Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι “σασμοί” και οι παλιοί συμβιβαστές στη Μεσαρά

Δημοσιεύτηκε

στις

Τους παλιούς καλούς καιρούς, οι κοινωνίες, μπορεί να είχαν και πολλά κακά στοιχεία, είχαν όμως και πολλά άλλα καλά, τα οποία κατά κάποιο τρόπο διόρθωναν τα κακώς κείμενα


Επειδή ο αναλφαβητισμός ήταν σχεδόν καθολικός στα χωριά, και ασφαλώς υπήρχαν και άγρια ένστικτα σε πολλούς, ωστόσο κάποιοι, και μέσα στην αγραμματοσύνη τους, προσπαθούσαν να διδάσκουν καλούς τρόπους στα παιδιά τους, και να τα κάνουν πιο πολιτισμένα, από τη δικιά τους γενιά.

Οι ίδιες οι κοινωνίες εμφάνιζαν ανθρώπους, που αναλάμβαναν να μεσολαβήσουν σε διαφορές, τους λεγόμενους «σασμούς».
Εκτός από συμβιβαστές, λεγόταν και μεσίτες , μεσολαβητές, ή διαμεσολαβητές κλπ.

Ο συμβιβαστής κατόρθωνε «να σάζει τα πράματα», και γιατί ήταν χαρισματικός σε αυτό, ήταν αλτρουιστής και φιλαλλήλης, αλλά παράλληλα και άνθρωπος με ισχυρή προσωπικότητα, και με σέβας αποδεχτό από όλους!

Πάνω στο ανθρώπινο επίπεδο για τις καλές σχέσεις, «δούλευε» ο συμβιβαστής, που μεσολαβούσε για να «σάσει τη δουλειά»!
Άνθρωπος με κύρος, σοβαρός, με ισχυρή προσωπικότητα, και προ πάντων εχέμυθος!

Δεν πρόδιδε σε καμία περίπτωση πράγματα και λεπτομέρειες που του εμπιστεύτηκαν, και που δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να μαθευτούν.

Έπρεπε όμως να έχει και ευγλωττία, να είναι ανοιχτό μυαλό, και το μυαλό του να παίρνει γρήγορα στροφές, να είναι ανοιχτομάτης, έμπειρος, και να ξέρει να μιλήσει κατά πως πρέπει, ανάλογα τη περίπτωση, πότε με το μαλακό, αλλά και πότε με το άγριο!

Πολλές φορές ο συμβιβαστής λειτουργούσε και σαν διαμεσολαβητής.
Δηλαδή, τον έστελναν άλλοι συχωριανοί του να μεσολαβήσει, να φτιαχτεί μια δουλειά, παράδειγμα σε αδέρφια που τσακωνότανε στη μοιρασιά της περιουσίας κλπ, και του λέγανε:

-Πήγαινε στους τάδε γιατί θα σφαγούνε! Πιάσε τον τάδε γιατί διαφωνεί με τους άλλους και θα ‘χουν κακά ξεμπερδέματα!

Σε πολλά περιστατικά που έχουν αναμειχθεί οι μεσολαβητές, σχεδόν σε όλα, «έχουνε σάσει τα πράγματα», και όχι μόνο έχουν καταφέρει να μονιάσουν, αλλά να γίνουν και συντεκνιές, κουμπαριές, συμπεθεριά με γάμους, αλλά να γίνουν ακόμα και αδελφοχτοί

Οι αδελφοχτοί ήταν ανώτεροι από αδέρφια!

Σχίζανε τη παλάμη τους να βγάλει αίμα, και στη συνέχεια «κολάγανε τα χέρια», και έναν όρκο πως για πάντα θα είναι αδερφικοί φίλοι!

Και αυτό φυσικά το τηρούσαν εφ όρου ζωής!

-«Κόλατο!» Είναι η Μεσαρίτικη φράση, που δηλώνει πως ότι πεις δίνοντας το χέρι, αυτό αποδεικνύει και την αξία της τιμής σου σαν άνδρας, που ότι λέει το κάνει!

Οι άνθρωποι που δίνανε τα χέρια για συμβιβασμό, δεν υπήρχε περίπτωση στο μέλλον να επαναληφθεί προστριβή μεταξύ τους!

Αν κατά κάποιο τρόπο σε έναν συμβιβασμό, κάποιος το πατούσε πεισματικά και αθετούσε τη συμφωνία, τότε τον γιουχάρανε όλοι οι χωριανοί!

Πράγματι, η τοπική κοινωνία τον απέβαλε από το κοινωνικό σύνολο, και τον έριχνε στο περιθώριο!

Κανείς πλέον δεν τον υπολόγιζε, ούτε στο καφενείο τον κερνούσε κανείς, αλλά ούτε και που του μιλούσε, ούτε καλημέρα!

Μα και τέλειος συμβιβασμός να μην υπάρξει, τουλάχιστον γλύτωναν ένα φονικό ακόμα και έστω ακόμα και το ξέσπασμα μιας βεντέτας!

Αν κάποιος έκανε ένα φονικό ή μια άσεμνη πράξη σε γυναίκα, όπως βιασμό, αλλά οι άνθρωποι που ήταν θύματα, ήταν πράοι, λογικοί και φιλήσυχοι και δεν επεδίωκαν την ανάλογη ανταπόδοση, ο κόσμος παρακολουθούσε στενά τη ζωή του δράστη, και αν του συνέβαινε μια άτυχη στιγμή στην οικογένειά του, να σκοτωθεί ας πούμε ο γιός του, τότε ο λαός ένοιωθε πως εδώ λειτούργησε η «Θεία Δίκη»!

«Ετιμώρησέ τονε ο Θεός, απάνω στη ζωή του παιδιού του…» Ηταν η φράση που έλεγαν όλοι.

Σχεδόν έχουν ξεχαστεί πλέον οι συμβιβαστές σήμερα, γιατί ουδείς πλέον ασχολείται «πέραν απ’ τη πάρτε του»!

Σήμερα ελάχιστοι έχουν απομείνει σε όλη την Κρήτη που αποσκοπούν στο σασμό, σαν μια δουλειά που μπορεί να έκανε και ο πατέρας τους νωρίτερα.

Τί όμως ακριβώς έκανε ο μεσολαβητής τότε, και πως αναλάμβανε να «σάσει μια υπόθεση»?

Αν είχε κύρος, ο άνθρωπος αυτός, και ήταν ισχυρή προσωπικότητα, σίγουρα θα είχε και τον ανάλογο σεβασμό, και από τα δύο μέρη που ήταν μαλωμένοι.

Έτσι είχε σίγουρο το αποτέλεσμα! Η δουλειά του, πολλές φορές άγγιζε τα καθήκοντα δικηγόρου, αφού επενέβαινε σε δικαστικές υποθέσεις, που έπρεπε να πληρωθούν και αποζημιώσεις!

Και εδώ τους έπειθε να πληρώσει τη ζημιά ο θήτης στο θύμα, και στη συνέχεια να τα βρουν και να δώσουν τα χέρια!

Έτσι είχαν να αντιμετωπίσουν και εύκολες και δύσκολες περιπτώσεις.

 

Όταν ο Λεωνίδας τα έμπηξε με τη Γρηγόρη για μια πατουχιά χωράφι!

Η «πατουχιά το χωράφι», ήταν συχνή αιτία για καυγάδες από πάντα στα χωριά.

Όμως ποιος θα καταφέρει να φέρει κοντά το Λεωνίδα και το Γρηγόρη, και να τους βάλει να δώσουν τα χέρια?

Στο χωριό, στα καφενεία, στους κοινούς φίλους τους δεν τους ερχόταν αυτή η κατάσταση!

Δεν το έβλεπαν λογικό αυτοί οι δύο, που είναι καλοί αθρώποι, να ξανοίγουνε το ίσα πέρα όντε σμίγουνε!

-«Εγώ θα τσι μονιταρίσω!», θα πει ο μεσίτης, «ιδια αργά κιόλας»!
«Μονιταρίζω». Όμορφη λέξη για ένα λεβέντη κρητικό!

Από το μεσαίωνα σέρνει η λέξη αυτή, από το «μονιτάρου», που θα πεί «μαζί». Τη μαθαίναμε και στο ποίημα του Ερωτόκριτου και της Ερωφίλης.

Οι διό τους λοιπόν, ο Γρηγόρης και ο Λεωνίδας, έχουν τρία χρόνια να μιλήσουν μεταξύ τους!

Ο λόγος όπως είπαμε γιατί ο Γρηγόρης ισχυρίζεται πως η «πατουχιά το χωράφι» ανήκει σε αυτόν!

Για αυτό ο μεσίτης συμβιβαστής, που θα έχει πάντα και ένα ορτάκη (συνεργάτη) για αυτή τη δουλειά, θα πάει ντελόγως να πιάσει τον ένα!

Θα πάει να πιάσει το Λεωνίδα, δήθεν πως το βράδυ είναι και οι διό καλεσμένοι στο σπίτι του τάδε (ορτάκη) που θα βράσει μια όρθα γιατί γιορτάζει!

Από την άλλη πάλι ο ίδιος ο ορτάκης, θα έχει ήδη πιάσει τον Γρηγόρη και θα τον έχει ήδη φέρει στο σπίτι του να πιούνε ένα κρασί για τον ίδιο λόγο!

Αμέριμνος ο Λεωνίδας με το μεσολαβητή φτάνουν στο σπίτι, και φωνιάζει απ’ αλάργο ο μεσολαβητής το νοικοκύρη: « Ήντα κάνετε»! για να τους ανοίξουν!

Με το: «Καλησπέρα σας!», «Να ‘μαστε και μείς», βλέπει συγχρόνως ο Λεωνίδας και τα μούτρα του Γρηγόρη, και οι διό τους είναι έτοιμοι να αρπαχτούν!

-Μπρε σκύλε επαέ είσαι και συ! Να λέει ο Λεωνίδας!

-Πχιός διάολος σ’ έπεψε και σένα επαδά… Ν ΄ανταπαντά ο άλλος!

Ορμά όμως ο μεσολαβητής και αρπά τον ένα το πιο άγριο απ το γιακά, και του λέει:

-Μη κουνηθεί κιανείς σας, γιατί εχαθήκετε! Κάτσε κάτω, είστε κι οι διό σας σε ξένο σπίτι, και να το σέβεστε! Επαέ θα ξεχάσετε εκειανά απού κατέχετε! Δεν ήρθαμε επαδά να τσακωθούμε, ήρθαμε απλά, να πχιούμε ένα κρασί, και τα πράματα και τα χωράφχια, θα αφήσουμε εκειά απού ‘ναι.

Αφού λοιπόν, έστω και με το ζόρε τους βάλουν να κάτσουν κάτω, και να πιούν μαζί ένα κρασί, αφού λύσουν επιτόπου τυχόν διαφορές, θα τους βάλουν τελικά να δώσουν τα χέρια!

Μα για μια πατουχια χωράφι για το στανιό σας και των ιδιωνώ, κάνετε σα κοπέλια?

Δες κατέχετε φαίνεται την παλιά ιστορία! Να σας τη πω τότε, και γρηκάτε καλά και οι δυό σας!

Δε κατέχετε, πως τα ίδια έκανε και ένα άλλος Λεωνίδας με το γείτονά του ένα φεγγάρι, και αρπαχτήκανε να σκοτωθούνε απάνω στο χωράφι?

Απάνω στο καυγά όπως μαλώνανε, γρηκούνε κι οι διό ντως μια φωνή να λέει:

-Μόνο 45 Λεωνίδηδες έχουνε περάσει από τα που παλεύετε, και κιανείς δε κατάφερε να με πάρει μαζί του, και θα με πάρετε εσείς?

Το δίδαγμα βέβαια από το παράδειγμα που ανέφερε ο μεσίτης, δεν αφήνει άλλα περιθώρια από να μαλακώσουν οι διαφωνούντες, να πέσουν οι τόνοι, και έτσι όλη τη βραδιά θα πάει με καλαμπούρια, πίνοντας και τρώγοντας!

Πολλές φορές βέβαια μπορεί και να το θέλουν οι τσακωμένοι, είτε γιατί έχει περάσει καιρός, είτε δεν έχουν πια διαφορές, αλλά δεν έχουν οι ίδιοι το θάρρος να μιληθούνε.

 

Μεσαρίτες συμβιβαστές

Σε Γαλιά και Βορίζα, τα οποία ήταν κατεξοχήν χωριά με πολλούς οξύθυμους ανθρώπους, είχαμε παράλληλα και σπουδαίους συμβιβαστές από τα παλιά χρόνια.

Ο Ψαρογιώργης (Καργάκης Γεώργιος), ήταν ένας από τους παλιούς Βορζανούς που έσαζε σε όλη τη ζωή του καταστάσεις.

Ήταν από τους πρώτους αντάρτες του Πετρακογιώργη, έκανε πρόεδρος του χωριού, ήταν έξυπνος, νοικοκύρης, και ότι αναλάμβανε το έφερνε εις πέρας, γιατί τύγχανε καθολικού σεβασμού των κατοίκων!

Ο Τσιλεκοδιονύσης και αυτός ή Διονύσης Φραγκιαδάκης, ετύγχανε και αυτός καθολικής αποδοχής. Σοβαρός, και οι πάντες τον ακούγανε!

Aσφαλώς, μέγας συμβιβαστής υπήρξε σε όλη τη ζωή του και ο παπά Αρμούτης (1866 -1964), στον οποίο αναφερθήκαμε τελευταία.

Από τη Γαλιά ο Αντρεογιώργης, του Αντρέα Νικολούδη ο πατέρας, ο Διονυσόκωστας, αλλά σπουδαίος παλιός συμβιβαστής μας λένε οι πολλοί, ήταν και ο γνωστός λυράρης ο Λευτέρης ο Γαλιανός!

Είναι πολλοί σίγουρα και μπορεί να αδικήσουμε κάποιους, όμως δεν θα πρέπει να παραλείψουμε, πως ένας καταξιωμένος μεσίτης υποθέσεων, που ζει ακόμα και σήμερα στα Βορίζα, είναι ο άνθρωπος, που έχει κάνει δεκάδες δύσκολους συμβιβασμούς στα Βορίζα, και τρείς συμβιβασμούς στη Γαλιά!

Έχει εμπειρίες στη ζωή του, γιατί έκανε χρόνια πρόεδρος, είναι καπετάνιος της πάνω ρίζας, αλλά παράλληλα έχει καλλιτεχνική φλέβα!
Είναι ευαίσθητος στις ανθρώπινες σχέσεις, κοινωνικός, τίμιος με ισχυρή προσωπικότητα, και έχει συναλλαχθεί με πολύ κόσμο!

Δεν είναι άλλος από τον γνωστό μας Στάθη Στιβαχτάκη η γνωστός σαν «Σωμαροστάθης»!

Ο ίδιος θα πεί:

-Έχω κάνει μεσητιλικι σε σκοτωμούς, σε ξυλιές, σε κλεψες, χτηματικές διαφορές, και ούλοι ντως ετρέχανε στα δικαστήρια να βρούνε το δίκιο τους! Και ούλα ακυρωθήκανε! Πρίχου γενεί η δικάσιμη, επήγαινα εγώ και μιλούσα στους δικηγόρους, «ετσέ και τσέ, και τα βρήκανε οι αντίδικοι, δεν έχουν διαφορές και απαιτήσεις μεταξύ τους»!

Υπογράφανε και δεν γινόταν καν δίκη!

Έχω κάνει τρείς συμβιβασμούς μόνο στη Γαλιά με το Φραγκιομανώλη και το Διονυσόκωστα.

Στα Βορίζα έχω κάνει πάνω από είκοσι συμβιβασμούς!

Τον ρώτησα για το τι γίνεται σήμερα με τους συμβιβαστές και αν υπάρχουν.

-Σήμερο μόνο γάργαλα βάνουνε, και κάνουνε χάζι στσι διαφορές των άλλω! Κιανείς δεν ενδιαφέρεται μπλιό για τον άλλο! Οι κοινωνίες εχαλάσανε!

Πραγματικά, και ποιος διαφωνεί με αυτό το σκεπτικό του Σωμαροστάθη!

Οι κοινωνίες έχουν αλλάξει νοοτροπία.

Ο γιός του Σωμαροστάθη ο Σταύρος, , όπως μας είπε, έχει από παλιά ένα μεγάλο μεράκι κι αυτός με τους συμβιβασμούς.

Έχει μεγάλο σέβας από τους συγχωριανούς του, και συνεχίζει τη ρότα του πατέρα του σήμερα, και κάνει κι αυτός συμβιβασμούς στα Βορίζα.

Είναι αυτό που λένε η εξαίρεση επιβεβαιώνει το κανόνα!

 

Είχαμε και γυναίκες συμβιβάστριες!

Πράγματι, δεν είναι ψέμα, πως και γυναίκες υπήρξαν εξ ίσου χαρισματικές, που κατόρθωναν και έφτιαχναν μια δουλειά, εξ ίσου καλά με τους άνδρες!

Και αυτό γιατί ήταν χαρισματικές, αυξημένης αντίληψης, με εξαιρετική κρίση!

Μια τέτοια γυναίκα, θα ήταν παράλειψη αν δεν την αναφέραμε, αφού είχε κάνει όσο ζούσε δεκάδες σασμούς!

Αυτή ήταν η γνωστή Μαραγκομύραινα (Μαρία Μαραγκάκη) από τη Γαλιά.

Οι παλιοί θυμούνται ακόμα και τις περιπτώσεις λεπτομερώς, που είχε μπει στη μέση, ή την έβαζαν άλλοι να μεσολαβήσει!

Πάντα είχε επιτυχία, σε ότι καταπιανόταν στη ζωή της, αφού είχε τη φήμη της πρώτης νοικοκυράς! Τη συμβουλευόταν πολλές γυναίκες για διάφορα θέματα.

Ε να μη ξέρει και να «νοικοκυρέψει» και μια υπόθεση?

 

Σασμός: Ένα μεγαλείο ψυχής στη Κρήτη!

Ο «σασμός» λοιπόν πού από χιλιάδες χρόνια έχει τον πρώτο λόγο σε ολόκληρη την Κρήτη, δείχνει ακόμα μια φορά το μεγαλείο ενός λαού!

Δείχνει το φιλότιμο, την αρχοντιά των ανθρώπων που τους έκανε να ξεχωρίζουν από όλους τους υπόλοιπους Έλληνες.

Είναι κρίμα που χάθηκε στην εποχή μας, αλλά δυστυχώς όλα τα παρέσυρε η δύνη που ξεκίνησε από τα «μεγάλα κεφάλια», και απλά με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα αυτό γίνεται άμεσα γνωστό σε όλους !

Έτσι, εφ’ όσον η ρεμούλα έχει μπει στο σπίτι μας, μέσω τηλεόρασης και υπολογιστή, και γίνεται πλέον τρόπος ζωής, τι να σου κάνει και ο απλός άνθρωπος?

Εκεί κάπου ξεθωριάσανε και οι αρετές!

Ευτυχώς ακόμα κάποιοι κρατάνε γερά τα ινία!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΙΣΤΟΡΙΑ

Κάνδανος:Συγκλονιστικές μαρτυρίες για το χωριό που αντιστάθηκε στους Ναζί

Δημοσιεύτηκε

στις

Το καλοκαίρι του 1941 διαδραματίστηκαν τραγικές στιγμές στην Κρήτη, όταν χύθηκε το πρώτο αίμα αμάχων στο όνομα των αντιποίνων


Κοντομαρί, Κακόπετρος, Κάνδανος είναι τα χωριά που αιματοκύλισαν οι Γερμανοί.

Η Κάνδανος είναι ένα μεγάλο χωριό στο δρόμο προς το νότο του νομού Χανίων. Εκεί ήθελαν να φτάσουν οι Γερμανοί για να εξοντώσουν τις συμμαχικές δυνάμεις, που αναζητούσαν διέξοδο προς τη Μέση Ανατολή.Οι κάτοικοι της Κανδάνου πήραν τη γενναία απόφαση να αντισταθούν με ό,τι μέσα διέθεταν και να εμποδίσουν τους Γερμανούς να περάσουν από το χωριό.

Στην πρώτη μάχη στα Φλώρια σκοτώθηκαν συνολικά 17 εισβολείς, ανάμεσά τους και ο επικεφαλής του αποσπάσματος, ανθυπολοχαγός Χέλερ. Η πιο σκληρή μάχη δόθηκε για 24 ώρες στο Καντανιώτικο φαράγγι.

Εκεί σκοτώθηκαν 25 ακόμα. Αυτοί τη φορά οι κάτοικοι, πολεμούσαν με τα λάφυρα των προηγούμενων αναμετρήσεων.

Όταν όμως είδαν ότι οι Γερμανοί επέστρεφαν ενισχυμένοι έλαβαν την εντολή να αποσυρθούν προσωρινά στα βουνά. Οι Γερμανοί κατόρθωσαν να διασχίσουν το φαράγγι και να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό, που ήταν το λιμάνι της Παλαιόχωρας.Λίγες μέρες αργότερα επέστρεψαν στην έρημη Κάνδανο. Εκτέλεσαν επί τόπου 6 ηλικιωμένους και στις 3 Ιουνίου, άρχισαν τη συστηματική καταστροφή. Η Κάνδανος κατέχει μια δραματική πρωτιά στην ιστορία, καθώς είναι το μέρος όπου για πρώτη φορά ελήφθη απόφαση για εκθεμελίωση ολόκληρου οικισμού.

Για να σφραγίσουν το έγκλημά τους οι κατακτητές τοποθέτησαν τις περίφημες πινακίδες, που σώζονται μέχρι σήμερα για να μας θυμίζουν ότι από αυτόν τον τόπο πέρασαν οι ναζί. Δείτε στο βίντεο της Μηχανής του Χρόνου συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την τραγωδία στη μαρτυρική Κάνδανο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Σαρακοστή του θέρους

Δημοσιεύτηκε

στις

Μια από τις τέσσερις Σαρακοστές, κατά τη διάρκεια του έτους είναι και η Σαρακοστή του θέρους ή των Αγίων Αποστόλων (Πέτρου και Παύλου)


Να σημειώσουμε όμως, ότι, οι άλλες τρεις Σαρακοστές είναι :

α) Η Μεγάλη Σαρακοστή, από καθαρή Δευτέρα μέχρι το Πάσχα, διάρκεια 48 ημερών.

β) Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα, από 15 Νοεμβρίου – στις 14 εορτή του Αγίου Φιλίππου, είναι η αποκριά – μέχρι τα Χριστούγεννα, διάρκεια 40 ημερών.

γ) Η Σαρακοστή του Δεκαπενταυγούστου – ο 15άρης – από 1η μέχρι 15η Αυγούστου, εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, διάρκεια 14 ημερών.

Η Σαρακοστή του Θέρους ή των Αγίων Αποστόλων (Πέτρου και Παύλου), είναι μέσα στον μήνα Ιούνιο, αλλά δεν έχει συγκεκριμένη και σταθερή διάρκεια.

Εξαρτάται από το πότε είναι Πάσχα.

Μάλιστα για να βρίσκουν οι παλιοί με πρακτικό τρόπο, πότε ήταν και πόση διάρκεια είχε, έλεγαν:

” Όσες μέρες περισσεύουν του Απρίλη και τρεις του Μάη ”.

Παράδειγμα πρώτο:

Αν το Πάσχα είναι 12 Απριλίου, περισσεύουν μέχρι το τέλος Απριλίου 18 ημέρες, συν 3 του Μάη ίσον 21.

Άρα η διάρκεια θα αρχίζει στις 8 Ιουνίου, 21 ημέρες πριν από την εορτή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου που είναι στις 29 Ιουνίου. Και η αποκριά γίνεται στις 7 Ιουνίου, ημέρα των Αγίων Πάντων.

Παράδειγμα δεύτερο:

Αν το Πάσχα είναι στις 6 Απριλίου, περισσεύουν 24 ημέρες μέχρι το τέλος Απριλίου, συν τρεις του Μάη ίσον 27 ημέρες, η διάρκεια της Σαρακοστής του θέρους. Δηλαδή αρχίζει στις 2 Ιουνίου και τελειώνει στις 29 Ιουνίου και η αποκριά γίνεται στις 1 Ιουνίου, ημέρα των Αγίων Πάντων.

Παράδειγμα τρίτο:

Αν το Πάσχα είναι στις 8 Απριλίου, όπως φέτος, περισσεύουν 22 ημέρες μέχρι το τέλος του Απριλίου, συν τρεις του Μάη ίσον 25 ημέρες, η διάρκεια της Σαρακοστής του θέρους. Δηλαδή αρχίζει στις 4 Ιουνίου και τελειώνει στις 29 Ιουνίου και η αποκριά γίνεται στις 3 Ιουνίου, ημέρα των Αγίων Πάντων.

Εκκλησιαστικά όμως υπολογίζεται ως εξής:

Αποκριά της Σαρακοστής του Θέρους έχομε την Ογδόη Κυριακή μετά το Πάσχα, ημέρα των Αγίων Πάντων, καθ’ όσον και η εορτή των Αγίων Πάντων είναι κινητή και εξαρτάται από την ημερομηνία του Πάσχα.

Όπως είναι γνωστόν το Πάσχα των Ορθοδόξων Χριστιανών πέφτει ανάμεσα στις 4 Απριλίου το νωρίτερο και τις 8 Μαϊου το αργότερο.

Στην περίπτωση, που έχουμε Πάσχα μετά τις 3 Μαϊου, τότε δεν υπάρχει Σαρακοστή του Θέρους τον Ιούνιο και νηστεία, διότι η ογδόη Κυριακή συμπίπτει ή είναι αργότερα της 29 Ιουνίου, ημέρα των Αγίων Αποστόλων.

Όλα αυτά, βέβαια γι’ αυτούς που τηρούν ακόμη τις νηστείες που προβλέπει η Εκκλησία μας.

Γιατί όλες οι Σαρακοστές έχουν σχεδόν ξεχαστεί και κυρίως αυτή του Θέρους ή των Αγίων Αποστόλων.

Δεν έχουμε, φαίνεται, ακόμη καταλάβει ότι, εκτός της θρησκευτικής τους σημασίας, μεγάλη είναι και η αξία τους στην υγεία μας και την αποτοξίνωση του οργανισμού μας!!!

Σύνταξη κειμένου: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

565 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Δημοσιεύτηκε

στις

«Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ’ εμόν εστίν ουτ’ άλλου των κατοικούντων εν αυτή, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» (Απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου στον Μωάμεθ Β’)


29 Μαΐου 1453: μία ημερομηνία κομβικής σημασίας για την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια ιστορία, καθώς σηματοδοτεί το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που αποτελεί συνώνυμο της ιστορικής πορείας του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Η Άλωση έχει αφήσει το δικό της ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική παράδοση, η οποία για αιώνες μετά θρηνούσε και θρηνεί το τέλος της «Ρωμανίας» και την πτώση της Πόλης των Πόλεων, που αποτέλεσε φάρο φωτός- αλλά και απόρθητο φρούριο, προπύργιο απέναντι στους εξ Ανατολών κινδύνους- εκεί που η Ανατολή συναντούσε τη Δύση, τα χρόνια που στην Ευρώπη κυριαρχούσε ο σκοταδισμός και η οπισθοδρόμηση που ακολούθησαν την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η πολιορκία που διήρκεσε από τις 6 Απριλίου ως τις 29 Μαΐου, ημέρα Τρίτη (εξ ου, σύμφωνα με μια εκδοχή, και η «γρουσούζικη» για τον Ελληνισμό παράδοση της «Τρίτης και 13», από την ημέρα και το άθροισμα των αριθμών που συνθέτουν το 1453- 1+4+5+3) αποτέλεσε το φινάλε μιας πορείας παρακμής η οποία είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν. Αρκετοί θεωρούν ότι η αρχή της μεγάλης πτώσης ήταν η άλωση της Πόλης από τους Λατίνους του 1204, από την οποία η Αυτοκρατορία- παρά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261- δεν ανέκαμψε ποτέ, ενώ άλλοι εκτιμούν ότι η πορεία προς την καταστροφή είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν. Σε κάθε περίπτωση, το τελικό χτύπημα για την αποδυναμωμένη αυτοκρατορία ήταν η προέλαση των Οθωμανών, η οποία ήταν αδύνατον να ανακοπεί.

Ο Σέρβος πολιτικός, ιστορικός, συγγραφέας και διπλωμάτης Τσέντομιλ Μιγιάτιοβιτς (1842-1932), συνοψίζει τους λόγους της οθωμανικής ορμής στο βιβλίο του «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Η τελευταία νύχτα της Πόλης»: «Οι Τούρκοι δεν είχαν έλλειψη αρετών και χαρισμάτων όταν άφησαν τις στέπες κι έφτασαν στην Αρμενία για να φρουρούν τα ανατολικά σύνορα των Σελτζούκων σουλτάνων, όμως, μετά τον προσηλυτισμό τους στο Ισλάμ, ο εθνικός χαρακτήρας τους υπέστη μια επαναστατική αλλαγή. Οι σπίθες της φωτιάς που έκαιγε την ψυχή του Προφήτη ενέπνευσαν τους δεκτικούς γιους των ασιατικών ερήμων, και κατάφεραν να αναπτύξουν την ιδέα της εθνικής ιδιαιτερότητας, κάτι που θα τους καθιστούσε ικανούς να επιτύχουν σπουδαία πράγματα. Σαν ακατανίκητη χιονοστιβάδα κινήθηκαν προς τα δυτικά, ισοπεδώνοντας κάθε πολιτικό και εθνικό οργανισμό, που είχε εξασθενήσει και υπονομευτεί από χρόνια και χρόνια καταχρήσεων και κακοδιαχείρισης». Ωστόσο, προσθέτει, δεν ήταν μόνο η τουρκική ενεργητικότητα και η αντοχή, καθώς και η οργάνωση και το ηθικό με το οποίο ενέπνευσε τους Τούρκους το Ισλάμ: «αν οι μαχητικοί και ενθουσιώδεις οπαδοί του Μωάμεθ είχαν βρει μπροστά τους ένα πραγματικά ισχυρό, υγιές και οργανωμένο κράτος στην άλλη πλευρά του Ελλήσποντου, είναι αμφίβολο εάν οι σελίδες της ιστορίας θα μιλούσαν για εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Siege_constantinople_bnf_fr2691

Ο 14ος αιώνας θεωρείται μάλλον το τελικό λυκόφως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- τόσο λόγω της πίεσης εξ ανατολών, όσο και λόγω την πληγμάτων από τα χριστιανικά έθνη της Δύσης. «Το Βυζάντιο του 14ου αιώνα θα γνωρίσει την πορεία προς μια αδιάκοπη παρακμή και κατάπτωση. Οι Οθωμανοί, εγκατεστημένοι στα γειτονικά με την Κωνσταντινούπολη βιθυνικά εδάφη, κατάφεραν στα μέσα κιόλας του 11ου αιώνα, αν όχι και προηγουμένως, να περάσουν στην Ευρώπη (1354 ο σεισμός της Καλλίπολης που τους επιτρέπει να εγκατασταθούν στην πόλη αυτή, το κλειδί του Ελλησπόντου), ενώ οι άλλοι Τουρκομάνοι κατακτούν, τη μία μετά την άλλη, τις πόλεις της Μικρασίας (η Έφεσσος πέφτει το 1304, η Σμύρνη το 1318», γράφει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ στο «Γιατί το Βυζάντιο». Η Φιλαδέλφεια θα παραμείνει ελεύθερη ως το 1391, με την πτώση της να σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της βυζαντινής Μικράς Ασίας, αλλά και «δηλώνει την ηθική παρακμή που γνωρίζει η αυτοκρατορία, της οποίας ο αυτοκράτορας (Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος) φέρεται να έχει εκστρατεύσει κατά της ελληνικής αυτής πόλης ως σύμμαχος των Οθωμανών» (η Φιλαδέλφεια είχε οργανωθεί σχεδόν ως ανεξάρτητο κρατίδιο εν μέσω τουρκομανικών εμιράτων, υπό την ηγεσία του μητροπολίτη της, Θεοφύλακτου).

Οι διαμάχες μεταξύ των δυναστειών επιδεινώνουν την κατάσταση, ενώ οι ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (Βενετία, Γένοβα) και αυτές υπονομεύουν οικονομικά την ετοιμοθάνατη αυτοκρατορία, ενώ οι Λατίνοι εξακολουθούν να σχεδιάζουν την επιστροφή τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία έχασαν από την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Οι τελευταίοι αυτοκράτορες προσπαθούν να προσελκύσουν τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, με οθωμανικά γαμήλια συνοικέσια και ταξίδια προς τη Δύση, «επαίτες μιας βοήθειας η οποία ουδέποτε απάντησε στις προσδοκίες των Βυζαντινών». Το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας «κανονικά» θα είχε επέλθει νωρίτερα, όταν το 1397 ο Βαγιαζήτ Α’ ο Κεραυνός πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, ωστόσο η Πόλη σώθηκε προσωρινά, κερδίζοντας μισό αιώνα, όταν οι Μογγόλοι του Ταμερλάνου εισέβαλαν στη Μικρά Ασία, αναγκάζοντάς τον να σπεύσει να τους αντιμετωπίσει- με αποτέλεσμα τη συντριβή του στη μάχη της Άγκυρας (1402) και την αιχμαλωσία του.

«Ο αμηράς Μωάμεθ, έχοντας δει και ακούσει τις περιφανείς νίκες και τους πολέμους του πατέρα του και των άλλων τρισκατάρατων προγόνων του, συλλογιζόταν τι αξιομνημόνευτο να κάνει και ο ίδιος» (Κωνσταντινουπόλεως Άλωσις, Γεώργιος Φραντζής)

Ο Μωάμεθ Β’, που θα έπαιρνε αργότερα το προσωνύμιο «Πορθητής», 21 ετών το 1453, ήταν, σύμφωνα με τον βυζαντινολόγο Βασίλιεφ, χαρακτήρας ταυτόχρονα φιλοπόλεμος, αλλά και με ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, και παράλληλα χαρισματικός στρατιωτικός και πολιτικός, ενώ μιλούσε έξι γλώσσες. Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με αναφορές, του είχε γίνει έμμονη ιδέα- και ως εκ τούτου η διοργάνωση της πολιορκίας είχε αρχίσει με προσοχή και λεπτομερή σχεδιασμό- βασικό τμήμα του οποίου ήταν η κατασκευή του φρουρίου Ρούμελι Χισάρ στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, εξοπλισμένου με τα πλέον σύγχρονα πυροβόλα της εποχής. Το Ρούμελι Χισάρ και το Ανατολού Χισάρ, στην απέναντι ασιατική ακτή, απέκοπταν τη θαλάσσια επικοινωνία της Πόλης, ενώ παράλληλα η εισβολή του Τουραχάν Μπέη στην Πελοπόννησο διασφάλιζε τη μη αποστολή ενισχύσεων από το Δεσποτάτο του Μυστρά.

512px-Athen_-_Denkmal_Konstantin_XI.

Στην άλλη πλευρά ήταν ο άνθρωπος που έμελλε να μείνει στην ιστορία και τον θρύλο ως ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου – η φιγούρα του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά»: ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Δραγάσης Παλαιολόγος. Γεννηθείς στις 9 Φεβρουαρίου του 1404, ήταν ένας από τους γιους του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου. Όπως γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου στο «Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», επονομάστηκε Δραγάτσης ή Δραγάσης από τη μητέρα του, Ελένη, την κόρη του Σέρβου ηγεμόνα των Σερρών, Κονσταντίν Ντράγκατς. «Κανένας χρονικογράφος δεν τον επονομάζει Δραγάση, μόνο ο λαός τον αποκαλούσε έτσι, κάτι που πέρασε στους θρύλους και στα άσματα». Ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο του αδελφού του, Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου, τον Οκτώβριο του 1448. Ο ίδιος επιθυμούσε τη συνεργασία με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη για τον περιορισμό της ενετικής επιρροής, με όραμα την ένωση όλων των χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης κατά του τουρκικού κινδύνου.

Διάταξη μάχης

Conquest_of_Constantinople,_Zonaro

Η ημερομηνία της κήρυξης του πολέμου δεν είναι γνωστή. Όπως γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου, αναφερόμενος σε εκφράσεις του Λουκά Νοταρά, Μεγάλου Δούκα της αυτοκρατορίας, φαίνεται ότι άρχισε τον Δεκέμβριο του 1452. Όσον αφορά στην ισχύ του οθωμανικού στρατού, εκτιμάται ότι ανερχόταν τουλάχιστον στους 150.000 άνδρες, με 80.000-100.000 τακτικά στρατεύματα- μεταξύ των οποίων και 12.000 γενίτσαροι, καθώς και ισχυρό ιππικό και πυροβολικό, στο οποίο δέσποζε το θηριώδες πυροβόλο του Ούγγρου μηχανικού Ουρβανού, που χρειάστηκε έξι εβδομάδες για να φτάσει στον προορισμό του. Το κανόνι έσερναν εξήντα βόδια και σε κάθε πλευρά του βρίσκονταν 200 άνδρες για να στηρίζουν το κάρο που το μετέφερε. Το οθωμανικό πυροβολικό εκτιμάται πως είχε περίπου 70 κανόνια. Η οργάνωση του οθωμανικού στρατού ήταν σε γενικές γραμμές άριστη, όπως και εξοπλισμός τους. Όσον αφορά στον στόλο, ο Μωάμεθ θεωρείται ότι είχε 6 τριήρεις, 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, 70 φούστες, 20 παραντάρια και πολλά καΐκια, με τη συνολική ισχύ να εκτιμάται πως έφτανε τις 150 μονάδες, υπό την ηγεσία ενός Βούλγαρου εξωμότη, του Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου. Σημειώνεται πως ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής ανεβάζει τους αριθμούς, στα «420 ιστία» όσον αφορά στον στόλο, και στις 258.000 άνδρες στα στρατεύματα ξηράς.

Όσον αφορά στην ισχύ των δυνάμεων των υπερασπιστών της Πόλης, σύμφωνα με τον Σφραντζή- που είχε αναλάβει το καθήκον της καταγραφής και στρατολόγησης των ανδρών που ήταν σε θέση να πολεμήσουν, κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα- οι πολεμιστές ανέρχονταν στους 4.973, χωρίς τους ξένους, «που ήταν μόλις δύο χιλιάδες». Το κύριο μέσον της προστασίας του λιμανιού ήταν η τεράστια αλυσίδα που απέκλειε το στόμιό του, ώστε να εμποδίζει την επίθεση του εχθρικού στόλου. Πίσω από αυτήν βρίσκονταν τα λιγοστά πλοία: «τρία από τη Λιγουρία, ένα από την Καστίλλη της Ιβηρίας, από την Προβηγκία της Γαλλίας, τρία από την Κρήτη – ένα από την πόλη που ονομάζεται Χάνδακας, και δύο από την Κυδωνία- και όλα ήταν καλά προετοιμασμένα, σε πολεμική παράταξη. Έτυχαν, επίσης, εκεί και τρεις μεγάλες εμπορικές τριήρεις των Ενετών, τις οποίες οι Ιταλοί συνήθιζαν να αποκαλούν «γρόσσες» ή καλύτερα «γαλεάτσες», ενώ υπήρχαν παραταγμένες και άλλες ταχύπλοες τριήρεις, προς φύλαξη και εξυπηρέτηση των εμπορικών» γράφει ο Σφραντζής.

Σημαντικό τμήμα της βυζαντινής άμυνας ήταν το σώμα του Γενοβέζου Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο: 700 εμπειροπόλεμοι στρατιώτες, που κατέφθασαν με δύο γενοβέζικα πλοία. «Όταν ο βασιλιάς τον είδε επιδέξιο στα πάντα, τον διόρισε δήμαρχο και στρατηγό…και του έδωσε την εξουσία να διοικεί και να φροντίζει και για άλλα αναγκαία στη διεξαγωγή του πολέμου, ελπίζοντας πολύ σε αυτόν» αναφέρει ο Σφραντζής.

Όσον αφορά στα θρυλικά τείχη της Πόλης, τα χερσαία – Θεοδοσιανά- τείχη είχαν μήκος 5.570 μέτρων περίπου, και εκτείνονταν από την αποβάθρα των Πηγών στην Ακτής Προποντίδας ως τη συνοικία των Βλαχερνών. Σε όλο το μήκος τους ήταν διπλά, και η κύρια γραμμή άμυνας ήταν το έσω τείχος, ύψους 12 μέτρων και πλάτους πέντε, με 96 πύργους, ύψους 18-20 μέτρων. Το έξω τείχος είχε 8,5 μέτρα ύψος και 2 πλάτος, με 96 πύργους. Τα χερσαία τείχη είχαν 10 πύλες, ενώ η τάφρος, κατά μήκος του έξω τείχους είχε πλάτος 19-21 μέτρα και το βάθος της ήταν περίπου 10 μέτρα. Η ακτογραμμή της πόλης προστατευόταν από τα θαλάσσια τείχη.
Ο Μιγιάτοβιτς γράφει ότι το εξωτερικό τείχος είχε επισκευαστεί από τον Ιωάννη Παλαιολόγο κάποια στιγμή μεταξύ του 1433 και του 1444, ωστόσο το εσωτερικό δεν είχε επισκευαστεί για αιώνες. Η κατάσταση των τειχών γενικότερα θεωρούνταν κακή, στο σημείο που, όπως γράφει, οι υπερασπιστές φοβούνταν να τοποθετήσουν πάνω του βαριά κανόνια.

Όσον αφορά στο βυζαντινό πυροβολικό, ήταν πολύ περιορισμένο σε σχέση με το οθωμανικό. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως τις πρώτες ημέρες της πολιορκίας, και στη συνέχεια σίγησε, λόγω έλλειψης πυρίτιδας, αλλά και διαφωνιών όσον αφορά στη χρήση του.

Συνολικά, γράφει ο Μιγιάτοβιτς, ο Παλαιολόγος, με μια βιαστικά συγκεντρωμένη δύναμη, επτά, το πολύ 9.000 ανδρών, έπρεπε να υπερασπιστεί την Πόλη εναντίον ενός πολλαπλάσιου στρατού, με βαρύ πυροβολικό. «Ο Τετάλντι αναφέρει ότι υπήρχαν 25.000 με 30.000 άνδρες ικανοί να φέρουν όπλα, όμως μόλις 6.000 με 7.000 μαχητές. Η αναφορά του αυτή επιβεβαιώνει με εντυπωσιακό τρόπο τα λεγόμενα του Σφραντζή».

512px-Siege_of_Constantinople_1453_map-fr.svg

Σύμφωνα με τον Μιγιάτοβιτς, ο Παλαιολόγος είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του στον ναό του Αγίου Ρωμανού, κοντά στην ομώνυμη πύλη, έχοντας υπό τις διαταγές του 3.000 εκ των πλέον εμπειροπόλεμων στρατιωτών. Στα δεξιά της πύλης του Αγίου Ρωμανού ήταν η πύλη Χαρσία, την οποία φύλαγε μικρή δύναμη υπό τη διοίκηση του Θεοδώρου της Καρύστου. Το κομμάτι των τειχών από εκεί μέχρι την πύλη του Ξυλοκέρκου υπερασπίζονταν τρία αδέλφια από τη Γένοβα, ο Πάολο, ο Αντόνιο και ο Τρωίλος Μποκιάρντι, ενώ την άμυνα του τμήματος όπου βρισκόταν το Παλάτι των Βλαχερνών είχε αναλάβει ο Ενετός βαΐλος (πρέσβης/ αντιπρόσωπος) Τζιρόλαμο Μινόττο. Το τμήμα βορειότερα, όπου δεν υπήρχε τάφρος, επονομαζόταν Καλιγαρία, και είχε αναλάβει την υπεράσπισή του ο Γερμανός μηχανικός Γιοχάνες Γκραντ, ενώ το ακρωτήριο της ακρόπολης υπερασπιζόταν ο καρδινάλιος Ισίδωρος, λεγάτος του Πάπα. Στα αριστερά της θέσης του Αγίου Ρωμανού ήταν η πύλη της Σηλυβρίας, προστατευόμενη από δυνάμεις υπό τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, με την ενίσχυση του Μαουρίτσιο Καττανέο και του Νικολό Μοντσενίγο. Στην επόμενη πύλη διοικούσε ο Φαμπρίτσιο Κορνάρο, ενώ ο Φίλιππος Κονταρίνι, με 200 Ιταλούς τοξότες βρισκόταν στο Επταπύργιον και ο Τζιάκομο Κονταρίνι ήταν στην πύλη του Κοντοσκαλίου. Ο διεκδικητής του οθωμανικού θρόνου, Ορχάν, είχε το λιμάνι του Ελευθερίου και ο Καταλανός Δον Περέ Χούλια βρισκόταν στα τείχη κάτω από τον Ιππόδρομο. Ο Λουκάς Νοταράς διοικούσε όλο το τμήμα από την Ακρόπολη μέχρι την πύλη του Κυνηγού, κατά μήκος του Χρυσού Κέρατος και στην είσοδο του λιμανιού βρισκόταν πύργος τον οποίο επάνδρωνε ο Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο με δύναμη πενήντα ανδρών. Εφεδρεία στο κέντρο της πόλης, κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων, ήταν ένα σώμα 700 ανδρών, στρατολογηθέντων από μοναστήρια, υπό τον Δημήτριο Καντακουζηνό και τον Νικηφόρο Παλαιολόγο. Επίσης, μέσα στο λιμάνι υπήρχε ναυτική δύναμη υπό τον Αλβίζο Ντιέντο.

Σημειώνεται ότι στο προάστιο του Γαλατά, στην άλλη πλευρά του Χρυσού Κέρατος, υπήρχε περιτειχισμένη κοινότητα Γενοβέζων, που τήρησε ουδέτερη στάση.

Οι μάχες αρχίζουν

Η πολιορκία άρχισε στις 6 Απριλίου, μετά την απόρριψη πρότασης του Μωάμεθ Β’ για παράδοση της Πόλης.

«Ο πόλεμος δεν σταματούσε ούτε την ημέρα ούτε τη νύχτα, οι συμπλοκές, οι συρράξεις, οι ακροβολισμοί, καθώς ο αμηράς έλπιζε ότι εφόσον εμείς ήμασταν λίγοι και πολύ αποκαμωμένοι, εύκολα θα καταλάμβανε την Πόλη, οπότε δεν μας άφησε καθόλου να ξεκουραστούμε» γράφει ο Σφραντζής.

Όπως αναφέρει ωστόσο, «ήταν αξιοθαύμαστο το ότι, όντας χωρίς πολεμική εμπειρία, νικούσαμε, ενώ καταφέρναμε πράγματα υπεράνω των δυνάμεών μας, εξαιτίας της μεγαλοψυχίας και της γενναιότητάς μας. Εκείνοι γέμιζαν τις τάφρους καθ’όλη την ημέρα, ενώ εμείς ανεβάζαμε από μέσα τους τα υλικά και τα ξύλα καθ’όλη τη νύχτα, οπότε τα ορύγματα των τάφρων παρέμεναν όπως ήταν και πρωτύτερα. Τους πύργους που χαλούσαν τους επισκευάζαμε αμέσως, χρησιμοποιώντας καλάθια και ξύλινα δοχεία οίνου και άλλα ξύλινα αντικείμενα γεμάτα με χώμα».

Παράλληλα, ήταν σε εξέλιξη εργασίες υπονόμευσης των τμημάτων των τειχών στα σημεία όπου το έδαφος προσφερόταν για κάτι τέτοιο, ενώ πραγματοποιήθηκαν και οι πρώτες – ανεπιτυχείς- επιθετικές ενέργειες του οθωμανικού στόλου. Ο κύριος βομβαρδισμός φαίνεται ότι άρχισε κατά τις 11 με 12 Απριλίου, αρχίζοντας με βολή του «τέρατος» του Ουρβανού. Όσον αφορά στις επιχειρήσεις υπονόμευσης των τειχών, ο Σφραντζής αναφέρει ότι «κάποιος Ιωάννης Γερμανός» (μάλλον αναφερόμενος στον Γιοχάνες Γκραντ), έμπειρος στις πολεμικές τεχνικές και στη χρήση του υγρού πυρός, αντιλήφθηκε τις επιχειρήσεις και έσκαψε άλλη τρύπα, αντίθετης φοράς, την οποία γέμισε με υγρό πυρ, κατακαίοντας τους Οθωμανούς σκαπανείς. Παράλληλα, ο Μωάμεθ προέβαινε και σε άλλες ενέργειες, όπως η κατασκευή ενός μεγάλου πολιορκητικού πύργου (ελέπολις) κ.α., ενώ παράλληλα διεξάγονταν επιχειρήσεις περιμετρικά της πόλης, όπως η κατάληψη δύο φρουρίων εκτός της Κωνσταντινούπολης (Θεράπειο και Στουδίου), καθώς και των Πριγκιπονησίων.TURKEY-LIGHT-FEATURE

Ο Σφραντζής δίνει μια ιδιαίτερα ζωντανή εικόνα της μάχης.

«Πρώτα λοιπόν με εκείνο το φοβερό τηλεβόλο χτύπησαν σφοδρά και έριξαν στο έδαφος τον πύργο που βρισκόταν δίπλα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, κι ευθύς έσυραν το ίδιο τηλεβόλο και το έστησαν επάνω από το όρυγμα, οπότε η μάχη και η συμπλοκή έγινε φοβερή και φρικαλέα. Ξεκίνησε πριν από την ανατολή του ήλιου και κράτησε για ολόκληρη την ημέρα. Πότε λοιπόν αγωνίζονταν δυνατά στη συμπλοκή και στη σύρραξη, πότε έριχναν στην τάφρο τα ξύλα, τα άλλα υλικά και τα χώματα που υπήρχαν μέσα στην ελέπολη…οι δικοί μας τους παρεμπόδιζαν γενναία και πολλές φορές τους κατακρήμνιζαν από τις κλίμακες και κατέκοψαν μερικές ξύλινες κλίμακες και καρτερικά οι εχθροί αποκρούστηκαν πολλές φορές μέσα σ’εκείνη την ημέρα».

Άξιον αναφοράς ήταν το ότι, ενώ το οθωμανικό πυροβολικό σφυροκοπούσε τα τείχη, οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα δικά τους κανόνια- ούτως ή άλλως κατά πολύ μικρότερα των οθωμανικών, καθώς διαπιστώθηκε ότι προκαλούνταν ζημιές στα ίδια τα τείχη (Νίκος Νικολούδης, «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης»).

Στις 12 Απριλίου κατέφθασε ο οθωμανικός στόλος από την Καλλίπολη, αγκυροβολώντας στο Διπλοκιόνιο. Όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, ανάμεσα στις 12 και τις 18 του μήνα δεν έγινε κάτι το αξιοσημείωτο, αν και ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν ασταμάτητος (σημειώνεται πως σοβαρές ζημιές υπέστη και το κανόνι του Ουρβανού). Ωστόσο, είχε μειωθεί η αποτελεσματικότητά του, λόγω ελλιπούς στόχευσης.

«Και τα δύο μέρη εκτόξευαν βέλη και πυροβολούσαν με μακριά και βαριά αρκεβούζια. Αυτά τα αρκεβούζια ήταν σπάνιο είδος και ούτε οι Τούρκοι ούτε οι Έλληνες είχαν αρκετά. Και πάλι όμως, οπως κατηγορηματικά αναφέρει ο Μπάρμπαρο, οι Έλληνες είχαν περισσότερα από τους Τούρκους. Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες που τα χειρίζονταν ήταν τοποθετημένοι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου είχαν συγκεντρωθεί επίλεκτοι άνδρες υπό τις διαταγές του Ιουστινιάνη, για να πολεμήσουν κάτω από το βλέμμα του αυτοκράτορα».

Σε γενικές γραμμές, το πρώτο διάστημα η άμυνα διεξαγόταν με επιτυχία. Στις 18 Απριλίου έλαβε χώρα μεγάλη επίθεση στο Μεσοτείχιο- ωστόσο, όπως γράφει ο Στίβεν Ράνσιμαν στο «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453», η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών δεν μέτρησε καθόλου, καθώς το σημείο ήταν στενό, ενώ οι Βυζαντινοί στρατιώτες διέθεταν ανώτερη θωράκιση και πάνω από όλα τις ηγετικές ικανότητες του Ιουστινιάνη. Η επίθεση αποκρούστηκε επιτυχώς, με βαριές απώλειες για τους επιτιθέμενους. Ακόμη, στις 20 Απριλίου έλαβε χώρα ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα επεισόδια της πολιορκίας: Η διάσπαση του κλοιού από μικρή δύναμη πλοίων υπό τον Φλαντανελά.

Ο Σφραντζής περιγράφει: «Ενώ γίνονταν αυτά και η Πόλη πολιορκούνταν, τρία πλοία της Λιγουρίας (Γένοβας) φορτώθηκαν στην Χίο, έπεσαν σε βολικό άνεμο και κατέπλευσαν προς εμάς. Καθώς έρχονταν, συνάντησαν καθ’οδόν και ένα άλλο βασιλικό πλοίο, από τη Σικελία, που ερχόταν φορτωμένο με σιτάρι. Κάποια νύχτα έφτασαν κοντά στην Πόλη. Το πρωί, όταν οι τριήρεις του αμηρά, που φύλαγαν την περιοχή, αντιλήφθηκαν τα πλοία, όρμησαν με χαρά εναντίον τους…αφού πλησίασαν και και άρχισε η ναυμαχία…αρχικά έπλευσαν με αλαζονεία εναντίον του βασιλικού πλοίου, το οποίο τα υποδέχτηκε πολύ άσχημα, προσβάλλοντάς τα εξαρχής με τηλεβόλα και βέλη και πέτρες….ο αμηράς, θεωρώντας ότι ένας τόσο καλά εξοπλισμένος και τόσο μεγάλος στόλος δεν κατάφερνε τίποτα αξιόλογο, αλλά μάλλον υστερούσε, έτριζε τα δόντια του, έβριζε τους δικούς του και τους αποκαλούσε δειλούς στην καρδιά».

Το βράδυ, τα βυζαντινά πλοία μπόρεσαν να μπουν στο λιμάνι, γεγονός ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για τους πολιορκημένους.

Ο κλοιός στενεύει

Το περιστατικό εξόργισε ιδιαίτερα τον Μωάμεθ Β’ (ο Μπαλτόγλου δέχτηκε 100 ραβδισμούς και έχασε το ένα του μάτι- επρόκειτο για την ποινή που του επιβλήθηκε για την ταπείνωση, αφού ο σουλτάνος ανακάλεσε την αρχική απόφαση θανάτωσής του) η απάντηση του οποίου ήταν άμεση: Μέσω της κατασκευής ξύλινης εξέδρας και της χρήσης τροχών, τα οθωμανικά πλοία προσπέρασαν από την στεριά την αλυσίδα, διεισδύοντας στον Κεράτιο Κόλπο. Ο αριθμός των πλοίων που πέρασαν με αυτόν τον τρόπο κυμαίνεται από 20 μέχρι 80, με τον Μιγιάτοβιτς να καταλήγει στα 30. Σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα αποκαρδιωτικό γεγονός για τους πολιορκημένους, ειδικά μετά την αναπτέρωση του ηθικού από το κατόρθωμα του Φλαντανελά. «Όμως ο αυτοκράτορας δεν απελπίστηκε. Αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν η ανάγκη να σταλούν κι άλλοι άντρες στο βορειοανατολικό τείχος, για να το υπερασπιστούν σε μια ενδεχόμενη επίθεση σε εκείνο το σημείο».

Kusatma_Zonaro

Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες, ενώ στο εσωτερικό της πόλης γινόταν όλο και πιο αισθητή η έλλειψη τροφίμων και οι υπερασπιστές κουράζονταν από την έλλειψη τροφίμων. Ακόμη, διαμάχες σημειώνονταν μεταξύ Ενετών και Γενουατών, καθώς οι πρώτοι κατηγορούσαν τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό, λόγω της στάσης των Γενουατών στον Γαλατά. Πολλοί ήταν αυτοί που συμβούλευαν τον αυτοκράτορα να διαφύγει, πρόταση που ο Παλαιολόγος απέρριπτε. Ένα σχέδιο για την πυρπόληση των οθωμανικών πλοίων που βρίσκονταν πλέον μέσα στον Κεράτιο απέτυχε, καθώς προδόθηκε στο στρατόπεδο των πολιορκητών, από κάποιον Φαγιούτσο.

Η επόμενη μεγάλη επίθεση έλαβε χώρα, όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, επικαλούμενος Σλάβο χρονικογράφο της πολιορκίας (Σλαβικό Χρονικό), την 1η Μαΐου, μετά από επικέντρωση πυρών πυροβολικού σε συγκεκριμένο σημείο των τειχών, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, η οποία εν τέλει αποκρούστηκε μετά από σκληρή μάχη. Οι επόμενες ημέρες χαρακτηρίστηκαν από ανταλλαγές πυρών, χωρίς να λαμβάνει χώρα κάποια γενικευμένη επίθεση. Σημειώνεται ότι, στο μεταξύ, κυκλοφορούσε στο εσωτερικό της Πόλης η φήμη περί ενισχύσεων από τη Δύση, και ειδικότερα από τη Νάπολη και τη Βενετία, που ο αυτοκράτορας φρόντισε να ενισχύσει αποστέλλοντας μικρό πλοίο για να ζητήσει βοήθεια. Τη νύχτα της 4ης προς την 5η Μαΐου έλαβε χώρα μια ακόμα ανεπιτυχής προσπάθεια καταστροφής των οθωμανικών πλοίων στον Κεράτιο και στις 6 Μαΐου έλαβε χώρα σκληρότατο σφυροκόπημα των θέσεων στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, η οποία διήρκεσε και τη νύχτα και την επόμενη ημέρα, και ακολουθήθηκε από έφοδο το βράδυ της 7ης Μαΐου. Στην απόκρουση της επίθεσης πρωτοστάτησε ο Ιουστινιάνης, καθώς και ένας φημισμένος στρατιωτικός, ο Ραγκαβής, επικεφαλής ελληνικού σώματος. Ο Ραγκαβής, αναφέρει ο Σλάβος χρονικογράφος τον οποίο επικαλείται ο Μιγιάτοβιτς, απώθησε τους Οθωμανούς από ρήγμαμ και ήρθε αντιμέτωπος με τον Αμίρ Μπέη, τον οποίο και «έκοψε στα δύο», για να σκοτωθεί όμως από τους υπόλοιπους Οθωμανούς στρατιώτες.

 

Στις 8, 9, 10 και 11 Μαΐου συνεχίστηκαν οι βομβαρδισμοί, ενώ στην Πόλη η απογοήτευση αυξανόταν. Στις 12 του μήνα, τα οθωμανικά κανόνια άνοιξαν ρήγμα στα τείχη της συνοικίας των Βλαχερνών, που ακολουθήθηκε από επίθεση που αποκρούστηκε με δυσκολία. Ακολούθησε πρόταση για έξοδο υπό την αρχηγία του αυτοκράτορα, με σκοπό την αναπτέρωση του ηθικού αλλά και τη συγκέντρωση προμηθειών. Όσο ήταν υπό συζήτηση η συγκεκριμένη πρόταση, στην οποία αντιτάχθηκαν ο Λουκάς Νοταράς και ο έπαρχος της Πόλης, Νικόλαος Γουδέλης, κατέφθασε αγγελιοφόρος ο οποίος ενημέρωσε το πολεμικό συμβούλιο ότι οι Οθωμανοί βρίσκονταν στα τείχη πίσω από τη συνοικία των Βλαχερνών. Για την απόκρουση της επίθεσης έσπευσε επί σκηνής ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος και απέκρουσε τους εισβολείς, οι οποίοι είχαν καταφέρει να μπουν στο εσωτερικό της πόλης. «Αν δεν είχε φτάσει ο αυτοκράτορας με βοήθεια, εκείνη τη νύχτα θα βλέπαμε την τελική καταστροφή μας» σημειώνει ο Σλάβος χρονικογράφος.

Ο βομβαρδισμός συνεχίσηκε και τις επόμενες ημέρες. Στις 18 Μαΐου έλαβε χώρα επίθεση με πολιορκητικό πύργο (ελέπολη) στη Χαρσία Πύλη. Το βράδυ της ημέρας εκείνης, ο αυτοκράτορας και ο Ιουστινιάνης κατάφεραν, με μια παράτολμη επιχείρηση, να πυρπολήσουν τον πύργο, προκαλώντας- σύμφωνα με τον Μιγιάτοβιτς- ακόμα και τον θαυμασμό του ίδιου του Μωάμεθ του Β’, ο οποίος στις 21 Μαΐου (ή στις 23) έστειλε πρέσβη στην Πόλη, ζητώντας την παράδοσή της και υποσχόμενος ότι θα επέτρεπε στον αυτοκράτορα να αποχωρήσει με τα υπάρχοντά του, αναγνωρίζοντάς τον ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Εκεί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έδωσε την απάντηση η οποία έμελλε να μείνει στην ιστορία:

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Ακολούθησε πολεμικό συμβούλιο στο οθωμανικό στρατόπεδο και ορίστηκε μεγάλη επίθεση για τη νύχτα της 29ης Μαΐου.

Η τελική επίθεση και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Οι υπερασπιστές της πολιορκημένης Πόλης είχαν αντιληφθεί πως επίκειται μεγάλη επίθεση, ενώ επίσης και στο οθωμανικό στρατόπεδο κυκλοφορούσαν φήμες περί κήρυξης πολέμου από τους Ούγγρους και επίθεσης ισχυρής ουγγρικής δύναμης υπό τον Ιωάννη Ουνιάδη στην Αδριανούπολη, αλλά και επίθεσης λατινικού στόλου στα Δαρδανέλλια. Στις 27 Μαΐου, σε συμβούλιο, ο Χαλίλ Πασάς, Μέγας Βεζίρης- ο οποίος γενικότερα ήταν της άποψης ότι ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερα από τα οφέλη του όλου εγχειρήματος της πολιορκίας- επιχειρηματολόγησε υπέρ της επίλυσης της πολιορκίας, έχοντας απέναντί του τον πιο σκληροπυρηνικό Ζαγανό. Όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, η απόφαση του σουλτάνου ήταν να γίνει η επίθεση και να αποσυρθεί εάν δεν πετύχαινε. Στις 28 Μαΐου έγινε η τελευταία χριστιανική ακολουθία στην Αγία Σοφία, με τον αυτοκράτορα να προτρέπει σε έναν πύρινο λόγο τον λαό να αντισταθεί γενναία.r-WALLS-ISTANBUL-huge (1)

«Αφήνω μόνον, το ταπεινωμένο σκήπτρο μου στα χέρια σας, για να το φυλάξετε με καλή διάθεση. Σας παρακαλώ και για κάτι άλλο, και προσεύχομαι στην αγάπη σας, ώστε να δείξετε την πρέπουσα τιμή και υποταγή στους στρατηγούς και τους δημάρχους και στους εκατοντάρχους σας, καθένας κατά την τάξη του και το τάγμα του και την υπηρεσία του. Και να γνωρίζετε και τούτο: εάν με την καρδιά σας τηρήσετε όσα σας πρόσταξα, ελπίζω στον Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Στην συνέχεια, απομένει για εμάς και ο ουράνιος αδαμάντινος στέφανος, καθώς και η εγκόσμια αιώνια και άξια ανάμνηση» κατέληξε ο λόγος, όπως τον μεταφέρει ο Σφραντζής.

Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη θέση του, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, και η επίθεση εκδηλώθηκε το βράδυ, μεταξύ 01.00 και 02.00. Η επίθεση εκδηλώθηκε από τρεις πλευρές συγχρόνως. Το πρώτο κύμα επίθεσης, που απαρτιζόταν από ατάκτους κυρίως, αποκρούστηκε μετά από σκληρή μάχη που διήρκεσε μία ώρα. Ακολούθησε το δεύτερο, που απαρτιζόταν από μισθοφόρους, επαγγελματίες στρατιώτες και οι υπερασπιστές της πύλης του Αγίου Ρωμανού, οι οποίοι πολεμούσαν πάνω από δύο ώρες, άρχισαν να κλονίζονται- ωστόσο ο αυτοκράτορας κάλεσε ενισχύσεις, και στο σημείο έσπευσαν ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, με αποτέλεσμα ξανά την απώθηση των Οθωμανών- με τον αυτοκράτορα να εμψυχώνει τους πολεμιστές του, καθώς έβλεπε τους πολιορκητές να χάνουν τη θέλησή τους για μάχη. «Για τ’όνομα του Θεού, δείξτε γενναιότητα! Βλέπω τον εχθρό να υποχωρεί άτακτα!Αν θέλει ο Θεός, η νίκη θα είναι δική μας!», ήταν η παραίνεσή του, όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς. Το τρίτο κύμα απαρτιζόταν από τις πλέον εμπειροπόλεμες μονάδες του οθωμανικού στρατεύματος: Τους γενίτσαρους και τους σπαχήδες.

Ο Σφραντζής περιγράφει τις τελευταίες δραματικές στιγμές, που έκριναν τη μάχη:

«Όταν η δική μας παράταξη άρχισε να κάμπτεται, ξεπήδησαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, άνδρες άριστοι, και νίκησαν τους Αγαρηνούς, τους έδιωξαν από τα τείχη, κακήν κακώς τους κατακρήμνισαν και τους διασκόρπισαν…εκεί βρέθηκε έφιππος και ο βασιλιάς, δίνοντας θάρρος και εξεγείροντας τους στρατιώτες ώστε να μάχονται με προθυμία…και ενώ αυτά έλεγε ο βασιλιάς, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, που ήταν και στρατηγός, πληγώθηκε στα σκέλια, στο δεξί πόδι, από ένα βέλος τόξου…έφυγε από εκεί όπου βρισκόταν…ο βασιλιάς του είπε πολλά, αλλά εκείνος δεν αποκρινόταν, μόνο πέρασε στον Γαλατά και εκεί πέθανε ντροπιασμένος, μέσα στην πίκρα και στην περιφρόνηση» (σύμφωνα με άλλες αναφορές, ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε από αρκεβούζιο, και υποσχέθηκε στον Παλαιολόγο – ο οποίος παρατήρησε ότι το τραύμα του δεν ήταν τόσο σοβαρό, και έκπληκτος τον ρώτησε τι κάνει: «αδελφέ, γιατί το έκανες αυτό; Γύρισε στη θέση σου, δεν είναι τίποτε αυτή η πληγή!»- ότι θα επέστρεφε στη θέση του μόλις φρόντιζε το τραύμα. Κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν ότι δεν πέθανε στον Γαλατά, αλλά στη Χίο).

Η σύγχυση που επέφερε στους υπερασπιστές της Πόλης ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη έδωσε θάρρος στους Οθωμανούς, οι οποίοι πραγματοποίησαν νέα έφοδο, κερδίζοντας τα τείχη. «Έγινε τόσο μεγάλο το πλήθος των εχθρών που ανέβηκε πάνω, ώστε διασκόρπισε τους δικούς μας…έτσι είχαν τα πράγματα όταν από μέσα και από έξω και από τα μέρη του λιμανιού ακούστηκε κάποια φωνή: “έπεσε το φρούριο και πάνω στους πύργους έστησαν τα εμβλήματα και τις σημαίες τους!” Αυτή η φωνή έτρεψε σε φυγή τους δικούς μας και έδωσε θάρρος στους εχθρούς».

Επρόκειτο για το γνωστό «εάλω η Πόλις» – και κάπου εδώ υπεισέρχεται και η ιστορία της Κερκόπορτας, η οποία φέρεται να είχε χρησιμοποιηθεί για εξόδους/ επιδρομές εναντίον των πολιορκητών και, αν και είχε φρουρούς, είχε ξεχαστεί ανοιχτή. Κατά την επίθεση, φέρεται να βρέθηκε από μια ομάδα Οθωμανών στρατιωτών, οι οποίοι μπήκαν, σκότωσαν τους φρουρούς και κατέλαβαν τον κοντινότερο πύργο, προκαλώντας πανικό, ενώ ταυτόχρονα έμπαιναν και άλλοι εισβολείς μέσα, που προσπάθησε να σταματήσει μάταια ο Λουκάς Νοταράς.

«Όταν τα είδε αυτά ο δυστυχής βασιλιάς και αφέντης μου, με δάκρυα παρακαλούσε τον Θεό και προέτρεπε τους στρατιώτες να δείξουν μεγαλοψυχία. Δεν υπήρχε όμως καμιά ελπίδα συνδρομής ή βοήθειας. Κέντρισε, τότε, τον ίππο του και καλπάζοντας έφτασε στο σημείο από όπου ερχόταν το πλήθος των ασεβών και από την πρώτη συμπλοκή κατακρήμνισε τους ασεβείς από τα τείχη, γεγονός που ήταν παράξενο και θαυμάσιο για όσους έτυχε να βρεθούν εκεί και να το δουν. Βρυχώμενος σαν λιοντάρι και κρατώντας το γυμνό ξίφος στο δεξί χέρι του κατέσφαξε πολλούς από τους εχθρούς, ενώ το αίμα έρρεε σαν ποτάμι από τα πόδια του και τα χέρια του» γράφει ο Σφραντζής, εξιστορώντας τις τελευταίες στιγμές του τελευταίου αυτοκράτορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- και μνημονεύοντας παράλληλα τα ανδραγαθήματα και άλλων μαχητών, όπως του δον Φραγκίσκο Τολέδο, του Ιωάννη Δαλμάτη και του Παύλου και του Τρωίλου, των Ιταλών αδελφών.

«Έτσι λοιπόν οι εχθροί κυρίευσαν όλη την Πόλη».r-HAGIA-SOPHIA-huge

Το τέλος μιας αυτοκρατορίας

Ακολούθησαν εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές, με τον ιστορικό Κριτόβουλο, που ανήκε στο οθωμανικό στρατόπεδο, να αναφέρει ότι δεν υπήρξε οίκτος και η Πόλη ερημώθηκε, καθώς ο Μωάμεθ Β’ – ο πλέον Πορθητής- άφησε τα στρατεύματά του για ένα διάστημα να επιδοθούν σε πλιάτσικο ως ανταμοιβή για την κατάκτηση της Πόλης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για την Πόλη η οποία προοριζόταν για πρωτεύουσα μιας νέας αυτοκρατορίας, οπότε μετά την Άλωση, ο ίδιος έλαβε μέτρα για την αναζωογόνησή της. Η Κωνσταντινούπολη- «Ισταμπούλ» πλέον, για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα παρέμενε πρωτεύουσα, ενός νέου κράτους, ως το 1922, ενώ η Άλωση θα έμενε χαραγμένη στις μνήμες και τις παραδόσεις του Ελληνισμού, τόσο σε επίπεδο ιστορίας, όσο και πέρα από αυτήν, με τη μορφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου να αναδεικνύεται σε μια αθάνατη, περιτριγυρισμένη από τις ομίχλες του θρύλου, φιγούρα- αυτήν του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, ο οποίος επέλεξε να μην εγκαταλείψει την αυτοκρατορία του την ύστατη στιγμή της και περιμένει την ώρα και στιγμή που θα φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για να την αναστήσει.

Βιβλιογραφία/ Πηγές

  • Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Η Τελευταία Νύχτα της Πόλης- Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, εκδόσεις Διόπτρα, 2007
  • Η Άλωση της Πόλης- Γεώργιος Φραντζής, Εκδοτική Θεσσαλονίκης- Βιβλιοβάρδια, 2008
  • Γιατί το Βυζάντιο- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2012
  • Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Εκδόσεις Ψυχογιός, 1988
  • Ζωή και Θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου- Φίλιππος Φιλίππου, Ψυχογιός Λογοτεχνία, 2013
  • Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453- Στίβεν Ράνσιμαν εκδ. Παπαδήμα, 2002
  • Η άλωση της Κωνσταντινούπολης- Νίκος Νικολούδης στον συλλογικό τόμο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Περισκόπιο 2001
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη