Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Σαλταδόροι και δοσιλόγοι στα χρόνια του πολέμου

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Πολλές οι μαρτυρίες σήμερα από ανθρώπους που υπέστησαν τα πάνδεινα την κατοχή, απο στυγνούς καταδότες, μάλιστα ντόπιους Κρητικούς

Οι καταδότες συνεργάτες των Γερμανών τη κατοχή, ηταν άνθρωποι εκτός από δειλοί, ήταν και του εύκολου κέρδους. Ήθελαν κόσμος να τους φοβάται, ήθελαν να έχουν δύναμη για να ρυθμίζουν καταστάσεις ακόμα και την πολιτική του τόπου.
Οι άνθρωποι αυτοί, με την συνεργασία των Γερμανών, λεηλατούσαν ταχτικα τα σπίτια της γύρω περιοχής, και αποσκοπούσαν να ανοίξουν μια επιχείρηση, κι όσοι είχαν ήδη, ήθελαν να την μεγαλώσουν.

Βασικά μια και δεν είχαν ανθρώπινη συνείδηση, αρέσκονταν στο εύκολο και ξεκούραστο χρήμα, στις πλάτες του λαού.
Αυτοί οι άνθρωποι είχαν κανονίσει συνεργασία με τους Γερμανούς, και ότι διάρπαζαν σπο τους ντόπιους, παράδειγμα μια αγελάδα, ένα μέρος κράταγαν οι ίδιοι, και το υπόλοιπο το έδιναν στους Γερμανούς για τα συσίτια τους.
Το ίδιο γινόταν και με το λάδι.

Ενοχλούσαν κυρίως ους πιο ευξατάστστος της περιοχής, και σπο άλλους έπαιρναν ζώα, άλλος λάδι και από άλλους σιτάρι.
Βασικά έπαιρναν ότι ήθελαν, γιατί όλα τα θεωρούσαν δικά τους!

Μια ζωντανή μαρτυρια από τις πολλές που ακούγαμε κάποτε, αφορούσε και τον παππού μου Λενιδάκη Μιχάλη, από το χωριό Φανερωμένη, και την περιγράφω όπως μου τη διηγήθηκε η μητέρα μου, που την έζησε η ίδια:

<<Κάποτε ο παππούς σου είχε τα πάνω σπίτια (φωτογραφια), και εκεί μένανε Γερμανοί, όπως εμένανε και σε άλλα δύο σπίτια στη Φανερωμένη, που τα είχαν επιτάξει κι αυτά.
Άλλα σπίτια τα είχαν για κοιτώνες, και άλλα για γραφεία ή μαγειρεία.
Με τους Γερμανους που έμεναν στο σπίτι μας, ο παππους σου τα πήγαινε πολύ καλα.
Πολλες φορές τον καλούσαν ακόμα και για φαγητο, κι άλλες φορες του έλεγαν και ”πίκουλα” ”πικουλα”, δηλαδή, να φέρει και τα παιδιά του μαζί στη παρέα.
Όταν ερχόταν με τις άδειες τους απο τη Γερμανία, καμια φορά του κράταγαν και δώρα, συνήθως ρακή με ζάχαρη.
Η ρακή τους δηλαδή ήταν γλυκιά, γιατί είχε μέσα ζάχαρη!
Εκείνο το καιρό, στο σπίτι μας στη Φανερωμένη, έκανε ταχτικές επισκέψεις, ένας γνωστος καταδότης των Γερμανών από ένα διπλανό χωριό, και όσες φορές ερχόταν στο σπίτι μας, όλο και κάτι ήθελε να αρπάξει!
Μιά μέρα ήρθε έτσι ξαφνικά, και έβαλε ένα σιδεράκι στο αυτί της αγελάδας μας.
Εγω μικρή τότε, ρωτάω τον παππου σου:
-Γιάντα δα μπαμπά, εβάλανε ετονέ το σιδεράκι στο αυτί τσι αγελάδας μας;
-Γιατί παιδί μου, εδά δεν είναι μπλιό δική μας, αύριο μεθαύριο, θα’ρθουνε να τηνε πάρουνε.
΄Ετσι και έγινε. Ήρθε ο καταδότης με δυό άλλους σε λίγες μέρες και τη πήρανε.
Ένα μέρος από ο κρέας της θα έδινε ο καταδότης στους Γερμανούς, να τους κάνει τον καλό, και ένα άλλο θα το πούλαγε ο ίδιος να βγάλει λεφτά.

Μια άλλη μέρα πάλι που μάλιστα έλειπε ο παππούς σου απο το σπίτι, ήρθε ο καταδότης με άλλους δυό, κρατώντας δυο Γερμανικές κανίστρες 20 κιλών.
Πάνε κατ’ευθείαν στο πιθάρι, και με την άνεση τους τις γεμίζουν και φεύγουν.
Η ασυδοσία αυτών των ανθρώπων δεν είχε όρια!

Άλλη μέρα παλι, ξανάρχεται ο ίδιος καταδότης σπίτι του παππού σου.
Κοίταζε απο δώ, κοίταζε απο κεί να δει τι θα αρπάξει!
Τελικά του γυάλισαν στο μάτι τα σταφύλια της κρεβατίνας!
Ήταν σιρίκι και τα σταφύλια αυτά ήταν τεράστια σαν τα μωρά κοπέλια!
Πιάνει λοιπόν και άρχισε να τα κόβει ένα ένα με το έτσι θέλω!
Ο παππούς σου που έτυχε να παρευρίσκεται εκείνη τη στιγμή, νευρίασε τόσο πολύ με το θράσος του, και του μπήκε άγρια!
Δεν ενευριασε τόσο ούτε με την αγελάδα, ούτε με το λάδι που άρπαξε ο δοσίλογος.
Με τα σταφύλια όμως του ζήτησε ευθέως το λόγο:
-Γιάντα τα κόβγεις τα σταφύλια; Εγώ ακόμη δε δοκίμασα ένα, και συ πας να τα κόψεις ούλα;
Νευρίσασε όμως κι ο καταδότης, και αφού λογοφέρανε για λίγη ώρα, ο καταδότες σωπαίνει, πήρε τα κομμένα σταφύλια κι έφυγε.

Πάει απ’ευθείας και τον προδίδει στους Γερμανούς, στην κεντρική διεύθυνση στις Μοίρες, οτι δήθεν ο παππούς σου ήταν κρυφά Αγγλόφιλος!
Την απο πάνω κιόλας μέρα, έρχονται οι Γερμανοί στο σπίτι μας και τον παίρνουν και τον πάνε στο Τυμπάκι στα συρματοπλέγματα. Εκεί υπήρχαν φυλακές ασφαλείας για βαρυποινήτες.

Εκεί σε αυτές τις φυλακές είχαν πολλούς μαζεμένους οι Γερμανοί στα κρατητήρια τους.
Από εκεί λίγους λίγους τους έστελναν στα Χανιά στις φυλακές Αγίας, κι εκεί όσους είχαν στείλει, τους είχαν εκτελέσει όλους. .
Μετά απο δεκαπέντε μέρες, ακούστηκε μια κακή είδηση στο χωριό στη Φανερωμένη.
Μια γειτόνισα πήγε και βρήκε τη γιαγιά σου.

-Ήμαθες Κατερίνα πως όσους έχουν στα συρματοπλέγματα στο Τυμπάκι, θα τους πάνε λέει σύντομα κι αυτούς στα Χανια, στις φυλακές Αγιάς να τους εκτελέσουν;
Πάγωσανε τα πόδια της γιαγιάς σου, που δεν ήξερε πως να χειριστεί το θέμα!
Πάει αμέσως και βρίσκει τον Χριστοφομανώλη, που ήταν ξάδερφος του παππού σου.
Έμενε στα Αργιανα (συνοικία της Φανερωμένης) και το όνομα του ήταν Μανώλης Λενιδάκης.
Του είπε τα καθέκαστα…
-Και ήντα θα κάμω εδά, του λέει η γιαγιά σου, με πέντε κοπέλια, τα δυό άρωστα, με τόση περιουσία και τόσα οζά μόνη μου;
-Εγώ Κατερίνα θα σου δόσω μια συμβουλή, ήντα να κάμεις, της λέει.
Θα πας να βρείς στο Πέρα Μετόχι το Φραγγή, κι αυτός έχει ένα ξάδερφο στους Βόρους, που αυτός ο ξάδερφος γνωρίζει μια γυναίκα που δουλεύει στο Τυμπακι με τους Γερμανούς, τη κυρία Κοκό. ‘
Αυτή είναι λέει μες τα όλα, και αν της μεταβίβασετε τη περίπτωση σας, θα σε βοηθήσει να κάμεις δουλειά!
Φεύγει όντως τρέχοντας η γιαγιά σου, και πάει στο σπίτι της, πιάνει ένα καλάθι και το γεμίσει διάφορα, ξηρούς καρπούς, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες, αυγά, ρακή κρασί και ότι καλολοίδι είχε.
Τα σκεπάζει όλα αυτα με ένα άσπρο πανί επάνω από το καλάθι, και τα δένει καλά απο πάνω με ένα σπάγγο.
Πάίρνει το καλάθι και πάει κλαίγοντας στου Φραγγή όπως τη συμβούλεψε ο Μανώλης.
Ο Φραγγής την παίρνει και πάνε και οι δυό τους και βρίχνουν πράγματι τον ξάδερφο του παππού σου στους Βόρους, και μαζί ξεκινήσανε επιτόπου για το Τυμπάκι για την κυρία Κοκό! .
Εκεί σαν έφθασαν, πράγματι βρίσκουν την κυρία Κοκο!
Η γιαγιά σου κλαίγοντας, της εξιστόρισε όλη την αλήθεια, οτι ο παππούς δηλαδή δεν ήταν ποτέ προδότης των Γερμανών, και οτι ήταν φιλήσυχος άνθρωπος.
Της τόνισε μάλιστα ότι όχι ιμοναχα ήταν φιλήσυχος, αλλά και οτι τα πήγαινε πολύ καλα με τουε Γερμανούς, αφού μάλιστα τους φιλοξενούσε παραχωρώντας τους το ίδιο το σπίτι του!
Οι Γερμανοί, της είπε τον ήξεραν πολύ καλά τον άνδρας ως προς τι άνθρωπος ήταν, πέραν από τα ψέμματα του καταδότη! .
Της εξήγησε όμως με λίγα λόγια, οτι αυτο που έγινε και τον συνέλαβαν, ήταν απλά που τον κατέδωσε κάποιος, μόνο και μόνον για να τον εκδικηθεί επειδή του αντιμίλησε που έκοψε τα σταφύλια! .
Η κυρία Κοκο, αφού την άκουσε με πολύ προσοχή, κατάλαβε το τι είχε γίνει, και τότε της απαντά:
-Αμε κυρά μου στο σπίτι σου, μα πιό μπροστά θα πάει ο άνδρας σου εκεί απο σένα!
Γεμάτη χαρά πάει η γιαγιά σου στο σπίτι, και πράγματι ο παππούς ηταν εκεί και την περίμενε!
Ήταν ομως αξύριστος με γένια, φοβερά αδυνατισμένος, και γεμάτος ψείρες!
Αν η γιαγιά σου δεν είχε την ευστροφία να δράσει αστραπιαία, θα είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί τον παππού σου, γιατί όσοι πήγαν στην Αγιά, είχαν άσχημο τέλος!>>

Σήμερα όλοι εμείς εκθιάζουμε τα κατορθώματα και τις ανδρειωσύνες του Κρητικου λαού, σαν παραδείγματα προς μίμηση, και καλά κάνουμε.

Μήπως όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα μεγάλα αυτά λάθη αυτών των δοσίλογων, σαν παραδείγματα πρός αποφυγήν, και να μην επαναλειφθούν στο μέλλον;
Γιατι δεν είναι δίκαιο σήμερα κάποιοι να καρπούνται όλα τα αγαθά αυτά που κληρονόμησαν από τους προπάτορες τους, και που κανονικά δεν τους ανοίκουν, γιατί αυτά ήταν κόπος και ιδρώτας κάποιων άλλων τίμιων ανθρώπων.
Τι φταίνε όμως και οι απόγονοι των δοσίλογων, δεν φέρουν καμία ευθύνη για τα λάθη άλλων.

Κείμενο φωτογραφία:
Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *