Πόσοι άραγε θυμούνται το χωριό Φανερωμένη της Μεσαράς πως ήταν τη δεκαετία του ’60 και πριν;


Πόσοι θυμούνται τις ασχολίες των κατοίκων που είχαν σχέση με το τι έβγαζε ο τόπος τότε από μόνος του, και τί παρήγαγαν οι ίδιοι οι κάτοικοι;

Τον παράδεισο τον είχαν δημιουργήσει αφενός μεν τα πολλά νερά του όποθυ, αφετέρου το αργιλώδες υπέδαφος, πλούσιο σε θρεπτικές ουσίες και ιχνοστιχεία. Επειδή ο ποταμός κατέβαζε νερά το χειμώνα, πολλές φορές πλημμύριζε! Η ιλύ αυτή σαν στέγνωνε ήταν ανώτερη από λίπασμα!

Δεν ήταν τυχαίο που όλη η Φανερωμένη ήταν ένα απέραντο πανέμορφο περιβόλι από καλλιεργήσιμα δένδρα αλλά και άγρια.

Όλα τα δένδρα στη Φανερωμένη!

Από τα καλλιεργήσιμα δένδρα δέσποζαν οι πορτοκαλιές οι μουσμουλιές, ή δεσπολιές όπως τις ονομάζουν οι κάτοικοι. Υπήρχαν όλων των ειδών τα ξινόδενδρα, κίτρα κιτρολέμονα σκαραμάντζα, πορτοκάλια ομφαλοφόρα, γλυκοπορτάκαλα, ακόμα και γλυκολαίμονα. Υπήρχαν σκληροπορτάκαλα, μυρωδάτα πορτοκάλια, μανταρίνια ντόπια και αφράτα και επίσης μεγαλύτερα μανταρίνια που τα λέγανε νεραντζομαντάρινα!

Είχε δε το χωριό, όλες τις ποικιλίες από μπουρνέλες, που τις έλεγαν «τζαρνερίδες». Αυτές τρωγόταν ακόμα και πράσινες! Έβγαζε μπουρνέλες κίτρινες ή ρόδοκόκκινες σαν πορτοκάλια μεγάλες, έβγαζε μαύρες, άσπρες, έβγαζε βερίκοκα καρύδια απίδια και τα σύκα πολλά είδη ακόμα και «μαγιανά», αφού ωρίμαζαν το Μάη μήνα. Το χωριό είχε ακόμα και βυσσινιές και μήλα φιρίκια!

Πολλοί όλα αυτά τα φόρτωναν σε δυό τελάρα στο γαϊδούρι, και τα κατέβαζαν το Σαββάτο στο παζάρι των Μοιρών. Και τι δεν έβγαζε το χωριό αυτό! Θυμούμαι τον παππού μου που είχε πολλές μπανανιές και οι μπανάνες απίστευτα νόστιμες! Είχε σταφίλια ραζακιά σιρίκια και ταχτάδες! Είχε ακόμα το χωριό και λοτόδενδρα, μάλιστα ένα σώζεται ακόμη! ΟΙ καλύτερη εποχη ήταν η άνοιξη σαν άνθιζαν οι λεμονιές και οι μουσμουλιές! Όλο το χωριό ήταν περιτρυγυρισμένο σε ένα μεθυστικό άρωμα! Και τα πεδινά μέρη είχαν πλούσια βλάστηση, για αυτό είχε πολλά οικόσιτα ζώα και κυρίως μεγάλα όπως βόδια και άλογα, και για αυτό κάποιοι είχαν διακριθεί σε ιππασίες!

Η Φανερωμένη είχε τα «Βασιλικά περβόλια»!

Στα περιβόλια έβαζαν από όλα τα κηπευτικά και μποστανικά, τα οποία όχι μόνον δεν ήταν αυτάρκης το χωριό, αλλά πουλούσαν κιόλας κι από αυτά στο παζάρι! Έτσι εκτός από σιτηρά, σταφύλια κρασί και λάδι, είχαν επιπλέον εισοδήματα και από τα κηπικά τους!

Δίκαια οι ξένοι είπαν πως η Φανερωμένη έχει τα «Βασιλικά περβόλια!», δηλαδή τα καλύτερα της Κρήτης! Το χωριό το διασχίζει ο Κουτουλίτης Ποταμός, ο οποίος κατέβαζε πολλά νερά από το Βότομο του Ζαρού, και στο δρόμο προστίθενταν και άλλες πηγές.

Το Φλεβάρη που «ξεφλεβίζανε οι πηγές» είχε άφθονο νερό, αλλά λιγόστευε ο ποταμός όσο ποτίζανε, οπότε έτρεχε λίγο το νερό και τον Ιούνιο μήνα στέρευε τελείως! Όμως οι κεντρικοί τσιμεντένιοι αγωγοί είχαν πάντα πλούσια νερά όλο το Καλοκαίρι!

Πολλές πηγές με δροσερό νερό

Το χωριό είχε και τις δικές του πηγές, όπως στα νότια εκείνη «στου Γαβαλά» που ήταν μια σπηλιά με περιβάλλον στέπας της Αφρικής! Εκεί έσταζε παγωμένο νερό από τα πέτρινα ψηλά τοιχώματα της σπηλιάς, και συγκεντρώνονταν σε μια μεγάλη πέτρινη γούρνα, και από εκεί γέμιζε τα σταμνιά του ο κόσμος το καλοκαίρι για να δροσιστεί ! Λίγο πιο νότια υπήρχε το «καβούσι της μερθιάς» που ήταν σε ένα ρέμα, και τη πηγή σκέπαζαν τεράστιες μερθιές! Ήταν η «Τούρκικη κρήνη» με τις πολλές γούρνες και δίπλα σε μια μεγάλη μουριά υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο επί τουρκοκρατίας. Είχε επίσης η Φανερωμένη κι άλλες πηγές, ανατολικά στο Λιβάδι και στις Πλακούρες, και βόρεια μία άλλη στου Ποταμίτη,Είχε και άλλες που δεν τις θυμάμαι.

Από το Φράγμα και κάτω υπήρχαν δύο μεγάλοι τσιμεντένιοι αγωγοί, οι οποίοι τροφοδοτούσαν τα περιβόλια του χωριού στις δύο όχθες του ποταμού σε μεγάλη έκταση, και οι αγωγοί είχαν μονίμως άφθονα πλούσια τρεχούμενα νερά όλο το χρόνο!

Το χωριό με τις πολλές εθιές ελιγές και μερθιές!

Όταν πρωτάκουσα το τραγούδι του Θεοδωράκη «Είχα μια θάλασσα στο νου, και ένα περβόλι του ουρανού», και το «στα παραθύρια τα πλατειά είδα να κλαίει μια μυρτιά», νόμιζα πως είχε κατά νου τη Φανερωμένη! Ήμουν στο σπίτι του παππού το 1965, τότε που το άκουσα για πρώτη φορά από το ραδιόφωνο του παππού! Προσωπικά πάντα θαύμαζα τη Φανερωμένη, ακόμα γι τα άγρια δένδρα της, όπως τις εθιές δηλαδή ιτιές, αλλά και τα θαμνώδη όπως τις ελιγές ή λιγές ή λιγαριές και τις μερθιές ή μυρτιές! Μου άρεσε να είμαι κάτω από τον ίσκιο μιας εθιάς, καμάρωνα τα άνθη μιας ελιγιάς και διάλεγα να φάω τα μεγάλα μαύρα μέρτα της μυρωδάτης μερθιάς

Περπατώντας στις όχθες του ποταμού

Μια σύντομη βόλτα στον ποταμό θα έβλεπε κάποιος εκτός από εθιές λιγές και μερθιές, πολλά θεόρατα πλατάνια, άγριες μουριές και χαρουπιές. Υπήρχαν πολλά βάτα, κι αυτό σηματοδοτούσε πως υπήρχαν και τα πολλά νερά!
«Όπου δες βρούλα και βάτο, δέξου και νερό από κάτω!» Έλεγαν οι ντόπιοι!

Τα παιδιά χαρά τους ήταν να μαζεύουν βάτσινα (βατόμουρα) καθώς και μέρτα. Και επειδή ήταν και το βουνό πολύ κοντά, μάζευαν και δροσερά φασκόμηλα! Είχε επίσης ο ποταμός πολλά αφράτα, άγριους κισσούς πάνω στα θεόρατα πλατάνια πολλές αβρονιές οι ντόπιοι μάζευαν τα βλαστάρια της αβρονιάς και τα έκαναν βραστά με λάδι και ξύδι! Με τη βόλτα θα έβλεπε κάποιος πολλά καβούρια αλλά και χέλια στο ποταμό, και όπου στέρνιαζε το νερό, έβλεπες και πολλά μικρά ψαράκια!

Σήμερα τα «βασιλικά περιβόλια» μείνανε δίχως …στέμμα!

Και ενώ το χωριό προοδεύει, και αξιοποιούνται τα παλιά πετρόχτιστα, ο πρόεδρος φτιάχνει πλακόστρωτο τον κεντρικό δρόμο, και ρίχνει άσφαλτο σε όλους τους υπόλοιπους δρόμους, εν τούτοις τα περιβόλια της Φανερωμένης κλαίνε τη μοίρα τους! Το μέρος φαίνεται με τη πρώτη ματιά πως διψά σήμερα για νερό, και τα περιβόλια για φροντίδα από τους ιδιοκτήτες τους! Ο κατήφορος άρχισε από τότε που οι Ζαριανοί κράτησαν το νερό τους για να ποτίζουν τις ελιές τους τη δεκαετία του ‘70, και δεν περίσσευε πλέον για τους κήπους της φανερωμένης.

Και που φτιάχτηκε το Φράγμα δεν παραμένει η ποσότητα νερού που είχε κάποτε στη διάθεσή του το χωριό. Έτσι ξεράθηκαν όλες οι εθιές του χωριού. Προσωπικά έκανα μια βόλτα στο ποτάμι να φωτογραφίσω μια εθιά, ρώτησα τη μητέρα μου που υπήρχαν κάποτε μερθιές στο χωριό, μα τίποτα! Δεν υπήρχε κανένα δένδρο για τη φωτογράφιση! Λιγόστεψαν βέβαια και οι λιγές και οι μυρθιές, αφράτα και βρούλα ούτε να διανοειθεί κανείς να δεί!

Κι όμως από αυτές τις λιγές του ποταμού, τα άγρια βλαστάρια των ελαιόδενδρων και τα καλάμια, ήταν η αιτία που κάποτε ανθούσε η καλαθοπλεχτική τέχνη στο χωριό αυτό, και οι περισσότεροι κάτοικοι του, έφτιαχναν καλάθια και τα πουλούσαν στην αγορά.

Από τις σφάκες έπλεκαν τις κόφες για τα σταφύλια, από τα αφράτα έκαναν το εσωτερικό τουσωμάριού, κάσους, στρώματα σκεπές των σπιτιών και τόσα άλλα. Από τα βρούλα έφτιαχαναν τα πανιέρια του γάμου, και τις μαλαχούνες που έβαζαν οι γυναίκεςτα πλεχτά τους.

Έτσι το χωριό ήταν κάποτε πλούσιο όμορφο και ευλογημένο!

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης