Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι ευχές και οι συχωρεμοί τα παλιά χρόνια στη Κρήτη

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Όσοι έζησαν τα παλαιότερα χρόνια τη δεκαετία του ’60 και πριν στην Κρήτη, σίγουρα θα τους εντυπωσίασαν οι πολλές ευχές και οι συχωρεμοί από αδύναμα κυρίως οικονομικά και σωματικά άτομα, όπως γέροι γριές ζητιάνοι κλπ.

Ακόμα πιο παλιά όμως οι ευχές ήταν περισσότερες, αφού υπήρχε ακόμα περισσότερη φτώχεια. Οι άνθρωποι είχαν περισσότερο ανάγκη ο ένας τον άλλο, και πάντα εύχονταν το καλύτερο για τον συνάνθρωπό τους.

Ευχές υπήρχαν σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, ευχές στους μαθητές για καλή πρόοδο, ευχές στην ονομαστική εορτή, ευχές για τον αρραβώνα, το γάμο, ευχές ή ευχετήρια γράμματα για καλά Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Πάσχα. Στα κάλαντα επίσης είχαμε ευχές στον κύρη και στην κυρά, και στα παιδιά τους. Ευχές όταν πήγαινε στο στρατό ή στο πόλεμο ο νέος, όταν πήγαινε κάποιος ταξίδι, όταν αρρώσταινε, όταν ξεκίναγε μια νέα δουλειά, ευχές σε ένα ποτήρι στη παρέα, γενικά εύχονταν σε κάθε εκδήλωση της ζωής.

Οι ζητιάνοι της παλιάς εποχής

Ο λόγος που πολλά άτομα είχαν την ανάγκη του κόσμου, ήταν γιατί δεν έπαιρναν σύνταξη ή κάποιο άλλο βοήθημα από το κράτος. Την πρώτη αγροτική σύνταξη, την έδωσε ο τον Ιούλιο του ’62 ο γέρος Κων/ος Καραμανλής, έστω και αν αυτή ήταν μονάχα 80 δραχμές!

Η Κρήτη κάποτε είχε πολλούς ζητιάνους που ερχόταν στη Μεσαρά της Κρήτης σαν πλούσιο μέρος, ερχόταν κυρίως από τον Νομό Ρεθύμνης, σαν ο πιο φτωχός και άγονος Νομός της Κρήτης, αλλά ακόμα περισσότερους είχαμε από την μεγάλη καταστροφή της Βιάννου από τους ναζί τον Σεπτέμβριο του ΄43, που εκτελέστηκαν τουλάχιστον 500 συνάνθρωποί μας, και καταστράφηκαν πάνω από 20 χωριά!

Το ίδιο και στην Ιεράπετρα μετά την καταστροφή της. Από τα Ρεθεμνιώτικα τις περισσότερες φορές ερχόταν με τα πόδια ρακένδυτοι ζητιάνοι, αλλά από τη Βιάννο και το Λασίθι συνήθως ερχόταν με το γαϊδουράκι, φορτωμένο το μεταλλικό δοχείο λαδιού.

Ζητιάνευαν στα σπίτια, και όταν γέμιζε ο κάνιστρο, το έδιναν στον μπακάλη, έπαιρναν τα χρήματα και συνέχιζαν. Ήταν πιο οργανωμένοι οι ζητιάνοι της Ανατολικής Κρήτης, από ότι λένε οι παλιοί.

Όλοι οι ζητιάνοι πάντως γνώριζαν μακροσκελείς συχωρεμούς, τόσο μεγάλους στα λόγια, πού όση ώρα έπεφτε το λάδι από το λαδικό στο λαδοκάνιστρο, τόσο εκείνοι συνέχιζαν να εύχονται ασταμάτητα! Τους ζητιάνους αυτούς τους έλεγαν και «διακονιάρηδες» και τις γυναίκες «διακονιαριές», επειδή διακονούνταν.

Ο κόσμος βέβαια πάντα έδινε το βοήθημά του, και επειδή δεν υπήρχαν χρήματα, έδιναν συνήθως λάδι από το λαδικό τους.

Τους στήριζε όμως ο κόσμος όλους με τον καλύτερο τρόπο, και εκτός από το λάδι, τους έδιναν φαγητό, νερό, τροφή για το δρόμο, ακόμα ενίοτε τους κόνευαν κιόλας το βράδυ, δηλαδή τους παρείχαν και ύπνο. Στην ουσία όμως ο κόσμος δεν γνώριζε το πραγματικό δράμα που κρυβόταν πίσω από κάθε ζητιάνο, και τα παιδιά απλά νόμιζαν, πως επρόκειτο απλά για ανθρώπους ακαμάτηδες και τεμπέληδες.

Έχουν βέβαια περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά ακόμα θυμάμαι τα λόγια του πατέρα μου, να μου λέει πόσο μεγάλες και εντυπωσιακές είναι οι ευχές τους!

-Ξάνοιξε δα εκειονέ το ζητιάνο απου θα ν έρθει, να ιδείς πόσους συχωρεμούς θα μου κάμει, ά μα δε σταματήσω να του βάνω λάδι!
Πράγματι ήρθε ο ζητιάνος, και φτάνοντας κοντά μας, έλεγε χαμηλόφωνα:

Ελεήστε το φτωχό, κι ο Θιός να σας ελεήσει και σας. Δώστε μια μικρή βοήθεια και εμένα το χριστιανό, να ζήσω και εγώ που δεν έχω που να στηριχτώ…

Σαν έφτασε στη μέση της αυλής άφησε το δοχείο του κάτω, και περίμενε τον πατέρα μου να φέρει το λαδικό…
Ήρθε ο πατέρας μου με το λαδικό, το γύρισε και άρχισε να του ρίχνει λάδι…

Ταυτόχρονα όμως άρχισε και ο ζητιάνος το δικό του τροπάρι με τους συγχωρεμούς, που φαντάζομαι θα έλεγε σε όλους τα ίδια!

«Χαιράμενος κι απίκρατος. Να χαρείς το στεφάνι σου και τα παιδιά σου! Στερεωμένος και πολύχρονος σαν τ’ άγιο Μοναστήρι. Η φώτιση και Χάρις του Θεού του Χριστού και της Παναγίας να είναι κοντά σου.

Η Παναγία και ο Χριστός να σε βλέπουν, και να έχεις την υγειά σου και συ, η γυναίκα σου και τα παιδιά σου. Να έχετε όλα τα αγαθά του Κυρίου υμών Ιησού Χριστού και να έχετε ακόμη και του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά…»
Ο πατέρας μου δεν σήκωνε καθόλου το λαδικό, αλλά συνέχιζε να ρίχνει λάδι κανονικά! Ευχαριστημένος ο ζητιάνος συνέχιζε κι αυτός να δίνει τις ευχές του κανονικά, ενώ εγώ παρακολουθούσα τα λόγια του …

-Ο Θεός να σας σε ξεμιστεύγει παιδί μου από τη κακή ώρα και το κακό συναπάντημα. Να μου κόβει εμένα ο Θεός μέρες, και να σας δίδει χρόνια! Καλή προκοπή να έχουν τα κοπέλια σου και καλό τυχερό…

Είπε τόσο πολλά ο ζητιάνος, που δεν τα θυμάμαι όλα φυσικά, μέχρι που άδειασε όλο το λαδικό, κι αν είχε κι άλλο λάδι θα μουρμούραγε ακόμα με ευχές! Όμως τις ίδιες αυτές ευχές τις είχαν μάθει και οι γριές του χωριού μας, και τις έλεγαν συχνά πυκνά κι εκείνες, στη περίπτωση που τους έκανε κάποια εξυπηρέτηση κάποιος. Ήταν πια τόσο κλασσικές οι ευχές αυτές από όλους τους περιπλανώμενους ζητιάνους, που ήταν σχεδόν όλες ίδιες! Πάντα θα ανέφεραν τις φράσεις:

«Χαιράμενος κι απίκρατος, να χαρείς το στεφάνι σου και τα παιδιά σου … Στερεωμένος και πολύχρονος … να έχεις του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά» κλπ. Φυσικό και επόμενο ήταν λοιπόν, και κόσμος της εποχής, που ήταν ιδιαίτερα εύθυμος, να σατιρίσει τις ευχές αυτές! Πολλοί που ήταν πειραχτήρια, στο καφενείο ή στην παρέα διακωμωδούσαν τις ευχές αυτές, παραφράζοντας τα λόγια τους, και προσθέτοντας δικά τους!

Αντί του « Να έχεις του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά» έλεγαν: «Να έχεις του Αβράμη και του σακάτη τα καλά»!
Τι καλά όμως να έχει ένας σακάτης της εποχής! Εκεί που λέει «χαιράμενος κι απίκρατος … Σαν το άγιο μοναστήρι», εκείνοι πρόσθεταν και το «…Και σαν τη καλή μαμή που βγάνει τα κοπέλια ανάποδα με το κόλο» (όχι με το κεφάλι)! Με κάτι τέτοια λοιπόν διακωμωδούσαν όλη την ευχή, που φυσικά μόνο γέλιο προκαλούσε!

Οι γύφτοι και οι γύφτισσες

Όταν ερχόταν γύφτοι (αθίγγανοι) στο χωριό, τσαντίρωναν κάπου κοντά, και το πρώτο πράγμα που ζήταγαν, ήταν να προμηθευτούν άχυρα για τα ζωντανά τους, είτε να τους τα χαρίσουν είτε να τα αγοράσουν. Ο πιο πολύς κόσμος πάντως δεν είχε εμπιστοσύνη γενικά στους γύφτους, κι αν τους πρόσφεραν ποτέ κάτι, δεν πίστευαν ούτε καν στις ευχές τους! Γνώριζε εκ των προτέρων ο κόσμος, πως οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους, θα αποβεί στο τέλος εις βάρος τους!

Οι μεν γύφτοι θα επιδοθούν σε διάφορες ασχολίες, όπως στο να επισκευάζουν καρέκλες, δηλαδή έπαιρναν μαζί τους μια αγκαλιά γερά αφράτα στον ώμο και γύρναγαν στο χωριό. Αν τους καλούσε κάποιος για επισκευή καρέκλας, καθόταν κάπου στην αυλή, έπιαναν ένα μάτσο αφράτα, τα κατάβρεχαν με νερό, και με αυτά επισκεύαζαν την καρέκλα τους. Έκαναν επίσης τους γανωτήδες ή χαλκοματάδες. Ακόμα ακονίζανε μαχαίρια ψαλίδια κλπ, και φώναζαν στο κοσμάκη να τους δώσουν τα μαχαίρια τους να τα κάνουν «σαν καινούρια»! Όταν τους έδιναν εκείνοι όλα τα παλιά και άχρηστα μαχαίρια, νόμιζαν πως θα τα παραλάβουν πράγματι ολοκαίνουργια!

Εκείνοι όμως απλά τα πήγαιναν στο τσαντίρι, άναβαν μια φωτιά και τα ζέσταιναν, μετά τα βουτούσαν στο νερό, και έκαναν έτσι ένα πρόχειρο βάψιμο. Στην ουσία έπαιρναν τα χρήματα κοροϊδεύοντας τον κοσμάκη! Επίσης πουλούσαν χαβάνια (γουδιά) γύφτικους μύλους, (χειρόμυλους) ή αλατσόμυλους, που αγόραζαν από βιοτεχνίες. Όμως έκαναν και αγοραπωλησίες ζώων, γαϊδούρια ή μουλάρια ή άλογα, που πάλι και εδώ στην ουσία ξεγελούσαν τον κόσμο! Έκαναν ας πούμε τράμπα, δηλαδή ανταλλαγή για παράδειγμα τον ψοφογαϊδαρό τους, με κάποιο άλλο γαϊδούρι, κάνοντας το εξής: Βάραγαν με ένα χριμπάτσι κρυφά με δυνατές ξυλιές τη πλάτη του ζώου τους μέχρι να γεμίσει πληγές, και έλεγαν μετά στον πελάτη: « Είναι δυνατό και ζωηρό το ζώο! Χτύπα το μια στη πλάτη να το δεις πως τρέχει»!

Ο άλλος το χτύπαγε πράγματι ελαφρά στη πλάτη, και εκείνο το καημένο το ζώο έτρεχε από το πόνο! Νόμιζε ο αγοραστής πως το ζώο που θα έπαιρνε είναι πράγματι αρκετά ζωηρό, και έτσι το αντάλλασε με το δικό του, που στην ουσία αυτό που έπαιρνε, ήταν σαφώς πολύ χειρότερο από το δικό του!

Οι γύφτισσες κι αυτές που γύρναγαν τα σπίτια και ζητούσαν ελεημοσύνη, ο κόσμος άλλοτε τους έδινε άλλοτε όχι. Στην ουσία εκείνες δεν αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην ελεημοσύνη, απλώς αν έβρισκαν οτιδήποτε σε αυλή, κοίταζαν πώς να το βουτήξουν! Σπίτι πάντως αφύλακτο, δεν το άφηναν χωρίς να το κατακλέψουν! Οτιδήποτε χρήσιμο εύρισκαν, από ρούχα στην απλώστρα, μέχρι και κότες, τις έπνιγαν και τις έκρυβαν κάτω από τις φουστάνες τους! Όμως αν έβρισκαν κάπου μόνη κάποια νέα κοπέλα, της έλεγαν να ανοίξει τη παλάμη του χεριού να της πουν «το μοίρα και το ριζικό της», και μόλις άρχιζαν, πως «ένας όμορφος ψηλός ντελικανής σε γλυκοκοιτάζει, και ενδιαφέρεται για σένα…» αμέσως και το ενδιαφέρον της κοπέλας άρχισε να φαίνεται στα μάτια της!

Τότε ήταν που της έλεγε:

«φέρε κοπελιά λίγο λαδάκι και ασήμωσε,, σου πω τα υπόλοιπα»! Αν τώρα η κοπέλα τύχαινε να συμπαθεί πράγματι κάποιον ψηλό νεαρό, έλεγε μετά την από πάνω μέρα στη φίλη της, πως η τάδε γύφτισσα της τα βρήκε όλα! Πολλές φορές όμως και άνδρες χήροι, έπεφταν θύματα κλοπής από καπάτσες γύφτισσες , διότι παριστάνοντας τις ερωμένες από τη μια, από την άλλη τους ξάφριζαν κανονικά το πορτοφόλι ή τίποτε χρυσαφικά και μεγάλης αξίας τιμαλφή!

Ευχές η οικογένεια στο βραδινό φαγητό

Κάθε βράδυ η οικογένεια απαραιτήτως θα καθίσει στο τραπέζι να φάνε όλοι μαζί. Απαραιτήτως επίσης θα πρέπει να υπάρχει ηρεμία, χωρίς την ένταση της ημέρας. Νεύρα καυγάδες κομμένα από όλους για «να πάει το φαί κάτω»! Κάποιο παιδί επίσης απαραιτήτως θα πει τη προσευχή, «Ευλόγισε Θεέ μου τη πόση και τη βρώση, και δοξασμένο το όνομά Σου», ή θα πει το «Πάτερ Ημών». Όλοι θα κάμουν το σταυρό τους να πουν «Στο Όνομά σου Θεέ μου» και θα ξεκινήσουν να τρώνε. Όλοι με το φαγητό θα πιούν από ένα ποτήρι κρασί, και πρώτος ο πατέρας, μετά η μητέρα και μετά τα παιδιά από μισό ποτήρι το κάθε παιδί, όπου θα πει: «Ο Θεός να μας ε ξεμιστεύγει ούλους». Ή:«Ο Θεός να μας ε δίδει την υγειά μας», «ο θεός να συχωρέσοι τα αποθαμένου μας»,«τσιγεία»κλπ. Μόλις πιεί το κρασί, θα του πουν «Μετσιγεία σου», και αυτός πάλι θα πει «Φχαρστώ», ή «Ευχαριστώ ,υγεία να χετε». Στο τέλος επίσης ένας – ένας που θα ‘ποτρώει, θα πει«Δόξα Σοι ο Θεός», θα ξανακάνει πάλι το σταυρό του, και αφού τραβήξει πίσω λίγο την καρέκλα του θα σηκωθεί να πάει στη δουλειά του.

Στο τραπέζι του αφεντικού

Κάθε σοβαρό αφεντικό, δεν άφηνε τους εργάτες του χωρίς κολατσιό, και κανονικό φαγητό το μεσημέρι.

Είτε στις ελιές είτε στο θέρος είτε στο αλώνι, είτε στο τρύγος, η παρέα της εργατιάς θα καθίσει να φάει, θα πει «Καλώς εσμίξαμε», ή «Καλώς σας ευρίκαμε»! «Καλλως ορίσετε»! θα πει και το αφεντικό. Όλοι θα πιούν από ένα κρασί για να ευχηθούν στο αφεντικό «καλοξόδιαστο», ή «καλά διάφορα στσοι κόπους σας». Και εκείνος θα απαντήσει «Και του καιρού και πάντα»!

Ο κάθε ένας θα πει ελεύθερα από μια ευχή, όπως την αισθάνεται.

«Καλά τελειώματα ή καλά ξεμπερδέματα, την υγειά σας να ‘χετε και να χαίρεστε τα κοπέλια σας ή «Ο Θεός σχωρέσει τα πεθαμένα σας». Ακόμα και στο τελείωμα της κάθε δουλειάς, είτε στο άλεσμα της ελιάς στη φάμπρικα, είτε στο αλώνισμα της αλωνιστικής, το αφεντικό παράγγελνε στη γυναίκα του να σφάξει μια όρθα ή ένα κουνέλι, και θα το πάει με το κουρούπι και ένα μπουκάλι κρασί στη βούργια για να κεράσει την παρέα με τους εργάτες να πιούν ένα κρασί.

Παλιό έθιμο να προσφέρουν στην Κρήτη φαγητό στους εργάτες, και αυτό έχει να κάνει με το επίσης πανάρχαιο έθιμο της φιλοξενίας, που συναντάμε απλόχερα στην Κρήτη. Βέβαια και οι ευχές πάλι και εδώ καμιά φορά έχουν να κάνουν κι αυτές με το βάθος του χρόνου.

Στη παρέα που μπορεί να είχαν μαζευτεί πέντε έξη άνδρες, έλεγαν πολλές ευχές στο αφεντικό στην ανδροπαρέα, και μια από αυτές έλεγε: «Ούλοι οι θεοί βοήθειά μας, παλιοί και νέοι»!

Εδώ εννοούσαν προφανώς στους παλιούς και τους 12 θεούς του Ολύμπου! Πάντως οπουδήποτε σε παρέα υπήρχε κάποιος γέρος ή γριά, θα του πουν οπωσδήποτε το «Καλά στερνά».

Ευχές της παρέας επάνω στο κρασοπότι

Ήταν πάντοτε γνωστό κάποτε, πως στη Κρήτη κάποτε με ένα ποτήρι κρασί έκανες φίλο Έτσι οι παρέες με τα ποτήρια το κρασί ήταν συχνό φαινόμενο! Η παρέα που τα έπινε σε ένα τραπέζι στο σπίτι ή στο καφενείο, πάντα έβγαζε κέφι και έλεγαν όλοι πάρα πολλά αστεία!

Συχνά πυκνά όλο και σήκωνε κάποιος το ποτήρι του, το τσούγκριζε με τους άλλους λέγοντας: «Εβίβα μου και μένα», «εβίβα ολωνώ μας», «εβίβα και τω κοπελιδιώ μας», «Στσοι χαρές των ελεύθερω» ! «Καλή ψυχή εσείς οι παντρεμένοι» κλπ. Πολύ παλιά αλλά και σήμερα ακόμα, ακουγόταν και η φράση: «Εβίβα τω καλών αντρώς»!

Έλεγαν όμως και άλλα,όπως: «Εβίβα !Κι απου δε μας αγαπά δαυλός στο κόλο του»! ή «Στο σπιρτοκούτι ο πόδας του και στρογγυλή η ζαλιά του! Το μαλίτακα να καβαλικεύγει και τα πόδια του να αγγίζουνε χάμαι! Γιατροί δικηγόροι και εισπράχτορες να μπαίνουν στο σπίτι του! Μποντικοί να μπαίνουνε χορτασμένοι και να βγαίνουνε νηστικοί! Από το μακαρόυνι να περνά, και να χει κι αραμάδα»!

«Εβίβα» ή «Τσιγία (εις υγείαν) τω παρόντω! Τσιγία των απόντω! Τσιγία τω γυροτραπεζοκαρεκλοκαθιζόμενω» Όπως έλεγε κάποτε αστειολογώντας ο αείμνηστος Ζαριανός Καρπουζομανώλης ο λυράρης!

Έλεγαν όμως πολύ συχνά και τη φράση: «Εβίβα και τση κουτσής»! Οι περισσότεροι νομίζαμε πως επρόκειτο για μια κουτσή γυναίκα. Μια πολύ παλιά όμως εκδοχή, αναφέρει πως η παρέα έπινε συνήθως μέχρι να μείνει και το τελευταίο σώσμα στο βαρέλι ή στο μπουκάλι, που το μισό ποτήρι ή ελάχιστο αυτό κρασί που έπινε ο κάθε ένας, το λέγανε και η «κουτσή»!

Εννοώντας το αυτό, πιθανόν κάτι σαν επιβράβευση, που κατάφεραν και το τελείωσαν όλο! Έλεγαν επίσης πριν το διαλύσουν: «Αντε και την όρθια»! Στο τέλος βέβαια «κουτσή» μπορεί να ήταν και το ποτήρι που έπρεπε υποχρεωτικά να το πιούν στα όρθια, που ενίοτε ήταν κι αυτό μισό ποτήρι.
Βέβαια θυμόμαστε πως αν έμπαινε κάποιος νέος επισκέπτης στη παρέα στο καφενείο, συνήθως όπως πάντα τον κερνούσαν. Εάν όμως ο κεραστής ή ο καφετζής του έβαζε κατά λάθος μισό ποτήρι, πάντως δεν του το γέμιζε, τότε του έλεγε ο επισκέπτης:

«Ε, ηντά ‘ναι ετονέ επαέ απου μού βαλες; Με τα δυο πόδια εμπήκα, δε με είδες»!Εννοούσε πως δεν έπρεπε να του βάλει από τώρα «τη κουτσή», γιατί δεν μπήκε με το ένα πόδι κουτσαίνοντας!

Η ευκή

Το έθιμο της ευκής με το χειροφίλημα, ήταν κι αυτό κατάλοιπο από Τουρκοκρατίας. Οι ίδιοι οι Τούρκοι απαιτούσαν το χειροφίλημα σαν υποταγή, ακόμα από τις γυναίκες τους! Όταν ερχόταν από τη δουλειά ο σύζυγος, η γυναίκα Τουρκάλα φύλαγε το χέρι του, και έλεγε «Καλώς όρισες εφέντη μου»! Φυσικά το ίδιο απαιτούσαν και από τους Έλληνες, να τους φιλούν το χέρι, ακόμα κι αν ήταν ο τελευταίος Τούρκος! Επίσης αν ήταν κάποιος Τούρκος βαθμοφόρος, απαιτούσε εκτός το χειροφίλημα, να του προσκυνούν τα πόδια ασπαζόμενοι το παπούτσι του! Αυτό γινόταν υποχρεωτικά και από κατώτερο αξιωματούχο προς ανώτερο του, όπως ο αγάς προς τον σουλτάνο κλπ, όπου ο κατώτερος φιλούσε το χέρι αλλά και το παπούτσι του ανώτερου, που σήμαινε πλήρη υποταγή!.

Έτσι έμαθαν και οι Έλληνες το χειροφίλημα, και οι μανάδες δασκάλευαν τα παιδιά τους από πολύ μικρά, να φιλάνε το χέρι των γωνιών τους, των παππούδων και μπαρμπάδων τους, γενικά όλων όσοι ήταν κάποιας ηλικίας, που τους αποκαλούσαν και όλους «Θείους»! Επίσης και οι ίδιοι φίλαγαν το χέρι του παπά, και μάθαιναν και τα παιδιά τους για να παίρνουν και την ευχή «του Θεού και τση Παναγίας». Οι γονείς σε κάθε χειροφίλημα των παιδιών τους, έδιναν μια ευχή το γνωστό «την ευκή μου να χεις παιδί μου». Τους έδιναν να καταλάβουν το πόση δύναμη έχει μια ευχή, με το παρακάτω τετράστιχο:

«Ευκή γονέου γόραζε, και στα βουνά περπάθιε,
και τα βουνά να συγχαλούν, εσύ να μη φοβάσαι»!

Όμως τα παιδιά, πριν πάνε στο στρατό, πριν παντρευτούν , έπαιρναν την ευχή των γονιών τους. Το ίδιο έκανα και πάντα πριν πάνε να κοινωνήσουνε. Μάθαιναν από μικρά να ζητάνε την ευκή των γονιών τους φιλώντας τους το χέρι, λέγοντας: «Συχώρεσε με, και ο Θεός να σου συχωρέσει»! Αυτή η συχώρεση γινόταν και μεταξύ του ζευγαριού, αλλά παράλληλα και με όποιον αδερφό, ξάδερφο, γείτονα ή χωριανό δεν τα πήγαιναν καλά και είχαν ψυχραθεί.

Δεν πήγαιναν να καταλάβουνε ποτέ, αν πρώτα δεν είχαν πάρει συχώρεση από όλους όσους είχαν διαφορές μεταξύ τους. Οι μεγάλοι σε κάθε περίπτωση διευκόλυνσης τους από κάποιο παιδί, το ευχαριστούσαν με το γνωστό «τσιχαρέ σου», εννοώντας «στις χαρές σου», και του έδιναν χίλιες δυο ευχές! Αυτό γινόταν συνήθως, όταν τους έφερναν κάτι από το μπακάλη, όταν τους έκαναν κάποια δουλειά ή εξυπηρέτηση ή αγγαρεία, όπως να πάρουν σε κάποιο τσιγάρα. Έλεγαν του παιδιού: «Στσι χαρές σου και εγώ στο γάμο σου θα σύρω πρώτος το χορό»! Τα παιδιά βέβαια μετά από κάθε ευχή κάποιου, κοίταζαν την επαύριον τα νύχια τους, να δουν αν προστέθηκε η ευκή! Μιλάμε για τα μικρά γνωστά άσπρα στίγματα που είχαν τα νύχια! Κοίταζαν να δούνε δηλαδή, αν οι νέες ευχές που εισέπραξαν, προστέθηκαν κι αυτές! Φυσικά καμάρωναν όσα παιδιά είχαν τα πιο πολλά λευκά σημαδάκια, χωρίς να γνωρίζουν, πως στην ουσία αυτό που πίστευαν ήταν λάθος, γιατί τα άσπρα στίγματα αυτά σήμαιναν απλά έλλειψη ασβεστίου, λόγω κακής σίτισης!

Ευχές στο νεογέννητο, αλλά και στη βάφτιση

Σε κάθε έγκυο γυναίκα δίδανε ευχές . «Καλό ζαμπέτι να χεις», δηλαδή να τα πάει καλά με τη σίτιση της, χωρίς εμετούς κλπ. «Καλή λευτεριά» ή «Σα τα σερνούμενα τση γης, ετσά να ελευθερωθείς και συ», έλεγαν οι γυναίκες στην έγκυο περιμένοντας να γεννήσει. «Εφτάγερο να βγει το κοπέλι» κλπ. Αλλά και μετά τη γέννα έλεγαν: «Να σας ζήσει! Καλό θρέψιμο κα καλά σαράντα»!

Ακόμα η καλύτερη ευχή ήταν να γίνει παπάς ή δάσκαλος, όπως έλεγαν και στα κάλαντα, που καταλήγανε: « …Είπαμε στον αφέντη μας να πούμε τση κυρά μας … αν έχετε μικρό παιδί στη σέλα καθισμένο, παπάς να γίνει ή δάσκαλος μες στο πατριαρχείο»! Αυτή ήταν η μεγαλύτερη ευχή που θα μπορούσαν να δώσουν σε παιδί κάποτε! «Και στη βάφτιση έλεγαν: «Να σας ζήσει το νεοφώτιστο! «Απού ‘βαλε το λάδι να βάλει και το κλίμα». «Άξιος ο μισθός σου»! έλεγαν στον Σύντεκνο. Δηλαδή να τους αξιώσει ο Θεός να πληρωθεί τον μισθό του για την πράξη αυτή που έκανε, και με το καλό να το παντρέψει κιόλας!. Ακόμα και στη μάνα δεν έδινε το παιδί ο Σύντεκνος, αν πρώτα δεν του φιλούσε το χέρι, και να τον παρακαλέσει!

Το κάθε παιδί που μεγάλωνε, για να πιάνει κι αυτού η δική του ευχή, έπρεπε μόλις γινόταν 18 χρονών περίπου, να βαφτίσει και αυτό κάποιο άλλο παιδί, για να βγάλει την υποχρέωση του Νονού του που τον βάφτισε! Κάθε χριστιανός υποχρεούται κατά την Χριστιανοσύνη, να κάνει κι ο ίδιος τουλάχιστον ένα άτομο χριστιανό.

Ευχές για καλό παράδεισο και στον πεθαμένο
Ακόμα και όταν πέθαινε κάποιος παλιά, είχαν ετοιμάσει βραστό κρέας για την ώρα της ταφής, και ο κόσμος έπινε από ένα ποτήρι κρασί, τη γνωστή μακαρία, για να του συγχωρέσουν όλοι.

Δεν θεωρείτο ταφή παλιά, χωρίς μεζέδες και τη «μακαρία», γιατί έπρεπε όλοι να συγχωρέσουν, και να ευχηθούν για μια καλή αιωνιότητα. Κάποιος από την οικογένεια κερνούσε το κρασί, έπινε ο κόσμος από μισό ποτήρι, για να ευχηθεί:

«Καλό κατευόδιο στο Πράδεισο», «Μακαρία η ψυχή του», «σε τόπο χλοερό η ψυχή του», θα πάρει από ένα μεζέ από το ένα πανιέρι, ένα κομμάτι ψωμί από άλλο πανιέρι, και μια κουταλιά κόλλυβο από το δίσκο. Το κρασί πάντως επάνω στην ένταση του πένθους, και το πολύ βαρύ κλίμα, λειτουργούσε σαν χαλαρωτικό στον κόσμο, αλλά και στους ίδιους τους πενθούντες.

Αυτά τα έθιμα τα συναντούμε και στην αρχαιότητα. Μάλιστα παραστάσεις σε αγγεία του Θολωτού τάφου του Καμηλαρίου, μας μαρτυρούν, ότι και μετά το θάνατο οι άνθρωποι του νεκρού, έκαναν συχνά συμπόσια προς τιμήν του, πολλές φορές έστηναν και χορό, για να πουν πως δεν τον ξέχασαν. Και σήμερα γίνεται τραπέζι στα εξάμηνα ή στο χρόνο, αλλά ενίοτε και σε κάποια συναπατήματα.

Όμως παλιά, επειδή πολλοί ερχόταν από ξενοχώρια με τα γαϊδούρια από πολύ μακριά, δεν προλάβαιναν να γυρίσουν πίσω, έτσι έμεναν αναγκαστικά στο σπίτι του θανόντος. Εκεί δέκα είκοσι ή και περισσότερα άτομα μαζεμένοι, η νοικοκυρά δεν θα τους αφήσει φυσικά νηστικούς! Το βράδυ θα ετοιμάσει φαγητό για να φάνε όλοι οι παρευρισκόμενοι. Οι άνδρες θα πίνουν και θα εύχονται για το Μακαρίτη, και το ένα ποτήρι έφερνε το άλλο, το άλλο θα έφερνε το επόμενο, και σιγά σιγά αρχίζει να φεύγει και το βαρύ κλίμα!

Η ευθυμία θα πάρει τη θέση της θλίψης, αφήνοντας παράμερα το πένθος! Κάποια στιγμή μάλιστα που έφταναν στο τσακίρ κέφι, άρχιζαν και τα γέλια, τα αστεία και καλαμπούρια, το τραγούδι στη συνέχεια, και μετά το έστρωναν και στο χορό! Έτσι τηρούσαν και το αρχαίο έθιμο!

Ήταν κοινό μυστικό, πως έπρεπε με κάθε τρόπο να διασκορπίσουν το βαρύ κλίμα του πένθους, με το να διασκεδάσουν όλοι μαζί. Έπρεπε να γελάσουν και οι τεθλιμμένοι, να αλαφρύνει το κλίμα γενικά, μιας και ο ίδιος ο νεκρός πολλές φορές το ζητούσε αυτό από πριν, να τον αποχαιρετήσουν δηλαδή με χορό και τραγούδι! Αυτό στην ουσία το αποζητούσαν και οι ίδιοι οι πενθούντες στην περίπτωση που ο Μακαρίτης ήταν πλήρης ημερών! Φυσικά αυτό τους έκανε καλό, και βοηθούσε έτσι να ξεπεράσουν πιο γρήγορα τη δύσκολη πρώτη βραδιά τους! Ήθελαν έτσι οι άνθρωποι της εποχής τότε, να δώσουν ένα τέλος στο πένθος από την πρώτη μέρα, και να πουν με τον τρόπο τους, ότι στην ουσία η ζωή συνεχίζεται.

Αυτό το παλιό έθιμο, δηλαδή να τραγουδούν και να χορεύουν δεν γινόταν βέβαια σε όλους τους νεκρούς, αλλά μονάχα καμιά φορά, αν ήταν πολύ γέρος ο εκλιπών, είχε επιτελέσει στο ακέραιο το καθήκον του, και φυσικά αν είχε αφήσει παραγγελιά να τραγουδήσουν και να χορέψουν στη θανή του. Αυτά τα έκαναν μέχρι και μετά την κατοχή κάποια χρόνια, αλλά μετά σχεδόν σταμάτησαν εντελώς.

Η Κρήτη επειδή ήταν απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, είχε καταφέρει να κρατήσει πολλά έθιμα της αναλλοίωτα από την αρχαιότητα, μέχρι τη κατοχή, και λίγα χρόνια αργότερα, ώσπου ήρθε ο πολιτισμός της τεχνολογίας και χάθηκαν σχεδόν όλα!

Στις νεότερες γενιές δεν συμβαίνουν πολλά από τα πράγματα που περιγράψαμε, επειδή οι νεώτεροι ζουν διαφορετικές καταστάσεις πλέον, από ότι ζούσαν κάποτε οι παλιοί.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης
(Ευχαριστούμε τον κ Μύρωνα Μαραγκάκη, για τη βοήθεια του στο κείμενο)

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *