Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο λαβύρινθος της Μεσαράς στη Γερμανική κατοχή

Δημοσιεύτηκε

στις

Από ζωντανή μαρτυρία του κου Μύρωνα Μ. Μαραγκάκη


Του Γεώργιου Χουστουλάκη

Ο κος Μύρωνας Μ. Μαραγκάκης από  την Γαλιά Δήμου Φαιστού, ένας  από τους ελάχιστους  πλέον επιζώντες  της κατοχής, 95 χρόνων σήμερα, είχε δουλέψει σε όλα τα αναγκαστικά έργα των Γερμανών. Θα μας πει σήμερα πράγματα που κάποια τα είχε ξαναπεί, αλλά όμως  θα μας πει και κάποια  καινούρια πράγματα άγνωστα σε όλους εμάς!
Ο κος Μαραγάκης  τα όσα είχε πει παλιά για τον Λαβύρινθο, δημοσιεύτηκαν στα διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και εφημερίδες.
Πιστεύω  όμως, πως κατά καιρούς δεν τα είχε  πει όλα όσα έζησε, και που  σχετίζονται με τους Γερμανούς και τον Λαβύρινθο. Για αυτό και εγώ  τον παρότρυνα να μου πει περισσότερα πράγματα, υπό μορφή  βέβαια ερωτήσεων. Έτσι πράγματι  ερωτώμενος ο κος Μαραγκάκης, θυμήθηκε μετά από 75 ολόκληρα χρόνια από τότε, και ανέφερε επιπλέον πράγματα. Όλα  αυτά τα καινούρια πράγματα, δημοσιεύονται τα μισά  στο σημερινό μας άρθρο, και τα άλλα μισά στο επόμενο.  Συμπληρώνεται  έτσι η εικόνα πολλών αναμνήσεων του κου Μαραγκάκη.  Αυτά για να έχουμε σήμερα εμείς μια πιο ολοκληρωμένη και ζωντανή εικόνα για τον Λαβύρινθο πως ήταν μέσα, αλλά και για τη δράση και την συμπεριφορά των Γερμανών έναντι των συμπατριωτών μας, δηλαδή στην ουσία των ίδιων των πατεράδων ή των παππούδων μας. Από την άλλη πάλι, πρέπει  εμείς σήμερα, να σεβαστούμε τα  όσα μαρτύρια υπέστησαν, και χρέος όλων μας θα ήταν, να τους τα ανταποδώσουμε μια μέρα για να αγαλλιάσει η ψυχή τους!
Και  πώς θα γίνει αυτό; Μα με το να φροντίσουμε να επαναλειτουργήσει ξανά  μια μέρα  ο παρατημένος Λαβύρινθος, που  χρόνια τώρα είναι και διακαής πόθος του κου Μαραγκάκη.

-Κύριε Μαραγκάκη, σε τι είδους πέτρωμα αποκάτω βρίσκεται ο Λαβύρινθος της Μεσαράς;

-Ο Λαβύρινθος που βρίσκεται  κοντά στην Γόρτυνα, βρίσκεται   μέσα σε ένα ειδικό πέτρωμα  από συμπαγές πωρόλιθο. Το πέτρωμα αυτό  είναι  μαλακό και ιδανικό για σφυρηλάτηση. Πέτρα τέτοια μπορεί κάποιος να θαυμάσει  και στην εκκλησία την  Παναγία την Κερά στην αρχαία Γόρτυνα.  Για αυτούς τους λόγους  ο Λαβύρινθος ήταν το λατομείο λίθου ίσως όλων των αρχαιοτήτων της Κρήτης, αλλά  γινόταν και εξαγωγή.
Με κάποιους  πρόχειρους υπολογισμούς που έχω κάνει, ακόμα και από τα κυβικά  πέτρες που έφυγαν όλα τα χρόνια από τον Λαβύρινθο,  υπολογίζω ότι  θα ήταν από 40 έως 100 χιλιάδες κυβικά! Ακόμα αν χρειαζόταν για να χτιστεί από τις πέτρες που λείπουν, η Φαιστός η Γόρτυνα, η Αγία Τριάδα  η Κνωσός και όλες οι άλλες αρχαιότητες της Κρήτης, πάλι λείπουν τεράστιες ποσότητες  όγκου πέτρας! Από ότι όμως έχω ακούσει ο ίδιος και είχε κυκλοφορήσει μια φήμη,  ίσως  και η Πυραμίδα του Χέοπος, είχε φτιαχτεί από αυτή τη πέτρα, αλλά χωρίς  αυτό να είναι σίγουρο!

 -Κύριε Μαραγκάκη,  πως γινόταν οι αγγαρείες των Γερμανών, και σε ποιες  από αυτές δουλέψατε εσείς;

– Δούλεψα στα καταναγκαστικά έργα των Γερμανών σχεδόν σε όλα! Συγκεκριμένα,  από το  ’41 μέχρι τέλους του ’43 δούλεψα στο Τυμπάκι, και μετά μεταφέρθηκα και στον Λαβύρινθο, στα τέλη του  ’43, μέχρι την αποχώρησή των Γερμανών. Εργάστηκα για  περίπου ένα  χρόνο, μαζί με τον δρόμο Καστελίου  – Λαβύρινθο, ενώ οι εργασίες στο Τυμπάκι είχαν κρατήσει πάνω από 2 χρόνια! Στην ουσία μόλις τελειώσαμε με το Τυμπάκι, εμάς τους ίδιους εργάτες, μας  πήγαν και στον Λαβύρινθο. Όμως εκτός τις εργασίες για να φτιαχτεί το αεροδρόμιο, φτιάξαμε και τον δρόμο Κόκκινου Πύργου – Αγίας Γαλήνης  – Μέλαμπες. Φυσικά δούλεψα και σε διάφορα πολυβολεία και οχυρωματικά  έργα των Γερμανών.
Στον Λαβύρινθο όπως και στο Τυμπάκι, και σε όλα τα άλλα έργα, εργάστηκα προσωπικά, όπως εργάστηκαν και όλοι οι  κάτοικοι των γύρω περιοχών, βάσει των κοινοτικών καταλόγων αρρένων .

Ποια χωριά έλαβαν υποχρεωτικά μέρος στις αγγαρείες αυτές;

-Κάπου 85  χωριά ήταν υποχρεωμένα να στέλνουν άτομα, περιφερειακά της Μεσαράς,  όσα περικλείονται από τα χωριά:  Αγία Βαρβάρα, Μέγάλη Βρύση,  Αγιο Θωμα, Μούλια,  Καστέλι,  Σοκαρά,  Ασήμι, Χάρακα,  Πύργο Μονοφατσίου,  Στέρνες,  Βαγιωνιά, Μιαμού, Λέντας,  Αντισκάρι, Άγιο Κύριλλο,  Καλοί Λιμένες,  Πιτσίδια, Τυμπάκι, Αγία Γαλήνη, Μέλαμπες, Κρύα Βρύση, Ακούμια, Κισσούς,  Σπήλι , Άνω Μέρος, Σίβρητος, Αμάρι, Βισταγί, Πλάτανος,, Φουρφουράς, Κουρούτες,  Νίθαυρη, Λοχριά, Καμάρες, Βορίζα,  Ζαρός, Γέργερη, Πανασός, Πλάτανος. Όσα  χωριά κεφαλοχώρια ή πόλεις περικλείονται στο περίγραμμα των παραπάνω  χωριών, ήταν υποχρεωμένα να στέλνουν άτομα. Τα ρεθυμνιώτικα  χωριά δούλευαν κυρίως σε έργα της περιοχής τους, δηλαδή στον δρόμο Αγία Γαλήνη –Μέλαμπες,  μέχρι και το αεροδρόμιο, όχι στα υπόλοιπα.
Κάθε χωριό ανάλογα με τον πληθυσμό  του, έστελνε  υποχρεωτικά το ένα τρίτο των ενήλικων ανδρών από ηλικία  16 μέχρι 60 ετών, για να εργαστούν δέκα μέρες κάθε μήνα.
Πρόεδρος τότε στο δικό μου χωριό τη Γαλιά, ήταν ο Εμμ. Δαμιανάκης ή Δαμιανομανώλης. Εκείνος όπως  και όλοι άλλοι πρόεδροι  από όλα τα άλλα χωριά, ειδοποιούσε όλους τους εγγεγραμμένους  άρρενες του χωριού μας, περίπου 80 με 100 άτομα κάθε φορά. Για το κάθε άτομο, αναλάμβανε ο ίδιος να πηγαίνει  πόρτα – πόρτα, και  να ειδοποιεί έναν – έναν   λέγοντας:
«Με συγχωρείς, τη Δευτέρα πρέπει να πάς στο Λαβύρινθο, γιατί είναι η σειρά σου να κάνεις τη 10μερία».
Έκανε  λοιπόν έκαστος τις 10 μέρες του μήνα, και αν δεν μπορούσε ο αδερφός του ή ο πατέρας του, τότε  έκανε ξανά και  εκείνων  συνεχόμενα.
Ο κάθε πρόεδρος, όταν έπρεπε να ειδοποιεί  μια φορά τον μήνα για να παρουσιαστούν οι συγχωριανοί του για τη δεκαμερία τους, πήγαινε την κατάσταση  και  την παρέδιδε ο ίδιος την επαύριον το πρωί στους Γερμανούς για όσους θα έπιαναν δουλειά.

-Πότε και ποια εποχή πιάσατε δουλειά στον Λαβύρινθο;

Από ότι θυμάμαι, θα πρέπει να πιάσαμε δουλειά στον Λαβύρινθο κατά τον Μάρτη, γιατί πριν πάμε εκεί, πήγαμε  πρώτα στο Καστέλι στα τέλη του 42 και αρχές του 43, όπου φτιάξαμε πλακόστρωτο δρόμο με τους κασμάδες μέχρι τον Λαβύρινθο. Αυτή η εργασία να φτιαχτεί ο δρομος αυτός, την κάναμε χειμώνα καιρό με τα κρύα, και κράτησε δυο με τρείς μήνες. Υπολογίζω πως κατά το Μάρτιο μήνα  πήγαμε στον Λαβύρινθο, γιατί ήταν Άνοιξη.

-Τι  ωράριο είχατε, και πως σας συμπεριφέρονταν οι Γερμανοί;

-Από τις 8 το πρωί πιάναμε δουλειά, μέχρι την δύση του ήλιου. Η δουλειά ήταν σκληρή και καταπιεστική, φυσικά  καμιά φορά και με την απειλή όπλου!  Όποιος επιχειρούσε να το σκάσει φανερά, τον πυροβολούσαν επιτόπου. Υπήρχε  και τιμωρία  με πολλές βουρδουλιές με χονδρό καλώδιο, για όσους ήταν ανυπάκουοι! Αν κάποιος  έλειπε κάποια μέρα, σαν επιπλέον τιμωρία, εκτός από τις βουρδουλιές, έπαιρνε άλλες 5 μέρες επιπλέον εργασίας στα καταναγκαστικά έργα.  Άλλη τιμωρία ανάλογα βέβαια και την αιτία, ήταν να κάνουν τροχάδην για μια ώρα ασταμάτητα, ή και περισσότερο στην αυλή του Λαβύρινθου!
Ο μεγάλος μας  τιμωρός βέβαια με τις βουρδουλιές, ήταν ο σωματώδης χειριστής της μπετονιέρας, 150 κιλά γομάρι, ο οποίος είχε  πολύ βαρύ χέρι, και με ένα χονδρό καλώδιο, μας  έκανε αίμα την πλάτη αν παραβαίναμε κάποια εντολή. Εμείς όλοι τον Γερμανό αυτό τον αποκαλούσαμε «Γουρούνι»!
Σ τον Λαβύρινθο  δουλεύαμε σαν  ομάδες, κυρίως ανά χωριό, όπου κάθε τέτοια ομάδα είχε ένα συγχωριανό υπεύθυνο ( πρώην κοινοτικό σύμβουλο), όπου έπαιζε το ρόλο κατά κάποιο τρόπο του λοχία ή επιλοχία.
Οι υπεύθυνοι  αυτοί των ομάδων μας, είχαν στην ευθύνη τους να μοιράζουν κάθε πρωί  τα εργαλεία, κασμάδες βαριοπούλες, φτυάρια σκούπες κλπ, και μετά το πέρας της εργασίας, πάλι εκείνοι  φρόντιζαν  να συγκεντρωθούν όλα σε κάποιο σημείο του Λαβύρινθου. Φυσικά αν έσπαγε κάποιο εργαλείο όπως κασμάς κλπ, ήταν εκείνοι υπεύθυνοι να το αντικαταστήσουν.

-Κάνατε υπερωρίες;

-Αρχικά στον Λαβύρινθο επειδή  δεν υπήρχε φωτισμός, με την δύση του ήλιου αναγκαστικά  σταματάγαμε την εργασία μας. Μονάχα σε κάποιες έκτακτες περιπτώσεις, όπως  λχ στον ηλεκτροφωτισμό του Λαβύρινθου κλπ, τότε μπορούσε να καθίσουμε όλοι μια δυο ώρες παραπάνω, και να δουλέψουμε με  φανούς θυέλλης. Όλες τις άλλες μέρες μας σχολάγανε το βράδυ με τη δύση του ήλιου.

Είχατε γιατρό στον Λαβύρινθο  προληπτικά, για τυχόν τραυματισμούς;

-Επειδή γνωρίζαμε πως δεν υπήρχε γιατρός στον Λαβύρινθο, για αυτό και εμείς όλοι προσέχαμε πάρα πολύ, και δεν είχαμε  τραυματισμούς ευτυχώς το διάστημα που ήμασταν εκεί.
Υπήρχε βέβαια προληπτικά κάποιος νοσοκόμος έξω σε κάποια σκηνή,  με ένα  απλό φαρμακείο για τους Γερμανούς. Εγώ πάντως μια φορά που χρειάστηκα κάποιο ιώδιο για ένα μεγάλο σπυρί που με ενοχλούσε, με εξυπηρέτησε ο νοσοκόμος αυτός, παρ όλο που δεν το περίμενα, επειδή ήξερα πως εξυπηρετούσε μονάχα Γερμανούς.

-Τι ακριβώς έκαναν οι Γερμανοί για την αναστύλωση του Λαβύρινθου;

-Επειδή μέσα στις στοές κάποιες από αυτές ήταν ετοιμόρροπες, οι Γερμανοί είχαν έξω από τον Λαβύρινθο  μια μπετονιέρα με  τον χειριστή, και  έναν υπεύθυνο μηχανικό  στα οικοδομικά, για να επιβλέπει. Έφτιαχναν μπετόν για όπου και όποτε χρειαζόταν, και μείς οι εργάτες το μεταφέραμε με τα καρότσια στα διάφορα σημεία. Χτίστες έχτιζαν με πέτρες  ή πλίνθους με το τσιμέντο,  με την επίβλεψη του Γερμανού μηχανικού οικοδόμου. Έτσι   αναστυλώναμε το  κάθε προβληματικό σημείο. Από μπετόν βέβαια, μη φανταστείς και πολλά πράγματα, δύο με τρείς μπετονιεριές το πολύ  την ημέρα ρίχναμε.

Είστε πολλά άτομα όλοι μαζί στον Λαβύρινθο μαζί με τους Γερμανούς;

– Στην αρχή στον Λαβύρινθο ήμασταν λίγοι Έλληνες, και  3 ή 4 άτομα Γερμανοί, και από αυτούς κάποιοι ήταν Αυστριακοί. Υπήρχαν εκεί  καθημερινά  οπωσδήποτε, ο χειριστής μπετονιέρας, ο μηχανικός αναστύλωσης στα δομικά έργα, ο ηλεκτρολόγος υπεύθυνος στην εγκατάσταση και μετά στην λειτουργία του ηλεκτροφωτισμού,  και ο νοσοκόμος στη σκηνή έξω. Οι Γερμανοί δεν ήταν σταθεροί, πότε λίγοι πότε περισσότεροι. Εμείς οι εργάτες  ήμαστε όλο και  περισσότεροι, καθώς στο φουλ της δουλειάς μπορεί όλοι μαζί, να ήμαστε πάνω από 200 άτομα!

-Τι άλλες εργασίες γινόταν μέσα στον Λαβύρινθο;

-Οι  εργασίες που έπρεπε να γίνουν, ήταν να καθαριστούν όλοι οι διάδρομοι και οι αίθουσες από τους βράχους και τις πέτρες μέχρι σε βάθος 500 μέτρων.
Μετά οι Γερμανοί θα  τοποθετούσαν μέσα εκεί τα πυρομαχικά τους αλλά και τον εφοδιασμό τους σε τρόφιμα και ιματισμό.
Μέσα στον Λαβύρινθο,  ο κεντρικός διάδρομος αλλά και άλλοι διάδρομοι, διέρχονταν  μέσα από αίθουσες μεγάλες  μεσαίες και μικρές. Μέσα εκεί  στις αίθουσες αυτές, υπήρχαν τεράστιοι ογκόλιθοι  1 μ επί 080μ ύψος, και 1,5 με 2 μέτρα μήκος.   Η απορία βέβαια όλων, ήταν πώς στην αρχαιότητα έβγαιναν έξω αυτές οι τεράστιες πέτρες, και πως μεταφερόταν στο μέρος που θα τους τοποθετούσαν! Οι Γερμανοί  μας είχαν συγκροτήσει σε ομάδες, όπου με βαριοπούλες σπούσαμε  τις πέτρες αυτές, και στην αρχή με καρότσια, μετά με βαγόνια  τις βγάζαμε έξω, τις αδειάζαμε, και ξαναγυρίζαμε. Σιγά -σιγά  αδειάσαμε όλες τις αίθουσες, σε βάθος 500 μέτρων, αφού για κάθε 15 με 20 άτομα, είχαμε και έναν  υπεύθυνο  να εποπτεύει.

-Πώς γνωρίζατε τον χώρο και δεν χανόσαστε;

-Είχα μάθει  πολύ καλά τον Λαβύρινθο, διότι είχα βάλει  σημάδια στους διαδρόμους  διάφορες πέτρες  ή κλαδιά, που τα τοποθετούσα στο πάτωμα . Μάλιστα προσπάθησα και έκανα και κάποιο πρόχειρο σχέδιο του Λαβύρινθου, που το έχω ακόμα στο αρχείο μουs

Ο καταυλισμός των Γερμανών κοντά στο Καστέλι

-Γιατί φτιάχτηκε καταυλισμός κοντά στο Καστέλι;

-Είχαν  παρατηρηθεί συχνές  διαρροές  μέρα με την ημέρα  στην παρουσία έκαστου στον τόπο της εξαναγκαστικής εργασίας,  στο Τυμπάκι αλλά και στον Λαβύρινθο. Καθημερινά  μπορεί να προσέρχονταν και 10 άτομα λιγότεροι!  Την πρώτη μέρα αν πήγαιναν ας πούμε 80 Γαλιανοί, την επομένη πήγαιναν 70 την μεθεπόμενη 60 κλπ. Από την άλλη πάλι, ενώ πηγαινόφερναν  οι ίδιοι με  αυτοκίνητο τους  εργάτες  από  μακρινά  χωριά, όπως  πχ από του Λέντα,  Καλούς Λιμένες κλπ, κάποια στιγμή  σταμάτησαν τα δρομολόγια αυτά, λόγο ότι είχαν μεγάλο πρόβλημα με τα καύσιμα.
Αναγκάστηκαν  λοιπόν οι Γερμανοί να φτιάξουν  καταυλισμούς. Μεταξύ λοιπόν  Καστελίου και Λαβύρινθου, έφτιαξαν  έναν πρόχειρο καταυλισμό, όπως είχαν και στο Τυμπάκι.

-Τι περίφραξη είχε ο καταυλισμός αυτός; Μπορούσε κάποιος να το σκάσει εύκολα από εκεί;

– Η περίφραξη όλη ήταν με διπλό αγκαθωτό σύρμα, και ανάμεσα σε δυο στύλους, είχαν χώσει στο έδαφος νάρκες, όσο ένα κουτί κιμωλίας.   Όποιος τυχόν επιχειρούσε να το σκάσει, κινδύνευε να πατήσει κάποια νάρκη από αυτές, και να σκοτωθεί επιτόπου! Δεν ήταν εύκολο να το σκάσει κάποιος, διότι εκτός από τις νάρκες, ο καταυλισμός φρουρείτο και από δυο οπλισμένους Γερμανούς εξωτερικά της περίφραξης. Όταν ο ένας  φρουρός  έλεγχε τον χώρο  προχωρώντας με το όπλο «επ’ ώμου» προς την μια κατεύθυνση, ενώ ο άλλος  φρουρός κινιόταν προς την αντίθετη πλευρά και ήλεγχε. Υπήρχε μάλιστα και ένας οπλισμένος φρουρός μόνιμα στην πύλη.

-Προσπάθησαν κάποιοι να το σκάσουν  από τον καταυλισμό κάποια στιγμή;

– Ναι φυσικά! Δυο Γαλιανοί ένα βράδυ κατάφεραν να το σκάσουν από τον καταυλισμό από όλους αυτούς!  Ο ένας ήταν ο Γιώργης Στεφανουδάκης ή  Παυλογιώργης, αρραβωνιασμένος πρόσφατα με την Μαρία, κόρη του Φανουροζαχάρη. Ο άλλος ήταν ο Φανούριος Ζ. Φανουράκης ένας συγχωριανός του μικρότερος σε ηλικία, που μάλιστα δεν είχε πάει ούτε φαντάρος! Αυτός ήταν ο κουνιάδος του, και γιός του Φανουροζαχάρη.  Ο Γιώργης Στεφανουδάκης  όμως  αφού είχε πάει φαντάρος, είχε πείρα από στρατό. Αν δεν κάνω λάθος είχε κάνει και στο αλβανικό!
Ο Γιώργης αφού  είχε αρραβωνιαστεί την Μαρία του Παυλογιώργη, ήθελε πάση θυσία να βρεθεί εκείνο το βράδυ κοντά στην αρραβωνιαστικιά του! Έτσι έπεισε και τον κουνιάδο του τον Φανούριο  να το σκάσουν μαζί! Κατάφεραν όμως τελικά και ξέφυγαν και οι δυο τους, χωρίς να τους  ακουμπήσουν οι σφαίρες των Γερμανών!  Οι δυο Γερμανοί  φρουροί φυσικά αφού τους αντιλήφτηκαν, τους πυροβόλησαν άμεσα, αλλά εκείνοι την τελευταία στιγμή πρόλαβαν και έπεσαν σε ένα χαντάκι και έτσι απομακρύνθηκαν, οπότε  γλύτωσαν από τις σφαίρες! Φυσικά δεν τους ανακάλυψαν ποτέ, γιατί τα ονόματά τους δεν υπήρχαν γραμμένα στη λίστα τους, και έτσι δεν τους κυνήγησαν!

-Πού μένατε τα βράδια  εσείς και που οι Γερμανοί; Είχατε κρεβάτια ;

-Μέσα στον καταυλισμό υπήρχαν  20 στρατιωτικές σκηνές, για να μένομε υποχρεωτικά τα βράδια, όσοι  κάναμε την 10μερία μας.  Σε κάθε σκηνή μέναμε για ύπνο περί τα 20 με 25 άτομα.  Επίσης υπήρχε ίδια στρατιωτική σκηνή  και έξω από τον καταυλισμό, όπου υπήρχαν κρεβάτια ύπνου για 10 άτομα Γερμανούς. Οι Γερμανοί είχαν τρείς βάρδιες  το 24ωρο, και όταν είχαν υπηρεσία, συνήθως 3 με 4 άτομα, κοιμούνταν εκεί μετά τη λήξη της βάρδιας τους.  Εμείς οι εργάτες σηκωνόμαστε στις 7 και πιάναμε δουλειά στις 8. Μας έβαζε στη γραμμή ο υπεύθυνος του χωριού μας, (στη Γαλιά είχαμε τον Αντώνη Στιβακτάκη ή Σωμαραντώνη), και  μας πήγαινε  σε τριάδες μέχρι τον Λαβύρινθο. Την κάθε ομάδα  την συνόδευε, ή  ο υπεύθυνος χωριανός,  ή κάποιος Γερμανός.  Μόνο στην περίπτωση που δεν ήταν διαθέσιμος Γερμανός μας πήγαινε δικός μας.

-Εκλογές ξέρω δεν γινόταν τότε. Άρα τι ρόλο έπαιζαν οι Δήμαρχοι, οι πρόεδροι και δημ. σύμβουλοι;

– Οι Γερμανοί δεν άλλαξαν τα προεδρεία των χωριών, τους Νομάρχες, Δημάρχους και τους δημ. συμβούλους. Απλά τους έδωσαν κάποιες αρμοδιότητες προς το συμφέρον το δικό τους  φυσικά. Οι δημοτικοί σύμβουλοι έγιναν υπεύθυνοι  ομάδων στο χωριό τους, ή προϊστάμενοι στις  διάφορες εργασίες των Γερμανών. Οι πρόεδροι που  έβγαζαν τις μηνιαίες καταστάσεις, και ειδοποιούσαν τους εργάτες, είχαν και την ευθύνη για τις τυχόν διαρροές. Καμιά φορά  τους  ανέθεταν και την ευθύνη  να μαζεύουν τρόφιμα, αυγά κρέας τυρί, παξιμάδι και να τους τα παραδίδουν.
Δεν μπορούσαμε όμως να το σκάσουμε από πουθενά με συνοδό ή υπεύθυνο εργοδηγό χωριανό μας, διότι έτσι θα θέταμε σε κίνδυνο την ζωή του ίδιου και της οικογένειας του. Για αυτό δεν  επιτρέπαμε στον εαυτόν μας να παρανομεί ώστε  να τους εκθέσουμε. Στην ουσία δεν ήταν ούτε προδότες ούτε ήθελαν το κακό μας, το αντίθετο έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν για μας.

-Γιατί εσάς που ήσαστε πολύ κοντά στη Γαλιά δεν σας άφηναν να πηγαινοέρχεστε;

-Οι Γερμανοί άφησαν να εννοηθεί, ότι αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν τους περιορισμούς  στον καταυλισμό, λόγω των διαρροών κατά την προέλευση στην εργασία τους, όμως  δεν ήταν αυτό. Στην ουσία ήθελαν να ελέγχουν τους Γαλιανοβοριζανούς  που είχαν πληροφορίες ότι βοήθαγαν στο αντάρτικο. Γνώριζαν πολύ καλά και με λεπτομέρειες από τον προδότη Μαγιά ή Μαγιάση,  ότι στην Γαλιά υπήρχε μεγάλη  συγκροτημένη ομάδα, που κάθε 10 μέρες γύρναγαν για έρανο, και συγκέντρωνε τρόφιμα και ρουχισμό, και τα έστελνε στους αντάρτες του Πετρακογιώργη στο βουνό. Πολλοί λοιπόν από αυτούς  που έμεναν στον καταυλισμό, υποπτευόταν ότι έκαναν  κρυφά αυτή την δουλειά. Έτσι σκέφτηκαν αυτόν τον τρόπο για  να τους περιορίσουν. Μαζί με αυτούς βέβαια, μάντρωσαν όλους γενικά από όλα τα χωριά!

-Πως έλεγχαν οι γερμανοί αν πήγαιναν όλοι για δουλειά;

-Στον καταυλισμός στην αγκαθωτή περίφραξη  του, κάθε  10 μέρες υπήρχαν  από την μέσα πλευρά αναρτημένοι κατάλογοι ονομάτων των χωριστοί ανά χωριό, εκείνων δηλαδή  που θα έκαναν τη δεκαμερία του μήνα. Πρωί – πρωί κάθε 10 μέρες,  έπρεπε όλοι ανά χωριό πάλι  να είναι παρατεταγμένοι στη σειρά ανά τριάδες, μπροστά από την αναρτημένη πινακίδα του χωριού τους.
Στη συνέχεια ακολουθούσε ονομαστική αναφορά από τον υπεύθυνο κάθε χωριού, και  κάθε ένας που άκουγε το όνομά του, φώναζε «παρών» και έμπαινε μέσα. Το ίδιο έκανε και κάποιος που ίσως πήρε τη θέση κάποιου άλλου!   Βέβαια αυτό γινόταν όταν υπήρχε διερμηνέας, ή Έλληνας επιστάτης, γιατί αν δεν υπήρχε, οι Γερμανοί δεν ήξεραν να διαβάζουν τα ονόματα, οπότε έμπαιναν μέσα  έτσι, χωρίς ονομαστική αναφορά. Εκείνοι απλώς μετρούσαν κεφάλια, όπου φυσικά τους ενδιέφερε. Οι Γερμανοί στο Τυμπάκι, είχαν εφαρμόσει το μέτρο απόστασης, δηλαδή όσοι ήταν σε απόσταση  μεγαλύτερη από δέκα χιλιόμετρα, έπρεπε να παραμένουν  υποχρεωτικά στον εκεί καταυλισμό. Όσοι ήταν σε λιγότερη απόσταση, τότε  κατά βούληση. Αν ήθελαν έμεναν  στα χωριά τους είτε στον Καταυλισμό. Εμείς  όμως οι  Γαλιανοί  στο Τυμπάκι, παρόλο που απείχαμε μεγαλύτερη απόσταση των 10 χιλ. από τη Γαλιά, εν τούτοις οι Γερμανοί μας  άφηναν  όλους να πηγαινοερχόμαστε, με ευθύνη βέβαια του προέδρου του χωριού μας. Ο λόγος που πείστηκαν, ήταν επειδή τους είπαμε ότι θέλαμε να πάμε στο χωριό, για τον απαραίτητο σκοπό,  να ταΐσουμε  τα ζώα μας! Εκείνοι  μας άφηναν, όμως απαίτησαν και την ενυπόγραφη ευθύνη του Προέδρου Μανώλη Δαμιανάκη, να εγγυηθεί εκείνος για να μην συμβούν ξανά διαρροές. Όμως στον καταυλισμό του Καστελίου κοπήκαν αυτά! Εκεί μας  ήθελαν όλους υποχρεωτικά μαντρωμένους, για να μας ελέγχουν άπαντες, ανεξαρτήτως χωριού!

Οι  ψείρες  και οι… «προβατίνες»!

Δεν με ρώτησες  Γιώργο για τις ψείρες!  Το βράδυ πάλι στις 7, άπαντες υποχρεωτικά πηγαίναμε για  ύπνο!  Το μόνο αν προλαβαίναμε  πριν νυχτώσει και για  όσο είχε ακόμα λίγο φως το βράδυ, ήταν να ξεψειρίσουμε τα ρούχα και το κορμί μας, για να μπορέσουμε να απαλλαχτούμε από τα μιλιούνια ψείρες που μας ταλαιπωρούσαν!  Στις αμασχάλες μας,  στα σκέλη και στο τριχωτό της κεφαλής, κρυβόταν οι ψείρες, επειδή  εκεί υπήρχε σχετική υγρασία λόγω ιδρώτα. Ήταν τόσες πολλές σε κάθε άτομο, που μπορούσε να κουβαλάει  κάποιος από μας 100 με 200 ψείρες επάνω του!
Έκανες έτσι  με τη φούχτα σου στα μαλλιά, και γέμιζε άσπρες κόνιδες! Τα μαλλιά μας ήταν κάτασπρα από τις κόνιδες, τα αυγά τους δηλαδή ! Ήταν τόσο μεγάλες, «σαν προβατίνες», όπως λέγαμε μεταξύ μας:
-«Κοιτάχτε δω, αφού οι ψείρες είναι τόσο μεγάλες σαν προβατίνες, να πιάσουμε να τις αρμέγουμε, και να μοιραζόμαστε το τυρί στα ίσα»!  Παρ όλη την κούραση μας,  λέγαμε κάπου – κάπου κανένα τέτοιο καλαμπούρι να περνά η ώρα, τι να κάνουμε!
Όταν πηγαίναμε πάντως κάποια στιγμή στο χωριό, οι μανάδες  όλων, μας περίμεναν στη πόρτα με ένα  καζάνι νερό στημένο στη παρασθιά να βράζει! Επιτόπου  γδυνόμασταν κάπου στον στάβλο, και επιτόπου αλλάζαμε πουκάμισο παντελόνι και εσώρουχα!
Κάναμε  μπάνιο και τα ρούχα  τα πετάγαμε  κατ ευθείαν στο καζάνι μέσα το καυτό νερό! Επάνω πάνω στο καζάνι, έβλεπες και έπλεαν οι ψείρες σαν να ‘τανε σουσάμι!

Το καθημερινό συσσίτιο στον καταυλισμό

– Οι Γερμανοί σας παρείχαν καθημερινό φαγητό;

-Αρχικά στις αγγαρείες του Λαβύρινθου   όπως και  στο Τυμπάκι δεν μας δίδανε φαγητό. Φυσικά και για όσους πηγαινοερχόμασταν δεν υπήρχε φαγητό, και ότι έφερνε κάθε ένας από το σπίτι του.
Όσοι  ερχόμασταν  από τα  χωριά μας για να πιάσουμε  δουλειά στον Λαβύρινθο, χώναμε κρυφά  στην τσέπη μας ένα δυο ντάγκους ψωμί. Καμιά φορά που κάποιος δεν είχε ψωμί να φάει, ο διπλανός του αν είχε πάρει κάτι μαζί του, τον λυπόταν  και το μοιραζόταν με το δικό του.
Όσο  κρατιόμαστε όμως εσώκλειστοι στον καταυλισμό του Καστελίου, είχαμε κάποιο υποτυπώδες συσσίτιο, κι αυτό  κάθε μέρα το ίδιο και  μονάχα τα βράδια!
Δυστυχώς για όλους εμάς, το συσσίτιο αυτό ήταν τρισάθλιο!
Οι Γερμανοί είχαν χτίσει επάνω σε πέτρες ένα μεγάλο καζάνι του τόνου από μαύρη λαμαρίνα, που αρχικά μαγείρευε  με ξύλα, αλλά μετά  οι Γερμανοί έφεραν  ένα φλόγιστρο όπου δούλευε με πετρέλαιο. Κάθε βράδυ άδειαζαν  σ’ αυτό το καζάνι με ένα γκαζοντενεκέ νερό  από ένα βαρέλι, μέχρι μια πιθαμή πριν γεμίσει. Έριχναν μέσα στο καζάνι μισό σακί αλεύρι, το οποίο επειδή ήταν πολυκαιρισμένο, ήταν γεμάτο άσπρα σκουλήκια, και το φαί έμοιαζε περισσότερο με φιδές!  Έριχναν επίσης μέσα στο καζάνι ένα γκαζοντενεκέ λάδι, και μια  παλαμιά (φτυαριά) αλάτσι.  Όταν έριχναν το αλεύρι στο νερό,  επάνω πάνω έπλεαν ένα δάχτυλο τα σκουλήκια!

-Οι Γερμανοί γιατί δεν αφαιρούσαν τα σκουλήκια με μια κουτάλα όσα έπλεαν επάνω πάνω στο καζάνι, παρά τα άφηναν να τα φάτε;
 

-Οι  Γερμανοί  πράγματι αν ήθελαν μπορούσαν να τα αφαιρέσουν  τα σκουλήκια με μια τρυπητή κουτάλα, εν τούτοις ο υπεύθυνος Γερμανός του συσσιτίου δεν το επέτρεπε αυτό, απεναντίας τα ανακάτευε κι αυτά στο καζάνι να βράσουν όλα μαζί όπως είναι!

-Είχατε καραβάνες πιάτα ή κουτάλια; Πως γινόταν η διανομή συσσιτίου;

-Εμείς οι  εργάτες δεν είχαμε  ούτε πιάτα ούτε καραβάνες ούτε και κουτάλια! Με τα χέρια τρώγαμε! Ψάχνοντας στα σκουπίδια των Γερμανών, βρίσκαμε  κάτι πεταμένα κονσερβοκούτια  από κάτι  κονσέρβες τους του ενός κιλού.  Ξεπλέναμε τα κουτιά αυτά  με χώμα και  λίγο νερό  για να φύγουν τα λάδια, και εκεί μέσα μας έριχνε ο υπεύθυνος διανομής  το κουρκούτι με τα σκουλήκια!

-Ποιοί ήταν υπεύθυνοι διανομής συσσιτίου;

-Για το μεγάλο καζάνι  του ενός τόνου, ήταν υπεύθυνος Γερμανός. Στο κάτω μέρος του καζανιού υπήρχε κάνουλα   διατομής περίπου 5 εκατοστών για το άδειασμα. Κάθε χωριό είχε τον δικό του  υπεύθυνο  όπως προείπα, όχι μόνο για τη συνοδεία  καθ οδό  και  κατά την  εργασία, αλλά  ο ίδιος ήταν υπεύθυνος  και  για την διανομή συσσιτίου της ομάδα του. Μαζί του ο κάθε επικεφαλής είχε  υπ’ ευθύνη του ένα καζάνι  30  – 50 λίτρα ή τσικάλι 10 -20 λίτρα, ανάλογα τον αριθμό ατόμων.  Ο Γερμανός  υπεύθυνος του καζανιού  με τον χυλό, άδειαζε από τη βάνα του μια ποσότητα χυλού, στο  δοχείο του κάθε ομαδάρχη, ανάλογα τα άτομα της  ομάδας του.  Καμιά φορά το  φαγητό στο δοχείο το ζύγιζαν κιόλας, ανάλογα  πάλι τα άτομα. Έτσι ο κάθε ένας  υπεύθυνος του χωριού, έπαιρνε το δοχείο του (τσικάλι ή  καζάνι ή και κουβά) παραπέρα, και από εκεί με μια κουτάλα, έριχνε από μια κουταλιά σε κάθε χωριανό του, όπως περνούσε ένας – ένας  με τη σειρά. Όλοι όμως εμείς μετά,  πηγαίναμε και καθόμαστε σε μια γωνιά, και με ένα ξυλαράκι προσπαθούσαμε επί μια ώρα, να βγάζουμε ένα – ένα το σκουλήκι, ώστε να μην μείνει κανένα, μπας και μπορέσουμε να φάμε με τα χέρια το υπόλοιπο από αυτό το άθλιο πράγμα, που οι Γερμανοί ονόμαζαν «συσσίτιο»!

-Όσον αφορά τον βραδινό ύπνο, είχατε κρεβάτια και κουβέρτες;

-Δεν τέλειωνε δυστυχώς  το μαρτύριο της κάθε της ημέρας  ούτε στα ανυπόφορα κάτεργα, αλλά ούτε με το τρισάθλιο φαγητό!  Τον εφιάλτη του φαγητού με τα σκουλήκια,  τον διαδεχόταν το βράδυ ο μεγάλος εφιάλτης της παγωνιάς  του χειμώνα, κι αυτόν πάλι ο μεγάλος εφιάλτης  της  βροχής και της λάσπης!
Ακόμα και με τα μεγάλα κρύα κοιμόμασταν ξεσκέπαστοι, αφού δεν είχαμε κουβέρτες. Με τις βροχές όμως ήταν τρισχειρότερα τα πράγματα, γιατί σχηματίζονταν λάσπες στο έδαφος! Εμείς για  να μπορέσουμε τουλάχιστον να κοιμηθούμε, ρίχναμε στο πάτωμα λιόκλαδα επάνω στις λάσπες και τα νερά, και  τα κλαριά αυτά, τα είχαμε αντί  για στρώμα! Μας κάρφωναν βέβαια σαν κοιμόμαστε επάνω τους, όμως έπρεπε  και να ξεκουραστούμε,  για να μπορέσουμε να αντέξουμε τα μαρτύρια και την επαύριον.

Ή δουλειά  στα εξαναγκαστικά έργα, πόσο σας είχε εξουθενώσει;

– Ναι  πράγματι, η πολύωρη  12ωρη καθημερινή εργασία, η πείνα και ο κακός ύπνος, μας είχαν εξουθενώσει όλους γενικά τους άνδρες! Η  βαριά δουλειά, μας  είχε εξαϋλώσει και μας είχε αφήσει μισούς! Πολλοί από μας, από 60 κιλά που ήταν το φυσιολογικό μας,  δεν είχαμε μείνει ούτε τα 40!

Συνεχίζεται

Φωτογραφίες:  Anna Petrochilou
Στέλιος Ξηρουδάκης – Ιδρυτής λαογραφικού μουσείου 

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *