Πολλά χρόνια πίσω δεν γνώριζαν τα παιδιά της υπαίθρου της Κρήτης ούτε φράουλες, ούτε μπανάνες, και τα ακτινίδια βγήκαν πολύ αργότερα


Γνώριζαν όμως πολύ καλά τα μούρα, μαύρα άσπρα ακόμα και άγρια. που ήταν κόκκινα και έβαφαν τα χείλια!

Την ίδια εποχή στην εξοχή το Καλοκαίρι, είχε ωριμάσει ο καρπός του μανδραγόρα και πάνω στο φυτό υπήρχαν τρεις τέσσερις κίτρινοι καρποί όμοιοι με αυγά κοράκου, αλλά επειδή τα αυγά αυτά τα λάτρευαν και τα ίδια τα κοράκια, ο κόσμος της Μεσαράς τα ονόμασε ”του κοράκου τα αυγά”!

”Στα έχνη” σαν πηγαίναμε, δηλαδή για βοσκή σε ένα δυο κατσίκες και ένα γαϊδούρι που είχε η κάθε οικογένεια, η φύση είχε τον κύριο λόγο πώς να περάσουμε την ώρα μας καλύτερα.

Πολλές φορές υπήρχε η άγνοια για πολλά θέματα, καθώς δεν γνωρίζαμε πως το ΄΄φρούτο” αυτό το ”αυγό του κοράκου”, ήταν τοξικό, και δεν θα έπρεπε να τρώμε πολλά.

Το μανδραγόρα τον εκμεταλλεύτηκαν κατά καιρούς διάφοροι αγύρτες φαρμακολόγοι, και έφτιαχναν διάφορα βότανα και εκμεταλλεύονταν τον κόσμο.

12799130_1014761581936474_284527105540587377_n

Από παλιά πίστευαν στις δεισιδαιμονίες ότι είχε σχέση με τον μανδραγόρα , λόγω και της ανθρωπόμορφης ρίζας του φυτού που πολλές φορές έμοιαζε με ανθρώπινο ομοίωμα. Το χρησιμοποι­ούσαν ακόμα σαν αφροδισιακό

Σήμερα ότι σχετίζεται με τον μανδραγόρα από φήμες παραδόσεις, δεισιδαιμονίες περί ερωτικού βοτάνου ξεπερνούν την πραγματική του αξία, και ο κόσμος τότε που έπλαθε όλες αυτές τις ιστορίες, ήταν απλά ότι στον κόσμο τότε του άρεσαν τα παραμύθια

Ο Μανδραγόρας είναι γνωστός από την αρχαιότητα. Βρέθηκε στους Αιγυ­πτιακούς τάφους των Θηβών του 1800 π.χ.

Το μεγαλύτερο δε παραμύθι ήταν ίσως ήταν και η ιστορία με τον Οδυσσέα και την Κίρκη, η οποία μεταμόρφωσε τους συντρόφους του σε γουρούνια, και το βότανο που χρησιμοποίησε η μάγισσα ήταν μανδραγόρας!

Σήμερα, το φυτό αυτό περνά σχεδόν απαρατήρητο από όλους, κανείς πλέον δεν θα έμπαινε στη διαδικασία καν να δοκιμάσει αυτή τη γλυκόξινη γεύση του φρούτου αυτού.

Ίσως τα νέα παιδιά δεν έχουν στερηθεί τα φρούτα όπως τα παιδιά, πριν από πενήντα χρόνια…

 

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης