εδώ η πέτρα σου μιλεί και ο Βοριάς σου γνέφει, εκείνος που τα αφρουκαστεί, ελπίδες μόνο θρέφει», αναφέρει ο Μαντιναδολόγος Λευτέρης Μπέκρης που όπως είπε και στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «κανείς σε τούτο τον τόπο δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα κλείσει τα μάτια του χωρίς να έχει κάμει το χρέος του». Και το χρέος δεν είναι άλλο πέρα από το χρέος που έχουν οι Κρητικοί στην Ράτσα όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης, ο οποίος ήταν μέλος από συστάσεως στις 17 Ιουνίου του 1945 της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης (Κ.Ε.Δ.Ω.Κ.) και μαζί με τους, καθηγητή Ιωάννη Καλιτσουνάκη, καθηγητή Ιωάννη Κακριδή, και τον Φωτογράφο Κωνσταντίνο Κουτουλάκη από άκρη σε άκρη της Κρήτης κατέγραψαν με κόπους και θυσίες κάθε ωμότητα τόσο από τους Ιταλούς όσο και από τους Γερμανούς κατακτητές.

Στην έκθεσή του ο Νίκος Καζαντζάκης, μεταξύ άλλων γράφει για τα Ανώγεια: «Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1.500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Καβέ, οπόθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης. Μετά ταύτα, προέβησαν εις Ολοκαύτωμα, γενικήν λεηλασίαν του χωρίου, πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπειτα ανετινάσσετο δια δυναμίτιδος. Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωϊαν επανήρχοντο. To μέγεθος της λεηλασίας θα κατανόηση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου. Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και I. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν. Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραϊσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των. Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. I. Σαλούστρον. Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ… Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής…»

Οι Ανωγειανοί, πήραν την απόφαση πέρα από το θρήνο και τις μαύρες μέρες και έχτισαν την ‘Ανω Γη του Ψηλορείτη, από την αρχή. Συνέχισαν έως και σήμερα να μάχονται, τις βροχές, το χιόνι, τους αέρηδες, να συμφιλιώνονται με τη φύση και να ατενίζουν τον καυτό ήλιο και τη λάμψη του, χωρίς να μισοσφραγίζουν τα μάτια τους. Με αυτά τα μάτια της περηφάνιας βλέπουν στον ορίζοντα τον κόσμο που πάντα ονειρεύονται και φαντάζονται. Τον κόσμο που αναφέρουν στα τραγούδια τους, στις μαντινάδες τους, στα κείμενα τους, στα βιβλία και τα παραμύθια τους προς τα παιδιά. Τον κόσμο του έρωτα, της αγάπης, του πολέμου για λευτεριά, ενός κόσμου ντυμένου με το πέπλο της δημοκρατίας, φιλόξενου και αλληλέγγυου, του κόσμου που περήφανα μπορεί από τις στάχτες του πάντα να ξαναγεννιέται. Γι’ αυτό οι Ανωγειανοί μπορούν και μόνοι τους και με άλλους ανθρώπους… Μπορούν να αντέχουν, να γιατρεύονται και να παίρνουν από το χέρι τα μικρά κοπέλια και τις κοπελιές για να τους διδάξουν, να μη σκύβουν το κεφάλι. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι νέοι των Ανωγείων δεν εγκαταλείπουν το χωριό και παραμένουν στις δυσκολίες για επιβίωση πρωταγωνιστές.

Μιλούν με μαντινάδες και λένε: «T’ Ανώγεια είναι ο κορμός τα φύλλα ειν’ οι άλλοι, κι όποιος τσι ρίζες του ξεχνά είναι ντροπή μεγάλη». «Του τόπου η παράδοση πρέπει να συνεχίσει, Ανωγειανός γεννήθηκες, το χνάρι σου μη σβήσει». «Φύγετε σύννεφα ‘πο μπρος, ο ήλιος να προβάλλει, για δε μπορώ να τη θωρρώ ..τη καταχνιά σας πάλι».

ΑΝΩΓΗ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη